ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ (Γ΄)

2018-10-10 12:26

    Γ´\ΗΝ δὲ ἄνθρωπος ἐκ τῶν Φαρισαίων, Νικόδημος ὄνομα αὐτῷ, ἄρχων τῶν ᾿Ιουδαίων. 2 οὗτος ἦλθε πρὸς αὐτὸν νυκτὸς

            Αυτός ο Νικόδημος φαίνεται και στη μέση του Ευαγγελίου να υπερασπίζεται τον Ιησού λέγοντας στο συνέδριο των Φαρισαίων: «Ο νόμος κανέναν δεν καταδικάζει αν προηγουμένως δεν τον ακούσει» (Ιω 7,51), αλλά και μετά τη σταύρωση έδειξε μεγάλη φροντίδα για την ταφή του Ιησού. (Ιω. 19,39). Γιατί όμως επισκέφθηκε τον Κύριο νύχτα; -Διότι κατέχονταν ακόμη από την Ιουδαϊκή επιθυμία. Τι είπε λοιπόν αυτός στον Ιησού;  καὶ εἶπεν αὐτῷ· ραββί, οἴδαμεν ὅτι ἀπὸ Θεοῦ ἐλήλυθας διδάσκαλος· οὐδεὶς γὰρ ταῦτα τὰ σημεῖα δύναται ποιεῖν ἃ σὺ ποιεῖς, ἐὰν μὴ ᾖ ὁ Θεὸς μετ' αὐτοῦ. Τα λόγια του Νικοδήμου αν τα εξετάσουμε, θα δούμε ότι εμπεριέχουν αίρεση. Διότι καταβιβάζει τον Ιησού σε απλό άνθρωπο ο οποίος έχει ανάγκη τη Θεία φώτιση για να ενεργήσει. Τι απάντησε λοιπόν ο Χριστός; 3 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Δεν είπε «δεν έχω την ανάγκη να με βοηθήσει κανένας. Γιατί; Διότι το σπουδαιότερο για τον Χριστό δεν είναι να αποκαλύψει την αξία Του, όσο το να πείσει ότι δεν έκανε τίποτα το αντίθετο προς το θέλημα του Πατρός. Φανερά λοιπόν δεν λέγει τίποτα το υψηλό στον Νικόδημο για τον εαυτό Του, αινιγματικά όμως διδάσκει για την αυτάρκειά Του. Τι του είπε ο Νικόδημος; -Ότι τάχατις γνώριζε την αλήθεια περί του Χριστού και ότι αυτός ενεργεί έτσι διότι ο Θεός είναι μαζί Του». Νόμιζε δηλαδή ότι είπε κάτι το υψηλό περί του Χριστού. Ο Χριστός όμως αμέσως του απέδειξε ότι ούτε στα προπύλαια της γνώσης περί του Χριστού δεν βρίσκεται. Γι’ αυτό του απαντά λέγοντας ότι πρέπει κάποιος να αναγεννηθεί για να δει την αλήθεια. Ποια αλήθεια; -Την αλήθεια των δογμάτων περί του Μονογενούς. Και όποιος δεν αναγεννηθεί με αυτό τον τρόπο βρίσκεται μακριά από την Βασιλεία των ουρανών.

            Προσέξτε, αν αυτά τα λόγια τα άκουγαν οι Φαρισαίοι, θα απομακρύνονταν γελώντας. Από τα παρακάτω όμως λόγια, φαίνεται η διάθεση και η φιλομάθεια του Νικοδήμου: 4 λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ Νικόδημος· πῶς δύναται ἄνθρωπος γεννηθῆναι γέρων ὤν; μὴ δύναται εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητρὸς αὐτοῦ δεύτερον εἰσελθεῖν καὶ γεννηθῆναι; Αυτό το «πως» είναι εκείνο που μαστίζει όλους τους αιρετικούς: «Πως εσαρκώθη», «πως εγεννήθη» κ.α Δεν μας συμφέρει λοιπόν να είμαστε πολυπράγμονες, διότι εκείνοι που ρωτούν όλα αυτά τα «πως», ούτε πιο σοφοί γίνονται, ούτε ποτέ θα μάθουνε την απάντηση σε αυτά τα «πως». Ταράχθηκε λοιπόν ο Νικόδημος ακούγοντας αυτά τα λόγια του Ιησού, καταλαβαίνοντας ότι και σε αυτόν απευθύνονταν ο Παντογνώστης. Βρέθηκε λοιπόν σε αμηχανία, διότι ενώ νόμιζε αρχικά πως επισκέφτηκε απλό άνθρωπο τώρα ακούει λόγια που ποτέ ξανά δεν είχε ακούσει κι εκεί που ανυψώνεται εκεί και συσκοτίζεται και περιφέρεται παντού αποφεύγοντας την πίστη. Γι’ αυτό και ρωτά γελοία πράγματα λέγοντας: «μήπως μπορεί κανείς να ξαναμπεί στην κοιλιά της μάνας του»; Βλέπετε πως όταν κάποιος εμπιστεύεται στις δικές του γνώσεις τα πνευματικά, τελικά θα πει γελοία πράγματα. Γι ‘αυτό και Απόστολος Παύλος αργότερα θα κηρύξει λέγοντας: «Ο φυσικός άνθρωπος δεν δέχεται όσα προέρχονται από το πνεύμα». (Α΄κορ. 2,24).

