ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ (ΣΤ΄)

2019-01-06 16:14

 

´\ΜΕΤΑ ταῦτα ἀπῆλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς πέραν τῆς θαλάσσης τῆς Γαλιλαίας τῆς Τιβεριάδος· 2 καὶ ἠκολούθει αὐτῷ ὄχλος πολύς, ὅτι ἑώρων αὐτοῦ τὰ σημεῖα ἃ ἐποίει ἐπὶ τῶν ἀσθενούντων. 3 ἀνῆλθε δὲ εἰς τὸ ὄρος ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἐκεῖ ἐκάθητο μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ. 4 ἦν δὲ ἐγγὺς τὸ πάσχα, ἡ ἑορτὴ τῶν ᾿Ιουδαίων.

            Και γιατί απήλθε ο Ιησούς στην Γαλιλαία; Με αυτόν τον τρόπο θέλησε πάλι να μας διδάξει πως πρέπει να αποφεύγουμε τις κακές συναναστροφές αποφεύογντας την θρασύτητα των πονηρών ανθρώπων. 

            Και γιατί τον ακολούθησαν οι όχλοι; Διότι είχαν δει πολλά θαύματα. Ποια θαύματα και γιατί δεν μας τα αναφέρει; Διότι ο Ευαγγελιστής φρίντισε να γεμίσει το βιβλίο του με λόγους του Χριστού και όχι με τα αναρίθμητα θαύματα. Κι όμως, τα πλήθη ακολουθούσαν τον Ιησού όχι γιατί άκουσαν λόγους, αλλά επειδή είδαν θαύματα, πράγμα που δείχνει ατελή πίστη και διάθεση.

            Γιατό ο Χριστός ανέβηκε σε όρος μαζί μαε τους μαθητές Του; Για το θαύμα που επρόκειτο να γίνει και συνάμα για να μας διδάξει ότι πρέπει να αποφεύγουμε τον θόρυβο διότι για να πλησιάσουμε στον Θεό χρειάζεται μόνωση και ησυχία.

            Και μας λέει ο ευαγγελιστής ότι πλησίαζε το πάσχα και η εορτή των αζύμων. Γιατί λοιπόν ο Χριστός δεν πήγε στα Ιεροσόλυμα αλλά βάδιζε προς την Γαλιλαία;  -Ολίγον κατ’ ολγίγον καταργεί τον νόμο, λαμβάνοντας αφορμή από την κακία των Ιουδαίων.

5 ἐπάρας οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ θεασάμενος ὅτι πολὺς ὄχλος ἔρχεται πρὸς αὐτόν, λέγει πρὸς τὸν Φίλιππον· πόθεν ἀγοράσωμεν ἄρτους ἵνα φάγωσιν οὗτοι;

            Και για ποιο λόγο ρώτησε τον Φίλιππο; -Γνώριζε ποιοι από τους μαθητές Του είχαν ανάγκη από περισσότερη διδασκαλία. Διότι ο Φίλιππος ήταν αυτός που αργότερα είπε: «Δίξε σε μας τον Πατέρα και αυτό μας αρκεί». Διότι αν το θαύμα γινόταν χωρίς προετοιμασία, δεν θα φαινόταν τόσο πολύ ως θαύμα.  Τώρα όμως αναγκάζει τον Φίλιππο να ομολογήσει την υπάρχουσα έλλειψη. Και πρόσεχε τι ρωτά τον Φίλιππο: πόθεν ἀγοράσωμεν ἄρτους ἵνα φάγωσιν οὗτοι; Ώστε ο Φίλιππος συγκρίνοντας αυτά που είχε με αυτούς που χόρτασαν να κατανοήσει περισσότερο την έκταση του θαύματος. Έτσι ο Φίλιπος απάντησε: 6 τοῦτο δὲ ἔλεγε πειράζων αὐτόν· αὐτὸς γὰρ ᾔδει τί ἔμελλε ποιεῖν. 7 ἀπεκρίθη αὐτῷ Φίλιππος· διακοσίων δηναρίων ἄρτοι οὐκ ἀρκοῦσιν αὐτοῖς ἵνα ἕκαστος αὐτῶν βραχύ τι λάβῃ.

Τι σημαίνει «για να δοκιμάσει»; Μήπως δεν γνώριζε τι θα του απαντούσε ο Φίλιππος; Τη σημασία της λέξης μπορούμε να την ακτανοήσουμε από την Παλαιά Διαθήκη. Διότι και εκεί λέει: «Μετά ταύτα δοκίμασε ο Θεός τον Αβραάμ και είπε, πάρε τον υιό σου τον μονογενή τον οποίο ηγάπησες τον Ισαάκ». Αλλά ούτε και εκεί υπάρχει ακριβή γνώση της λέξης, διότι ο Θεός ως Παντογνώστης δεν περίμενε να δει το τέλος της δοκιμασίας για να γνωρίσει. Άρα η λέξη δοκιμάσει τελικά δεν σημαίνει την άγνοια, αλλά την ακριβή γνώση. Ή επίσης μπορεί να σημαίνει ότι διά της ερωτήσεως οδηγεί τον Φίλιππο στην ακριβή γνώση του θαύματος. Γι’ αυτό και ο Ευαγγελιστής προσθέτει αὐτόν· αὐτὸς γὰρ ᾔδει τί ἔμελλε ποιεῖν.

