ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ (ΙΓ΄)

2019-05-15 21:16

1.Προ δὲ τῆς ἑορτῆς τοῦ πάσχα εἰδὼς ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ἐλήλυθεν αὐτοῦ ἡ ὥρα ἵνα μεταβῇ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου πρὸς τὸν πατέρα, ἀγαπήσας τοὺς ἰδίους τοὺς ἐν τῷ κόσμῳ, εἰς τέλος ἠγάπησεν αὐτούς.

Ας δούμε τι κάνει τώρα ο Ιησούς προς τους μαθητές Του, τι κάνει δε και προς τον επίβουλο μαθητή Του τον Ιούδα. Διότι εκείνον που έπρεπε περισσότερο απ’ όλους να μισούν γιατί ενώ αυτός έφαγε από την ίδια τράπεζα, ηξιώθη να δει θαύματα και άλλες ευεργεσίες, αυτός έπεραξε τα χειρότερα απ’ όλους. Κι όμως αυτός ο μαθητής γίνεται αποδεκτός από τον Χριστό με φιλοφρόνυση και του νίπτει τα πόδια, μολονότι βέβαια μπορούσε αν ήθελε και να τον ξεράνει όπως τη συκή και να τον κατασυντρίψει, όπως ακριβώς το καταπέτασμα, όμως δεν ήθελε να τον απομακρύνειαπό την επιβουλή του με εξαναγκασμό, αλλά να το θελήσει ο ίδιος, διά τούτο του νίπτει τας πόδας. Και ούτε αυτό σεβάστηκε ο ταλαίπωρος εκείνος και άθλιος.

Και μας λέει λοιπόνο Ευαγγελιστής ότι τώρα που ήρθε η ώρα του αποχωρισμού, δείχνει στους μαθητές με υπερβολικό βαθμό την αγάπη Του. Γιατί όμως αυτό δεν το έκανε από την αρχή; Τα σπουδαιότερα τα κάνει αργότερα, ώστε να μεγάλώσει την εξοικείωση και να εμβάλει εκ των προτέρων πολλή παρηγορία για τα κακά που επρόκειτο να επακολουθήσουν.

Και τους ονομάζει «δικούς του τους εν τω κόσμω». Τι σημαίνει αυτό; Αυτό σημαίνει ότι δικοί του δεν ήταν μόνο οι εν τω κόσμω αλλά και αυτοί που είχαν αναχωρήσει παλαιότερα. (οι αποθανόντες). Βλέπεις ότι Αυτός είναι ο Θεός της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης;

 2 καὶ δείπνου γενομένου, τοῦ διαβόλου ἤδη βεβληκότος εἰς τὴν καρδίαν ᾿Ιούδα Σίμωνος ᾿Ισκαριώτου ἵνα αὐτὸν παραδῷ,

Αυτό το είπε ο Ευαγγελιστής γεμάτος από έκπληξη, για να δείξει ότι αυτόν που είχε λάβει την απόφαση να τον προδώσει, αυτόν ένιψε.

 3 εἰδὼς ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι πάντα δέδωκεν αὐτῷ ὁ πατὴρ εἰς τὰς χεῖρας, καὶ ὅτι ἀπὸ Θεοῦ ἐξῆλθε καὶ πρὸς τὸν Θεὸν ὑπάγει,

Εδώ με θαυμασμό λέει, ότι τόσο μέγας και τόσο ανώτερος εκείνος που ήλθε από τον Θεό και μεταβαίνει προς αυτόν, ο κυρίαρχος  των πάντων, έπραξε αυτό και ούτε παρ’όλα αυτά θεώρησε ανάξιο να κάνει μία τέτοια πράξη.

Και τι του παρέδωσε ο Πατήρ; - Την σωτηρία των πιστών.  Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο διδάσκει τώρα στους μαθητές την μητέρα των αγαθών, την ταπεινοφροσύνη, για την οποία είπε ότι είναι η αρχή και το τέλος της αρετής.