    Εν τούτοις όμως ο Νικόδημος διατηρεί την ευσέβειά του προς τον Χριστό, διότι δεν καταγέλασε τα λεχθέντα, αλλά σιώπησε.

    5 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.

    Εσύ λοιπόν Νικόδημε ισχυρίζεσαι ότι αυτό είναι αδύνατο να συμβεί, Εγώ όμως σε διαβεβαιώνω ότι αυτό είναι δυνατό να συμβεί, καθώς και αναγκαίο, διότι δεν μπορεί κανείς να σωθεί με άλλο τρόπο. Και η μεν γέννηση κατά σάρκα  προέρχεται από το χώμα καθότι είναι γήινη, η γέννηση όμως του πνεύματος είναι πνεύμα και ανοίγει τους ουρανούς διότι εκεί ανήκει.

    Ας ακούσουν όσοι ακόμη δεν φωτίστηκαν τι λέει ο Παντοκράτωρ: Δεν είναι δυνατόν κανείς να σωθεί αν δεν αναγεννηθεί εκ Πνεύματος και ύδατος, διότι φορεί το ένδυμα του θανάτου, της κατάρας και της φθοράς, είναι περιπλανώμενος και ξένος και δεν έχει το βασιλικό σημείο. Άφησε λοιπόν Νικόδημε την κοινή λογική στην άκρη, σταμάτα να σκέφτεσαι γήινα, διότι Εγώ ο Δημιουργός ήρθα να αλλάξω όλα όσα ξέρεις για την δημιουργία και να εισάγω νέο τοκετό, δεν θέλω πλέον να πλάσω από χώμα και ύδωρ, αλλά από ύδωρ και Πνεύμα. Κι αν απορείς για όλα αυτά, τότε σκέψου πως από το χώμα γεννιούνται νεύρα, σάκες, οστά, χόνδροι, αίμα, καρδιά, συκώτι κλπ; Τι σχέση έχουν όλα αυτά με το χώμα; Γιατί απορείς; Γιατί εξίστασαι; Πως από το χώμα παράγεται οίνος; Κι όμως εσύ ρίπτοντας τον σπόρο στη γη ρίχνοντας στο χώμα νερό πιστεύεις πως η γη θα καρποφορήσει. Χρειάζεσαι την πίστη για να το κάνεις αυτό. Πως λοιπόν για θέματα της καθημερινότητας που τα βλέπεις χρειάζεσαι την πίστη για να τα εκτελέσεις και δεν χρησιμοποιείς την πίστη για θέματα πνευματικά που δεν μπορείς  καν να τα προσεγγίσεις με τον νου; Μην αρνείσαι λοιπόν να πιστέψεις σε όλα αυτά επειδή δεν τα βλέπεις. Ούτε την ψυχή την βλέπεις κι όμως πιστεύεις ότι έχεις ψυχή και ότι η ψυχή είναι διαφορετική από το σώμα.

    Και πρόσεξε ότι ο παλαιός άνθρωπος δημιουργήθηκε μετά την δημιουργία του κόσμου, τώρα όμως συνέβη το αντίθετο. Ο νέος άνθρωπος δημιουργείται προ της νέας δημιουργίας. Και όπως έπλασε αυτόν από την αρχή ολόκληρο, έτσι και τώρα δημιουργεί αυτόν από την αρχή ολόκληρο. Και τότε μεν είπε ας δώσουμε σ’ αυτόν βοηθό, εδώ όμως δεν είπε τίποτα τέτοιο, διότι αυτός που λαμβάνει τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος ποιου άλλου βοηθού έχει ανάγκη; Εκείνος που βρίσκεται στο Σώμα του Ιησού, ποια άλλη βοήθεια χρειάζεται; Τότε έκανε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα Θεού, τώρα τον ένωσε με τον Θεό. Τότε διέταξε τον άνθρωπο να εξουσιάζει πάνω στα φυτά και στα ζώα, τώρα αναβίβασε τα πρωτεία μας στους ουρανούς, τότε έδωσε κατοικία τον παράδεισο, τώρα άνοιξε σε μας τον ουρανό. Τότε ο άνθρωπος πλάστηκε την έκτη ημέρα, τώρα την πρώτη μέρα μαζί με το φως.

    Και σε ρωτώ Νικόδημε με ποια λογική μπορείς να τα εξηγήσεις όλα αυτά; Αν δεν μπόρεσες να εξηγήσεις τα χονδροειδέστερα θα μπορέσεις να εξηγήσεις και να κατανοήσεις τα λεπτότερα και πνευματικά;

    6 τὸ γεγεννημένον ἐκ τῆς σαρκὸς σάρξ ἐστι, καὶ τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Πνεύματος πνεῦμά ἐστι.

