ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΟΓΔΟΟ (ΙΗ΄)

2019-06-03 17:11

 

1 Ταύτα εἰπὼν ὁ ᾿Ιησοῦς

Και γιατί λέει «αυτά είπε» και δεν είπε «όταν τέλειωσε την προσευχή»; -Διότι δεν ήταν προσευχή, αλλά ομιλία που έγινε για τους μαθητές.

ἐξῆλθε σὺν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ πέραν τοῦ χειμάρρου τῶν Κέδρων, ὅπου ἦν κῆπος, εἰς ὃν εἰσῆλθεν αὐτὸς καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ.

Είναι φρικτό πράγμα ο θάνατος και γεμάτος από πολύ φόβο, αλλά όχι για κείνους που γνωρίζουν την ουράνιο φιλοσοφία. Γι’ αυτούς που αγνοούν ο θάνατος θεωρείται ως διάλυση και τέλος της ζωής, για μας όμως που μάθαμε με τη χάρη του Θεού τα άγνωστα και τα απόκρυφα της σοφίας Του θεωρούμε τον θάνατο μετάβαση από την εδώ ζωή στη άλλη. Κι έτσι χαιρόμαστε και είμαστε εύθυμοι, διότι αφήνουμε αυτό τον φθαρτό βίο και μεταβίνουμε σε άλλο πολύ πιο καλό και λαμπρότερο και που τέλος δεν έχει.

 2 ᾔδει δὲ καὶ ᾿Ιούδας ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν τὸν τόπον, ὅτι πολλάκις συνήχθη καὶ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐκεῖ μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ.3 ὁ οὖν ᾿Ιούδας λαβὼν τὴν σπεῖραν καὶ ἐκ τῶν ἀρχιερέων καὶ Φαρισαίων ὑπηρέτας ἔρχεται ἐκεῖ μετὰ φανῶν καὶ λαμπάδων καὶ ὅπλων.

Μέσα στα μεσάνυχτα οδοιπορεί και περνά ποταμό και βιάζεται να έλεθει στον τόπο που ήταν γνωστός στον προδότη. Παράλληλα ο Χριστός οδεύει οικειοθελώς προς αυτούς βγάζοντάς τους από περιττό κόπο, δείχνοντας έτσι στους μαθητές Του πως μόνος προχωρεί εκουσίως στο πάθος.

4 ᾿Ιησοῦς οὖν εἰδὼς πάντα τὰ ἐρχόμενα ἐπ' αὐτόν, ἐξελθὼν εἶπεν αὐτοῖς· τίνα ζητεῖτε;

Δηλαδή δεν περίμενε να τα μάθει αυτά από την παρουσία εκείνων, αλλά ατάραχος και ως γνώστης οδεύει προς αυτούς.

5 ἀπεκρίθησαν αὐτῷ· ᾿Ιησοῦν τὸν Ναζωραῖον. Είδες δύναμη ακαταμάχητη; Που ενώ βρίσκονταν ανάμεσά τους , τύφλωσε τους οφθαλμούς τους και δεν τον αναγνώρισαν. Και μη πει κανείς πως αιτία της τυφλώσεώς τους ήταν σκοτάδι, διότι κρατούσαν λαμπάδες. Αλλά και αν ακόμη δεν κρατούσαν λαμπάδες έπρεπε από την φωνή να τον αναγνωρίσουν. Και άντε αυτοί δεν τον αναγνώρισαν. Πως δεν τον αναγνώρισε ο Ιούδας; Διότι και αυτός έπεσε μαζί με εκείνους κατά γης. λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγώ εἰμι. εἱστήκει δὲ καὶ ᾿Ιούδας ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν μετ' αὐτῶν. 6 ὡς οὖν εἶπεν αὐτοῖς ὅτι ἐγώ εἰμι, ἀπῆλθον εἰς τὰ ὀπίσω καὶ ἔπεσον χαμαί. Και το έκανε αυτό ο Ιησούν για να τους δείξει ότι όχι μόνο δεν μπορούσαν να το συλλάβουν, αλλά ούτε τον δουν δεν μπορούσαν.

Πρόσεχε δε την μετριοφροσύνη του Ευαγγελιστού, ο οποίος δεν βρίζει τον προδότη, αλλά απλώς περιγράφει τα γεγονότα με σκοπό να δείξει ένα μόνο, ότι όλα έγιναν επειδή τα επέτρεψε ο Ιησούς.