 4 ἐγείρεται ἐκ τοῦ δείπνου καὶ τίθησι τὰ ἱμάτια, καὶ λαβὼν λέντιον διέζωσεν ἑαυτόν.

Πρόσεχε πως όχι μόνο με το ότι ένιψε τα πόδια τους, αλλά και με άλλο τρόπο διδάσκει την ταπεινοφροσύνη, διότι δεν σηκώθηκε πριν καθίσουν οι μαθητές, αλλά αφού αυτοί κάθισαν. Έπειτα δεν τους νίπτει απλώς, αλλά αφού έβγαλε τα εξωτερικά Του ενδύματα, εζώσθη και ποδιά, αλλά και ούτε σ’ αυτό αρκέστηκε, αλλά και ο ίδιος γέμισε τον νιπτήρα και δεν πρόσταξε κάποιον άλλο, αλλά όλα αυτά τα κάνει μόνος, διδάσκοντας ότι τα πάντα πρέπει να κάνουμε με προθυμία. Εγώ δε (Χρυσόστομος) νομίζω ότι πρώτα ένιψε τα πόδια του προδότου.

5 εἶτα βάλλει ὕδωρ εἰς τὸν νιπτῆρα, καὶ ἤρξατο νίπτειν τοὺς πόδας τῶν μαθητῶν καὶ ἐκμάσσειν τῷ λεντίῳ ᾧ ἦν διεζωσμένος. 6 ἔρχεται οὖν πρὸς Σίμωνα Πέτρον, καὶ λέγει αὐτῷ ἐκεῖνος· Κύριε, σύ μου νίπτεις τοὺς πόδας;

Είναι φυσικό να ρωτήσει κανείς γιατί άλλος, παρά μόνον ο Πέτρος δεν εμπόδισε τον Κύριο να του νίψει τα πόδια; - Εγω νομίζω (Χρυσόστομος) ότι πρώτα ένιψε τα πόδια του προδότη και έπειτα πήγε στον Πέτρο και στη συνέχεια όλοι οι υπόλοιποι διδάχθηκαν από τον διάλογο που ακολούθησε.

 7 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὃ ἐγὼ ποιῶ, σὺ οὐκ οἶδας ἄρτι, γνώσῃ δὲ μετὰ ταῦτα.

Δηλαδή τόση είναι η ωφέλεια από αυτό που εγώ κάνω τώρα που εσύ μεν δεν τον αντιλαμβάνεσαι τώρα, αλλά θα το αντιληφθείς μετά.  Τι θα αντιληφθεί; Την αξία της πλήρους ταπεινοφροσύνης.

 8 λέγει αὐτῷ Πέτρος· οὐ μὴ νίψῃς τοὺς πόδας μου εἰς τὸν αἰῶνα. ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐὰν μὴ νίψω σε, οὐκ ἔχεις μέρος μετ' ἐμοῦ. 9 λέγει αὐτῷ Σίμων Πέτρος· Κύριε, μὴ τοὺς πόδας μου μόνον, ἀλλὰ καὶ τὰς χεῖρας καὶ τὴν κεφαλήν.

Ω Πέτρε και όταν αρνείσαι είσαι σφοδρός, αλλά και όταν συγκατατίθεσαι γίνεσαι σφοδρότερος! Και τα δύο τα κάνει από αγάπη.

 10 λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ὁ λελουμένος οὐ χρείαν ἔχει ἢ τοὺς πόδας νίψασθαι, ἀλλ' ἔστι καθαρὸς ὅλος· καὶ ὑμεῖς καθαροί ἐστε, ἀλλ' οὐχὶ πάντες.

