ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ (ΙΒ΄)

2019-05-14 19:10

1.Ο οὖν ᾿Ιησοῦς πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα ἦλθεν εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 2 ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ.

Αυτό ήταν απόδειξη πραγματικής αναστάσεως, διότι μετά από πολλές ημέρες ο Λάζαρος και ζούσε και έτρωγε.

 3 ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου. 4 λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ᾿Ιούδας Σίμωνος ᾿Ισκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι· 5 διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς; 6 εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ' ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν. 7 εἶπεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς· ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. 8 τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ' ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε.

Γιατί όμως δεν έλεγξε τον Ιούδα φανερά γι’ αυτό που είπε για την γυναίκα; -Ήθελε με την πολλή μακροθυμία Του να τον μεταβάλλει. Άλωσστε σε άλλες περιπτώσεις έλεγε: «Δεν θα πιστέψουν όλοι» και «ένας από σας είναι διάβολος».  Το έκανε λοιπόν φανερό ότι γνωρίζει πως είναι προδότης, δεν ήλεγξε όμως φανερά, αλλά τον συγχώρεσε επειδή ήθελε να τον επαναφέρει στον σωστό δρόμο.

Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμη που μπορούμε να ρωτήσουμε: -Γιατί αφού αυτός ήταν κλέφτης του εμπιστεύτηκε το ταμείο;  -Με υατόν τον τρόπο του αφαίρεσε κάθε δικαιολογία, διότι δεν μπορούσε να πλέον να πει ότι το έκανε αυτό από αγάπη προς τα χρήματα καθ’ όσον μπορούσε να ικανοποιήσει αρκετά την επιθυμία του από το χρηματοκιβώτιό του.

9 ῎Εγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστι, καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν ᾿Ιησοῦν μόνον, ἀλλ' ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν.

Όπως ακριβώς ο πλούτος σκληρύνει συνήθως εκείνους που δεν προσέχουν, έτσι και η εξουσία, διότι ο μεν πλούτος οδηγεί εις πλεονεξία, ενώ η εξουσία εις αλαζονεία. Πρόσεχε λοιπόν ότι το μεν πλήθος των Ιουδαίων που ήταν υπό εξουσία, είναι υγιές, οι δε άρχοντες διεφθαρμένοι.

10 ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν, 11 ὅτι πολλοὶ δι' αὐτὸν ὑπῆγον τῶν ᾿Ιουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν ᾿Ιησοῦν.

Πόση δίψα για αίμα; Που πήγε το “ου φονεύσεις”;  Γι’ αυτό ακριβώς τους κατηγορούν και οι προφήτες. Διότι τα χέρια τους ήταν γεμάτα αίμα.

12 Τῇ ἐπαύριον ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται ᾿Ιησοῦς εἰς ῾Ιεροσόλυμα, 13 ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἔκραζον· ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ ᾿Ισραήλ.

Αφού πρώτα έφυγε και έσβησε ο θυμός τους με το πέρασμα του χρόνου και πάλι επιστρέφει αφού πλέον είχαν καθησυχάσει. Και εισερχόμενος στα Ιεροσόλυμα αφ’ ενός μεν διατυπώνει προφητεία, αφ’ ετέρου δε εκπληρώνει προφητεία και το ίδιο πράγμα ήταν αρχή της μια προφητεία και τέλος της άλλης. Διότι το μεν «χαίρε, διότι ο βασιλεύς σου έρχεται προς εσένα πράος», ήταν σημείο εκπληρώσεως προφητείας, το να καθίσει δε επάνω εις όνον, ήταν πράγμα που προδιετύπωνε το μέλλον.

14 εὑρὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ' αὐτό, καθώς ἐστι γεγραμμένον· 15 μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου. 16 Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ' ὅτε ἐδοξάσθη ὁ ᾿Ιησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ' αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ. 17 ᾿Εμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ' αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν.
Και αυτό ήταν κατά κύριο λόγο που κατέπνιγε τους Φαρισαίους και τους προεστούς του λαού ότι ο λαός πείσθηκε πως δεν ήταν αντίθεος ο Ιησούς.

