ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ 22, 1-30

2019-10-19 16:15

 

Τι θα μπορούσε αδελφοί μου να εξισωθεί με το θέαμα αυτό, το να βλέπει κανείς τον Παύλο να μιλά δεμένος με δύο αλυσίδες!!! Πως δεν ταράχτηκε, πως δεν συγχύστηκε, βλέποντας τόσο πλήθος να είναι έτοιμο να τον πολεμήσει και τον άρχοντα να είναι εκεί παρών; Πρώτα απάλλαξε αυτούς από τον θυμό κι ύστερα ομιλεί προς αυτούς. Και τι έκανε δηλαδή; Πρώτα προσέλκυσε τους Εβραίους με τη συγγένεια της γλώσσας κι ύστερα με τον ήπιο τρόπο γι’ αυτό και προσθέτει συγγραφέας: «Όταν έγινε ησυχία τότε μίλησε». Και να τι είπε:

1 Άνδρες ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἀκούσατέ μου τῆς πρὸς ὑμᾶς νυνὶ ἀπολογίας.

Πρόσεχε τον λόγο που είναι απαλλαγμένος από κολακεία και γεμάτος από επιείκια, διότι δεν είπε «δεσπότες», ούτε «κύριοι», αλλά «αδελφοί». Πράγμα που περισσότερο ποθούσαν σαν δηλαδή να έλεγε: «Δεν είμαι ξένος από σας, ούτε εναντίον σας.

 2 ἀκούσαντες δὲ ὅτι τῇ ῾Εβραΐδι διαλέκτῳ προσεφώνει αὐτοῖς, μᾶλλον παρέσχον ἡσυχίαν.

Βλέπεις πως μαλάκωσε την καρδιά η ομοιότητα της γλώσσας; Διότι έτρεφαν κάποιο σεβασμό προς τη γλώσσας εκείνη.

3 καί φησιν· ἐγὼ μέν εἰμι ἀνὴρ ᾿Ιουδαῖος,

Αυτό περισσότερο απ’ όλα ποθούσαν ν’ ακούσουν.

 γεγεννημένος ἐν Ταρσῷ τῆς Κιλικίας,

Για να μη νομίσουν πάλι ότι είναι διαφορετικού γένους, πρόσθεσε τη θρησκεία.

ἀνατεθραμμένος δὲ ἐν τῇ πόλει ταύτῃ

Παρουσιάζει το μεγάλο ζήλο του για τη λατρεία, τη στιγμή βέβαια που αφού άφησε τόσο ξακουστή πατρίδα και βρισκόμενη σε τόση απόσταση, προτίμησε να ανατραφεί εδώ εξ’ αιτίας του νόμου. Και όλα αυτά τα λέει κυρίως για να δείξει ότι δεν οδηγήθηκε στο κήρυγμα από ανθ΄ρωπινο σκοπό, αλλά από θεία δύναμη. Πως μεταστράφηκε ; Έτσι στα καλά καθούμενα; Πρόσεθεσε μάλιστα:

παρὰ τοὺς πόδας Γαμαλιήλ, πεπαιδευμένος κατὰ ἀκρίβειαν τοῦ πατρῴου νόμου, ζηλωτὴς ὑπάρχων τοῦ Θεοῦ καθὼς πάντες ὑμεῖς ἐστε σήμερον.

Και δεν διδάχτηκε απλώς τον νόμο, αλλά τον πατρώο νόμο. Αυτά φαίνεται να είναι υπέρ εκείνων, ήταν όμως εναντίον εκείνων, εφόσον βέβαια τον εγκατέλειψε, αν και τον γνώριζε.