Και αν είναι καθαροί, για ποιο λόγο νίπτεις τα πόδια τους; Για να μας διδάξει να είμαστε μετριόφρονες. Τι σημαίνει όμως «ο λελουμένος»; -Ελέχθη αντί του καθαρός. Άραγε λοιπόν αυτοί ήταν καθαροί; Όμως πως ήταν καθαροί, εφόσον το χειρόγραφο των αμαρτιών ακόμη δεν είχε σχιστεί, το θύμα δεν είχε οδηγηθεί ακόμη στη σφαγή και το Άγιο Πνεύμα δεν είχε ακόμη κατέλθει. Πως λοιπόν αυτοί ήταν καθαροί; 11 ᾔδει γὰρ τὸν παραδιδόντα αὐτόν· διὰ τοῦτο εἶπεν· οὐχὶ πάντες καθαροί ἐστε. Είστε λοιπόν καθαροί γιατί μόλις τώρα σας δίδαξα. Δεχθήκατε ήδη το φως και απαλλαχθήκατε από την Ιουδαϊκή πλάνη. Άρα εδώ εννοεί τον καθαρισμό της συνειδήσεως.

12 ῞Οτε οὖν ἔνιψε τοὺς πόδας αὐτῶν καὶ ἔλαβε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, ἀναπεσὼν πάλιν εἶπεν αὐτοῖς· γινώσκετε τί πεποίηκα ὑμῖν; 13 ὑμεῖς φωνεῖτέ με, ὁ Διδάσκαλος καὶ ὁ Κύριος, καὶ καλῶς λέγετε· εἰμὶ γάρ.

Θυμηθείτε: «Μη ονομάσετε κανένα επάνω στη γη διδάσκαλο διότι ένας είναι ο καθηγητής σας» και «μη ονομάσετε κανέναν επάνω στη γη πατέρα σας» το δε «ένας» και «ένας» δεν έχει λεχθεί μόνο για τον Πατέρα, αλλά και γι’ αυτόν τον ίδιο.  Τώρα λοιπόν ξεκάθαρα μιλά στους μαθητές Του λέγοντας  ὑμεῖς φωνεῖτέ με, ὁ Διδάσκαλος καὶ ὁ Κύριος, καὶ καλῶς λέγετε· εἰμὶ γάρ.

14 εἰ οὖν ἐγὼ ἔνιψα ὑμῶν τοὺς πόδας, ὁ Κύριος καὶ ὁ Διδάσκαλος, καὶ ὑμεῖς ὀφείλετε ἀλλήλων νίπτειν τοὺς πόδας. 15 ὑπόδειγμα γὰρ δέδωκα ὑμῖν, ἵνα καθὼς ἐγὼ ἐποίησα ὑμῖν, καὶ ὑμεῖς ποιῆτε·

Που είναι τώρα εκείνοι που περιφρονούν τους συνδούλους τους; Που είναι τώρα εκείνοι που απαιτούν τιμές; Ο Χριστός έπλυνε τα πόδια του προδότου και αν και ήταν αδιόρθωτος, τον εδέχθη εις την ιδίαν τράπεζα και συ μεγαλοφρονείς και γίνεσαι υπερόπτης; Τα πόδια λοιπόν λέγει, να πλένουμε ο ένας του άλλου, οπωσδήποτε βέβαια και των δούλων.

Και δεν είπε ο Κύριος «αφού έπλυνα εγώ τα πόδια σας πόσο μάλλον εσείς», αλλά «έτσι κι εσείς». Τα υπόλοιπα τα άφησε στην συνείδηση των ακροατών. Και βλέποντα και ακούγοντας οι μαθητές ποια μεγαλοφροσύνη και ποια αλαζονεία θα μπορούσε να απομείνει στη σκέψη τους; Εκείνος που κάθεται πάνω από τα Χερουβείμ έπλυνε τα πόδια του προδότου, συ δε άνθρωπε αν και είσαι χώμα και στάκτη και τέφρα υψώνεις τον ευατό σου;

 16 ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐκ ἔστι δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ, οὐδὲ ἀπόστολος μείζων τοῦ πέμψαντος αὐτόν. 17 εἰ ταῦτα οἴδατε, μακάριοί ἐστε ἐὰν ποιῆτε αὐτά. Εφόσον λοιπόν αυτά που σας λέω εγώ πρώτος τα έπραξα, πόσο μάλλον εσείς. Και δεν σας τα λέω αυτά απλά για να γνωρίζετε, αλλά και για να τα πράξετε. Διότι το να τα γνωρίζουν ανήκει σε όλους, το να τα πράξουν όμως δεν είναι έργο όλων. Γι’ αυτό λοιπόν πρόσθεσε «θα είστε μακάριοι, αν τα πράττετε αυτά».