Τι σημαίνει δε το «χαίρε πάρα πολύ, θυγατέρα Σιών»; -Επειδή όλοι οι βασιλείς αυτών ήταν ως επί το πλείστον άδικοι και πλεονέκτες και παρέδωσαν αυτούς  στους εχθρούς τους, «λάβε θάρρος» λέγει αυτός δεν είναι τέτοιος, αλλά είναι πράος και επιεικής και αυτό γίνεται φανερό από την όνο. Διότι δεν εισήλθε ακολουθούμενος από στρατό , αλλά έχων μόνον όνον. Και αυτό δεν το γνώριζαν οι μαθητές Του ότι ήταν γραμμένο δι Αυτόν. Και το΄πυτη την άγνοια δεν ντρέπεται να μας την αναφέρει ο Ευαγγελιστής.

18 διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον. 19 οἱ οὖν Φαρισαῖοι εἶπον πρὸς ἑαυτούς· θεωρεῖτε ὅτι οὐκ ὠφελεῖτε οὐδέν; ἴδε ὁ κόσμος ὀπίσω αὐτοῦ ἀπῆλθεν.

Και αυτά τα λόγια των Φαρισαίων πηγάζουν μεν από υγιή εκτίμηση των πραγμα΄των, όμως δεν τολμούσαν να εκφραστούν με θάρρος, αντιλαμβάνονταν όμως ότι επιχειρούσαν ακατόρθωτα πράγματα.

20 ῏Ησαν δέ τινες ῞Ελληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ.

Γιατί οι έλληνες βρίσκονταν στην εορτή; Διότι πλησίαζαν στο να γίνου προσήλυτοι. Όταν λοιπόν διεδόθη η φήμη ότο ήλθε ο Ιησούς λέγουν: 21 οὗτοι οὖν προσῆλθον Φιλίππῳ τῷ ἀπὸ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· κύριε, θέλομεν τὸν ᾿Ιησοῦν ἰδεῖν. 22 ἔρχεται Φίλιππος καὶ λέγει τῷ ᾿Ανδρέᾳ, καὶ πάλιν ᾿Ανδρέας καὶ Φίλιππος λέγουσι τῷ ᾿Ιησοῦ·

 

Ο Φίλιππος το λέει στον Ανδρέα διότι δεν προηγείται ιεραρχικά αυτού, αλλά ούτε ο Ανδρέας παίρνει από μόνος του πρωτοβουλία διότι ήκουσε «μη μεταβείτε στους εθνικούς» γι’ αυτό το συζήτησε με τον μαθητή και στη συνέχεια το ανέφερε στο διδάσκαλο. Και τι είπε ο Διδάσκαλος; 23 ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς ἀπεκρίνατο αὐτοῖς λέγων· ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. 24 ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ, πολὺν καρπὸν φέρει.

Τι σημαίνουν αυτά τα λόγια του Ιησού; Επειδή οι Ιουδαίοι επέμεναν να απειθούν , ενώ οι εθνικοί ήθελαν να προσέλθουν «καιρός πλέον είναι»  λέγει να βαδίσω προς το πάθος, αφού όλα έχουν εκπληρωθεί. Διότι αν επρόκειτο να φροντίζουμε μεν δι’ αυτούς αν και είναι απειθείς, να μη δεχόμεθα δε εκείνους αν και θέλουν να προσέλθουν, θα είναι αυτά ανάξια της κηδεμονίας μας. Επειδή λοιπόν επρόκειτο ν’ αφήσει τους μαθητές Του να μεταβούν προς αυτούς λέγει: «καιρός είναι να βαδίσω προς τον σταυρό» δεν τους άφησε δηλαδή προηγουμένως, για ν’ αποτελεί αυτό μαρτυρία γι’ αυτούς, διότι μέχρι τότε που τον απομάκρυναν με τα έργα τους, μέχρι τότε που τον σταύρωσαν δεν είπε «πηγαίνετε και κάμετε μαθητάς μου όλα τα έθνη», αλλά ¨μη μεταβείτε προς τους εθνικούς». Επειδή όμως τον μίσησαν και τόσο πολύ τον μίσησαν, ώστε να τον θανατώσουν, περιττό ήταν πλέον να φροντίζει για κείνους, αφού εκείνοι τον απέκρουσαν καθ’ όσον τον αρνήθηκαν λέγοντας: «Δεν έχουμε βασιλέα, παρά τον Καίσαρα». Δηλαδή τότε πλέον τους άφησε, όταν αυτοί τον άφησαν.

