ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ (Ι΄)

2019-03-07 17:49

Ι´\ΑΜΗΝ ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ μὴ εἰσερχόμενος διὰ τῆς θύρας εἰς τὴν αὐλὴν τῶν προβάτων, ἀλλὰ ἀναβαίνων ἀλλαχόθεν, ἐκεῖνος κλέπτης ἐστὶ καὶ λῃστής·

Πρόσεχε τα γνωρίσματα του ληστού: Πρώτος ότι δεν εισέρχεται φανερά, δεύτερον όχι σύμφωνα με τις «Γραφές», διότι αυτό σημαίνει «Το μη διάτης θύρας»¨. Εδώ υποννοεί και αυτούς που ήλθαν πριν απ’ Αυτόν και αυτούς που θα έλθουν μετά απ’ Αυτόν. Και τον αντίχριστο και τους ψευδόχριστους. Πολύ σωστά ονόμασε θύρα τις Γραφές. Διότι αυτές μας οδηγούν στον Θεό και παρέχουν θεογνωσία.

Τι σημαίνει «εις την αυλήν»; Προς τα πρόβατα και την πρόνοια εκείνων. Διότι εκείνος που δεν ακολουθεί την κανονική οδό, οπωσδήποτε είναι κλέπτης. Πρόσεχε τώρα και το γνώρισμα του ποιμένος:

 2 ὁ δὲ εἰσερχόμενος διὰ τῆς θύρας ποιμήν ἐστι τῶν προβάτων. 3 τούτῳ ὁ θυρωρὸς ἀνοίγει, καὶ τὰ πρόβατα τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει, καὶ τὰ ἴδια πρόβατα καλεῖ κατ' ὄνομα καὶ ἐξάγει αὐτά. 4 καὶ ὅταν τὰ ἴδια πρόβατα ἐκβάλῃ, ἔμπροσθεν αὐτῶν πορεύεται, καὶ τὰ πρόβατα αὐτῷ ἀκολουθεῖ, ὅτι οἴδασι τὴν φωνὴν αὐτοῦ· 5 ἀλλοτρίῳ δὲ οὐ μὴ ἀκολουθήσωσιν, ἀλλὰ φεύξονται ἀπ' αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τὴν φωνήν.

Κατά μία άλλη έννοι μπορούμε να παρομοιάσουμε ως θυρωρό τον Μωυσή, διότι εκείνος είναι που μας ενεπιστέυθηκε τα λόγια του Πατέρα. Αλλά ποιμένας είναι ο Χριστός ο Οποίος μας οδηγεί με ασφάλεια προς τον Πατέρα. Κι αν όλα τα πρόβατα δεν ακολούθησαν τον καλό ποιμένα, αυτό δεν διαβάλλει τον ποιμένα αλλά τα πρόβατα που αποκόπησαν από την μάνδρα. Πρόσεξε δε πως Αυτός ο ποιμένας ακολουθεί μία διαφορετική ποιμαντική από την δική μας. Διότι και τα πρόβατα τα έστειλέ έξω και μάλιστα εν μέσω λύκων.. Εδώ υπαινίσσεται και τον τυφλό ο οποίος άκουσε την φωνη Αυτού.

Αλλά παρά ταύτα εκείνοι δεν κατάλαβα τα λόγια Του και έτσι ο Ιησούς αφού πρώτα προσέλκυσε το ενδιαφέρον  με τα λόγια Του, στη συνέχεια διαλύει και την παραμικρή ασάφεια:

6 Ταύτην τὴν παροιμίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐκεῖνοι δὲ οὐκ ἔγνωσαν τίνα ἦν ἃ ἐλάλει αὐτοῖς. 7 Εἶπεν οὖν πάλιν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἐγώ εἰμι ἡ θύρα τῶν προβάτων. 8 πάντες ὅσοι ἦλθον πρὸ ἐμοῦ, κλέπται εἰσὶ καὶ λῃσταί· ἀλλ' οὐκ ἤκουσαν αὐτῶν τὰ πρόβατα. 9 ἐγώ εἰμι ἡ θύρα· δι' ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ, σωθήσεται, καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται, καὶ νομὴν εὑρήσει.