Έπειτα για να μη πει κανείς «Γιατί λοιπόν εφόσον γνωρίζεις με ακρίβεια το νόμο, δεν τον υπερασπίζεσαι και ούτε τον αγαπάς»; -«Ήμουν», λέει, «ζηλωτής», δηλαδή όχι απλώς τον γνώριζα, αλλά έδειχνα υπερβολικό ζήλο γι’ αυτόν. «Όπως ακριβώς είστε σήμερα όλοι εσείς». Δείχνει δηλαδή σ’ αυτούς ότι αυτό το κάνουν όχι από ανθρώπινο σκοπό, αλλά από θείο ζήλο. Αυτό το λέει χαριζόμενος προς αυτούς και κερδίζοντας τη σκέψη τους από την αρχή. Έπειταπαρουσιάζει και αποδείξεις λέγοντας:

 4 ὃς ταύτην τὴν ὁδὸν ἐδίωξα ἄχρι θανάτου, δεσμεύων καὶ παραδιδοὺς εἰς φυλακὰς ἄνδρας τε καὶ γυναῖκας, 5 ὡς καὶ ὁ ἀρχιερεὺς μαρτυρεῖ μοι καὶ πᾶν τὸ πρεσβυτέριον·

Για να μη πει κάποιος και από πού είναι αυτό φανερό; Παρουσιάζει μάρτυρες τον ίδιο τον αρχιερέα και τους πρεσβυτέρους. Και λέει βέβαια μαλακώνοντάς τους «ήμουν ζηλωτής όπως κι εσείς», δηλαδή όμοιος με σας. Δείχνει όμως με τα έργα ότι ήταν περισσότερο απ’ αυτούς, διότι δεν περίμενα να τους συλλάβω, αλλά και τους ιερείς ξεσήκωνα, και στελλόμουν σε ξένους τόπους, και δεν προχωρούσα μόνο μέχρι τη σύλληψη ανδρών, όπως ακριβώς κάνετε εσείς, αλλά και γυναικών, δένοντας όλους και ρίχνοντάς τους σε φυλακές. Αναμφισβήτητη η μαρτυρία, αδικαιολόγητα τα των Ιουδαίων. Πρόσεχε πόσους μάρτυρες παρουσιάζει, το πρεβυτέριο, τον αρχιερέα, τους ανθρώπους της πόλεως.

παρ᾿ ὧν καὶ ἐπιστολὰς δεξάμενος πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς εἰς Δαμασκὸν ἐπορευόμην ἄξων καὶ τοὺς ἐκεῖσε ὄντας δεδεμένους εἰς ῾Ιερουσαλὴμ ἵνα τιμωρηθῶσιν. 6 ᾿Εγένετο δέ μοι πορευομένῳ καὶ ἐγγίζοντι τῇ Δαμασκῷ περὶ μεσημβρίαν ἐξαίφνης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ περιαστράψαι φῶς ἱκανὸν περὶ ἐμέ, 7 ἔπεσόν τε εἰς τὸ ἔδαφος καὶ ἤκουσα φωνῆς λεγούσης μοι· Σαοὺλ Σαούλ, τί με διώκεις; 8 ἐγὼ δὲ ἀπεκρίθην· τίς εἶ, Κύριε; εἶπέ τε πρός με· ἐγώ εἰμι ᾿Ιησοῦς ὁ Ναζωραῖος ὃν σὺ διώκεις.

Βέβαια και αυτό έπρεπε να είναι αξιόπιστο απ’ όσα προηγήθηκαν, διότι δεν θα ήταν δυνατόν αλλιώς να μεταστραφεί. Πες μου λοιπόν, γιατί τόσο ξαφνικά εγκατέλειψε τον ζήλο; Περιμένοντας τιμή; Κι όμως τα αντίθετα υπέμεινε. Μήπως άνεση; Ούτε αυτό. Αλλά τι άλλο; Τίποτα δεν είναι δυνατόν να βρούμε με τη σκέψη. Αφήνοντας λοιπόν αυτά να τα συμπεράνουν διηγείται τα γεγονότα.