Τι σημαίνει όμως «ο κόκκος του σίτου αν δεν πέσει στη γη και δεν αποθάνει»; -Σημαίνει την στάυρωσή Του. Αυτό λοιπόν το γεγονός της Σταυρώσεώς Του θα κάνει τους εθνικούς περισσότερο να προσέλθουν και θα αυξήσει το κήρυγμά Του. Διότι το ίδιο γίνεται και με τον σίτο, τότε φέρει περισσότερο καρπό, όταν πεθάνει φέρει περισσότερο καρπό. Αλλά οι μαθητές δεν αντιλήφθηκαν τα λεγόμενα.

Ποία λοιπόν απολογία θα έχουν αυτοί που δεν πιστεύουν στην ανάσταση, την στιγμή που διαπιστώνουμε να γίνεται αυτό το πράγμα καθημερινώς στα σπέρματα και στα φυτά και στη δική μας την γέννηση; Διότι πρώτα πρέπει να καταστραφεί το σπέρμα και τότε να γεννηθεί το νέο. Και γενικά όταν ο Θεός κάμνει κάτι δεν χρειάζονται συλλογισμοί. Διότι πως δημιούργησε ημάς από το μηδέν; Και τι θα πει κανείς; Δεν υπάρχει ανάσταση των σωμάτων; Όμως ποιο πράγμα είναι αδύνατο στον Θεό; Και γιατί δεν πρέπει το φθαρτό σώμα, που έλαβε μέρος στους πόνους και τον θάνατο, να λάβει μέρος και εις τους στεφάνους; Διότι αν δεν έπρεπε δεν θα δημιουργούνταν από την αρχή. Και ο ίδιος ο Κύριος δεν θα λάμβανε σάρκα.

25 ὁ φιλῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν, καὶ ὁ μισῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, εἰς ζωὴν αἰώνιον φυλάξει αὐτήν. 26 ἐὰν ἐμοὶ διακονῇ τις, ἐμοὶ ἀκολουθείτω, καὶ ὅπου εἰμὶ ἐγώ, ἐκεῖ καὶ ὁ διάκονος ὁ ἐμὸς ἔσται· καὶ ἐάν τις ἐμοὶ διακονῇ, τιμήσει αὐτὸν ὁ πατήρ.

Φαίνεται να μοιάζουν με αίνιγμα τα λεγόμενα, όμως δεν είναι, αλλά είναι γεμάτα από πολύ σοφία. Και πως αυτός που αγαπά την ψυχή του θα την χάσει; -Θα την χάσει αυτός που εκετελεί τις παράλογες απαιτήσεις της. Και τι σημαίνει «ο μισών αυτήν»; -Εκείνος που δεν υποχωρεί όταν του προστάζει εκείνα που βλάπτουν. Και δεν είπε «εκείνος που δεν υποχωρεί σ’ αυτήν», αλλά «εκείνος που μισεί αυτήν». Διότι όπως ακριβώς δεν ανεχόμαστε ούτε την φωνή ν’ ακούσουμε εκείνων που μισούμε, ούτε το πρόσωπό τους να δούμε ευχαρίστως, έτσι και την ψυχή πρέπει να την αποστρεφόμεθα με όλη τη δύναμή μας, όταν προστάζει αντίθετα από εκείνα που αρέσουν στον Θεό. Επειδή δηλαδή πρόκειται πλέον να τους ομιλήσει περί του θανάτου του ευατού Του και προείδε ότι θα λιγοψυχήσουν, χρησιμοποίησε υπερβολή στα λόγια  του αυτά.

«εκείνος που με υπηρετεί, πρέπει να με ακολουθεί», εδώ εννοεί τον θάνατό Του και απαιτεί να τον ακολουθεί κανείς με τα έργα του, πρέπει δηλαδή οπωσδήποτε ο υπηρέτης ν’ ακολουθεί αυτόν που υπηρετεί.