    Κι αν όπως είπαμε προηγουμένως στα πρώτα αγαθά που μας εμπιστεύθηκε ο Θεός δεν βρεθήκαμε πιστοί και όμως μας εμπιστεύθηκε μεγαλύτερα, δεν μπορέσαμε να αρνηθούμε τον καρπό ενός μόνο δένδρου κι όμως μας χάρισε την ουράνια απόλαυση. Δεν δείξαμε υπομονή στον παράδεισο κι όμως μας άνοιξε τους ουρανούς.

   Από τότε που εισήλθε ο Κύριος στα ύδατα του Ιορδάνου, το ύδωρ δεν παράγει πλέον ερπετά με ζώσες ψυχές, αλλά ψυχές λογικές μέσα στις οποίες κατοικεί το Άγιο Πνεύμα.

   Μη ταράσσεσαι όμως Νικόδημε με όλα αυτά. Δεν είναι δυνατόν να συλλάβεις το Πνεύμα με την σάρκα, ούτε να φανταστείς ότι το Πνεύμα αναπαράγει σάρκα.

   Θα ρωτήσει κάποιος: -«Τότε πως  από Πνεύμα γεννήθηκε η σάρκα του Κυρίου»; -Απ. : Το Πνεύμα διέπλασε Αυτόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη γεννηθεί εκ του μηδενός, διότι αλλιώς τι θα χρειαζόταν η μήτρα; Αλλά διέπλασε Αυτόν εκ της Παρθενικής σαρκός. Κατά ποιο τρόπο όμως δεν μπορώ να εξηγήσω. Πάντως όλο αυτό έγινε για να μη θεωρήσει κανείς πως ο Χριστός είναι ξένος προς τη δική μας φύση.

   Όλα αυτά τάραξαν και πάλι τον Νικόδημο. Τι σημαίνει αυτό που είπε ο Κύριος ότι αυτό που γεννήθηκε από πνεύμα είναι πνεύμα;

   7 μὴ θαυμάσῃς ὅτι εἶπόν σοι, δεῖ ὑμᾶς γεννηθῆναι ἄνωθεν.

Και με έναν αισθητό τρόπο ο Χριστός, διότι όπως είπαμε ταράχθηκε ο Νικόδημος, δίνει ένα χειροπιαστό παράδειγμα:

    8 τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ, καὶ τὴν φωνὴν αὐτοῦ ἀκούεις, ἀλλ' οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει· οὕτως ἐστὶ πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Πνεύματος.

    Ο άνεμος πηγαίνει σε διάφορες κατευθύνσεις, όχι διότι έχει δική του προτίμηση, αλλά διότι έχει ανεμπόδιστη φυσική ορμή. Κι έτσι ο άνεμος με μεγάλη δύναμη διασκορπίζεται παντού και κανείς δεν μπορεί να τον σταματήσει. Και ακούς τη βοή του αλλά δεν ξέρεις αν έρχεται ή αν φεύγει και που πηγαίνει. Έτσι είναι ο καθένας που γεννήθηκε από Πνεύμα. Εδώ βρίσκεται όλο το συμπέρασμα. Διότι λέει ότι αν δεν ξέρεις να εξηγήσεις την ορμή αυτού του ανέμου τον οποίο αισθάνεσαι με την ακοή και την αφή πως εξετάζεις με περιέργεια την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος;

   Κι όμως αν και δόθηκε στον Νικόδημο τόσο σαφές παράδειγμα, εκείνος συνεχίζει να ρωτά: 9 ἀπεκρίθη Νικόδημος καὶ εἶπεν αὐτῷ· πῶς δύναται ταῦτα γενέσθαι;

   Αυτή τη φορά ο Χριστός γίνεται αυστηρότερος μαζί του:  10 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· σὺ εἶ ὁ διδάσκαλος τοῦ ᾿Ισραὴλ καὶ ταῦτα οὐ γινώσκεις;

Εσύ δες πως δεν κατηγορεί καθόλου τον Νικόδημο για πονηρία, αλλά για άγνοια και αφέλεια. Άνοιξε τα μάτια σου Νικόδημε και δες ότι πριν απ’ αυτήν την γέννηση γέννησαν στείρες γυναίκες και ύστερα και άλλες που ήταν πολύ ηλικιωμένες, θυμήσου τον Ελισαίο που έκανε σίδηρο να επιπλεύσει, θυμήσου τον Σύρο Νεεμάν που καθαρίστηκε από τα αναταρασσόμενα υπό αγγέλου ύδατα του Ιορδάνου και άλλα άπειρα σημεία της ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Εσύ λοιπόν Νικόδημε ενώ είσαι διδάσκαλος του Ισραήλ όλα αυτά και άλλα περισσότερα τα αγνοείς;

    11 ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι ὅτι ὃ οἴδαμεν λαλοῦμεν καὶ ὃ ἑωράκαμεν μαρτυροῦμεν, καὶ τὴν μαρτυρίαν ἡμῶν οὐ λαμβάνετε.

Τι σημαίνει αυτός ο αινιγματικός λόγος του Κυρίου; -Ότι δηλαδή επειδή για μας η όραση είναι περισσότερη πιστευτή από τις άλλες αισθήσεις όταν θέλουμε να πείσουμε κάποιον του λέμε ότι «αυτό» το έχουμε δει με τα μάτια μας. Με αυτόν τον τρόπο ο Χριστός γίνεται ανθρωπινότερος. Όμως δεν εξοργίζεται με την αμάθεια του Νικοδήμου.