 8 λέγει αὐτῷ εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ᾿Ανδρέας ὁ ἀδελφὸς Σίμωνος Πέτρου. 9 ἔστι παιδάριον ἓν ὧδε, ὃς ἔχει πέντε ἄρτους κριθίνους καὶ δύο ὀψάρια· ἀλλὰ ταῦτα τί ἐστιν εἰς τοσούτους;

Λεπτότερα από τον Φίλιππο σκέφτεται ο Ανδρέας. Αλλά όμως ούτε και αυτός κατανόησε το θαύμα. Και ο Ανδρέας το είπε αυτό έχοντας υπόψιν του το θαύμα του Ελισαίου. Αλλά παρότι έφτασε στο ύψωμα εν τούτοις δεν έφτασε στην κορυφή. Όταν λοιπόν και οι δύο μαθητές έπαψαν να ελπίζουν και σίγησαν, τότε ακριβώς ο Ιησούς έκανε το θαύμα. Και για να δείξει ότι δεν είχε καθόλου ανάγκη την ύλη για να κάνει το θαύμα, γι’ αυτό πριν καν εμφανιστούν αυτοί μπροστά του ξεκινά να τελεί το θαύμα. Και για να φανεί το πόσο πολύ οι μαθητές είχαν ωφεληθεί από την συζήτηση που προηγήθηκε υπάκουσαν αμέσως στις εντολές του Χριστού δίχως περαιτέρω ερωτήσεις ή δισταγμό.

10 εἶπε δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς· ποιήσατε τοὺς ἀνθρώπους ἀναπεσεῖν· ἦν δὲ χόρτος πολὺς ἐν τῷ τόπῳ. ἀνέπεσον οὖν οἱ ἄνδρες τὸν ἀριθμὸν ὡσεὶ πεντακισχίλιοι. 11 ἔλαβε δὲ τοὺς ἄρτους ᾿Ιησοῦς καὶ εὐχαριστήσας διέδωκε τοῖς μαθηταῖς, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ἀνακειμένοις· ὁμοίως καὶ ἐκ τῶν ὀψαρίων ὅσον ἤθελον.

            Και γιατί ενώ όταν θεράπευσε τον παραλυτικό, ή όταν γαλήνεψε τα κύματα, ή όταν ανέστησε τον νεκρό, δεν προσευχήθηκε προτίτερα, ενώ τώρα το κάνει; Για να μας διδάξει την ευχαριστία που πρέπει να κάνουμε και την προσευχή πριν από κάθε γεύμα. Επί πλέον υπήρχε και πολύς κόσμος ο οποίος έπρεπε να πειστεί ότι ήρθε με τη θέληση του Θεού. Είναι επίσης σημαντικό το πώς ποιεί το θάμυα. Με πλήρη εξουσία και όχι ως δούλος.

 12 ὡς δέ ἐνεπλήσθησαν, λέγει τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· συναγάγετε τὰ περισσεύσαντα κλάσματα, ἵνα μή τι ἀπόληται. 13 συνήγαγον οὖν καὶ ἐγέμισαν δώδεκα κοφίνους κλασμάτων ἐκ τῶν πέντε ἄρτων τῶν κριθίνων ἐπερίσσευσε τοῖς βεβρωκόσιν.

Και η ενέργειά Του αυτή δεν έχει τίποτα το περιττό. Αλλά έγινε για να μη νομίσει κανείς πως αυτό το θαύμα ήταν απόροοια φαντασίας. Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο και ο Χριστός δεν πολλαπλασίασε εκ του μηδενός αλλά από την υπάρχουσα ύλη που του έφεραν μπροστά Του.  Και γιατί δεν έδωσε εντολή τα περισσεύματα να τα μαζέψει ο όχλος αλλά οι μαθητές Του; Διότι αυτοί σε λίγο θα γινόταν διδάσκαλοι όλοι της οικουμένης και γι’ αυτό έπρεπε να διδαχθούν επαρκώς από το θαύμα αυτό.  Άλλωστε ο Χριστός σε άλλη περίπτωση τους υπενθύμισε το γεγονός ρωτώντας : «Δεν γνωρίζετε πόσα κοφίνια πήρατε»; Και το ότι τα κοφίνια ήταν σε αριθμό ίσα με τον αριθμό των μαθητών έγινε για την αυτή αιτία.

 14 Οἱ οὖν ἄνθρωποι, ἰδόντες ὃ ἐποίησε σημεῖον ὁ ᾿Ιησοῦς, ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης ὁ ἐρχόμενος εἰς τὸν κόσμον.

Ω υπερβολική γαστριμαργία! Είχε κάνει άπειρα θαύματα πολύ πιο αξιόλογα απ’ αυτό, αλλά πουθενά δεν ομολόγησαν έτσι παρά μόνο όταν χόρτασαν.

15 ᾿Ιησοῦς οὖν γνοὺς ὅτι μέλλουσιν ἔρχεσθαι καὶ ἁρπάζειν αὐτὸν ἵνα ποιήσωσιν αὐτὸν βασιλέα, ἀνεχώρησε πάλιν εἰς τὸ ὄρος αὐτὸς μόνος.

Κι ενώ προτίτερα ενδιαφέρονταν πολύ για την καταπάτηση της αργίας του Σαββάτου και εξέταζαν και σκανδαλίζονταν, τώρα που χόρτασαν τίποτα απ’ αυτά δεν τους ενδιαφέρει και τώρα θέλουν να στε΄ψουν βασιλέα! Αλλά ο Χριστό φεύγει. Γιατί φεύγει; Διότι θέλει να μας διδάξει να περιφρονούμε τα κοσμικά αξιώματα και ότι ο Χριστός δεν έχει ανάγκη από καμιά επίγεια τιμή.

Και πράγματι κάθε ανθ΄ρωπινη τιμή είναι πανομοιότυπη με γέλωτα και ύβρη και ηρωνεία. Ας μην την επιδιώκουμε λοιπόν. Διότι η δόξα του ανθ΄ρωπου είναι ως άνθος χόρτου. Διότι τι πιο ταπεινό υπάρχει από το άνθος του χόρτου;

             16 ῾Ως δὲ ὀψία ἐγένετο, κατέβησαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπὶ τὴν θάλασσαν, 17 καὶ ἐμβάντες εἰς τὸ πλοῖον ἤρχοντο πέραν τῆς θαλάσσης εἰς Καπερναούμ. καὶ σκοτία ἤδη ἐγεγόνει καὶ οὐκ ἐληλύθει πρὸς αὐτοὺς ὁ ᾿Ιησοῦς, 18 ἥ τε θάλασσα ἀνέμου μεγάλου πνέοντος διηγείρετο.