Δηλαδή θα ζει δίχως φόβο, πράγμα που συνέβη και στους Αποστόλους, οι οποίο εισήρχοντο και εξήρχοντο άφοβα, ώστε να γίνουν κύριοι όλης της οικουμένης και κανείς δεν μπόρεσε να τους εκδιώξει. Με την φράση «όσοι ήλθαν προ εμού» δεν εννοεί τους προφήτες όπως λέγουν οι αιρετικοί αλλά εννοεί τον Θευδά και τον Ιούδα και τους άλλους στασιαστές.

10 ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχεται εἰ μὴ ἵνα κλέψῃ καὶ θύσῃ καὶ ἀπολέσῃ·

Πράγμα που έγινε τότε, αφού όλοι εσφάγησαν και εξαφανίστηκαν.

ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσιν.

Πες μου: Τι υπάρχει περισσότερο από τη ζωή; Η Βασιλεία των ουρανών, αλλά δεν το λέγει ακόμη, αλλά επαναλαμβάνει το όνομα της ζωής που ήταν γνωστό σ’ αυτούς.

11 ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός. ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων·

Εδώ ομιλέι πλέον περί του σταυρικού Του θανάτου, δεικνύοντας ότι αυτό θα γίνει για την σωτηρία του κόσμου και ότι δεν εισέρχεται σ’ αυτό χωρίς την θέλησή Του.

Έπειτα πάλι αναφέρεται προς τον μισθωτό, δηλαδή τον κλέφτη ή τον ψευδοποιμένα.

12 ὁ μισθωτὸς δὲ καὶ οὐκ ὢν ποιμήν, οὗ οὐκ εἰσὶ τὰ πρόβατα ἴδια, θεωρεῖ τὸν λύκον ἐρχόμενον καὶ ἀφίησι τὰ πρόβατα καὶ φεύγει· καὶ ὁ λύκος ἁρπάζει αὐτὰ καὶ σκορπίζει τὰ πρόβατα.

Εδώ δείχνει τον ευατό Του να έχει τόση εξουσία επί των προβάτων, όση και ο Πατήρ. Εφόσον αυτός είναι ο ποιμήν και δικά Του είναι τα πρόβατα. Θυμηθείτε τον Ιησού που όταν Τον περικύκλωσαν και οι μαθητές Του κινδύνευσαν Εκείνος είπε: «Αφήσατε αυτούς να φύγουν», δια να πληρωθεί ο λόγος ότι κανείς απ’ αυτούς δεν χάθηκε.

13 ὁ δἑ μισθωτὸς φεύγει, ὅτι μισθωτός ἐστι καὶ οὐ μέλει αὐτῷ περὶ τῶν προβάτων.

Διά τούτο παρακαλώ ας μένουμε βόσκοντες υπό την προστασία του ποιμένος ακούγοντας την φωνή Του. Και ποια είναι η φωνή του Του: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, μακάριοι αυτοί που έχουν καθαρή καρδία, μακάριοι οι ελεήμονες», αν κάνουμε αυτά θα μείνουμε υπό την προστασία του Ποιμένος και ο λύκος δεν θα μπορέσει να εισέλθει μέσα, αλλά κι αν ακόμη εισέλεθει, θα το κάνει αυτό προς ζημία του, διότι έχουμε τον ποιμένα, που τόσο μας αγαπά ώστε και τη ζωή Του θα δώσει για χάρη μας. Όταν λοιπόν ο Δυνατός μας αγαπά, τι μας εμποδίζει να σωθούμε;  Τίποτα. Εκτός αν φύγουμε εμείς από κοντά Του.

14 ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός, καὶ γινώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώσκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν,

Είναι μεγάλο πράγμα αγαπητοί μου η προστασία της Εκκλησίας και έχει ανάγκη μεγάλης ανδρείας και ευσέβειας ώστε ο ποιμένας με γενναιότητα να σταθεί ενώπιον των λύκων διότι ως προς αυτό διαφέρει ο ποιμήν από τον μισθωτό, διότι ο μισθωτός φροντίζει πάντα για τη σωτηρία του και παραμελεί τα πρόβατα, ενώ ο ποιμήν φροντίζει πάντοτε για την την σωτηρία των προβάτων και παραμελεί τη δικιά του. Θυμηθείτε τον Ιεζεκιήλ τι λέει: «Ω ποιμένες του Ιεζεκιήλ! Μήπως άραγε βόσκουν τους εαυτούς τους οι ποιμένες»; (Ιεζ. 34,2).