 27 Νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται, καὶ τί εἴπω; πάτερ, σῶσον με ἐκ τῆς ὥρας ταύτης.

Και βέβαια αυτά δεν είναι καθόλου λόγια κάποιου που προτρέπει τους άλλους να βαδίσουν μέχρι τον θάνατο. Είναι πράγματι λόγια ανθρώπινα που δεικνύουν όλτι δεν φιλοσοφεί περί θανάτου με ευκολία ευρισκόμενος έξω από την ανθρώπινη φύση. Και είναι τόσο ταραγμένος ώστε να ζητεί την απαλλαγή από το μαρτύριο. Όμως:  ἀλλὰ διά τοῦτο ἦλθον εἰς τὴν ὥραν ταύτην. Δηλαδή ακόμη κι αν θορυβόμεθα, κι αν ταρασσώμεθα δεν πρέπει να αποφεύγουμε τον θάνατο, διότι και εγώ αν και τώρα νοιώθω ταραχή, δεν λέγω να τον αποφύγω διότι πρέπει να υπομείνω εκείνο που έρχεται. Και μολονότι η ταραχή με αναγκάζει να το πω αυτό, τελικά λέγω το αντίθετο:  28 πάτερ, δόξασόν σου τὸ ὄνομα. Δηλαδή οδήγησέ με στον σταυρό. Και όλα αυτά είναι όπως είπαμε ανθ΄ρωπινα γνωρίσματα και ακαταγόρητα. Διότι όπως είναι ακατηγόρητο  το να πεινά ή να διψά κανείς, έτσι είναι ακατηγόρητο το να μη θέλει κανείς να αποχωρησθεί την παρούσα ζωή. Ο Χριστός είχε σώμα μεν καθαρό από αμαρτίες, όχι όμως απαλλαγμένο από τις φυσικές ανάγκες, διότι αλλιώς δε θα ήταν αυτό ούτε καν σώμα. Και ονομάζει τον θάνατό Του δόξα του Θεού, διότι πεθαίνει για την αλήθεια, διότι εξαιτίας του θανάτου Του όλη οικουμένη θα μπορούσε πλεόν να επιστρέψει στην αλήθεια και να γνωρίσει το όνομα του Θεού. ἦλθεν οὖν φωνὴ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ· καὶ ἐδόξασα καὶ πάλιν δοξάσω. Πως το δόξασε; Με όσα συνέβησαν πριν από αυτά και πάλι θα το δοξάσω μετά τον σταυρό. 29 ὁ οὖν ὄχλος ὁ ἑστὼς καὶ ἀκούσας ἔλεγε βροντὴν γεγονέναι· ἄλλοι ἔλεγον· ἄγγελος αὐτῷ λελάληκεν.

Και γιατί το νόμισαν αυτό οι μαθητές; Μήπως δεν ήταν σαφής και ευκρινής η φωνή; Ατέλειάς τους οι μάθητές δεν κατανόησαν ότι ήταν έναρθρος φωνή και δεν δεν κατάλαβαν ευκρινώς και τα λόγια. 30 ἀπεκρίθη ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν· οὐ δι' ἐμὲ αὕτη ἡ φωνὴ γέγονεν, ἀλλὰ δι' ὑμᾶς. Γιατί το είπε αυτό; Με σκοπό να αντικρούσει εκείνο που έλεγαν πάντοτε., ότι δεν είναι εκ του Θεού. Συνεπώς αυτή η φωνή δεν ακούστηκε για να μάθω εγώ απ’ αυτήν, αλλά για σας.