«Ενώ πλησίαζα» λέει, στη Δαμασκό «ξαφνικά κατά το μεσημέρι άστραψε γύρω μου από τον ουρανό ένα μεγάλο φως κι έπεσα στο έδαφος».  Πρόσεχε το υπερβολικό μέγεθος του φωτός. Και ότι δεν καυχιέται, το επιβεβαιώνουν εκείνοι που βρίσκονταν μαζί του, εκείνοι που τον οδηγούν, εκείνοι που είδαν το φως.

 9 οἱ δὲ σὺν ἐμοὶ ὄντες τὸ μὲν φῶς ἐθεάσαντο καὶ ἔμφοβοι ἐγένοντο, τὴν δὲ φωνὴν οὐκ ἤκουσαν τοῦ λαλοῦντός μοι.

Μη παραξενευτείς, εάν εδώ λέει αυτά, ενώ αλλού λέει ότι «στάθηκαν οι άνδρες ακούγοντας μεν την φωνή, μη βλέποντας όμως κανέναν» (Πραξ. 9,5). Δεν είναι αυτό αντίθετο, διότι δύο φωνές ακούγονταν, η φωνή του Παύλου και η του Κυρίου. Εκεί λοιπόν  εννοεί τη φωνή του Παύλου.

Και πολύ σωστά συνέβηκε αυτό, διότι μόνο αυτός έπρεπε ν’ αξιωθεί ν’ ακούσει τη φωνή εκείνη, διότι αν την άκουγαν κι εκείνοι δεν θα ήταν τόσο μεγάλο το θαύμα. Επειδή λοιπόν οι πνευματικά παχύτεροι πείθονται ευκολότερα αφού δουν, γι’ αυτό κι εκείνοι , είδαν μόνο το φως, πράγμα που ήταν ικανό να τους πείσει και γι’ αυτό και κυριέυτηκαν από φόβο.

Εγώ βέβαια νομίζω (Χρυσόστομος) ότι κατά θεία οικονομία εκείνοι δεν πίστεψαν, ώστε να είναι αξιόπιστοι μάρτυρες.

Και είπε: «Εγώ είμαι ο Ιησούς ο Ναζωραίος τον οποίο συ διώκεις». Πολύ σωστά και η πόλη αναφέρεται για να τον αναγνωρίσουν. Και οι Απόστολοι τα ίδια έλεγαν: «Τον Ιησού από τη Ναζαρέτ». Πρόσεχε και ο ίδιος βεβαιώνει ότι διωκόταν.

 10 εἶπον δέ· τί ποιήσω, Κύριε; ὁ δὲ Κύριος εἶπε πρός με· ἀναστὰς πορεύου εἰς Δαμασκόν, κἀκεῖ σοι λαληθήσεται περὶ πάντων ὧν τέτακταί σοι ποιῆσαι. 11 ὡς δὲ οὐκ ἐνέβλεπον ἀπὸ τῆς δόξης τοῦ φωτὸς ἐκείνου, χειραγωγούμενος ὑπὸ τῶν συνόντων μοι ἦλθον εἰς Δαμασκόν. 12 ᾿Ανανίας δέ τις, ἀνὴρ εὐσεβὴς κατὰ τὸν νόμον, μαρτυρούμενος ὑπὸ πάντων τῶν κατοικούντων ἐν Δαμασκῷ ᾿Ιουδαίων,
13 ἐλθὼν πρός με καὶ ἐπιστὰς εἶπέ μοι· Σαοὺλ ἀδελφέ, ἀνάβλεψον. κἀγὼ αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἀνέβλεψα εἰς αὐτόν.