7 πάλιν οὖν αὐτοὺς ἐπηρώτησε· τίνα ζητεῖτε; οἱ δὲ εἶπον· ᾿Ιησοῦν τὸν Ναζωραῖον. 8 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· εἶπον ὑμῖν ὅτι ἐγώ εἰμι. εἰ οὖν ἐμὲ ζητεῖτε, ἄφετε τούτους ὑπάγειν·

Δεικνύει μέχρι την τελευταία ώρα την φιλανθρωπία του προς αυτούς.

9 ἵνα πληρωθῇ ὁ λόγος ὃν εἶπεν, ὅτι οὓς δέδωκάς μοι, οὐκ ἀπώλεσα ἐξ αὐτῶν οὐδένα. «Απώλεια» εδώ δεν ονομάζει τον θάνατό τους, αλλά την αιώνιο ζωή.

 

 10 Σίμων οὖν Πέτρος ἔχων μάχαιραν εἵλκυσεν αὐτήν, καὶ ἔπαισε τὸν τοῦ ἀρχιερέως δοῦλον καὶ ἀπέκοψεν αὐτοῦ τὸ ὠτίον τὸ δεξιόν· ἦν δὲ ὄνομα τῷ δούλῳ Μάλχος.

Θα μπορούσε εδώ να θαυμάσει κανείς το πώς δεν συνέλλαβαν και τους μαθητές μαζί με τον Χριστό και μάλιστα τη στιγμή που ο Πέτρος τους παρώργισε με την πράξη του. ποιος λοιπόν τους συγκράτησε; Κανείς άλλος παρά η δύναμή εκείνη που έεριψε πριν αυτούς κατά γης.

Αξίζει όμως να ενσκύψουμε και να ασχοληθούμε με την συμπεριφορά του Πέτρου. Πως εκείνος που έλαβε εντολή να μην έχει σάκκο, ούτε δύο χιτώνες, έχει μαχαίρι; Έχω την γνώμη (λέει ο Χρυσόστομος) ΄λτι προετοιμάζονταν από παλιά γι’ αυτό επειδή φοβόταν ότι αυτό θα συμβεί.

Και πως εκείνος που έλαβε εντολή να μη ραπίζει, γίνεται ανθρωποκτόνος; -Ναι, έλαβε εντολή να μην αμύνεται, εδώ όμως δεν αμύνθηκε για τον ευατό του, αλλά για τον διδάσκαλό του. έπειτα, δεν ήταν ακόμη οι μαθητές πνευματικά ολοκληρωμένοι. Συ δε, δες τον Πέτρο μετέπειτα όταν θα τον δεις να τραυματίζεται και να υπομένει με πραότητα και να πάσχει αμέτρητα κακά και να μην παροργίζεται.

Δεν τώρα και την συμπεριφορά του Ιησού. Από την μία θεραπεύει τον δούλο και από την άλλη λέει στον Πέτρο: 11 εἶπεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς τῷ Πέτρῳ· βάλε τὴν μάχαιραν εἰς τὴν θήκην· Ο δε Ευαγγελιστής προσθέτει το όνομα του δούλου επειδή ήταν πάρα πολύ σπουδαίο το συμβάν. Όχι μόνο επειδή τον θεράπευσε, αλλά επειδή ήταν εκείνος που ήλθε εναντίον Του και λίγο αργότερα επρόκειτο να ραπίσει Αυτόν. Και δεν αναφέρει τυχαία το δεξία αυτί, αλλά κατά την γνωμη μου, επειδή θέλει να δείξει την ορμή του Αποστόλυο, ότι δηλαδή σχεδόν όρμησε εναντίον της κεφαλής αυτού. Αλλά ο Ιησούς δεν συγκράτησε τον Πέτρο μόνον διά απειλών, αλλά τον παρηγορεί ταυτόχρονα λέγοντας: τὸ ποτήριον ὃ δέδωκέ μοι ὁ πατήρ, οὐ μὴ πίω αὐτό; Δεικνύοντας και πάλι ότι το συμβάν δεν ήταν αποτέλεσμα της δυνάμεως εκείνων, αλλά επειδή ο ίδιος το επέτρεψε και για να δείξει ότι δεν είναι κάποιος αντίθεος, αλλά υπήκοος μέχρι θανάτου στον Πατέρα Του.