 31 νῦν κρίσις ἐστὶ τοῦ κόσμου τούτου, νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου ἐκβληθήσεται ἔξω· Και τι σχέση έχει αυτό προς το «εδόξασα και πάλιν δοξάσω»; -Έχει μεγάλη σχέση και είναι σύμφωνη διότι τώρα δείχνει και τον τρόπο της δόξης. Ποιος είναι αυτός ο τρόπος; -Οδήγησε ο Θεός τον πρώτο άνθρωπο σε δικαστήριο αφού τον κατέστησε υπεύθυνο του αθνάτου (διότι διά της αμαρτίας εισήλθε ο θάνατος), αυτό όμως (την αμαρτία) δεν την βρήκε σε μένα. Για ποιο λόγο λοιπόν επιτέθηκε σε μένα και με παρέδωσε στον θάνατο; Για ποιο λόγο εισήλθε στην ψυχή του Ιούδα, ώστε να με θανατώσει; Μη μου πεις τώρα ότι ο Θεός τα όρισε έτσι, διότι αυτό δεν είναι έργο του διαβόλου, αλλά της σοφία αυτού. Για να κατανοήσουμε τα παραπάνω ας στήσουμε νοερό δικαστήριο και ας δικάσουμε τον διάβολο: Θα του πούμε:  Όλους τους θανάτωσες επειδή τους βρήκες υπεύθυνους της αμαρτίας, τον Χριστό όμως γιατί τον θανάτωσες;  Δεν είναι ολοφάνερο ότι το έκανες αδίκως; Γι’ αυτό λοιπόν θα σε εκδικηθεί όλος ο κόσμος.
32 κἀγὼ ἐὰν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν. Και θα ελκύσει όχι μόνο του Ισραηλίτες, αλλά και τους εθνικούς.

Όμως υπάρχει και ένα άλλο ερώτημα: -Πως θα κατασυντριβεί αν και σένα θα καταβάλλει; Λέγει δεν θα με καταβάλλει, διότι πως είναι δυνατόν να καταβάλλει αυτόν που τους άλλους προσελκύει;

33 τοῦτο δὲ ἔλεγε σημαίνων ποίῳ θανάτῳ ἤμελλεν ἀποθνήσκειν. 34 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ὄχλος· ἡμεῖς ἠκούσαμεν ἐκ τοῦ νόμου ὅτι ὁ Χριστὸς μένει εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ πῶς σὺ λέγεις, δεῖ ὑψωθῆναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου; Και από την ερώτησή τους αυτή οι Ιουδαίοι πιάνονται θα λέγαμε στη φάκα. Διότι από τα λεγόμενά τους αυτά φαίνεται πως γνώριζαν ότι ο Χριστός είναι αθάνατος και έχει ζωή που δεν έχει τέλος. Όμως για να αποδείξουν ότι αυτός που είχαν μπροστά τους δεν είναι ο Χριστός ομολογούν ότι ο Χριστός μένει εις τον αιώνα. Και πρόσεχε με πόση κακουργία, διότι δεν είπαν ότι εμείς ακούσαμε ότι ο Χριστός δεν παθαίνει τίποτα, ούτε σταυρούται, αλλ’ ότι μένει εις τον αιώνα. Αν και ούτε αυτά τα λόγια ήταν αντίθετα, διότι το πάθος δεν έγινε εμπόδιο για την αθανασία. Έπειτα ρωτούν τίς ἐστιν οὗτος ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου; Και αυτό ο ρωτούν γεμάτοι από κακία. Τι κλανει λοιπόν τότε ο Χριστός; Τους αποστομώνει δείχνοντας ότι το πάθος δεν αποτελεί εμπόδιο στην αθανασία λέγοντας:  35 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἔτι μικρὸν χρόνον τὸ φῶς μεθ' ὑμῶν ἐστι Φανερώνοντας έτσι ότι ο θάνατός Του είναι αλλαγή καταστάσεως, καθ’ όσον το ηλιακό φως δεν εξαφανίζεται, αλλά αφού χαθεί επ’ ολίγον πάλι εμμανίζεται. · περιπατεῖτε ἕως τὸ φῶς ἔχετε, ἵνα μὴ σκοτία ὑμᾶς καταλάβῃ· Ποιον καιρό εννοεί εδώ; Άραγε όλη την παρούσα ζωή ή τον χρόνο προ του σταυρού;  Εγώ (Χρυσόστομος) βέβαια νομίζω ότι εννοεί και τα δύο.  καὶ ὁ περιπατῶν ἐν τῇ σκοτίᾳ οὐκ οἶδε ποῦ ὑπάγει. Αυατό τελικά έπαθαν οι Ιουδαίοι οιο οποίοι νομίζοντας πως βαδίζουν την ορθή οδό, βαδίζουν την αντίθετη, τηρούν τα Σάββατα και φυλάσσουν τον νόμο και τις διακρίσει των τροφών, αλλ΄όμως δεν γνωρίζουν που περιπατούν. 36 ἕως τὸ φῶς ἔχετε, πιστεύετε εἰς τὸ φῶς, ἵνα υἱοὶ φωτὸς γένησθε. Και εδώ και πάλι αποκαλύτει το Ομοούσιον με τον Πατέρα λέγοντας ότι ο ίδιος γεννά και τούτο για να μάθεις ότι Πατήρ και Υιός μία ενέργεια έχουν. Ταῦτα ἐλάλησεν ὁ ᾿Ιησοῦς, καὶ ἀπελθὼν ἐκρύβη ἀπ' αὐτῶν. Και γιατί κρύφτηκε; Εεπιδή εισήρχετεο στις καρδίες τους, γνώριζε το μίσος που γεννήθηκε εναντίον Του και κρύπτεται για να καταπραύνει τις φονικές τους διαθέσεις.