Να πάλι άλλος μάρτυρας και πρόσεχε πως αυτόν παρουσιάζει αξιόπιστο. Διότι λέει «κάποιος με το όνομα Ανανίας, που ήταν άνθρωπος ευσεβής και σύμφωνα με το νόμο, και υπήρχαν γι’ αυτόν καλές μαρτυρίες απ’ όλους τους Ιουδαίους, αφού ήρθε και στάθηκε μπροστά μου, μου είπε: «Απόκτησε το φως σου». Τίποτα δηλαδή ξένο δεν υπάρχει. «Κι εγώ την ίδια ώρα απέκτησα το φως μου». Στη συνέχεια ακολουθεί η μαρτυρία  με τα ίδια γεγονότα. Και πρόσεχε που αυτή πλέκεται και με πρόσωπα και με γεγονότα, με πρόσωπα και φιλικά και ξένα. Πρόσωπα είναι οι ιερείς, οι πρεσβύτεροι, εκείνοι που τον συνόδευαν, ενώ γεγονότα είναι εκείνα που έκανε κι εκείνα που έπαθε. Και τα γεγονότα επιβεβαιώνουν τα γεγονότα και όχι μόνο τα πρόσωπα.

 14 ὁ δὲ εἶπεν· ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν προεχειρίσατό σε γνῶναι τὸ θέλημα αὐτοῦ καὶ ἰδεῖν τὸν δίκαιον καὶ ἀκοῦσαι φωνὴν ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ,

Σωστά είπε «των πατέρων», για να δείξει ότι αυτοί δεν είναι Ιουδαίοι, αλλά ξένοι προς τον νόμο και ότι αυτά τα κάνουν, όχι από ζήλο, αλλά από φθόνο.

«Να γνωρίσεις», λέει, «το θέλημα αυτού και να δεις τον Δίκαιο». Άρα αυτό ήταν θέλημα αυτού. Πρόσεχε πως η διδασκαλία παρέχεται υπό μορφή διηγήσεως. Εάν είναι δίκαιος, τότε αυτοί είναι υπεύθυνοι. «και ν’ ακούσεις φωνή από το στόμα αυτού». Πρόσεχε πως μεγαλοποιεί το γεγονός. «Διότι λέγει, θα γίνεις μάρτυρας αυτού».

15 ὅτι ἔσῃ μάρτυς αὐτῷ πρὸς πάντας ἀνθρώπους ὧν ἑώρακας καὶ ἤκουσας. 16 καὶ νῦν τί μέλλεις; ἀναστὰς βάπτισαι καὶ ἀπόλουσαι τὰς ἁμαρτίας σου, ἐπικαλεσάμενος τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου.

Εδώ είπε κάτι το σπουδαίο. Διότι δεν είπε βαπτίσου στο όνομα αυτού, αλλά «αφού επικαλεσθείς το όνομα αυτού». Με αυτά τα λόγια ήθελε να δείξει ότι αυτός είναι Θεός. Διότι δεν είναι δυνατό να επικαλεσθεί κανείς κάποιον, παρά μόνο τον Θεό.

Έπειτα δείχνει με αυτά που λέει ότι και ο ίδιος δεν αναγκάστηκε. «Τότε ο Κύριος μου είπε πήγαινε στη Δαμασκό κι εκεί θα σου πουν τι πρέπει να κάνεις». Τίποτα δεν υπάρχει χωρίς μαρτυρία, αλλά παρουσιάζει τη μαρτυρία ολόκληρης της πόλεως, η οποία ασφαλώς τον είδε να οδηγείται τυφλός. Και πρόσεχε και την προφητεία που ολοκληρώθηκε, που άκουσε δηλαδή ότι θα γίνει μάρτυρας του Κυρίου. διότι πραγματικά έγινε μάρτυρας αυτού. Και μάρτυρας όπως πρέπει και με εκείνα που έκανε και με εκείνα που είπε. Τέτοιοι μάρτυρες πρέπει κι εμείς να είμαστε. Και να μη προδίδουμε αυτά που μας εμπιστεύτηκε ο Θεός. Δεν εννοώ μόνο τις αλήθειες της πίστεως, αλλά και τον τρόπο της ζωής.

17 ᾿Εγένετο δέ μοι ὑποστρέψαντι εἰς ῾Ιερουσαλὴμ καὶ προσευχομένου μου ἐν τῷ ἱερῷ γενέσθαι με ἐν ἐκστάσει καