Η καλή αγωνία της μάνας

2018-09-02 01:09

Είχε όλη την ημέρα ο «άνθρωπος της λογικής» τον λογισμό: ‘Σήμερα γιορτάζει η μάνα μου’ πρέπει οπωσδήποτε να την επισκεφθώ.

Πήγε μεσημέρι, πήγε απόγευμα, κανένα περιθώριο  δεν τον άφησαν οι μέριμνες της ημέρας να πάρει έστω και ένα τηλέφωνο στην άμοιρη την μητέρα του που σίγουρα θα περίμενε γαντζωμένη πάνω στο τηλέφωνό της με λαχτάρα μήπως εκείνο κάποτε χτυπήσει…

Πλέον είχε σκοτεινιάσει… Ο κόπος της εργασίας είχε πλέον βαρύνει πολύ το κορμί του ανθρώπου, δεν είχε άλλη δύναμη γύρευε μία πολυθρόνα να καθίσει, να σκεφτεί… Και μέσα στις σκέψεις του η πονεμένη φιγούρα της μητέρας του… Κάποτε είχε διαβάσει κάπου σε μία ομιλία: «ότι κι αν ακόμη είναι αναγκαία τα υλικά καθήκοντά μας, πρέπει πριν απ’ όλα να προτιμούνται τα πνευματικά».

Μα πώς να πάω να τη δω; Πλέον σκοτείνιασε, σίγουρα θα ετοιμάζεται για ύπνο κι αν της τηλεφωνήσω θα μου πει με καρδιακό παράπονο: Γιατί δεν ήρθες παιδί μου σήμερα που γιόρταζα; Τι θα της πω; Πως θα απολογηθώ; Θα πάω κι ας μου πει ότι θέλει…

Περπάτησε αρκετά κάτω από το καλοκαιρινό αυγουστιάτικο φεγγάρι. Πέρασε έξω από μία εκκλησιά ολόλαμπρη και φωτισμένη. Η ψαλμωδία εκκωφαντική, οι ιερείς λαμπροφορεμένοι τιμούσαν με μεγαλοπρέπεια τη γιορτή της Παναγιάς, της μητέρας μας.

Κάποτε βγήκε η Μεγαλόχαρη μέσα από το Ιερό διέσχισε το καθολικό και βρέθηκε μπροστά στον «άνθρωπο». Αφού στάθηκε μπροστά του, του είπε: – «Ήρθες λοιπόν; Που ήσουν σήμερα που  γιόρταζα; Όμως δεν πειράζει τουλάχιστον ήρθες… Μάθε πως η μάνα πάντοτε περιμένει, δεν μιλά, μα σιωπηλά την πιάνει το παράπονο όταν τα παιδιά της την ξεχνούν. Όχι τόσο για κείνη μα για κείνα· ποθεί να τα φροντίσει, να τα ασπαστεί, να τα εφοδιάσει με αγάπη, να τα γεμίσει με κουράγιο ώστε να συνεχίσουν»…

Άπειρα δάκρυα κύλισαν από τα μάτια του «ανθρώπου» , όταν πλέον ανασήκωσε το βλέμμα του βρίσκονταν μπροστά στο νεκρικό κρεβάτι της πολυαγαπημένης του μητέρας. Την ασπάστηκε στοργικά, ήταν τόσο χαρούμενος που βρέθηκε ανήμερα εκεί να τιμήσει την αγία κοίμησή Της…

 

Επαφή