    Και με αυτόν τον τρόπο  μας διδάσκει ότι όταν κάποιον δεν μπορούμε να τον πείσουμε με τα επιχειρήματά μας, δεν πρέπει να οργιζόμαστε, ούτε να φωνάζουμε, διότι η ένταση της φωνής τρέφει την οργή.

    Ας προσπαθήσουμε λοιπόν κι εμείς να μη φωνάζουμε. Αν μπορούσαμε να δούμε την όψη μας την ώρα της οργής μας δεν θα χρειαζόμασταν άλλο επιχείρημα ή άλλον διδάσκαλο. Η οργή είναι χειρότερη από την μέθη, αθλιότερη από τον δαίμονα.

    Γι’ αυτό και Απόστολος Παύλος λέει: «Κάθε κραυγή και κάθε οργή ας φύγει μακριά από σας». (Εφ. 4,31). Ας ομιλούμε λοιπόν παντού με ηρεμία για να βρούμε ανάπαυση των ψυχών μας εις την παρούσα και στην μέλλουσα ζωή, αφού γίνουμε ταπεινοί στην καρδιά.

12 εἰ τὰ ἐπίγεια εἶπον ὑμῖν καὶ οὐ πιστεύετε, πῶς ἐὰν εἴπω ὑμῖν τὰ ἐπουράνια πιστεύσετε;

Ο γνήσιος Διδάσκαλος όταν ο μαθητής δεν μπορεί να καταλάβει τα υψηλότερα και βαθύτερα νοήματα, καταβιβάζει το επίπεδο στα μέτρα του μαθητή εξαιτίας της παχύτητας των ακροατών του. Αυτό κάνει εδώ ο Ιησούς.

Πολύ ορθά όμως είπε «δεν πιστεύετε» και δεν είπε «δεν καταλαβαίνετε», διότι ανόητος κατά κάποιο τρόπο είναι εκείνος που ενώ θα μπορούσε διά της λογικής να συλλάβει κάποια νοήματα αδυνατεί να το κάνει. Όταν όμως κάποιος δεν παραδέχεται αυτά που είναι αδύνατον να συλλάβει διά της λογικής αλλά μόνο διά της πίστεως, δεν είναι πλέον ανόητος, αλλά ένοχος για απιστία.

13 καὶ οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὢν ἐν τῷ οὐρανῷ.

Κι ενώ ο Νικόδημος νωρίτερα είχε πει στον Ιησού «γνωρίζουμε ότι ήρθες ως διδάσκαλος απεσταλμένος από τον Θεό», ο Χριστός τώρα τον διορθώνει λέγοντάς του ότι έρχεται από τον ουρανό και εκεί ταυτόχρονα κατοικεί. Και πάλι όμως εδώ δεν επεξηγεί πλήρως την Πανταχού παρουσία Του, διότι δεν κατοικεί μόνο στη γη και στον ουρανό αλλά βρίσκεται παντού. Κάτι που δεν το λέει εξαιτίας της μαλθακότητας του μαθητού.

14 καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου,

Αν και αυτό φαίνεται να είναι άσχετο με τα προηγούμενα απ’ όσα ελέχθηκαν, εν τούτοις δεν είναι. Διότι ενώ στην αρχή ανέπτυξε την μεγάλη ευεργεσία που δόθηκε στους ανθρώπους με το βάπτισμα, τώρα προσάπτει και την αιτία αυτής που είναι η σταύρωση. Γιατί όμως δεν εξήγησε με σαφήνεια ότι πρόκειται να σταυρωθεί αλλά παρέπεμψε σε παλαιό παράδειγμα; -Διότι αν παλαιοί σώθηκαν από τα θανατηφόρα τσιμπήματα των φιδιών επειδή πίστεψαν στον υψωμένο όφι, πόσο μάλλον θα απολαύσουν μεγαλύτερη ευεργεσία αυτοί που θα πιστέψουν στον Εσταυρωμένο.

15 ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ' ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.

Να λοιπόν ποια είναι η αιτία της σταυρικής θυσίας, η απόκτηση της αιώνιας ζωής. Οι Ιουδαίοι λοιπόν τότε διά του χάλκινου όφεως απέφυγαν μεν τον θάνατο, αλλά όχι μόνιμα αλλά προσωρινά, ενώ οι πιστεύοντες στον Εσταυρωμένο αποκτούν την αιώνια ζωή διαφεύγοντας διά παντός του θανάτου.

16 οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ' ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.