Επειδή ο Χριστός είχε αφήσει τους μαθητές μόνους και πήγε στο όρος να προσευχηθεί, οι μαθητές καθώς οι ώρες περνούσαν άρχισαν να ανησυχούν και επειδή τόσο μεγάλη ήταν επιθυμία τους για τον Κύριο αδιαφορώντας για το γεγονός ότι είχε νυχτώσει, μπήκαν στο πλοίο για να Τον αναζητήσουν. Τόσο μεγάλος ήταν ο πόθος τους για τον Χριστό. Και γιατί ο Χριστός τους άφησε μόνους; Αφενός για να Τον επιθυμήσουν περισσότερο και αφ’ εταίρου για ν αδουν πόσο βαρύ πράγμα είναι η Θεία εγκατάλειψη. Αλλά και για ένα κόμη λόγο. Για να τους δείξει την δύναμή Του.

 19 ἐληλακότες οὖν ὡς σταδίους εἴκοσι πέντε ἢ τριάκοντα θεωροῦσι τὸν ᾿Ιησοῦν περιπατοῦντα ἐπὶ τῆς θαλάσσης καὶ ἐγγὺς τοῦ πλοίου γινόμενον, καὶ ἐφοβήθησαν.

Για πολλούς λόγους ταράχθηκαν οι μαθητές: Πρω΄τον διότι βρίσκονταν μακριά από την ξηρά, δεύτερον διότι είχε νυχτώσει, τρίτον διότι φυσούσε δυαντός αέρας, τέταρτον διότι η θάλασσα φούσκωνε και πέμπτον διότι είδαν τον Χριστό να περπατά πάνω στα κύματα.

Το θαύμα αυτό ο Ιερός Χρυσόστομος λέει πως είναι διαφορετικό απ’ αυτό που μας παρουσιάζει ο Ματθαίος. Και αυτός καθώς λέει διαπιστώνεται από πολλά πράγματα:

 20 ὁ δέ λέγει αὐτοῖς· ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε. 21 ἤθελον οὖν λαβεῖν αὐτὸν εἰς τὸ πλοῖον, καὶ εὐθέως τὸ πλοῖον ἐγένετο ἐπὶ τῆς γῆς εἰς ἣν ὑπῆγον.

Όπως διαβάζουμε στον παραπάνω στίχο μόλις οι μαθητές άκουσαν την φωνή του Χριστού, δεν αναρωτήθηκαν όπως τότε που είπε ο Πέτρος «αν είσαι διέταξε να έρθω κοντά σου», αλλά αμέσως πίστηκαν ότ ο Κύριος είναι. Ο Χριστός φαίνεται να επαναλαμβάνει κάποια θαύματα για παιδαγωγικούς  λόγους προς τους μαθητές Του ώστε αυτοί να ενισχύονται ολοένα και περισσότερο στην πίστη. Παρατηρούμε επίσης και μία άλλη μεγάλη διαφορά. Ενώ στο θαύμα που περιγράφει ο Ματθαίος ο Ιησούς επιτιμά τους ανέμους και η θάλασσα γαληνεύει, εδώ με το που εμφανίζεται το πλοίο εκ θαύματος μεταβαίνει αμέσως στην στεριά.

           22 Τῇ ἐπαύριον ὁ ὄχλος ὁ ἑστηκὼς πέραν τῆς θαλάσσης ἰδὼν ὅτι πλοιάριον ἄλλο οὐκ ἦν ἐκεῖ εἰ μὴ ἓν ἐκεῖνο εἰς ὃ ἐνέβησαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ὅτι οὐ συνεισῆλθε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς τὸ πλοιάριον, ἀλλὰ μόνοι οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπῆλθον· 23 ἄλλα δὲ ἦλθε πλοιάρια ἐκ Τιβεριάδος ἐγγὺς τοῦ τόπου, ὅπου ἔφαγον τὸν ἄρτον εὐχαριστήσαντος τοῦ Κυρίου· 24 ὅτε οὖν εἶδεν ὁ ὄχλος ὅτι ᾿Ιησοῦς οὐκ ἔστιν ἐκεῖ οὐδὲ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, ἐνέβησαν αὐτοὶ εἰς τὰ πλοῖα καὶ ἦλθον εἰς Καπερναοὺμ ζητοῦντες τὸν ᾿Ιησοῦν. 25 καὶ εὑρόντες αὐτὸν πέραν τῆς θαλάσσης εἶπον αὐτῷ· ραββί, πότε ὧδε γέγονας;

Και μας περιγράφει ο ευαγγελιστής τόσο λεπτομερώς την συμπεριφορά του πλήθους, διότι μ’ αυτόν τον τρόπο θέλει να μας πει πως και εκείνοι υποψιάστηκαν το θαύμα. Διότι δεν υπήρχε άλλος τρόπος να  φτάσει εκεί ο Χριστός παρά μόνο εκ θαύματος αφού δεν υπήρχε άλλο πλοίο πέρα απ’ αυτό που μετέβησαν από βραδύς οι μαθητές. Και μολονότι είχαν δει την προηγούμενη μέρα το θαύμα του πλλαπλασιασμού των πέντε άρτων  και ήθελαν τότε να τον ανακηρύξουν βασιλέα, τώρα δεν τον αναζητούν για τον ίδιο λόγο αλλά γιατί επιζητούσαν και πάλι φαγητό.

26 ᾿Απεκρίθη αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ζητεῖτέ με, οὐχ ὅτι εἴδετε σημεῖα, ἀλλ' ὅτι ἐφάγετε ἐκ τῶν ἄρτων καὶ ἐχορτάσθητε. 27 ἐργάζεσθε μὴ τὴν βρῶσιν τὴν ἀπολλυμένην, ἀλλὰ τὴν βρῶσιν τὴν μένουσαν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἣν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὑμῖν δώσει· τοῦτον γὰρ ὁ πατὴρ ἐσφράγισεν ὁ Θεός.