18 οὐ περὶ πάντων ὑμῶν λέγω· ἐγὼ οἶδα οὓς ἐξελεξάμην· ἀλλ' ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ,

Πω πω μέγεθος ανεξικακίας! Δεν ελέγχει ακόμη τον προδότη, αλλά συγκαλύπτει το πράγμα, δίδοντας έτσι ακόμη την ευκαιρία για μετάνοια. Και ελέγχει και δεν ελέγχει λέγοντας: ὁ τρώγων μετ' ἐμοῦ τὸν ἄρτον ἐπῆρεν ἐπ' ἐμὲ τὴν πτέρναν αὐτοῦ.  Κι αυτό το λέγει για να μας διδάξει να ευεργετούμε εκείνους που μας κάνουν κακό κι αν ακόμη εξακολουθούν να είναι αδιόρθωτοι. Άξιοι πολλώ θρήνων και όχι μνησικακίας είναι αυτοί που μας κάνουν κακό, διότι αυτοί στην ουσία δεν αδικούν άλλον παρά μόνον τον εαυτό τους. Ενώ εμάς μας ωφελούν τα μέγιστα αν δεν εκδικηθούμε.

20 ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ λαμβάνων ἐάν τινα πέμψω, ἐμὲ λαμβάνει, ὁ δὲ ἐμὲ λαμβάνων λαμβάνει τὸν πέμψαντά με. 19 ἀπ' ἄρτι λέγω ὑμῖν πρὸ τοῦ γενέσθαι, ἵνα ὅταν γένηται πιστεύσητε ὅτι ἐγώ εἰμι.

Μεγάλη είναι η ανταπόδοση του Θεού για την προσφερομένη υπηρεσία στους δούλους Του και από αυτή την πράξη μας χορηγεί και εμάς αμοιβή. Τι θαμπορούσε να υπάρξει ίσο με το να δεχόμαστε τον Χριστό και τον Πατέρα Αυτού;

 

21 Ταῦτα εἰπὼν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐταράχθη τῷ πνεύματι, καὶ ἐμαρτύρησε καὶ εἶπεν· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἷς ἐξ ὑμῶν παραδώσει με.

Για ποιο πράγμα ταράχθηκε ο Ιησούς; -Για τον προδότη. Σκεπτόμενος ο Χριστός πόσων δωρεών θας στερηθεί ο προδότης ταράχθηκε!

22 ἔβλεπον οὖν εἰς ἀλλήλους οἱ μαθηταί, ἀπορούμενοι περὶ τίνος λέγει.

Εφόσον δεν είπε το όνομα του προδότη δημιούργησε φόβο μεταξύ των μαθητών.

23 ἦν δὲ ἀνακείμενος εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ ἐν τῷ κόλπῳ τοῦ ᾿Ιησοῦ, ὃν ἠγάπα ὁ ᾿Ιησοῦς· 24 νεύει οὖν τούτῳ Σίμων Πέτρος πυθέσθαι τίς ἂν εἴη περὶ οὗ λέγει.

Ο Πέτρος λίγο πριν επιτιμήθηκε, αλλά ως ο πιο ένθερμος σιώπησε μεν αυτή την φορά, αλλά έκανε νεύμα στον Ιωάννη ώστε μέσω αυτού να μάθει τα του προδότου.