12 ῾Η οὖν σπεῖρα καὶ ὁ χιλίαρχος καὶ οἱ ὑπηρέται τῶν ᾿Ιουδαίων συνέλαβον τὸν ᾿Ιησοῦν καὶ ἔδησαν αὐτόν, 13 καὶ ἀπήγαγον αὐτὸν πρὸς ῎Ανναν πρῶτον· ἦν γὰρ πενθερὸς τοῦ Καϊάφα, ὃς ἦν ἀρχιερεὺς τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνου. 14 ἦν δὲ Καϊάφας ὁ συμβουλεύσας τοῖς ᾿Ιουδαίοις ὅτι συμφέρει ἕνα ἄνθρωπον ἀπολέσθαι ὑπὲρ τοῦ λαοῦ.

 

Διαπομπεύουν τα γεγονότα λόγο της ευχαριστήσεώς τους. Σαν να στήνουν ένα τρόπαιο.

15 ᾿Ηκολούθει δὲ τῷ ᾿Ιησοῦ Σίμων Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος μαθητής.

Ποιος είναι ο άλλος μαθητής; -Αυτός που έγραψε όλα αυτά. Και γιατί δεν ονομάζει τον εαυτό του; Διότι όταν μεν έπεσε στο στήθος του Ιησού, πολύ εύλογα κρύπτει τον εαυτό του, τώρα κάνει πάλι το ίδιο για τους ίδιους εύλογους λόγους. Και αναφέρει ότι ήταν κι αυτός εκεί για να μάθεις ότι όλα αυτά τα αναφέρει με μεγαλύτερη ακρίβεια από τους άλλους Ευαγγελιστές επειδή βρίσκονταν μέσα στα γεγονότα.  Και πρόσεχε πως μειώνει το εγκώμιο για τον εαυτό του διότι αιτιολογεί γιατί εκείνος και όχι οι άλλοι βρίσκοντν στην αυλή του Σίμωνος:  ὁ δὲ μαθητὴς ἐκεῖνος ἦν γνωστὸς τῷ ἀρχιερεῖ, καὶ συνεισῆλθε τῷ ᾿Ιησοῦ εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀρχιερέως·

Το αξιοθαύμαστο όμως ήταν αυτό που συνέβη με τον Πέτρο, ότι δηλαδή αν και ήταν κυριευμένος από τόσο φόβο, ήλθε και μέχρι την αυλή , ενώ οι άλλοι αναχώρησαν. Το μεν λοιπόν να έλθει εκεί ήταν δείγμα του πόθου του, το να μη εισέλεθει όμως εντός της αυλής, δείγμα αγωνίας και φόβου. Και γι’ αυτό τα ανέφερε αυτά ο Ευαγελιστής, για να δικαιολογήσει το γεγονός της τριπλής αρνήσεώς του. 16 ὁ δὲ Πέτρος εἱστήκει πρὸς τῇ θύρᾳ ἔξω. ἐξῆλθεν οὖν ὁ μαθητὴς ὁ ἄλλος, ὃς ἦν γνωστὸς τῷ ἀρχιερεῖ, καὶ εἶπε τῇ θυρωρῷ, καὶ εἰσήγαγε τὸν Πέτρον.

 17 λέγει οὖν ἡ παιδίσκη ἡ θυρωρὸς τῷ Πέτρῳ· μὴ καὶ σὺ ἐκ τῶν μαθητῶν εἶ τοῦ ἀνθρώπου τούτου; λέγει ἐκεῖνος· οὐκ εἰμί.