Αυτό που λέει εδώ σημαίνει το εξής: Μην απορείς που πρόκειται να σταυρωθώ εγώ για να σωθείς εσύ. Διότι αυτό φάνηκε καλό στον Πατέρα και Αυτός τόσο πολύ σας αγάπησε, ώστε έδωσε τον Υιό Του στους δούλους Του και μάλιστα δούλους που είναι αγνώμονες. Κι όμως αυτό δεν θα το έκανε κανείς, ούτε χάριν των προσφιλών του. Και με τις φράσεις «τόσο πολύ αγάπησε» και «ο Θεός τον κόσμο» δεικνύει την έκταση της αγάπης Του. Διότι ο αθάνατος Θεός  που δεν έχει αρχή και τέλος, η απέραντος μεγαλοσύνη, αγάπησε αυτούς που έχουν πλασθεί από τέφρα και χώμα. Και δεν έδωσε ούτε δούλο ούτε άγγελο, αλλά τον Υιό Του τον Μονογενή προς τους αχάριστους δούλους Του. Και το έκανε αυτό για να μη χαθεί κανένας από τους δούλους που θα πιστέψουν στον Υιό. Διασαφηνίζει δε ότι αυτός που εδώθη είναι Υιός του Θεού και ότι είναι η αρχή της ζωής και μάλιστα αιωνίου ζωής. Και δεν είναι δυνατόν Εκείνος που δίνει ζωή στους άλλους να χαθεί ο ίδιος. Βλέπεις ότι παντού χρειάζεται πίστη; Ο Χριστός βεβαιώνει ότι ο Σταυρός είναι η πηγή της ζωής, πράγμα το οποίο η λογική δεν θα παραδεχτεί εύκολα. Και γιατί αγάπησε ο Θεός τον κόσμο; Για καμιά άλλη αιτία από το ότι είναι Αγαθός.

17 οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ' ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι' αὐτοῦ.

Πολλοί είναι οι οκνηροί εκείνοι οι οποίοι πιστεύουν ότι ο Θεός θα συγχωρήσει ολονών τα αμαρτήματα οπότε τελικά δεν θα υπάρξει ούτε κόλαση, ούτε γέεννα ούτε πυρ και σκώληξ που δεν τελευτά. Οπότε αυξάνουν την αμαρτωλή ζωή τους ξεγελώντας με πρόχειρους συλλογισμούς τους εαυτούς τους. Ο Εκκλησιαστής όμως διαβεβαιώνει: «Η οργή του δεν είναι μικρότερη από την ευσπλαχνία του και η οργή του θα ξεσπάσει στους αμαρτωλούς».

Συγχρόνως όμως κάποιος θα ρωτήσει: «Που είναι η ευσπλαχνία Του αν τον καθένα θα ανταμείψει ή τιμωρήσει ανάλογα με τα έργα του; Ο Θεός δεν θα ζητήσει λόγο για κανένα από τα άπειρα αμαρτήματα που διαπράξαμε κατά την διάρκεια της ζωής μας αν μετανοήσουμε γι’ αυτά.

Δύο είναι οι παρουσίες του Χριστού: Αυτή που έχει γίνει ήδη και στην οποία ο Χριστός δεν ήρθε να κρίνει τον κόσμο αλλά για να συγχωρήσει, και η Δευτέρα κατά την οποίο ο Χριστός δεν θα συγχωρήσει αλλά θα κρίνει τον κόσμο.

Κι όμως και η πρώτη παρουσία του Χριστού είναι παρουσία κρίσεως κατά την αυστηρή κριτική. Γιατί; Διότι προ της παρουσία Του υπήρχε άγραφος νόμος και προφήτες, επίσης γραπτός νόμος και διδασκαλία και άπειρες υποσχέσεις και ποινές και πολλά άλλα που μπορούσαν να επανορθώσουν το κακό. Και επακόλουθο όλων αυτών ήταν να ζητήσει ευθύνες. Αλλά επειδή είναι φιλάνθρωπος δεν κρίνει, αλλά συγχωρεί μέχρι ένα σημείο. Διότι αν έκρινε, τότε ανεξαιρέτως όλοι θα καταδικάζονταν.

18 ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν οὐ κρίνεται, ὁ δὲ μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

Αφού λοιπόν κατά την πρώτη Του παρουσία δεν ήρθε να κρίνει τον κόσμο, τότε πως κρίθηκε ήδη αυτός που δεν πίστεψε στον Μογενή αφού δεν έφτασε ακόμη ο καιρός της κρίσεως; -Διότι εκείνος που από μόνος του καθιστά τον εαυτό του υπεύθυνο τιμωρίας έχει ήδη τιμωρηθεί αν όχι πραγματικά, σίγουρα όμως πνευματικά. Έτσι για να μη μπορεί κανείς να αμαρτάνει ατιμώρητα  όταν ακούει «δεν ήρθα να καταδικάσω τον κόσμο», αφαιρεί και αυτή την πρόφαση λέγοντας: «Έχει ήδη κριθεί».

19 αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τὸ φῶς ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσμον, καὶ ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς· ἦν γὰρ πονηρὰ αὐτῶν τὰ ἔργα.

