ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ 21, 1-39

2019-10-18 17:38

1 Ως δὲ ἐγένετο ἀναχθῆναι ἡμᾶς ἀποσπασθέντας ἀπ᾿ αὐτῶν, εὐθυδρομήσαντες ἤλθομεν εἰς τὴν Κῶ, τῇ δὲ ἑξῆς εἰς τὴν Ρόδον, κἀκεῖθεν εἰς Πάταρα. 2 καὶ εὑρόντες πλοῖον διαπερῶν εἰς Φοινίκην ἐπιβάντες ἀνήχθημεν. 3 ἀναφανέντες δὲ τὴν Κύπρον καὶ καταλιπόντες αὐτὴν εὐώνυμον ἐπλέομεν εἰς Συρίαν, καὶ κατήχθημεν εἰς Τύρον·

Πρόσεχε, ήρθε στη Λυκία, και έχοντας σκοπό να περάσει στη Φοινίκη, αφού άφησε την Κύπρο, κατέπλευσε στην Τύρο διότι εκεί το πλοίο επρόκειτο να ξεφορτώσει το εμπόρευμα. Αυτή ήταν η αιτία του να μεταβεί στην Τύρο.

 ἐκεῖσε γὰρ ἦν τὸ πλοῖον ἀποφορτιζόμενον τὸν γόμον. 4 καὶ ἀνευρόντες τοὺς μαθητὰς ἐπεμείναμεν αὐτοῦ ἡμέρας ἑπτά· οἵτινες τῷ Παύλῳ ἔλεγον διὰ τοῦ Πνεύματος μὴ ἀναβαίνειν εἰς ῾Ιεροσόλυμα.

Προφητεύουν και εκείνοι τις θλίψεις. Ρυθμίζεται από την πρόνοια του Θεού και από κείνους να λεχθούν, για να μη νομίσει κάποιος ότι αυτά τα λέει ο Πάυλος τυχαία για να καυχηθεί. Πάλι δε, αφού προσευχήθηκαν εκεί, αποχωρίζονται αναμεταξύ τους.

 5 ὅτε δὲ ἐγένετο ἡμᾶς ἐξαρτίσαι τὰς ἡμέρας, ἐξελθόντες ἐπορευόμεθα προπεμπόντων ἡμᾶς πάντων σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις ἕως ἔξω τῆς πόλεως, καὶ θέντες τὰ γόνατα ἐπὶ τὸν αἰγιαλὸν προσηυξάμεθα, 6 καὶ ἀσπασάμενοι ἀλλήλους ἐπέβημεν εἰς τὸ πλοῖον, ἐκεῖνοι δὲ ὑπέστρεψαν εἰς τὰ ἴδια.7 ῾Ημεῖς δὲ τὸν πλοῦν διανύσαντες ἀπὸ Τύρου κατηντήσαμεν εἰς Πτολεμαΐδα, καὶ ἀσπασάμενοι τοὺς ἀδελφοὺς ἐμείναμεν ἡμέραν μίαν παρ᾿ αὐτοῖς. 8 τῇ δὲ ἐπαύριον ἐξελθόντες ἤλθομεν εἰς Καισάρειαν, καὶ εἰσελθόντες εἰς τὸν οἶκον Φιλίππου τοῦ εὐαγγελιστοῦ, ὄντος ἐκ τῶν ἑπτά, ἐμείναμεν παρ᾿ αὐτῷ.

Στην Καισάρεια, λέει, ήρθαμε και μείναμε κοντά στον Φίλιππο, που ήταν ένας από τους εφτά.

 9 τούτῳ δὲ ἦσαν θυγατέρες παρθένοι τέσσαρες προφητεύουσαι.

 

Όμως δεν προλέγουν στον Παύλο αυτές, αν και προφητεύουν, αλλά ο Άγαβος, και πως άκουσε:

10 ἐπιμενόντων δὲ ἡμῶν ἡμέρας πλείους κατῆλθέ τις ἀπὸ τῆς ᾿Ιουδαίας προφήτης ὀνόματι ῎Αγαβος, 11 καὶ ἐλθὼν πρὸς ἡμᾶς καὶ ἄρας τὴν ζώνην τοῦ Παύλου, δήσας τε αὐτοῦ τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας εἶπε· τάδε λέγει τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον· τὸν ἄνδρα οὗ ἐστιν ἡ ζώνη αὕτη, οὕτω δήσουσιν εἰς ῾Ιερουσαλὴμ οἱ ᾿Ιουδαῖοι καὶ παραδώσουσιν εἰς χεῖρας ἐθνῶν.