Τι λέγεις Πέτρε; Δεν είπες προηγουμένως ότι αν χρειαστεί «και την ζωή μου να θυσιάσω, θα την θυσιάσω»; Τι λοιπόν συνέβη, ώστε να μην μπορείς ούτε και την ερώτηση της θυρωρού να υποφέρεις; Μήπως δηλαδή ήταν στρατιώτης εκείνος που σε ρώτησε; Και μάλιστα η ερώτηση της θυρωρού ήταν γεμάτη ευσπλαχνία διότι δεν είπε «είσαι μαθητής του πλάνου ή του καταστροφέως», αλλά «αυτου του ανθρώπου». Αλλά τίποτα απ’ αυτά δεν υπέφερε ο Πέτρος. Το δε «μήπως και συ» ελέχθη επειδή ο Ιωάννης ήταν εντός της αυλής. Με τόση δηλαδή φιλικότητα συνομιλούσε η γυναίκα μαζί του. Αλλά ο Πέτρος τίποτα απ’ αυτά δεν αντιλήφθηκε, ούτε έφερε στησκέψη του τα προφητικά λόγια του Χριστού, παρά μόνον μετά την τρίτη άρνήσή του όταν λάλησε ο πετεινός και όταν είδε το πικρό βλέμμα του Ιησού. Αυτά δε τα λέγουμε όχι για να κατηγορήσουμε τον Πέτρο, αλλά για να δείξουμε την αλήθεια των λόγων που ελέχθησαν από τον Χριστό:

18 εἱστήκεισαν δὲ οἱ δοῦλοι καὶ οἱ ὑπηρέται ἀνθρακιὰν πεποιηκότες, ὅτι ψῦχος ἦν, καὶ ἐθερμαίνοντο· ἦν δὲ μετ' αὐτῶν ὁ Πέτρος ἑστὼς καὶ θερμαινόμενος.

19 ῾Ο οὖν ἀρχιερεὺς ἠρώτησε τὸν ᾿Ιησοῦν περὶ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ καὶ περὶ τῆς διδαχῆς αὐτοῦ.

Ω μέγεθος πονηρίας! Μολονότι συνεχώς άκουγε την διδασκαλία του Χριστού, τώρα θέλει να μάθει…Επειδή δηλαδή δεν είχαν να του αποδώσουν καμία κατηγορία, τον ρωτούσαν για τους μαθητές του, που είναι και για ποιο σκοπό τους μάζευε. Και όλα αυτά για να τον κατηγορήσουν σαν στασιαστή ή σαν αρχηγό κάποιας κακής συμμορίας. Τι απαντά λοιπόν ο Χριστός;

20 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγὼ παρρησίᾳ ἐλάλησα τῷ κόσμῳ· ἐγὼ πάντοτε ἐδίδαξα ἐν συναγωγῇ καὶ ἐν τῷ ἱερῷ, ὅπου πάντοτε οἱ ᾿Ιουδαῖοι συνέρχονται, καὶ ἐν κρυπτῷ ἐλάλησα οὐδέν.

Τι λοιπόν; Τίποτα δεν είπε στα κρυφά; Είπε μεν, αλλά όχι όπως νόμιζαν αυτοί.

21 τί με ἐπερωτᾷς; ἐπερώτησον τοὺς ἀκηκοότας τί ἐλάλησα αὐτοῖς· ἴδε οὗτοι οἴδασιν ἃ εἶπον ἐγώ.

Τα λόγια αυτά δεν δείχνουν αυθάδεια, αλλά πεποίθηση στην αλήθεια των όσων είπε. Εκείνο λοιπόν που έλεγε στην αρχή «Εάν εγώ δίδω μαρτυρία για τον εαυτό μου, η μαρτυρία μου δεν είναι αληθής», αυτό και τώρα υπαινίσσεται. Εμένα λοιπόν ρωτάς για τους δικούς μου; Ρώτησε τους εχθρούς, τους επίβουλους, εκείνους που με έδεσαν, αυτοί ας το πουν. Διότι αυτή είναι η αναμφισβήτητη απόδειξη της αλήθειας, όταν κανείς επικαλείται ως μάρτυρες για κείνα που λέει, τους εχθρούς του.