Να η αιτία της τιμωρίας: Ότι αυτοί αφήνουν το φως και τρέχουν στο σκοτάδι. Με αυτά τα λόγια τους στερεί από κάθε απολογία. Διότι λέει, αν μεν είχα έλθει για τους τιμωρήσω και να ζητήσω ευθύνες για τις πράξεις τους μπορούσαν να ισχυριστούν: «γι’ αυτό απομακρυνθήκαμε». Τώρα όμως έχω έλθει για να τους βγάλω από το σκοτάδι και να τους οδηγήσω στο φως. Και ποιος θα μπορούσε να λυπηθεί εκείνον που δεν θέλει να βγει από το σκοτάδι. Διότι εκείνος που ενώ μπορεί να μεταβεί στο φως εξακολουθεί να κάθεται στο σκοτάδι δεν μπορεί να είναι παρά διεστραμμένος και ισχυρογνώμον.  Και επειδή όλα αυτά ακούγονται απίστευτα εκθέτει στη συνέχεια και την αιτία για την οποία συμβαίνουν όλα αυτά: «Διότι ήταν πονηρά τα έργα αυτού». Όποιος κάνει το κακό μισεί το φως για να μη γίνει φανερός.

20 πᾶς γὰρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ· 21 ὁ δὲ ποιῶν τὴν ἀλήθειαν ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα φανερωθῇ αὐτοῦ τὰ ἔργα, ὅτι ἐν Θεῷ ἐστιν εἰργασμένα

Και ήρθε τέλος πάντων το Φως. Μήπως εκοπίασαν γι’ αυτό; Μήπως το ζήτησαν; Μήπως κουράστηκαν για να το βρουν; Το Φως από μόνο Του πήγε σ’ αυτούς κι εκείνοι δεν αξιώθηκαν να το καλοδεχτούν. Το γιατί το εκθέσαμε παραπάνω…

22 Μετὰ ταῦτα ἦλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ εἰς τὴν ᾿Ιουδαίαν γῆν, καὶ ἐκεῖ διέτριβε μετ' αὐτῶν καὶ ἐβάπτιζεν.

Όπως φαίνεται από τα παρακάτω λεγόμενα δεν βάπτιζε ο ίδιος, αλλά οι μαθητές Του. Γιατί; Διότι Εκείνο θα βάπτιζε με Πνέυματι Αγίω και πυρί. Όμως το Πνεύμα ακόμη δεν είχε  δοθεί ακόμη σ’ αυτόν. Άρα δικαίως δεν βάπτιζε. (πράγματα ακατάγνωστα για μας τους αδαείς εμπιστευόμαστε τα λόγια του Ιερού Χρυσοστόμου).

23 ἦν δὲ καὶ ᾿Ιωάννης βαπτίζων ἐν Αἰνὼν ἐγγὺς τοῦ Σαλείμ, ὅτι ὕδατα πολλὰ ἦν ἐκεῖ, καὶ παρεγίνοντο καὶ ἐβαπτίζοντο·

Κι ενώ βάπτιζαν οι μαθητές του Ιησού, παραδίπλα βάπτιζε και ο Ιωάννης. Γιατί; Διότι πρώτον δεν είχε κλειστεί ακόμη στη φυλακή και κατά δεύτερον για να μη προκαλέσει ζηλοτυπία μεταξύ των δικών του μαθητών και των μαθητών του Ιησού πράγμα που θα προκαλούσε πνευματική ζημία. Και γιατί θα προκαλούνταν αυτή η ζηλοτυπία; Διότι αν και εκείνος έσπρωχνε τους μαθητές του στο να ακολουθήσουν τον Ιησού, εκείνοι δεν ήταν έτοιμοι ακόμη να τον εγκαταλείψουν και παρέμεναν κοντά του. Γι’ αυτό και ο Χριστός άρχισε να κηρύττει όταν φυλακίστηκε ο Ιωάννης ο Πρόδρομος.

Τώρα αν ρωτήσει κανείς σε τι πλεονεκτούσε το βάπτισμα των μαθητών, από το βάπτισμα του Ιωάννου θα απαντήσουμε: Σε τίποτα. Διότι και τα δύο στερούνταν τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος.

24 οὔπω γὰρ ἦν βεβλημένος εἰς τὴν φυλακὴν ὁ ᾿Ιωάννης. 25 ᾿Εγένετο οὖν ζήτησις ἐκ τῶν μαθητῶν ᾿Ιωάννου μετὰ ᾿Ιουδαίου περὶ καθαρισμοῦ.

Πρόσεξε τι λέει εδώ: Οι μαθητές του Προδρόμου επειδή ζηλοτυπούσαν τους μαθητές του Χριστού ξεκίνησαν εκείνοι συζήτηση για το ποιο από τα δύο βαπτίσματα υπερτερούσε και ήταν πιο ωφέλιμο. Ο ευαγγελιστής με λεπτότητα μεταφέρει το γεγονός αυτό λέγοντας ότι απλώς συζητούσαν, ενώ στην πραγματικότητα φιλονικούσαν.

26 καὶ ἦλθον πρὸς τὸν ᾿Ιωάννην καὶ εἶπον αὐτῷ· ραββί, ὃς ἦν μετὰ σοῦ πέραν τοῦ ᾿Ιορδάνου, ᾧ σὺ μεμαρτύρηκας, ἴδε οὗτος βαπτίζει καὶ πάντες ἔρχονται πρὸς αὐτόν.