Δείτε τι έκανς ο Ποιμήν ο καλός (Χριστός): Ούτε τη διδασκαλί Του διέκοψε, ούτε τους πιστεύοντας πρόδωσε, αλλά στάθηκε και προτίμησε να πεθάνει.

 15 καθὼς γινώσκει με ὁ πατὴρ κἀγὼ γινώσκω τὸν πατέρα, καὶ τὴν ψυχήν μου τίθημι ὑπὲρ τῶν προβάτων.

Συνεχώς αυτό λέει για να τους δείξει ότι δεν είναι πλάνος, διότι και ο Απόστολος Παύλος όταν ήθελε να δείξει ότι είναι γνήσιος διδάσκαλος συνέκρινε τον εαυτό του με τους ψευδαποστόλους.

 16 καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω, ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης· κἀκεῖνά με δεῖ ἀγαγεῖν, καὶ τῆς φωνῆς μου ἀκούσουσι, καὶ γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν.

Δηλαδή σαν να έλεγε, τι θαυμάζετε ότι αυτοί με ακολοθούν, διότι θα έρθει ώρα που και άλλα πρόβατα θα με ακολουθήσουν και εσείς θα εκπλαγείτε βλέποντας αυτό το γεγονός. Εδώ σαφώς εννοεί την είσοδο των εθνικών στην Χάρη πράγμα που ξ΄πενιζε ασφαλώς τους Ιουδαίους. Ο Απόστολος Παύλος  λέει: «Ούτε η περιτομή έχει καμμία ισχύ, ούτε η ακροβυστία» (Γαλ. 5,6)

 17 διὰ τοῦτο ὁ πατήρ με ἀγαπᾷ, ὅτι ἐγὼ τίθημι τὴν ψυχήν μου, ἵνα πάλιν λάβω αὐτήν.

Τι θα μπορούσε να υπάρξει ταπεινότερο απ’ αυτά τα λόγια; Εάν πρόκειται ο Κύριός μας να αγαπηθεί εξ’ αιτίας μας, επειδή δηλαδή πεθαίνει προς χάριν μας; Τι λοιπόν; Ειπέ μου, τον προηγούμενο χρόνο δεν Τον αγαπούσε και εμείς γίναμε αιτία της αγάπης αυτού του Πατρός; Βλέπεις συγκατάβαση;

 18 οὐδεὶς αἴρει αὐτὴν ἀπ' ἐμοῦ, ἀλλ' ἐγὼ τίθημι αὐτὴν ἀπ' ἐμαυτοῦ· ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι αὐτήν, καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν·

Ναι ο καθένας έχει εξουσία να θυσιάσει τη ζωή του και να θανατώσει τον εαυτό του. Τούτο δεν είναι λοιπόν θαυμαστό. Το θαυμαστό είναι το ότι Εκείνος αν δεν ήθελε κανείς δεν μπορούσε να τον θανατώσει. Και όχι μόνο αυτό αλλά έχει την εξουσία να λάβει και πάλι την ζωή Του καθ’ όσον είναι ο αρχηγός της Ζωής.

ταύτην τὴν ἐντολὴν ἔλαβον παρὰ τοῦ πατρός μου. Ποια εντολή; Το να πεθάνει υπέρ του κόσμου. Και με το να πει ότι έλαβε εντολή από τον Πατέρα, τίποτα άλλο δεν δείχνει , παρά το ότι συμφωνεί  και ο Πατήρ με αυτό που Εκείνος πράττει, ώστε όταν τον θανατώσουν να μη νομίσουν ότι τον εγκατέλειψε ο Πατέρας.