37 Τοσαῦτα δὲ αὐτοῦ σημεῖα πεποιηκότος ἔμπροσθεν αὐτῶν οὐκ ἐπίστευον εἰς αὐτόν, Τι εννοεί εδώ ο Ευαγγελιστής ποία «τοσαύτα»; -Όσα παρέλειψε να μας πει ο Ευαγγελιστής.

38 ἵνα ὁ λόγος ῾Ησαΐου τοῦ προφήτου πληρωθῇ ὃν εἶπε· Κύριε, τίς ἐπίστευσε τῇ ἀκοῇ ἡμῶν; καὶ ὁ βραχίων Κυρίου τίνι ἀπεκαλύφθη; 39 διὰ τοῦτο οὐκ ἠδύναντο πιστεύειν, ὅτι πάλιν εἶπεν ῾Ησαΐας· 40 τετύφλωκεν αὐτῶν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ πεπώρωκεν αὐτῶν τὴν καρδίαν, ἵνα μὴ ἴδωσι τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ νοήσωσι τῇ καρδίᾳ καὶ ἐπιστραφῶσι, καὶ ἰάσομαι αὐτούς. 41 ταῦτα εἶπεν ῾Ησαΐας ὅτε εἶδε τὴν δόξαν αὐτοῦ καὶ ἐλάλησε περὶ αὐτοῦ.

Πότε τα είπε όλα αυτά ο Ησαίας; - Όταν είδε την δόξα Αυτού και ομίλησε περί Αυτού. Και τι είδε ο προφήτης; Είδε την αθεράπευτη απιστία των Ιουδαίων και την προφήτευσε. Και θα πει κάποιος, αφού οπωσδήποτε θα γίνοντα αυτά που προείδε ο προφήτης, τότε γιατί ήρθς ο Χριστός στον κόσμο; -Ήλθε για να μην έχουν δικαιολογία για την αμαρτία τους και φυσικά για να σώσει την μαγιά των πιστευσάντων εις Αυτόν.

42 ὅμως μέντοι καὶ ἐκ τῶν ἀρχόντων πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν, ἀλλὰ διὰ τοὺς Φαρισαίους οὐχ ὡμολόγουν, ἵνα μὴ ἀποσυνάγωγοι γένωνται· 43 ἠγάπησαν γὰρ τὴν δόξαν τῶν ἀνθρώπων μᾶλλον ἤπερ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.