22 ταῦτα δὲ αὐτοῦ εἰπόντος εἷς τῶν ὑπηρετῶν παρεστηκὼς ἔδωκε ράπισμα τῷ ᾿Ιησοῦ εἰπών· οὕτως ἀποκρίνῃ τῷ ἀρχιερεῖ;

Τι θα μπορούσε να υπάρξει θρασύτερο απ’ αυτό; Φρίξε ουρανέ, μετακινήσου γη από την θέση σου, εξαιτίας της μακροθυμίας του Κυρίου και της αχαριστίας των δούλων. Κι ενώ θα μπορούσε όλα εκείνη την στιγμή να τα γκρεμίσει και να τα εξαφανίσει, τίποτα απ’ αυτά δεν κάνει, αντιθέτω λέει λόγια που είχαν την δύναμη κάθε θηριωδία να σταματήσουν: 23 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· εἰ κακῶς ἐλάλησα, μαρτύρησον περὶ τοῦ κακοῦ· εἰ δὲ καλῶς, τί με δέρεις;

 

Κι επειδή αυτό στήσανε εκεί δεν ήταν δικαστήριο, αλλά συνωμοσία και τυραννία. Κι επειδή δεν βρήκαν τίποτα για να τον κατηγορήσουν:

 24 ἀπέστειλεν αὐτὸν ὁ ῎Αννας δεδεμένον πρὸς Καϊάφαν τὸν ἀρχιερέα. 25 ῏Ην δὲ Σίμων Πέτρος ἑστὼς καὶ θερμαινόμενος.

Αλοίμονο! Από πόση νωθρότητα κατέχονταν ο θερμός και σταθερός, την στιγμή που οδηγούνταν ο Ιησούς προς τον Καϊάφα; Και μετά από τα όσα συνέβησαν, ούτε κινείτι πλέον, αλλά ακόμη θερμαίνεται. Για να μάθεις πόσο μεγάλη είναι η αδυναμία της φύσεως, όταν ο Θεός την εγκαταλείψει. Και ερωτηθείς πάλι αρνείται:

εἶπον οὖν αὐτῷ· μὴ καὶ σὺ ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἶ; 26 ἠρνήσατο οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· οὐκ εἰμί. λέγει εἷς ἐκ τῶν δούλων τοῦ ἀρχιερέως, συγγενὴς ὢν οὗ ἀπέκοψε Πέτρος τὸ ὠτίον· οὐκ ἐγώ σε εἶδον ἐν τῷ κήπῳ μετ' αὐτοῦ;

Και ούτε και ο κήπος τον έκανε να θυμηθεί τα όσα συνέβησαν, ούτε η πολλή φιλοστοργία που έδειξε εκεί, αλλά όλα αυτά από την αγωνία του τα ξέχασε.

Γιατί τέλος πάντων οι Ευαγγελιστές έγραψαν τα περί του Πέτρου συμφωνούντες όλοι; -Όχι για να κατηγορήσουν τον μαθητή, αλλά θέλοντας να μας διδάξουν να μην έχουμε εμπιστοσύνη στον ευατό μας, αλλά να εμπιστευόμαστε τα πάντα στον Θεό.

27 πάλιν οὖν ἠρνήσατο ὁ Πέτρος, καὶ εὐθέως ἀλέκτωρ ἐφώνησεν.

28 ῎Αγουσιν οὖν τὸν ᾿Ιησοῦν ἀπὸ τοῦ Καϊάφα εἰς τὸ πραιτώριον· ἦν δὲ πρωΐ·

Πριν ακόμη λαλήσει ο πετεινός οδηγείται προς τον Καϊάφα. Το πρωί δε προς τον Πιλάτο. Με αυτά δείχνει ο Ευαγγελιστής, ότι το ήμισυ της νυκτόςηρωτάτο από τον Καϊάφα και δεν βράθηκε ένοχος. Και γι’ αυτό τον παρέπεμψε στον Πιλάτο. Αλλά εκείνα αφήνοντας να τα διηγηθούν οι άλλοι Ευαγγελιστές, αυτός λέγει τα όσα συνέβσαν στη συνέχεια.

Και πρόσεχε τους Ιουδαίους που είναι άξιοι για γέλια. Αφού συνέλαβαν τον αθώο, φέροντε μαζί όπλα, δεν εισέρχονται στο πραιτώριο «δια να μη μολυνθούν».

καὶ αὐτοὶ οὐκ εἰσῆλθον εἰς τὸ πραιτώριον, ἵνα μὴ μιανθῶσιν, ἀλλ' ἵνα φάγωσι τὸ πάσχα.

Και για ποιο λόγο δεν τον φόνευσα, αλλά τον οδήγησαν στον Πιλάτο; Επειδή το μεγαλύτερο μέρος της αρχής και της εξουσία τους είχε αφαιρεθεί πλέον, αφού τα πάντα βρίσκονταν υπό την κυριαρχία των Ρωμαίων.