Εκείνος που παλιότερα προείπε την πείνα, αυτός λέει, «ότι έτσι θα δέσουν τον άνδρα αυτόν, στον οποίο ανήκει αυτή η ζώνη». Εκείνο ακριβώς που έκαναν οι προφήτες, περιγράφοντας με όραμα εκείνα που θα γινόταν, όταν μιλούσαν για αιχμαλωσία, όπως ο Ιεζεκιήλ, αυτό και αυτός έκανε. Και το φοβερό βέβαια είναι που είπε ότι «θα τον παραδώσουν στα χέρια των εθνικών».

 12 ὡς δὲ ἠκούσαμεν ταῦτα, παρεκαλοῦμεν ἡμεῖς τε καὶ οἱ ἐντόπιοι τοῦ μὴ ἀναβαίνειν αὐτὸν εἰς ῾Ιερουσαλήμ.

Και πολλοί τον παρακαλούσαν να μην αναχωρήσει και ούτε και έτσι υπάκουε.

 13 ἀπεκρίθη τε ὁ Παῦλος· τί ποιεῖτε κλαίοντες καὶ συνθρύπτοντές μου τὴν καρδίαν; ἐγὼ γὰρ οὐ μόνον δεθῆναι, ἀλλὰ καὶ ἀποθανεῖν εἰς ῾Ιερουσαλὴμ ἑτοίμως ἔχω ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ. 14 μὴ πειθομένου δὲ αὐτοῦ ἡσυχάσαμεν εἰπόντες· τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου γινέσθω.

Βλέπεις; Για να μην νομίσεις ακούγοντας, «εγώ δεμένος από το Πνεύμα πηγαίνω» (πραξ. 20,22) ότι αυτό γίνεται αναγκαστικά, ούτε ότι περιέρχεται στους κινδύνους αγνοώντας αυτούς, γι’ αυτό προλέγει αυτά. Αλλά εκείνοι μεν έκλαιγαν, ενώ αυτός τους παρηγορεί, υποφέροντας για τα δάκρυα εκείνων, διότι λεει: «ποιο το όφελος που κλαίτε και μου ραγίζετε την καρδιά»;  Δεν υπάρχει τίποτα πιο φιλόστοργο από τον Παύλο επειδή τους έβλεπε να δακρύζουν πονούσε υπερβολικά εκείνος που δεν λυπόταν για τις δικές του δοκιμασίες. Εμένα λέει, αδικείτε κάνοντας αυτό· διότι μήπως εγώ πονώ; Τότε σταμάτησα όταν είπε: «Τι είναι αυτό που κάνετε και μουραγίζετε την καρδιά;  «Για σας κλαίω, λέει, όχι για τα παθήματά μου. Διότι εκείνα επιθυμώ και να πεθάνω επιθυμώ για χάρη του Χριστού.Εγώ δε νομίζω πως στον αποχωρισμό αυτό και ο Πάυλος έκλαιγε (Χρυσόστομος).

15 Μετὰ δὲ τὰς ἡμέρας ταύτας ἐπισκευασάμενοι ἀνεβαίνομεν εἰς ῾Ιερουσαλήμ·

Δηλαδή, αφού πήραμε τα αναγκαία για την οδοιπορία.

16 συνῆλθον δὲ καὶ τῶν μαθητῶν ἀπὸ Καισαρείας σὺν ἡμῖν, ἄγοντες παρ᾿ ᾧ ξενισθῶμεν Μνάσωνί τινι Κυπρίῳ, ἀρχαίῳ μαθητῇ. 17 Γενομένων δὲ ἡμῶν εἰς ῾Ιεροσόλυμα ἀσμένως ἐδέξαντο ἡμᾶς οἱ ἀδελφοί.

Άρα δεν θα φιλοξενούνταν στην Εκκλησία, διότι τότε μεν, όταν πήγαιναν να διδάξουν, φιλοξενούνταν στην Εκκλησία, ενώ τώρα σε κάποιον παλιό μαθητή. Δείχνει πλέον ότι υπήρξε πολύς ο χρόνος του κηρύγματος. Από αυτό μου φαίνεται ότι αυτός παραλείπει στις Πράξεις πολλά έτη, αναφέροντας μόνο τα πιο επείγοντα.

18 Τῇ δὲ ἐπιούσῃ εἰσῄει ὁ Παῦλος σὺν ἡμῖν πρὸς ᾿Ιάκωβον, πάντες τε παρεγένοντο οἱ πρεσβύτεροι. 19 καὶ ἀσπασάμενος αὐτοὺς ἐξηγεῖτο καθ᾿ ἓν ἕκαστον ὧν ἐποίησεν ὁ Θεός ἐν τοῖς ἔθνεσι διὰ τῆς διακονίας αὐτοῦ.