 25 ἐπιπεσὼν δὲ ἐκεῖνος ἐπὶ τὸ στῆθος τοῦ ᾿Ιησοῦ λέγει αὐτῷ· Κύριε, τίς ἐστιν;

Μας κάνει εντύπωση και μας δημιουργεί απορία το ότι ενώ όλοι είναι κυριευμένοι από αγωνία και τρόμο, ο Ιωάννης βρίσκεται σαν κατά κάποιο τρόπο σε διασκέδαση επιπεσών επί το στήθος του Ιησού. Μάλιστα δε περισσότερη εντύπωση μας κάνει αυτό που λέγει ο Ιωάννης για τον ευατό του «τον οποίο ηγάπα ο Ιησούς». Γιατί κανείς άλλος δεν είπε κάτι ανάλογο για τον εαυτό του. Μήπως αυτοί δεν αγαπιώντουσαν από τον Ιησού; Γιατί λοιπόν μίλησε έτσι για τον εαυτό του; -Το έκανε για να μας λύσει την απορία το γιατί ο Πέτρος ένευσε προς αυτόν. Μήπως είναι μικρό πράγμα το να μάθεις πως αυτός ο μαθητής ήταν πεσμένος στην αγκαλιά του Ιησού; Και γιατί πίπτει ο μαθητής αυτός στο στήθος του Ιησού; -Οι μαθητές ένιωσαν έντονο φόβο από τα λεγόμενα του Χριστού. Καταπραύνοντας λοιπόν ο Ιησούς τούτη την ένταση επιτρέπει στον Ιωάννη να πέσει στο στήθος Του. Πρόσεχε όμως και την έλλειψη της καυχήσεως. Διότι ο Ιωάννης δεν αναφέρει το όνομά του.

26 ἀποκρίνεται ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐκεῖνός ἐστιν ᾧ ἐγὼ βάψας τὸ ψωμίον ἐπιδώσω. καὶ ἐμβάψας τὸ ψωμίον δίδωσιν ᾿Ιούδᾳ Σίμωνος ᾿Ισκαριώτῃ.

Και ο τρόπος αυτός προκαλεί μεγάλη ντροπή διότι δεν σεβάστηκε ούτε την τράπεζα αφού έφαγε από τον ίδιο τον άρτο.

27 καὶ μετὰ τὸ ψωμίον τότε εἰσῆλθεν εἰς ἐκεῖνον ὁ σατανᾶς. λέγει οὖν αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ὃ ποιεῖς, ποίησον τάχιον.

Ο σατανάς γέλασε με αυτού την αναισχυντία διότι ως τότε ανήκε στην χορία των αποστόλων και ως εκ τούτου δεν τολμούσε εισέλθει εντός του, αλλά τον πρόσβαλλε μόνον εξωτερικά, όταν όμως τον φανέρωσε ο Κύριος και τον διαχώρισε από τον χορό των μαθητών, εισήλθε τότε πλέον τελείως ελεύθερα.

Αλοίμονο! Πόση η αναισχυντία του; πως δεν μαλάκωσε η ψυχή του, ούτε ένοιωσε ντροπή, αλλά γενόμενος αναισχυντότερος εξήρχετο!

Το δε «κάμε το το ταχύτερο» δεν είναι λόγια κάποιου που προστάζει, ούτε που συμβουλεύει, αλλά κάποιου που επιτιμά και δείχνει ότι Αυτός μεν ήθελε να τον διορθώσει, αλλά επειδή εξακολοθούσε να παραμένει αδιόρθωτος, τον εγκαταλείπει.

28 τοῦτο δὲ οὐδεὶς ἔγνω τῶν ἀνακειμένων πρὸς τί εἶπεν αὐτῷ· 29 τινὲς γὰρ ἐδόκουν, ἐπεὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχεν ὁ ᾿Ιούδας, ὅτι λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς, ἀγόρασον ὧν χρείαν ἔχομεν εἰς τὴν ἑορτήν, ἢ τοῖς πτωχοῖς ἵνα τι δῶ. Και γιατί δεν κατάλαβε κανείς; Έτσι επέτρεψε ο Κύριος, διότι αν το καλάβαινε ο Πέτρος πιθανόν να τον φόνευε ή να τον λίντζαρε.

Και κάτι ακόμη ας ρωτήσουμε; Γιατί οι μαθητές είχαν ταμία και κιβώτιο με χρήματα; Για να μάθεις ότι και ο πάρα πολύ ακτήμων πρέπει να καταβάλλει μεγάλη φροντίδα για τους φτωχούς.