Να εδώ η φιλονικία για την οποία είπαμε προηγουμένως: Οι μαθητές του Ιωάννου διαμαρτύρονται σε κείνον λέγοντας: «αυτός που βάπτισες» δηλαδή αυτός που εσύ λάμπρυνες διά του βαπτίσματος  τολμά να βαπτίζει τώρα κι Αυτός και μάλιστα σ’ Αυτόν προστρέχουν περισσότεροι μαθητές. Ηθελημένα εδώ οι μαθητές του Ιωάννου παρακάμπτουν την μαρτυρία που δόθηκε εξ’ ουρανού διότι δεν τους συνέφερε. 

Ο Ιωάννης δεν τους επέπληξε όμως  μη τυχόν αποχωρώντας από κείνον στραφούν σε ενάντιες καταστάσεις, αλλά με ηπιότητα απάντησε:

27 ἀπεκρίθη ᾿Ιωάννης καὶ εἶπεν· οὐ δύναται ἄνθρωπος λαμβάνειν οὐδέν, ἐὰν μὴ ᾖ δεδομένον αὐτῷ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ.

Δηλαδή μη μάχεστε εναντίον του θελήματος του Θεού επιχειρώντας τα αδύνατα και καταστροφικά για σας διότι θα γίνετε εχθρού του Θεού. Ο Ιωάννης δεν προχωρεί σε μεγαλύτερες αποκαλύψεις για το πρόσωπο του Ιησού εξαιτίας του φθόνου τους.  

28 αὐτοὶ ὑμεῖς μοι μαρτυρεῖτε ὅτι εἶπον· οὐκ εἰμὶ ἐγὼ ὁ Χριστός, ἀλλ' ὅτι ἀπεσταλμένος εἰμὶ ἔμπροσθεν ἐκείνου.

Σεις λοιπόν δέχεστε ότι εγώ είμαι απεσταλμένος από τον Θεό. Αν το δέχεστε αυτό, τότε πρέπει να δεχτείτε και την διδασκαλία μου ότι εγώ σας είπα ότι Αυτός τον οποίο εγώ βάπτισα δεν είναι άνθρωπος αλλά Θεός. Κι εγώ είμαι απεσταλμένος Αυτού λίγο πριν Εκείνος έρθει.

29 ὁ ἔχων τὴν νύμφην νυμφίος ἐστίν· ὁ δὲ φίλος τοῦ νυμφίου, ὁ ἑστηκὼς καὶ ἀκούων αὐτοῦ, χαρᾷ χαίρει διὰ τὴν φωνὴν τοῦ νυμφίου. αὕτη οὖν ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ πεπλήρωται.

Κι ενώ προηγουμένως είχε πει ότι δεν είναι άξιος να λύσει τα κορδόνια του Κυρίου, τώρα εμφανίζεται ο φίλος Του. Γιατί; Όχι βέβαια για να υπερηφανευθεί, αλλά επειδή ήθελε να αποδείξει ότι κι αυτός για τον ίδιο σκοπό φρόντιζε τόσο πολύ. Άρα λοιπόν ως φίλος του γαμβρού χαίρεται και έτσι πρέπει να χαρούν και οι μαθητές του, διότι αυτός ήταν και ο σκοπός της εργασίας του, να ετοιμάσει τόπο για τον ερχομό του γαμβρού. Και αν η νύφη δεν πήγαινε στο γαμβρό τότε θα στενοχωριόμουν.

30 ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι.

Το έργο μου λοιπόν περατώθηκε. Δεν έχω να προσθέσω τίποτα περισσότερο από το μειώνομαι εγώ ενώ Εκείνος να αυξάνει. Πάψτε λοιπόν τον φθόνο σας και χαρείτε διότι αυτό είναι το θέλημα του Κυρίου.

Μην κενοδοξείτε λοιπόν, διότι η κενοδοξία είναι η αιτία όλων των κακών.

Το να κατηγορούμε όμως το πάθος δεν έχει κανένα αποτέλεσμα, νόημα και ουσία. Αποτέλεσμα έχει το να αντιμετωπίσουμε επαρκώς αυτό πάθος. Με ποιο τρόπο; Με το να αντιθέσουμε τη μία δόξα έναντι της άλλης:. «Επίγεια πλούτη»- «επουράνια πλούτη», «γήινη δόξα»- «ουράνια δόξα», «έπαινος ανθρώπων»- «έπαινος αγγέλων» κ.τ.ο Τότε σκεπτόμενοι με αυτό τον τρόπο ποια επίγεια δόξα θα μπορέσει να σε κρατήσει;

31 ὁ ἄνωθεν ἐρχόμενος ἐπάνω πάντων ἐστίν. ὁ ὢν ἐκ τῆς γῆς ἐκ τῆς γῆς ἐστι καὶ ἐκ τῆς γῆς λαλεῖ· ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐρχόμενος ἐπάνω πάντων ἐστί,

Την μαρτυρία μου, λέει ο Ιωάννης στους μαθητές του την θεωρείται αξιόπιστη. Αλλά εγώ κατάγομαι από την γη. Ενώ Εκείνος που έρχεται από τον ουρανό, έχει πολύ πιο αξιόπιστη μαρτυρία να καταθέσει, διότι η μαρτυρία του δεν είναι γήινη, αλλά ουράνια.