            Ο διδάσκαλος ενίτοτε θα πρέπει να είναι και αυστηρός διότι δεν ωφελεί πάντοτε η επιείκια και η πραότητα. Γιατί αν ο μαθητής είναι νωθρός και χονδροκέφαλος , τότε πρέπει να χρησιμοποιεί το κέντρισμα ώστε να αποβάλλει την νωθρότητα. Αλλά προσέξτε: Δεν είπε «ω λαίμαργοι και κοιλιόδουλοι και ….» αλλά τους μίλησε με γλυκήτητα και ηρεμία.

            28 εἶπον οὖν πρὸς αὐτόν· τί ποιῶμεν ἵνα ἐργαζώμεθα τά ἔργα τοῦ Θεοῦ; 29 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτό ἐστι τὸ ἔργον τοῦ Θεοῦ, ἵνα πιστεύσητε εἰς ὃν ἀπέστειλεν ἐκεῖνος. 30 εἶπον οὖν αὐτῷ· τί οὖν ποιεῖς σὺ σημεῖον ἵνα ἴδωμεν καὶ πιστεύσωμέν σοι; τί ἐργάζῃ; 31 οἱ πατέρες ἡμῶν τὸ μάννα ἔφαγον ἐν τῇ ἐρήμῳ, καθώς ἐστι γεγραμμένον· ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς φαγεῖν.

            Κε έβαλαν στο μέσον αυτό το επιχείρημα διότι εξακολουθούσαν να ζητούν από τον Χριστό υλική τροφή.  Και ήταν τόσο αδιάντροποι ώστε σαν μην είχαν δει λίγο νωρίτερα το θαύμα ζητούσαν να δουν σημείο. Κι ενώ λίγο νωρίτερα ήθενα να τον κάνουν βασιλέα τους τώρα ουρλιάζουν εναντίομ Του σαν πεινασμένα σκυλιά.  Να όμως πως τους απάντησε ο Χριστός:

            32 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ Μωϋσῆς δέδωκεν ὑμῖν τὸν ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, ἀλλ' ὁ πατήρ μου δίδωσιν ὑμῖν τὸν ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τὸν ἀληθινόν.

            Δηλαδή σταματείστε να ζητείτε αυτού του είδος την τροφή με τόσο πόθο, αλλά να ζητά τε την πνευματική. Ορισμένοι χρησιμηποιώντας τα λόγια αυτά του Χριστού, λένε «να ο Θεός δεν θέλει να εργαζόμαστε». Αλλά φαίνεται πως ξεχωρίζουν με πονηρία αυτούς τους στίχους αδιαφορώντας για άλλα εδάφια όπως αυτό που λέει ο Άπόστολος Παύλος: «Ο κλέφτης να μην κλέβει πλέον, αλλά μάλλον να κοπιάζει εργαζόμενος με τα χέρια του για να έχει να δώσει και σε εκείνον που έχει ανάγκη». (Εφ. 4,28).  Δηλαδή όχι απλώς να εργάζεται αλλά εκ περισσού να εργάζεται.. Και άλλα πολλά μπορούμε να επικαλεστούμε αλλά δεν είναι της παρούσης.

33 ὁ γὰρ ἄρτος τοῦ Θεοῦ ἐστιν ὁ καταβαίνων ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ζωὴν διδοὺς τῷ κόσμῳ.

Και δίδει ζωή διότι ζωρίς Αυτόν οι άνθρωποι Ιουδαίοι και εθνικοί είναι νεκροί.

 34 εἶπον οὖν πρὸς αὐτόν· Κύριε, πάντοτε δὸς ἡμῖν τὸν ἄρτον τοῦτον.

Και μίλησαν και πάλι μ’ αυτόν τον τρόπο διότι ακόμη και τώρα ήλπιζαν να τους δώσει υιλική τροφή για να χορτάσουν.

35 εἶπε δὲ αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς· ὁ ἐρχόμενος πρός με οὐ μὴ πεινάσῃ, καὶ ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ διψήσῃ πώποτε. 36 ἀλλ' εἶπον ὑμῖν ὅτι καὶ ἑωράκατέ με καὶ οὐ πιστεύετε.

Και εισέρχεται πλέον ο Χριστός στην αποκάλυψη των μυστηρίων. Και πρώτον κάνει λόγο για την Θεότητά Του λέγοντας ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς. Εδώ δεν εννοεί το Σώμα Του διότι αργότερα θα πει και τον άρτον τον οποίο εγώ θα δώσω είναι το Σώμα μου, αλλά την Θεότητά Του.

37 Πᾶν ὃ δίδωσί μοι ὁ πατήρ, πρὸς ἐμὲ ἥξει, καὶ τὸν ἐρχόμενον πρός με οὐ μὴ ἐκβάλω ἔξω·

Εδώ υποννοεί ότι εκείνος που πιστεύει στον Χριστό θα σωθεί και θα μπεί στον παράδεισο, ενώ εκείνος που δεν πιστεύει παραβαίνει το θέλημα του Πατρός και ως εκ τούτου οδεύει προς την απώλεια.

 38 ὅτι καταβέβηκα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ οὐχ ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμόν, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με. 39 τοῦτο δέ ἐστι τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με πατρός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκέ μοι μὴ ἀπολέσω ἐξ αὐτοῦ, ἀλλὰ ἀναστήσω αὐτὸ ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ. 40 τοῦτο δέ ἐστι τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με, ἵνα πᾶς θεωρῶν τὸν υἱὸν καὶ πιστεύων εἰς αὐτὸν ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον, καὶ ἀναστήσω αὐτὸν ἐγὼ τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ.

Θα πει κάποιος: «Άρα εφόσον ο Πατήρ παρέδωσε στον Υιό κάποιους για να διαφυλαχθούν, είναι απαλαλγμένοι όλοι εκείνοι που δεν παραδώθηκαν από κάθε είδους τιμωρία και απιελές».