Να πως αυτοί αποκόπησαν από την πίστη εξαιτίας της κενοδοξίας. Δεν τους το είχε πει και νωρίτερα; «Πως μπορείτε σεις να πιστεύετε, αφού δέχεστε τιμές ο ένας από τον άλλο και δεν ζητείτε την μόνη τιμή που προέρχεται από τον Θεό»; Επομένως δεν ήταν άρχοντες, αλλά δούλοι της χειρότερης μορφής δουλείας. Αργότερα όμως με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος θα δούμε και άρχοντες και ιερείς να πιστεύον και να ομολγούν και είναι άκαμπτοι στην πίστη. Κι επειδή ο Ιησούς γνώρισε την αδυναμία τους είπε δυνατά και ηχηρά για ακούσουν όλοι:  44 ᾿Ιησοῦς δὲ ἔκραξε καὶ εἶπεν· ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ πιστεύει εἰς ἐμέ, ἀλλ' εἰς τὸν πέμψαντά με, για να μη νομίσει κανείς ότι αυτά τα λέει για τα λόγια Του αλλά στο πρόσωπο. Διότι η πίστη στο πρόσωπό μου μεταβαίνει εις τον Θεό, όπως βέβαια και η απιστία. Πρόσεχε πως σε όλα δείχνει το απαράλλακτο της ουσίας. Γι’αυτό τονίζουμε δεν είπε «όποιος πιστεύει στα λόγια μου», αλλά «όποιος πιστεύει σε μένα».

 45 καὶ ὁ θεωρῶν ἐμὲ θεωρεῖ τὸν πέμψαντά με. Τι λοιπόν ο Θεός είναι σώμα; Καθόλου. Διότι εδώ εννοεί την θεωρία δια του νου και δείχνει με αυτό το Ομοούσιο.

 46 ἐγὼ φῶς εἰς τὸν κόσμον ἐλήλυθα, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ ἐν τῇ σκοτίᾳ μὴ μείνῃ. Και ονομάζει τον ευατό Του φως, επειδή απαλλάσσει από το σκοτάδι. 47 καὶ ἐάν τίς μου ἀκούσῃ τῶν ρημάτων καὶ μὴ πιστεύσῃ, ἐγὼ οὐ κρίνω αὐτόν· οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ' ἵνα σώσω τὸν κόσμον.  Και το είπε αυτό για να μη νομίσουν ότι αντιπαρήλθε εκείνους που τον περιφρόνησαν από αδυναμία. Γι΄ αυτό είπε «δεν ήρθα να καταδικάσω τον κόσμο». Έπειτα για να μη γίνουν ακούγοντας αυτά ραθυμότεροι, όταν μάθουν πως όποιος πιστεύει σώζεται, ενώ εκείνος που δεν πιστεύει τιμωρείται, πρόσεχε πως παρουσιάζει ενώπιόν τους φοβερότατο δικαστήριο:48 ὁ ἀθετῶν ἐμὲ καὶ μὴ λαμβάνων τὰ ρήματά μου, ἔχει τὸν κρίνοντα αὐτόν· ὁ λόγος ὃν ἐλάλησα, ἐκεῖνος κρινεῖ αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ· 49 ὅτι ἐγὼ ἐξ ἐμαυτοῦ οὐκ ἐλάλησα, ἀλλ' ὁ πέμψας με πατὴρ αὐτός μοι ἐντολὴν ἔδωκε τί εἴπω καὶ τί λαλήσω· Επειδή δηλαδή έλεγαν ότι δεν είναι εκ του Θεού, μίλησε έτσι για να μάθουν ότι τα λόγια αυτά θα πάρουν τη θέση κατηγόρου σε εκείνο το φοβερό δικαστήριο.

50 καὶ οἶδα ὅτι ἡ ἐντολὴ αὐτοῦ ζωὴ αἰώνιός ἐστιν. ἃ οὖν λαλῶ ἐγώ, καθὼς εἴρηκέ μοι ὁ πατήρ, οὕτω λαλῶ. Βλέπεις το ταπεινόν του λόγου Του, διότι εκείνος που έλαβε εντολή δεν είναι κύριος του εαυτού του, μολονότι βέβαια Αυτός είναι. Και ομιλεί έτσι εξαιτίας της αδυναμίας των ακροατών Του. όταν δε λέγει «Εγώ δεν κρίνω» φανερώνει με αυτό ότι αυτός δεν είναι ο αίτιος της απωλείας των ανθρώπων αυτού του είδους και εκφράζεται έτσι ωσάν να διαμρτύρεται για την απιστία και την αμαρτία τους.

 

Επαφή