19 Σχίσμα οὖν πάλιν ἐγένετο ἐν τοῖς ᾿Ιουδαίοις διὰ τοὺς λόγους τούτους. 20 ἔλεγον δὲ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν· δαιμόνιον ἔχει καὶ μαίνεται· τί αὐτοῦ ἀκούετε; 21 ἄλλοι ἔλεγον· ταῦτα τὰ ρήματα οὐκ ἔστι δαιμονιζομένου· μὴ δαιμόνιον δύναται τυφλῶν ὀφθαλμοὺς ἀνοίγειν;

Επειδή δηλαδή τα λεγόμενα ήταν ανώτερα και όχι κατ’ άνθρωπος λεγόμενα, τον ονομάζουν δαιμονισμένο. Αλλά τα έργα Του αποδείκνυαν αμέσως σ’ αυτούς πως δεν ήταν δαιμονισμένος, διότι δεν είναι έργο δαίμονο το να αναοίγει κανείς τα μάτια εκ γεννετούς τυφλού.  Είδες συλλογισμό; Τι έκανε ακούγοντας όλα αυτά ο Χριστός; Δεν έδωσε καμμία απάντηση. Τα υπέμεινε όλα αυτά με πραότητα και επιείκια. Ας μιμηθούμε λοιπόν κι εμείς οι οργίλοι τον Χριστό, διότι όχι μόνο σιώπησε αλλά πήγε και πάλι και πάλι προς αυτούς ευεργτώντας τους δείχνοντας τεράστια μακροθυμία.

Και πως γίνεται κανείς να δείχνει μακροθυμία και πραότητα; Εάν σκεπτόμεθα διαρκώς τις αμαρτίες μας. Αν πενθούμε, αν δακρύζουμε, διότι δεν ανέχεται η ψυχή όταν ζει με τόση πολλή οδύνη να εξάπτεται και να οργίζεται. Καθ’ όσον όπου υπάρχει λύπη, κάθε οργή εκδιώκεται. Διότι ο παρών καιρός είναι πένθους και οδυρμών, διότι πολλές αμαρτίες διαπράττουμε καθημερινώς και με λόγια και με έργα.

22 ᾿Εγένετο δὲ τὰ ἐγκαίνια ἐν τοῖς ῾Ιεροσολύμοις, καὶ χειμὼν ἦν· 23 καὶ περιεπάτει ὁ ᾿Ιησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ ἐν τῇ στοᾷ τοῦ Σολομῶντος. 24 ἐκύκλωσαν οὖν αὐτὸν οἱ ᾿Ιουδαῖοι καὶ ἔλεγον αὐτῷ· ἕως πότε τὴν ψυχὴν ἡμῶν αἴρεις; εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστός, εἰπὲ ἡμῖν παρρησίᾳ.

          Κάθε αρετή είναι καλή. Προ πάντων όμως η αρετή της επιείκιας και της πραότητας. Διότι αυτές μας αποδεικνύουν ως ανθρώπους και μας διαχωρίζει από τα ζώα. Αυτές μας κάνουν να συναγωνιζόμστε τους αγγέλους.

          Ας δούμε όμως το παραπάνω εδάφιο για να καταλάβουμε περισσότερα.. Μας μιλά ο ευαγγελιστής για την εορτή των εγκαινίων η οποία ερτάζοντα σε πείοδο χειμώνα και με τη συμμετοχή του κόσμου. Σ’ αυτή λοιπόν την εορτή της αναμνήσεως των εγκαινίων του ναού του Σολομώντος συμμετείχε και ο Χριστός. Τον κύκλωσαν λοιπόν τότε οι Ιουδαίοι και τον ρώτησαν: «Αν εσύ είσαι ο Χριστός πες το μας ξεκάθαρα και με παρρησία.

          Κι όμως ο Χριστός δεν τους εξεδίωξε αυτούς που άλλοτε τον αποκάλεσαν δαιμονισμένο, άλλοτε μανικαό και άλλοτε Σαμαρείτη. Και γιατί ρωτούσαν αφού αυτά πίστευαν για Κείνον; Σίγουρα δεν ρωτούσαν από φιλομαθεία, αλλά και πάλι από πονηρία. Κι ενώ σε άλλη περίπτωση έλεγξε αυτούς «τι με πειράζετε υποκριτές»; Σε αυτή την περίπτωση δεν κάνει το ίδιο, για να μας διδάξει να μην ελέγχουμε πάντοτε αυτούς που μας επιβουλεύονται αλλά να τους ανεχόμαστε με πολλή επιείκια και πραότητα.