Αυτά όμως είναι ψιλά λόγια και προφάσεις. Διότι η διδασκαλία και η πίστη έγγυται στην δική μας ελευθερία και θέληση. Τι σημαίνει λοιπόν αυτός ο λόγος; -Σημαίναι ότι η πίστη στον Χριστό δεν είναι τυχαίο πράγμα, ούτε έργο ανθρωπίνων συλλογισμών, αλλά χρειάζεται και η άνωθενα αποκάλυψις καθώς και η ευσεβής ψυχή που  δέχεται την αποκάλυψη. Και το «εκείνος που θα έρθει προς εμένα θα σωθεί» σημαίνει: Αυτός θα απολαύσει μεγάλη πρόνοια, διότι χάριν αυτών ήρθα και έλαβα σάρκα και μορφή δούλου.

Αλλά τι σημαίνει το ὅτι καταβέβηκα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ οὐχ ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμόν, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με. Δηλαδή άλλο θέλημα έχει Εσύ και άλλο ο Πατέρας; -Για να απομακρύνει όμως τον ακροατή από τέτοιες υποψίες λέγει παρακάτω: 40 τοῦτο δέ ἐστι τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με, ἵνα πᾶς ὁ θεωρῶν τὸν υἱὸν καὶ πιστεύων εἰς αὐτὸν ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. Αν λοιπόν και Πατέρας και Υιός θέλουν το ίδιο, άρα έχουν το ίδιο και το αυτό θέλημα. Και ποιο είναι αυτό το θέλημα; -Να σωθούν οι άνθρωποι. Άρα ο Χριστός τους λέει με άλλα λόγια ότι έγινα άνθρωπος, όχι γιατί αυτό ωφελεί εμένα, αλλά για σας, για να σωθείτε. Και δεν χρειάζομαι ούτε και επιδιώκω τις δικές σας τιμές, αυτές δεν τις έχω καθόλου ανάγκη. Αλλά ήρθα στον κόσμοεκπληρώνοντας τον σκοπό της σωτηρίας σας. Και τους υπενθυμίζει την ανάσταση για να τους απομακρύνει από την προσμονή μόνο των επιγείων. Αλλά αν εκείνοι δεν ωφελήθηκαν τίποτα από τα λόγια αυτά του Χριστού, ας ωφεληθούμε εμείς. Όταν επιθυμούμε τα γηίνα και τις τιμές και την δόξα και τα πλούτη ας ενθυμούμεθα εκείνη την ημέρα. Και ας λέγουμε και στους εαυτούς μας και στους άλλους : «Θα έρθει η ανάσταση» και η ενθύμηση αυτού του γεγονότος θα λειτουργεί στην σκέψη μας σαν φραγμό, σαν χαλινάρι. Και αν δούμε κάποιον να στερείτε και να βασανίζεται και σ’ αυτόν τα ίδια να πούμε βεβαιόνοντάς τον ότι οι λύπες θα τελειώσουν. Και αν πάλι δούμε κάποιον ράθυμο και οκνηρό, ας επαναλάβουμε και σ’ αυτό τα ίδια.

Άρα η ενθύμηση της αναστάσεως λειτουργεί θεραπευτικά και στους μεν και στους δε και σε μας τους ίδιους.  Διότι υπάρχει ανάσταση και κρίση και ευθύνη για τις πράξεις και τα λόγια μας. Και όχι μόνο υπάρχει, αλλά είναι και πολύ πλησίον. Και αν υπάρχει και κρίση και ανάσταση τότε δεν υπάρχει πεπρωμένο. Και υατός που δεν πιστεύει στην ανάσταση τότε δεν μπορεί να είναι χριστιανός. Και τελικά ποιοι είναι αυτοί που δεν πιστεύουν στην ανάσταση; Ασφαλώς εκείνοι που ακολουθούν μολυσμένες οδούς. Διότι δεν υπάρχει άνθρωπος που ακολoυθεί καθαρό βίο ο οποίος δεν πιστεύει στην ανάσταση.

             41 ᾿Εγόγγυζον οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι εἶπεν, ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ καταβὰς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, 42 καὶ ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ᾿Ιησοῦς ὁ υἱὸς ᾿Ιωσήφ, οὗ ἡμεῖς οἴδαμεν τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα; πῶς οὖν λέγει οὗτος ὅτι ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβέβηκα;

            Μέχρι πρότινος ήθελαν να τον κάνουν βασιλιά τους επειδή τους έδωσε φαγητό και έφαγαν. Τώρα που τους αρνήθηκε την τροφή γογγύζουν. Δεν αντιδρούν φανερά αλλά γογγύζουν γιατί ήταν ακόμη νωπή η μνήμη του θαύματος. Και από τα λόγια τους αυτά  φαίνεται πως δεν έχουν μάθει τίποτα ακόμη από τον θαυαμστό τρόπο της γέννησης του Χριστού και γι’ αυτό τον αποκαλούν υιό του Ιωσήφ. Όμως ο Ιησούς τίποτα δεν τους εξηγεί διότι οι ακροατές δεν ήταν σε θέση να κατανοήσουν τα των μυστηρίων και γι’ αυτό με διαφορετικό τρόπο τους απαντά:

43 ἀπεκρίθη οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· μὴ γογγύζετε μετ' ἀλλήλων. 44 οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐὰν μὴ ὁ πατὴρ ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν,

Σ’ αυτό το εδάφιο στηρίζονται οι Μανιχαίοι και ισχυρίζονται ότι εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα από μόνοι μας. Το ερώτημα λοιπόν που προκύπτει είναι: - Αν εμείς πηγαίνουμε προς τον Θεό με την θέλησή μας, σε τι είναι χρήσιμο Αυτός να μας ελκύσει;

Απ.: Αυτό δεν αναιρεί την γνώση μας, αλλά φανερώνει πως χρειαζόμαστε βοήθεια χωρίς ασφαλώς αυτό να καταργεί την ελεύθερη βούληση και ελευθερία μας. Είναι αυτό που λένε ορισμένοι πατέρες «βάλε εσύ το ένα και ο Θεό θα συμπληρώσει τα υπόλοιπα 99 που σου λείπουν».