Τι σημαίνει όμως η φράση «επάνω πάντων εστίν»; -Ότι ο Χριστός δεν έχει ανάγκη από κανέναν και από τίποτα διότι αυτουπάρχει.

Και με όλα αυτά ξεριζώνει ο μέγας διδάσκαλος το πάθος της κενοδοξίας των μαθητών του και έπειτα μιλά με μεγαλύτερη σαφήνεια για το πρόσωπο του Χριστού: 32 καὶ ὃ ἑώρακε καὶ ἤκουσε, τοῦτο μαρτυρεῖ, καὶ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ οὐδεὶς λαμβάνει.

Και πάλι όμως ο Ιωάννης εκεί που αποκαλύπτει τα περί του Υιού, εκεί ταυτόχρονα καταβιβάζει τον λόγο, λέγοντας ότι «ο εώρακε και είκουσε». Διότι αυτή η φράση δεν θα έπρεπε να λεχθεί για Θεό, αλλά για άνθρωπο. Γιατί λοιπόν μιλά μ’ αυτόν τον τρόπο; Διότι θέλει να κάνει τον λόγο του αξιόπιστο. Διότι άλλο πράγμα είναι κανείς να φανταστεί κάτι και στη συνέχεια να το εξιστορήσει, και άλλο πράγμα είναι να βιώσει κανείς κάτι με τις αισθήσεις και στη συνέχεια να διηγηθεί το γεγονός. Και ο ίδιος ο Κύριος αλλού λέει: «Καθώς ακούω κρίνω» ή «όσα έχω ακούσει από τον Πατέρα μου» κ.α  Τα λόγια αυτά ελέχθησαν ασφαλώς εξαιτίας της πνευματικής και διανοητικής αδυναμίας των μαθητών.

Εν τούτοις όμως παρόλο που η μαρτυρία του Ιησού δεν είναι γήινη αλλά ουράνια, αυτήν την μαρτυρία «ουδείς λαμβάνει».

Γιατί όμως το λέει αυτό ο Ιωάννης; Δεν είχε ο Χριστός μαθητές και πολλούς ακροατές του λόγου;  -Το «κανείς» έχει εδώ την έννοια του «ολίγοι».

33 ὁ λαβὼν αὐτοῦ τὴν μαρτυρίαν ἐσφράγισεν ὅτι ὁ Θεὸς ἀληθής ἐστιν.

Με τον λόγο αυτόν ο Ιωάννης φοβερίζει τώρα τους μαθητές του λέγοντάς τους ουσιαστικά ότι εκείνος που δεν πιστεύει στον Υιό, δεν πιστεύει και στον Πατέρα. Και Γι’ αυτό παρακάτω προσθέτει:  34 ὃν γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεός, τὰ ρήματα τοῦ Θεοῦ λαλεῖ· οὐ γὰρ ἐκ μέτρου δίδωσιν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα.

35 ὁ πατὴρ ἀγαπᾷ τὸν υἱὸν καὶ πάντα δέδωκεν ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ. 36 ὁ πιστεύων εἰς τὸν υἱὸν ἔχει ζωὴν αἰώνιον· ὁ δὲ ἀπειθῶν τῷ υἱῷ οὐκ ὄψεται ζωήν, ἀλλ' ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ μένει ἐπ' αὐτόν.

Επειδή και στους προηγούμενους λόγους Του ο Κύριος προξένησε μεγάλη πνευματική ωφέλεια με την απειλή της κολάσεως, το ίδιο επαναλαμβάνει και τώρα. Και μολονότι ο ίδιος είναι ο Κριτής εν τούτοις αναφέρει τον Πατέρα για να τους φοβερίσει περισσότερο.

Και τώρα μπορείς να ρωτήσεις: Είναι αρκετό να πιστεύει κανείς στον Υιό και να έχει ζωή αιώνιο;

Απ: -Καθόλου.Άκουσε πως το ξεκαθαρίζει ο Χριστός λέγοντας: «Δεν θα εισέλθει στην βασιλεία των ουρανών καθένας που λέγει Κύριε-Κύριε, αλλά και η βλασφημία του Αγίου Πνεύματος είναι αρκετή από μόνη της να ρίψει κάποιον στην γέεννα. Αλλά αφήνοντας τα δογματικά ας μπούμε σε πιο απλά πράγματα: Ακόμη κι αν κάποιος πιστεύει ορθά στον Πατέρα, στον Υιό και στο Άγιο Πνέυμα, αλλά δεν ζει ορθά δεν θα έχει ουδεμία ωφέλεια από την πίστη του αυτή. Και μολόνότι ο Ιωάννης είχε πει πως όποιος πιστεύει στον Υιό έχει ζωή αιώνιο, τόνισε όμως τα επόμενα βάζοντας έτσι φραγμό σε φλύαρες γλώσσες. Άρα λοιπόν, ακόμη κι αν κάποιος πιστεύει όμως η ζωή πραγματοποιεί δεν έχει ευσέβεια, όχι μόνο δεν σώζεται, αλλά η οργή του θεού μένει πάνω του και πολύ δικαίως.

 

 

 

Επαφή