29 ἐξῆλθεν οὖν ὁ Πιλᾶτος πρὸς αὐτοὺς καὶ εἶπε· τίνα κατηγορίαν φέρετε κατὰ τοῦ ἀνθρώπου τούτου;

Βλέπεις αυτόν που είναι απαλλαγμένος από την φιλαρχία και τον φθόνο; Διότι όταν είδε δεμένο τον Χριστό να οδηγείται προς αυτόν από τόσο πλήθος, δεν νόμισε αυτό ως αναμφισβήτητη απόδειξη της ενοχής του. αλλά ρωτά λέγοντας ότι είναι παράλογο αυτοί μεν να κρίνουν αυτόν αυθαίρετα, την δε τιμωρία χωρίς κρίση να την αναθέτουν σε κείνον. Τι λέγουν λοιπόν εκείνοι;

 30 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· εἰ μὴ ἦν οὗτος κακοποιός, οὐκ ἄν σοι παρεδώκαμεν αὐτόν.

Ω μέγεθος ανοησίας! Γιατί λοιπόν δεν λέτε το κακό που έκανε, αλλά επισκιάζετε αυτό;

31 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· λάβετε αὐτὸν ὑμεῖς καὶ κατὰ τὸν νόμον ὑμῶν κρίνατε αὐτόν. εἶπον οὖν αὐτῷ οἱ ᾿Ιουδαῖοι· ἡμῖν οὐκ ἔξεστιν ἀποκτεῖναι οὐδένα· 32 ἵνα ὁ λόγος τοῦ ᾿Ιησοῦ πληρωθῇ ὃν εἶπε σημαίνων ποίῳ θανάτῳ ἤμελλεν ἀποθνήσκειν.

Τι εννοεί εδώ ο Ευαγγελιστής; Μάλλον ότι δεν επρόκειτο μόνον υπέρ αυτών να θανατωθεί, αλλά και υπέρ των εθνικών ή ότι δεν επιτρέπονταν οι Ιουδαίοι να θανατώσουν διά σταυρού. Εάν δε λέγουν «Δεν επιτρέπετε σε μας να φονεύσουμε κανέναν», εννούν κατά την εποχή εκείνη. Διότι φόνευαν και φόνευαν με άλλο τρόπο το δείχνει ο λιθοβολισμός του Στέφανου. Αλλά αυτοί επιθυμούσαν να τον σταυρώσουν, ώστε και τον τρόπο του θανάτου Του να διαπομπεύσουν. Ο Πιλάτος όμως δεν προχωρεί σε μακρά κρίση αλλά ρωτά τον Ιησού:

 33 Εἰσῆλθεν οὖν εἰς τὸ πραιτώριον πάλιν ὁ Πιλᾶτος καὶ ἐφώνησε τὸν ᾿Ιησοῦν καὶ εἶπεν αὐτῷ· σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων; 34 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἀφ' ἑαυτοῦ σὺ τοῦτο λέγεις ἢ ἄλλοι σοι εἶπον περὶ ἐμοῦ;

Για ποιο λόγο το ρώτησε αυτό ο Χριστός; -Θέλοντας να φανερώσει την πονηρή πρόθεση των Ιουδαίων.

35 ἀπεκρίθη ὁ Πιλᾶτος· μήτι ἐγὼ ᾿Ιουδαῖός εἰμι; τὸ ἔθνος τὸ σὸν καὶ οἱ ἀρχιερεῖς παρέδωκάν σε ἐμοί· τί ἐποίησας; 36 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου· εἰ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ἦν ἡ βασιλεία ἡ ἐμή, οἱ ὑπηρέται ἂν οἱ ἐμοὶ ἠγωνίζοντο, ἵνα μὴ παραδοθῶ τοῖς ᾿Ιουδαίοις· νῦν δὲ ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐντεῦθεν.

Ανεβάζει σε πνευματικά ύψη ο Ιησούς τον Πιλάτο διότι αυτός δεν ήταν πολύ πονηρός, και θέλει να του δείξει ότι δεν είναι άνθρωπος απλός, αλλά Θεός και Υιός του Θεού. Και η απάντηση αυτή του Χριστού διαλύει ακόμη μία υποψία του Πιλάτου που ήταν ο στασιασμός.