Έπειτα δυκνείει και τον τρόπο με τον  οποίο ελκύει:

καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ.

Ο Πατήρ ελκύει και ο Υιός ανασταίνει!! Έτσι δυκνείεται ι ισοτιμία της δυνάμεως.

45 ἔστι γεγραμμένον ἐν τοῖς προφήταις· καὶ ἔσονται πάντες διδακτοὶ Θεοῦ. πᾶς ὁ ἀκούων παρὰ τοῦ πατρὸς καὶ μαθὼν ἔρχεται πρός με· 46 οὐχ ὅτι τὸν πατέρα τις ἑώρακεν, εἰ μὴ ὁ ὢν παρὰ τοῦ Θεοῦ, οὗτος ἑώρακε τὸν πατέρα.

Να λοιπόν πως ελκύει. Διά μέσου της διδασκαλίας. Και στους μεν ανθ΄ρωπους της προ Χριστού εποχής δίδαξε διά των προφητών, στους δε μετά Χριστόν εποχής απεθείας διά του Υιού και δια του Αγίου Πνεύματος!

Και λέγοντας οὗτος ἑώρακε τὸν πατέρα μιλά όχι σύμφωνα με τον λόγο της αιτίας ,α λά σύμφωνα με τον τρόπο της ουσίας. Και δεν το εξήγησε αυτό πιο ξεκάθαρα εξαιτίας της αδυναμίας των ακροατών.  

47 ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ ἔχει ζωὴν αἰώνιον. 48 ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς. 49 οἱ πατέρες ὑμῶν ἔφαγον τὸ μάννα ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ ἀπέθανον·

Ως «άρτο» εννοεί την διδασκαλία Του και την πίστη σ’ Αυτόν ή εις το Σώμα Του, διότι και τα δύο ενδυναμώνουν την ψυχή. Και αμέσως διαφοροποιεί την αξία του «μάννα» και του δικού Του Σώματος.

 50 οὗτός ἐστιν ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβαίνων, ἵνα τις ἐξ αὐτοῦ φάγῃ καὶ μὴ ἀποθάνῃ. 51 ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς· ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα. καὶ ὁ ἄρτος δὲ ὃν ἐγὼ δώσω, ἡ σάρξ μού ἐστιν, ἣν ἐγὼ δώσω ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς.

Βλέπεις τη διαφορά; Ενώ οι ισραηλίτες έφαγαν μεν το «μάννα» αλλά δεν στάθηκαν εξ΄αυτού ικανοί ούτε καν στη γη της επαγγελίας να εισέλθουν, οι χριστιανοί που θα φάνε τον Άρτο της ζωής θα ζήσουν αιώνια.  Και όλα αυτά ενώ δεν τα καλάβαιναν αντί να ρωτήσουν και να μάθουν απομακρύνθηκαν ίδιον της μωρίας τους. Διότι ίδιον του καλού μαθητού είναι να μην πολπραγμονεί εις τας ρήσεις του διδασκάλου, αλλά να περιμένει και τον κατάλληλο καιρό να λύνει τις απορίες του. Αυτό έπραξαν και απόστολοι. Οι οποίοι όταν άκουσαν ότι για να ζήσουν αιώνια πρέπει να φάνε τη Σάρκα Του και να πιουν το Αίμα Του δεν απομακρύνθηκαν ούτε τον πολιόρκησαν με σκανδαλιζόμενοι, αλλά ανέμεναν τον κατάλληλο καιρό να του αποκαλύψει αυτά που τότε αγνοούσαν. Γιατί όταν εισέλθει στην ψυχή το ερώτημα «πως», μετά από λίγο ακολουθεί και η απιστία. Γιατί αν αυτό το αντικρούεις τότε θα πρέπει να ξεκινήσεις να ρωτάς: πως έγινε άνθρωπος ο Θεός, πως πολλαπλασίασε τους άρτους, κ.α.

Αλλά τι τέλος πάντων συμβαίνει εδώ; Γιατί μας δίδει ο Χριστός να φάμε την Σάρκα Του;

-Για να γίνουμε ένα Σώμα από αγάπη πρέπει να αναμιχθούμε με Εκείνο το Σώμα και επειδή θέλει να μας δείξει την μεγάλη αγάπη Του προς εμάς, ανέμειξε τον Εαυτό Του με μας και αποτέλεσε με μας ένα Σώμα για να είμαστε ένα. Όπως ακριβώς το σώμα είναι συνδεδεμένο με την κεφαλή. Και εμείς φεύγουμε από Τράπεζα εκείνη σαν λέοντες που βγάζουν φωτιά αφού γινόμαστε φοβεροί ακόμη και στον διάβολο. «Εγώ σας τρέφω με τις σάρκες μου, σας παραθέτω τον εαυτό μου. Και δίδοντας το Αίμα μου σας καθιστώ πλέον συγγενείς μου γιατί θέλησα να γίνω αδερφός σας». Και το Αίμα αυτό ποτίζει την ψυχή μας και της δίδει μεγάλη δύναμη. Και αν λάβουμε αξίως αυτό το Αίμα, τότε Αυτό εκδιώκει τους δαίμονες και τους κτατά μακριά μας και φέρνει κοντά μας τους αγγέλους και τον Κύριο των αγγέλων. Όταν χύθηκε αυτό το Αίμα ξέπλυνε όλη την οικουμένη. Με αυτό το Αίμα επιτυγχάνεται η σωτηρία των ψυχών μας, με αυτό λούεται η ψυχή μας, με αυτό στολίζεται, με αυτό φλέγεται, Αυτό κάνει το νου μας να λάμπει περισσότερο από το πυρ, αυτό το αίμα που χύθηκε μας άνοιξε τον ουρανό. Και πράγματι προκαλούν δέος τα Μυστήρια της Εκκλησίας και το θυσιαστήριο. Από τον παράδεισο πλέον αναβλύζει πηγή και χύνει αισθητούς ποταμούς . Ο Χριστός μας αγόρασε με το Αίμα Του και μας στόλισε με το Αίμα Του και όποιος είναι μέτοχος αυτού του Αίματος στέκεται μαζί με τους αγγέλους, τους αρχαγγέλους και τις άνω δυνάμεις. Αλλά το σπουδαιότερο είναι ότι έχει ενδυθεί όπως ο Βασιλεύς… Μέχρι πότε θα είμαστε προσηλωμένοι στα παρόντα;  Μέχρι πότε δεν θα φροντίζουμε για τη σωτηρία μας;

52 ᾿Εμάχοντο οὖν πρὸς ἀλλήλους οἱ ᾿Ιουδαῖοι λέγοντες· πῶς δύναται οὗτος ἡμῖν δοῦναι τὴν σάρκα φαγεῖν; 53 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς.