25 ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· εἶπον ὑμῖν, καὶ οὐ πιστεύετε· τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ πατρός μου, ταῦτα μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ·

Αφού λοιπόν δεν πιστεύετε στα έργα μου τα οποία αποδεικνύουν την Θεότητά μου θα πιστέψετε στα λόγια μου; Ώστε λοιπόν ήταν περιττή η ερώτηση.

26 ἀλλ' ὑμεῖς οὐ πιστεύετε· οὐ γάρ ἐστε ἐκ τῶν προβάτων τῶν ἐμῶν, καθὼς εἶπον ὑμῖν. 27 τὰ πρόβατα τὰ ἐμὰ τῆς φωνῆς μου ἀκούει, κἀγὼ γινώσκω αὐτά, καὶ ἀκολουθοῦσί μοι,

Εγώ βέβαια από μέρους μου έκανα όλα όσα έπρεπε να κάνω ως ποιμήν, εάν δεν με ακολουθείτε, συμβαίνει αυτό, όχι επειδή δεν είμαι ποιμήν, αλλά επειδή εσείς δεν είστε πρόβατά μου. Διότι αν είσασταν πρόβτάς μου θα με ακολουθούσατε, θα αναγνωρίζατε την φωνή μου 28 κἀγὼ ζωὴν αἰώνιον δίδωμι αὐτοῖς, καὶ οὐ μὴ ἀπόλωνται εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ οὐχ ἁρπάσει τις αὐτὰ ἐκ τῆς χειρός μου. 29 ὁ πατήρ μου, ὃς δέδωκέ μοι, μείζων πάντων ἐστί, καὶ οὐδεὶς δύναται ἁρπάζειν ἐκ τῆς χειρὸς τοῦ πατρός μου. 30

Πρόσεξε πως με την απαγόρευση τους προτρέπει να Τον ακολουθήσουν.

Μα θα ρωτήσεις: Τι; Από τον Πατέρα κανείς δεν δύναται να αρπάξει, συ όμως δεν μπορείς, αλλά είσαι ανίσχυρος να τα φυλάξεις;

-Καθόλου δεν συμβαίνει αυτό.Το «Ο Πατήρ μου μου τα έδωκε» ελέχθη για κείνους για να μην τον αποκαλέσουν πάλι αντίθεο, αφού είπε «κανείς δεν αρπάζει από τα χέρια μου» έδειξε ότι ένα είναι το χέρι Αυτού και του Πατρός. Γι’ αυτό λοιπόν πρόσθεσε ἐγὼ καὶ ὁ πατὴρ ἕν ἐσμεν. Εφόσον λοιπόν η δύναμη που έχουν Υιός και Πατήρ είναι ίδια, αλλά έχουν και την ίδια ουσία.

31 ᾿Εβάστασαν οὖν πάλιν λίθους οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἵνα λιθάσωσιν αὐτόν. 32 ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· πολλὰ καλὰ ἔργα ἔδειξα ὑμῖν ἐκ τοῦ πατρός μου· διὰ ποῖον αὐτῶν ἔργον λιθάζετέ με;

Κι ενώ αυτοί είναι εξαγριωμένοι και ετοιμάζονται να Τον λιθοβολήσουν, ο Χριστός όχι μόνο δεν μετριάζει τον λόγο Του, αλλά τους ελέγχει γιατί εκείνοι δεν είχαν την πρέπουσα γνώμη για το πρόσωπό Του.