30 λαβὼν οὖν τὸ ψωμίον ἐκεῖνος εὐθέως ἐξῆλθεν· ἦν δὲ νύξ.

Και γιατί μου αναφέρεις ότι ήταν νύχτα; Για να μάθεις την θρασύτητα, το ότι δηλαδή ούτε ο χρόνος, ούτε το σκοτάδι συγκράτησε την ορμή της κακίας του.

31 ῞Οτε οὖν ἐξῆλθε, λέγει ὁ ᾿Ιησοῦς· νῦν ἐδοξάσθη ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ὁ Θεὸς ἐδοξάσθη ἐν αὐτῷ. 32 εἰ ὁ Θεὸς ἐδοξάσθη ἐν αὐτῷ, καὶ ὁ Θεὸς δοξάσει αὐτὸν ἐν ἑαυτῷ, καὶ εὐθὺς δοξάσει αὐτόν.

Και όλα αυτά, την προδοσία, το φίλημα, τον ατιμοτικό θάνατο, όλα αυτά τα ονομάζει ο Χριστός δόξα, διδάσκοντάς μας, ότι τίποτα δεν είναι τόσο αισχρό και ατιμωτικό, το οποίο να μην καθιστά λαμπρότερο αυτόν που υφίσταται, όταν γίνεται στο όνομα του Θεού. Και «ευθύς δοξάσει αυτόν», δηλαδή όχι μετά από καιρό αλλά ταυτόχρονα την στιγμή της σταύρωσης θα φανερωθούν τα λαμπρά αυτού. Πράγματι ο ήλιος εσκοτίσθη, οι πέτρες ερράγισαν, το καταπέτασμα του ναού εσχίσθη, πολλά σώματα των αγίων που είχαν πεθάνει αναστήθηκαν κ.α 

Και ποιος θα τον δοξάσει; Μήπως οι άγγελοι; Οι αρχάγγελοι; Όχι. Αλλά ποιος; Ο ίδιος ο Πατέρας. Πως; Δια του Υιού τα οποία αποδίδονται στον Πατέρα.

33 τεκνία, ἔτι μικρὸν μεθ' ὑμῶν εἰμι. ζητήσετέ με, καὶ καθὼς εἶπον τοῖς ᾿Ιουδαίοις ὅτι ὅπου ὑπάγω ἐγώ, ὑμεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν, καὶ ὑμῖν λέγω ἄρτι.

Αρχίζει πλέον τα δυσάρεστα μετά το δείπνο, διότι όταν εξήλθε ο Ιούδας δεν ήταν πλέον εσπέρας, αλλά νύχτα. Επειδή λοιπόν επρόκειτο μετά από λίγο να έλθουν να τον συλλάβουν, έπρεπε όλα τα παραδώσει σ’ αυτούς προς φύλαξη, ώστε να τα έχουν στη μνήμη τους. Μάλλον δε το Πνεύμα τους τα υπενθύμισε όλα.

«Όπως είπα και στους Ιουδαίους» : Τους υπενθύμισε ότι αυτά δεν τα προλέγει τώρα εξαιτίας των δεινών , αλλά τα γνώριζε από την αρχή και μάρτυρες είναι αυτοί οι ίδιοι. Και του τα είπε τώρα αυτά όχι για να τους γεμίσει λύπη, αλλά να τους παρηγορήσει ώστε να μην τους συνταράξουν τα επερχόμενα δεινά.

 34 ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους.

Ακούγοντας αυτά οι μαθητές και σκεπτόμενοι ότι μπορεί να μείνουν έρημοι, τους παρηγορεί περιφρουρώντας αυτούς με την ρίζα όλων των αγαθών που είναι η αγάπη. Σαν να τους έλεγε: Νιώθετε λύπη που φεύγω από κοντά σας; Αλλά αν αγαπάτε ο ένας τον άλλον θα γίνετε ισχυρότεροι. 35 ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις. Με το γνώρισμα της αγάπης που διαπνέει τους μαθητές θα γνωρίσουν πάντες ότι είναι μαθητές του Χριστού. Αλλά πως ονόμασε την εντολή αυτή νέα, όταν την συναντάμε και στην Παλαιά Διαθήκη; -Αυτός την έκανε νέα με τη νέα μορφή που της έδωσε διότι πρόσθεσε: «Όπως ηγάπησα εσάς».