Επειδή προηγουμένως ισχυρίζονταν ότι αυτό είναι αδύνατο, με αυτό τον λόγο αποδεικνύει ότι όχι μόνο δεν είναι αδύνατο αλλά αντίθετα απολύτως αναγκαίο. Γι’ αυτό λοιπόν επιπλέον προσθέτει: 54 ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον, καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ.

Επειδή αυτοί θα έλεγαν και ο Αβραάμ και ο Ισαάκ και ο Ιακώβ και όλοι οι πρόγονοί μας πέθαναν, δίνει λύση σε αυτό το πρόβλημα παρουσιάζοντας τώρα την ανάσταση εισάγοντας πλέον τα μυστήρια και την αναγκαιότητα αυτών στη ζωή μας.

55 ἡ γὰρ σάρξ μου ἀληθῶς ἐστι βρῶσις, καὶ τὸ αἷμά μου ἀληθῶς ἐστι πόσις.

Τι σημαίνει αυτή η φράση; Εδώ ή θέλει να πεί ότι αληθινή τροφή είναι αυτή που σώζει την ψυχή ή θέλει να τους κάνει να πιστέψουν στα λόγια Του ώστε να μη νομίζουν ότι αυτά είναι αίνιγμα ή παραβολή αλλά ότι πρέπει να ξέρουν ότι θα πρέπει να φάγουν το Σώμα Του οπωσδήποτε και προσθέτει:

 56 ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ.

Αν λοιπόν τρώγοντας κανείς την σάρκα μου μένει μέσα μου και εγώ ζω, τότε και εκείνος θα ζήσει. Έπειτα λέγει:  57 καθὼς ἀπέστειλέ με ὁ ζῶν πατὴρ κἀγὼ ζῶ διὰ τὸν πατέρα, καὶ ὁ τρώγων με κἀκεῖνος ζήσεται δι' ἐμέ.  Δηλαδή: όπως ζει ο Πατήρ κατά τον ίδιο τρόπο ζω και εγώ και εκείνος που θα φάει τη Σάρκα μου, ένεκα εμού και αυτού του τρόπου  θα ζήσει και εκείνος. Και λέγοντας ζωή δεν εννοεί την πρόσκαιρη, αλλά την ένδοξο και περιφανή.

58 οὗτός ἐστιν ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, οὐ καθὼς ἔφαγον οἱ πατέρες ὑμῶν τὸ μάννα καὶ ἀπέθανον· ὁ τρώγων τοῦτον τὸν ἄρτον ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα.

            Συνεχώς επαναλαμβάνει το ίδιο ώστε να αντυπωθεί αυτό στον νου των ακροατών. Και αφού παλαιότερα κατάφερε να τους συντηρήσει επί τεσσαράκοντα έτη στην έρημο δίχως σίτο, δίχως συγκομιδή, πολύ περισσότερο θα το κάνει τώρα που ήρθε για να εκπληρώσει πολύ περισσότερα και σπουδαιότερα. Και δεν υπάρχει τίποτα σπουδαιότερο από τον μην πεθάνει κανείς ποτέ. Στην Παλαιά Διαθήκη υπήρχε η υπόσχεση την μακροβιότητας, τώρα όμως η υπόσχεση για ζωή που δεν έχει τέλος. 

59 Ταῦτα εἶπεν ἐν συναγωγῇ διδάσκων ἐν Καπερναούμ.

            Γιατί τα είπε όλα αυτά σε συναγωγή; Αφ’ ενός μεν διότι ήθελε να προσελκύσει το πλήθος των Ιουδαίων, αφ’ ετέρου για να δείξει πως δεν είναι αντίθετος με τον Πατέρα.

60 Πολλοὶ οὖν ἀκούσαντες ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἶπον· σκληρός ἐστιν οὗτος ὁ λόγος· τίς δύναται αὐτοῦ ἀκούειν;

Και γιατί παρακαλώ είναι σκληρός ο λόγος; Μήπως επειδή ομιλούσε περί αναστάσεως και ατευτήτου ζωής; Μήπως επειδή είπε ότι κατέβηκε από τον ουρανό;  Ή μήπως επειδή είπε ότι είναι αδύνατον να σωθεί κάποιος αν δεν φάει την Σάρκα και δεν πειει το Αίμα του; Και επειδή δεν ήθελαν να ακούσουν πεισσότερα και προετοίμαζαν έτσι την αποχώρησή τους, διά τούτο είπαν ότι είναι σκληρός ο λόγος και ποιος δύναται να τον ακούει.  Και γι’ αυτό και  προσθέτει:

61 εἰδὼς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐν ἑαυτῷ ὅτι γογγύζουσι περὶ τούτου οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτο ὑμᾶς σκανδαλίζει; 62 ἐὰν οὖν θεωρῆτε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἀναβαίνοντα ὅπου ἦν τὸ πρότερον;

Επειδή λοιπόν άλλοτε είπε «έχω κατεβεί από τον ουρανό» αλλά δεν πρόσθεσε κάτι περισσότερο. Τώρα λοιπόν συναρμολογεί τον λόγο αναιρόντας πλέον κάθε υποψία για τον τρόπο που ήλθε και θα επιστρέψει. Και με τα όσα σπουδαία λέει αναιρεί την γνώμη ότι ο πατέρας του ήταν ο Ιωσήφ. Συνεπώς τα λέγει τώρα όλα αυτά όχι για να δημιουργήσει σκάνδαλο, αλλά για ντ ο εξαφανίσει.  Διότι εκείνο που θα νόμιζε ότι ο Ιησούς ήταν υιός του Ιωσήφ δεν θα παραδέχονταν τα λεγόμενά Του.