Όχι βέβαια πως η δεν εξουσιάζει κι εδώ στη γη ο Χριστός. και η εξουσία του αυτή δεν είναι ανθρώπινη, αλλά πολύ ανώτερη και λαμπρότερη από τα γήινα. Εάν όμως είναι ανώτερη πως συνελλήφθη απ’ τους Ιουδαίους; -Το είπαμε και άλλες φορές: Με την δική Του θέληση.

 37 εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· οὐκοῦν βασιλεὺς εἶ σύ; ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· σὺ λέγεις ὅτι βασιλεύς εἰμι ἐγώ. ἐγὼ εἰς τοῦτο γεγέννημαι καὶ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον, ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ. πᾶς ὁ ὢν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει μου τῆς φωνῆς. 

Είναι αξιοθαύμαστο πράγμα η μακροθυμία και καθιστά την ψυχή σαν να βρίσκεται μέσα σε γαλήνιο λιμένα, απαλάττουσα αυτήν από τα κύματα και τα πονηρά πνεύματα. Και αυτήν μεν μας την δίδαξε ο Χριστός σε κάθε περίπτωση, προ πάντων δε τώρα που κρίνεται και οδηγείται από τον έναν δικαστή στον άλλο και διαπομπεύεται.

Αλλά γιατί ο Πιλάτος τον εξετάζει κατ’ ιδίαν και όχι πραρουσία και άλλων; -Είχε μια μεγάλη υπόνοια περί αυτών και ήθελε χωρίς τον θόρυβο των Ιουδαίων να τα μάθει όλα με ακρίβεια. Προ πάντων επιθυμούσε να μάθει περί της δικής του βασιλείας και περί αυτής δίδει απάντηση λέγοντας: «Η βασιλεία μου δεν είναι από αυτόν τον κόσμο».

Και μετα λόγια τα περία αληθείας προσελκύει τον Πιλάτο να γίνει και αυτός ακροατής των λόγων Του.

38 λέγει αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· τί ἐστιν ἀλήθεια; Το ενδιαφέρον όμως του Πιλάτου σταματά απότομα ρωτώντας «τι είναι αλήθεια»;  Διότι αντιλήφθηκε ότι αυτό το ερώτημα χρειάζονταν χρόνο πράγμα που δεν είχε αφού αυτό που τον ενδιέφερε εκείνη την στιγμή ήταν να αποσπάσει τον Ισού από την ορμή των Ιουδαίων. Και τι είπε;

καὶ τοῦτο εἰπὼν πάλιν ἐξῆλθε πρὸς τοὺς ᾿Ιουδαίους καὶ λέγει αὐτοῖς· ἐγὼ οὐδεμίαν αἰτίαν εὑρίσκω ἐν αὐτῷ·

Και πρόσεχε με πόση σύνεση το κάνει, διότι δεν είπε επειδή μαρτύρησε και είναι άξιος θανάτου χαρίστε του τη ζωή, αλλά αφού πρώτα τον απάλλαξε από την κατηγορία, τότε με δύναμη διατυπώνει την αξίωση, και αν ακόμη δεν ήθελαν να τον αφήσουν ως αθώο, τουλάχιστον να του χαρίσουν την ζωή, αν και είναι ένοχος, λόγω της εορτής δια τούτο και πρόσθεσε:

 39 ἔστι δὲ συνήθεια ὑμῖν ἵνα ἕνα ὑμῖν ἀπολύσω ἐν τῷ πάσχα· βούλεσθε οὖν ὑμῖν ἀπολύσω τὸν βασιλέα τῶν ᾿Ιουδαίων;
40 ἐκραύγασαν οὖν πάλιν πάντες λέγοντες· μὴ τοῦτον, ἀλλὰ τὸν Βαραββᾶν. ἦν δὲ ὁ Βαραββᾶς λῃστής.

Πω, πω μιαρά απόφαση! Τους μεν ομοίους με αυτούς τους ζητούν και απολύουν ως ενόχους, ενώ τον ανεύθυνο τον προτρέπουν να τον τιμωρήσει, διότι αυτό το έθιμο είχαν από την αρχή. Συ όμως με όλα αυτά πρόσεχε την φιλανθρωπία του Κυρίου προς αυτούς.

Επαφή