Σκέψου τίποτα άλλο δεν σκανδαλίζει περισσότερο τους εθνικούς παρά το να μην υπάρχει αγάπη. Δεν σκανδαλίζονται αν δεν δουν να συμβαίνουν θαύματα, αλλά ότα δεν αντικρύζουν την αγάπη μεταξύ των χριστιανών.

36 Λέγει αὐτῷ Σίμων Πέτρος· Κύριε, ποῦ ὑπάγεις; ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ὅπου ἐγὼ ὑπάγω, οὐ δύνασαί μοι νῦν ἀκολουθῆσαι, ὕστερον δὲ ἀκολουθήσεις μοι.

Είναι μεγάλο καλό η αγάπη. Είναι σφοδρότερο από πυρ και οδηγεί προς τον ίδιο τον ουρανό και δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο που να μπορεί να ανακόψει την ορμή της. «Κύρις που πηγαίνεις»; Και το ρωτά αυτό ο Πέτρος όχι γιατί ήθελε να μάθει, όσο επειδή ήθελε να τον ακολουθήσει. Ο δε Χριστός δεν αποκρίθηκε σύμφωνα με τα λόγια του, αλλά σύμφωνα με τη σκέρψη του. Ακούγοντας δε ότι θα Τον ακολουθήσει μεν , αλλά όχι τώρα αλλά αργότερα δεν συγκράτησε τον πόθο του και είπε:  37 λέγει αὐτῷ ὁ Πέτρος· Κύριε, διατί οὐ δύναμαί σοι ἀκολουθῆσαι ἄρτι; τὴν ψυχήν μου ὑπὲρ σοῦ θήσω.

Όταν δηλαδή απέβαλε τον φόβο της προδοσίας και φάνηκε ότι αυτός είναι ένας από τους γνήσιους μαθητές, με παρρησία πλέον ρωτά μόνος αυτός, ενώ οι άλλοι σιωπούν.

Τι λες Πέτρε; Σου είπε ότι «δεν μπορείτε» και συ λέγεις «μπορώ»; Λοιπόν θα γνωρίσεις με αυτή τη δοκιμασία ότι δεν έχει καμμία αξία η αγάπη σου, εάν δεν υπάρχει η ουράνιος ενίσχυση. Γίνεται επί πλέον φανερό ότι και εκείνη την πτώση την επέτρεψε από ενδιαφέρον γι’ αυτόν για να αντιληφθεί εν τέλει την αδυναμία του.

38 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· τὴν ψυχήν σου ὑπὲρ ἐμοῦ θήσεις! ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, οὐ μὴ ἀλέκτωρ φωνήσει ἕως οὗ ἀπαρνήσῃ με τρίς.

Και πρόσεχε το τεράστιο μέγεθος της πτώσεώς του. διότι δεν το έπαθε αυτό μία φορά, αλλά τόσο πολύ παρεκτράπη, ώστε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να επαναλάβει τον λόγο της αρνήσεως, για να μάθει ότι δεν αγάπησε τόπο πολύ όσο αγαπήθηκε. Αργότερα ο Κύριος θα τον ρωτήσει: «Με αγαπάς περισσότερο από αυτούς»; Αυτό συνέβη όχι επειδή εψυχράνθη η αγάπη του, αλλά για να φανερωθεί η εκ του ουρανού βοήθεια. Την δε αγάπη του Πέτρου λοιπόν την αποδέχεται ο Κύριος, την δε αντιλογία που πηγάζει απ’ αυτήν την αποκόπτει διότι αν αγαπάς οφείλει να δείχνεις την υπακοή σ’ αυτόν που αγαπάς.

 

Επαφή