63 τὸ πνεῦμά ἐστι τὸ ζωοποιοῦν, ἡ σὰρξ οὐκ ὠφελεῖ οὐδέν·

Αυτό σημαίνει: Όσα λέγονται περί εμού πρέπει να τα λαμβάνετε πνευματικώς. Διότι εκείνος που τα ακούει σαρκικώς, ούτε ωφελήθηκε ούτε απόλαυσε κάτι απ’ όλα αυτά. Διότι το να φάει κανείς την Σάρκα Του έπρεπε να το εκλάβουν με πνευματικά και όχι με σαρκικά αυτιά. Όπως και το ότι κατέβηκε από τον ουρανό και άλλα πολλά.

Και θα ρωτήσει πως και με ποιο τρόπο θα μπορούσαν εκείνοι να εκλάβουν πνευματικά το ότι έπρεπε να φάγουν την σάρκα Του; - Έρεπε να περιμένουν την κατάλληλη ευκαιρία να ζητήσουν να μάθουν και να μην αποχωρήσουν.

τὰ ρήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, πνεῦμά ἐστι καὶ ζωή ἐστιν.  64 ἀλλ' εἰσὶν ἐξ ὑμῶν τινες οἳ οὐ πιστεύουσιν. ᾔδει γὰρ ἐξ ἀρχῆς ὁ ᾿Ιησοῦς τίνες εἰσὶν οἱ μὴ πιστεύοντες καὶ τίς ἐστιν ὁ παραδώσων αὐτόν. 65 καὶ ἔλεγε· διὰ τοῦτο εἴρηκα ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐὰν μὴ ᾖ δεδομένον αὐτῷ ἐκ τοῦ πατρός μου.

Βλέπει πως ο Ευαγγελιστής χρησιμοποιεί τημ φράση «από την αρχή» θέλοντας να δείξει πως ο Χριστός γνώριζε όχι βάση γογγυσμού ή σκέψεων και συλλογισμών αλλά εξ’ αρχής το ποιοι δεν θα πιστέψουν, ποιοι θα πιστέψουν και ποιος θα ήταν αυτό που θα τον προδώσει. Και αυτό είναι αποόδειξη θεότητας. Και λέγοντας «δεδομένον εκ του πατρός μου» τους πείθει ότι πρέπει να θεωρούν ως Πατέρα Του τον Θεό και όχι τον Ιωσήφ. Καθώς επίσης με αυτό τον τρόπο είναι σαν να τους λέει «δεν ταράσσομαι» από την θέα αυτών που δεν πιστεύουν διότι αυτό το γνώριζα εξ’ αρχής.  

 66 ᾿Εκ τούτου πολλοὶ ἀπῆλθον ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἰς τὰ ὀπίσω καὶ οὐκέτι μετ' αὐτοῦ περιεπάτουν. 67 Εἶπεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς τοῖς δώδεκα· μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε ὑπάγειν;

Κι ενώ πολλοί έπαθαν αυτό ότι δηλ. έφυγαν αποκλέιοντας τους εαυτούς τους από την μάθηση, αυτό δεν το έπαθαν οι δώδεκα μαθητές. Κι όμως αντί να τους επαινέσει τους ρωτά: «Μήπως και σεις θέλετε να φύγετε»; Και με αυτόν τον λόγοι αφαιρεί κάθε βία και ανάγκη και ντροπή λέγοντας ότι κανέναν δεν καρατά με το ζόρι.  Αλλά να τι απάντησε ο Πέτρος:  68 ἀπεκρίθη οὖν αὐτῷ Σίμων Πέτρος· Κύριε, πρὸς τίνα ἀπελευσόμεθα; ρήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις· 69 καὶ ἡμεῖς πεπιστεύκαμεν καὶ ἐγνώκαμεν ὅτι σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος.

Κι όμως, ο Χριστός ακούγοντας αυτά τα λόγια του Πέτρου και πάλι δεν τον επαίνεσε ούτε κολάκευσε όπως έκανε σε άλλη περίπτωση, αλλά να τι του είπε:

 70 ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· οὐκ ἐγὼ ὑμᾶς τοὺς δώδεκα ἐξελεξάμην; καὶ ἐξ ὑμῶν εἷς διάβολός ἐστιν. 71 ἔλεγε δὲ τὸν ᾿Ιούδαν Σίμωνος ᾿Ισκαριώτην· οὗτος γὰρ ἔμελλεν αὐτὸν παραδιδόναι, εἷς ὢν ἐκ τῶν δώδεκα.

Και γιατί το απάντησε με αυτόν τον τρόπο ο Χριστός; Διότι σε άλλη περίπτωση ο Πέτρος απάντησε εκπροσωπώντας τον αυτό του: «Συ ε΄σαι ο Χριστός ο Υιός του Θεού…», ενώ εδώ ομιλεί εξ’ ονόματος όλων των μαθητών: «προς τίνα απελευσόμεθα». Για να εξαιρέσει λοιπόν απόν την χωρία των μαθητών τον Ιούδα γι’ αυτό απάντησε με αυτόν τον τρόπο ο Κύριος αλλά ταυτόχρονα και για να αποτρέψει τον προδότη από την προδοσία. Αλλά εκείνος παρέμεινε αναίσθητος. Παρατήρησε δε την σοφία Του. Διότι ούτε τον Ιούδα αποκάλυψε, ούτε όμως αποσιώπησε την μέλλουσα προδοτική πράξη.

Γιατί όμως οι μαθητές δεν αντέδρασαν; Προφανώς δεν κατάλαβαν τα λόγια του Χριστού, αλλά νόμιθζαν ότι τους επιπλήττει όλους ως πονηρούς.

Επαφή