 33 ἀπεκρίθησαν αὐτῷ οἱ ᾿Ιουδαῖοι λέγοντες· περὶ καλοῦ ἔργου οὐ λιθάζομέν σε, ἀλλὰ περὶ βλασφημίας, καὶ ὅτι σὺ ἄνθρωπος ὢν ποιεῖς σεαυτὸν Θεόν. 34 ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· οὐκ ἔστι γεγραμμένον ἐν τῷ νόμῳ ὑμῶν, ἐγὼ εἶπα, θεοί ἐστε; 35 εἰ ἐκείνους εἶπε θεούς, πρὸς οὓς ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἐγένετο, καὶ οὐ δύναται λυθῆναι ἡ γραφή, 36 ὃν ὁ πατὴρ ἡγίασε καὶ ἀπέστειλεν εἰς τὸν κόσμον, ὑμεῖς λέγετε ὅτι βλασφημεῖς, ὅτι εἶπον, υἱὸς τοῦ Θεοῦ εἰμι; 37 εἰ οὐ ποιῶ τὰ ἔργα τοῦ πατρός μου, μὴ πιστεύετέ μοι·

Αυτό που λέει σημαίνει το εξής: Εάν δεν κατηγορούνται εκείνοι που έλαβαν αυτό υπό της χάριτος του Θεού, ονομάζντας τους ευατούς τους θεούς, πως θα μπορούσε να είναι δίκαιο, να επιτιμάται Αυτός που εκ φύσεως έχει αυτό το όνομα; Και με αυτό τον τρόπο καταπράυνε τον θυμό τους καταβιβάζοντας τον λόγο και ταπεινώνοντας κι άλλο τον ευατό Του. Στη συνέχεια όμως προσθέτει με σαφήνεια:


38 εἰ δὲ ποιῶ, κἂν ἐμοὶ μὴ πιστεύητε, τοῖς ἔργοις πιστεύσατε, ἵνα γνῶτε καὶ πιστεύσητε ὅτι ἐν ἐμοὶ ὁ πατὴρ κἀγὼ ἐν αὐτῷ.

Κι έτσι αποδεικνύει πως δεν είναι κατώτερος από τον Πατέρα σε τίποτα αλλά ίσος προς όλα.  Κι επειδή δεν μπορούσαν να δουν οι ακροατές την ισότητα της Ουσία Πατρός και Υιού παρουσιάζει την ισότητα και ταυτότητα των έργων Του. Και ακούγοντας πάλι την σαφήνεια του λόγου 39 ᾿Εζήτουν οὖν πάλιν πιάσαι αὐτόν· καὶ ἐξῆλθεν ἐκ τῆς χειρὸς αὐτῶν.

Όταν έλεγε κάτι ανώτερο και πνευματικά υψηλό αναχωρούσε αμέσως δίδοντας τόπο στον θυμό τους ώστε να καθησυχάσει και να παύσει το πάθος τους διά της απουσία Του. Και γιατί μας αναφέρει τον τόπο εις τον οποίο αναχώρησε; Δια να μάθεις ότι γι’ αυτό αναχώρησε εκεί, για να υπενθυμίσει σ’ αυτούς τα όσα συνέβησαν εκεί και ελέχθησαν από τον Ιωάννη και την μαρτυρία εκείνου.

40 Καὶ ἀπῆλθε πάλιν πέραν τοῦ ᾿Ιορδάνου, εἰς τὸν τόπον ὅπου ἦν ᾿Ιωάννης τὸ πρῶτον βαπτίζων, καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ.
41 καὶ πολλοὶ ἦλθον πρὸς αὐτὸν καὶ ἔλεγον ὅτι ᾿Ιωάννης μὲν σημεῖον ἐποίησεν οὐδέν, πάντα δὲ ὅσα εἶπεν ᾿Ιωάννης περὶ τούτου, ἀληθῆ ἦν. 42 καὶ ἐπίστευσαν πολλοὶ ἐκεῖ εἰς αὐτόν.

Και με την σύγκριση ότι ο μεν Ιωάννης δεν έκανε κανένα θαύμα ενώ ο Ιησούς πλήθος θαυμάτων αποδείχθηκε και πάλι η υπεροχή του Ιησού. Ενώ παράλληλα εξαιτίας του τόπουθυμήθηκαν και την μαρτυρία του Ιωάννου ως προς το πρόσωπο του Χριστού.

 

Επαφή