Αυτός ήταν ο αδελφός του Κυρίου και επίσκοπος Ιεροσολύμων, άνδρας μεγάλος και θαυμαστός. Προς αυτόν πηγαίνει ο Παύλος, όπως ακριβώς και πριν απ’ αυτό και στέλνεται προς αυτόν, και πώς στέλλεται άκου: «την επόμενη μέρα πήγε ο Παύλος μαζί με μας να επισκεφθεί τον Ιάκωβο». Πρόσεχε την έλλειψη υπερηφάνειας. «Και ήρθαν όλοι οι πρεσβύτεροι». Και τι έκαναν εκεί; -Διηγήθηκαν, λέει, όσα έκανε στους εθνικούς. Όχι από ματαιοδοξία, μακριά μια τέτοια σκέψη. Αλλά θέλοντας να δέιξει την φιλανθρωπία του Θεού και να τους γεμίσει με μεγάλη χαρά.

20 οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐδόξαζον τὸν Κύριον, εἶπόν τε αὐτῷ· θεωρεῖς, ἀδελφέ, πόσαι μυριάδες εἰσὶν ᾿Ιουδαίων τῶν πεπιστευκότων, καὶ πάντες ζηλωταὶ τοῦ νόμου ὑπάρχουσι. 21 κατηχήθησαν δὲ περὶ σοῦ ὅτι ἀποστασίαν διδάσκεις ἀπὸ Μωϋσέως τοὺς κατὰ τὰ ἔθνη πάντας ᾿Ιουδαίους, λέγων μὴ περιτέμνειν αὐτοὺς τὰ τέκνα μηδὲ τοῖς ἔθεσι περιπατεῖν.

Πρόσεχε και αυτοί με πόση συστολή μιλούν.Δεν ομιλέι σαν επίσκοπος με τρόπο αυθεντικό, αλλά παίρνουν και αυτόν συμμέτοχο της γνώμης τους. Διότι λέγουν: «Βλέπεις πόσες χιλιάδες από τους Ιουδαίους έχουν πιστέψει» και δεν είπαν «πόσες χιλιάδες κατηχήσαμε». Και όλοι αυτοί, λέγει, «είναι ζηλωτές του νόμου». Δύο αιτίες αναφέρονται. Και το πλήθος και η γνώμη. Διότι ούτε αν ήταν λίγοι, έπρεπε να τους περιφρονείτε, ούτε αν ήταν πολλοί  και δεν ήταν όλοι προσηλωμένοι στο νόμο, να τους περιβάλλετε με τόση φροντίδα. Στη συνέχεια αναφέρεται και τρίτη αιτία. «Και όλοι αυτοί», λέγει, «πληροφορήθηκαν για σένα, ότι διδάσκεις σ’ λοους τους Ιουδαίους, που ζουν μεταξύ των εθνικών, αποστασία από τον Μωυσή, λέγοτνας σ’ αυτούς να μη περιτέμνουν τα τέκνα τους, ούτε να τηρούν τα έθιμα».

22 τί οὖν ἐστι; πάντως δεῖ πλῆθος συνελθεῖν· ἀκούσονται γὰρ ὅτι ἐλήλυθας. 23 τοῦτο οὖν ποίησον ὅ σοι λέγομεν·

 Αφού είπε αυτό, πρόσθεσε «τι συμβαίνει λοιπόν»; «Οπωσδήποτε θα μαζευτεί πλήθος, διότι θ’ ακούσουν ότι ήρθες. Κάνε λοιπόν αυτό που σου λέμε». Αυτά τα λένε με την πρόσθεση να συμβουλέψουν και όχι σαν προσταγή.

εἰσὶν ἡμῖν ἄνδρες τέσσαρες εὐχὴν ἔχοντες ἐφ᾿ ἑαυτῶν· 24 τούτους παραλαβὼν ἁγνίσθητι σὺν αὐτοῖς καὶ δαπάνησον ἐπ᾿ αὐτοῖς ἵνα ξυρήσωνται τὴν κεφαλήν, καὶ γνῶσι πάντες ὅτι ὧν κατήχηνται περὶ σοῦ οὐδέν ἐστιν, ἀλλὰ στοιχεῖς καὶ αὐτὸς τὸν νόμον φυλάσσων.

Έμπρακτα τον συμβουλεύουν ν’ απολογηθεί και όχι με λόγια.

 25 περὶ δὲ τῶν πεπιστευκότων ἐθνῶν ἡμεῖς ἐπεστείλαμεν κρίναντες μηδὲν τοιοῦτον τηρεῖν αὐτούς, εἰ μὴ φυλάσσεσθαι αὐτοὺς τό τε εἰδωλόθυτον καὶ τὸ αἷμα καὶ πνικτὸν καὶ πορνείαν.

Εδώ τα λένε αυτά σαν προτροπή. Αυτό που λέγει σημαίνει το εξής: όπως ακριβώς εμείς δώσαμε παραγγελία σ’ εκείνους, αν και βέβαια κηρύττουμε στους Ιουδαίους, έτσι κι εσύ, αν και κηρύττεις στους εθνικούς, συνεργάσου μ’ εμάς. Πρόσεχε τον Παύλο, δεν λέει, «και βέβαια μπορώ να σας παρουσιάσω τον Τιμόθεο, που τον περιέτεμνα, και βέβαια μπορώ να σας πείσω με το λόγο, αλλά πείστηκε σ’ αυτούς και όλα τα έκανε, καθόσον έτσι συνέφερε, διότι δεν ήταν το ίδιο να θελήσει ν’ απολογηθεί, και να κάνει αυτά, ενώ κανένας δεν γνώριζε. Χωρίς υποψία ήταν και το να υποβληθεί στην δαπάνη του ξυρίσματος.

Ο Πάυλος κατ’ οικονομία ενεργεί, ενώ γι’ αυτό που ό ίδιος έκανε, κατηγόρησε αργότερα τον Πέτρο και αυτό δεν το κάνει άσκοπα, διότι αυτό ακριβώς που έκανε αυτός εδώ, αυτό έκανε και ο Πέτρος εκεί, σιωπώντας και σταματώντας τη διδασκαλία του.

26 τότε ὁ Παῦλος παραλαβὼν τοὺς ἄνδρας τῇ ἐχομένῃ ἡμέρᾳ σὺν αὐτοῖς ἁγνισθεὶς εἰσῄει εἰς τὸ ἱερόν, διαγγέλλων τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἡμερῶν τοῦ ἁγνισμοῦ, ἕως οὗ προσηνέχθη ὑπὲρ ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν ἡ προσφορά. 27 ῾Ως δὲ ἔμελλον αἱ ἑπτὰ ἡμέραι συντελεῖσθαι,

Πρόσεχε πως παρατείνει πάρα πολύ το χρόνο διαμονής του εκεί.

οἱ ἀπὸ τῆς ᾿Ασίας ᾿Ιουδαῖοι θεασάμενοι αὐτὸν ἐν τῷ ἱερῷ συνέχεον πάντα τὸν ὄχλον, καὶ ἐπέβαλον τὰς χεῖρας ἐπ᾿ αὐτὸν 28 κράζοντες· ἄνδρες ᾿Ισραηλῖται, βοηθεῖτε· οὗτός ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ κατὰ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ νόμου καὶ τοῦ τόπου τούτου πάντας πανταχοῦ διδάσκων· ἔτι τε καὶ ῞Ελληνας εἰσήγαγεν εἰς τὸ ἱερὸν καὶ κεκοίνωκε τὸν ἅγιον τόπον τοῦτον·

πρόσεχε που παντού η συμπεριφορά τους είναι γεμάτη από ταραχές και στα καλά καθούμενα φωνάζουν στο μέσο της πόλεως.

 29 ἦσαν γὰρ ἑωρακότες Τρόφιμον τὸν ᾿Εφέσιον ἐν τῇ πόλει σὺν αὐτῷ, ὃν ἐνόμιζον ὅτι εἰς τὸ ἱερὸν εἰσήγαγεν ὁ Παῦλος.
30 ἐκινήθη τε ἡ πόλις ὅλη καὶ ἐγένετο συνδρομὴ τοῦ λαοῦ, καὶ ἐπιλαβόμενοι τοῦ Παύλου εἷλκον αὐτὸν ἔξω τοῦ ἱεροῦ, καὶ εὐθέως ἐκλείσθησαν αἱ θύραι.

Εκείνα που προπάντων τους θορυβούσαν, δηλαδή ο ναός και ο νόμος, αυτά προβάλλουν εκείνοι. Και για τίποτα δεν κατηγόρησε τους Αποστόλους ο Παύλος, αν κει έπαθε τόσα πολλά, ότι δηλαδή αυτοί έγιναν αιτία για να πάθει αυτό όλα αυτά. Τόσο μεγαλόψυχος ήταν. «Και έσυραν αυτόν» έξω από τον ναό και έκλεισαν τις πόρτες. Διότι ήθελαν να τον φονεύσουν και γι’ αυτό τον έσυραν έξω, ώστε να το κάνουν αυτό με μεγαλύτερη ασφάλεια.

31 ζητούντων δὲ αὐτὸν ἀποκτεῖναι ἀνέβη φάσις τῷ χιλιάρχῳ τῆς σπείρης ὅτι ὅλη συγκέχυται ῾Ιερουσαλήμ· 32 ὃς ἐξαυτῆς παραλαβὼν στρατιώτας καὶ ἑκατοντάρχους κατέδραμεν ἐπ᾿ αὐτούς. οἱ δὲ ἰδόντες τὸν χιλίαρχον καὶ τοὺς στρατιώτας ἐπαύσαντο τύπτοντες τὸν Παῦλον. 33 ἐγγίσας δὲ ὁ χιλίαρχος ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ ἐκέλευσε δεθῆναι ἁλύσεσι δυσί, καὶ ἐπυνθάνετο τίς ἂν εἴη καὶ τί ἐστι πεποιηκώς. 34 ἄλλοι δὲ ἄλλο τι ἐβόων ἐν τῷ ὄχλῳ·

Και για ποιο λόγο ενώ επρόκειτο να τον ανακρίνει «διέταξε να δεθεί με δύο αλυσίδες»; - Για ν’ ανακουφίσει τον θυμό του πλήθους.

μὴ δυνάμενος δὲ γνῶναι τὸ ἀσφαλὲς διὰ τὸν θόρυβον, ἐκέλευσεν ἄγεσθαι αὐτὸν εἰς τὴν παρεμβολήν.
35 ὅτε δὲ ἐγένετο ἐπὶ τοὺς ἀναβαθμούς, συνέβη βαστάζεσθαι αὐτὸν ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν διὰ τὴν βίαν τοῦ ὄχλου·
36 ἠκολούθει γὰρ τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ κράζον· αἶρε αὐτόν.

Τι σημαίνει «αίρε αυτόν»;  - Υπήρχε συνήθεια στους Ιουδαίους να το λένε αυτό για εκείνους που αποφάσιζαν κάτι εναντίον τους, όπως και στην περίπτωση του Χριστού φαίνονται να κάνουν το ίδιο και να λένε «Άρον αυτόν», δηλαδή «εξαφάνισέ τον από τους ζωντανούς».

 37 Μέλλων τε εἰσάγεσθαι εἰς τὴν παρεμβολὴν ὁ Παῦλος λέγει τῷ χιλιάρχῳ· εἰ ἔξεστί μοι εἰπεῖν τι πρός σε;

Αναεβαίνοντας τα σκαλοπάτια ζητά από τον χιλίαρχο να του πει κατι. Και πρόσεχε με πόση ηπιότητα το λέγει «επιτρέπεται», λέγει, «να σου πω κάτι»; Και εκείνος είπε:

ὁ δὲ ἔφη· ῾Ελληνιστὶ γινώσκεις; 38 οὐκ ἄρα σὺ εἶ ὁ Αἰγύπτιος ὁ πρὸ τούτων τῶν ἡμερῶν ἀναστατώσας καὶ ἐξαγαγὼν εἰς τὴν ἔρημον τοὺς τετρακισχιλίους ἄνδρας τῶν σικαρίων;

Αυτός ο Αιγύπτιος ήταν κάποιος νεωτεριστής και στρατιώτης. Γι’ αυτό λοιπόν απολογείται ο Παύλος και με εκείνα που είπε απαλάσσει αυτόν από την υποψία.

39 εἶπε δὲ ὁ Παῦλος· ἐγὼ ἄνθρωπος μέν εἰμι ᾿Ιουδαῖος Ταρσεύς, τῆς Κιλικίας οὐκ ἀσήμου πόλεως πολίτης· δέομαι δέ σου, ἐπίτρεψόν μοι λαλῆσαι πρὸς τὸν λαόν. 40 ἐπιτρέψαντος δὲ αὐτοῦ ὁ Παῦλος ἑστὼς ἐπὶ τῶν ἀναβαθμῶν κατέσεισε τῇ χειρὶ τῷ λαῷ· πολλῆς δὲ σιγῆς γενομένης προσεφώνησε τῇ ῾Εβραΐδι διαλέκτῳ λέγων·

Αλλάζει τώρα τις διαθέσεις του χιλιάρχου αναφέροντας το όνομα της πόλεως. Και πρόσεχε άνθρωπο που είναι έτοιμος για όλα, γιατί το ότι θέλει να απολογηθεί ενώπιον όλων είναι απόδειξη ότι δεν είναι υπεύθυνος για τίποτα.

Επαφή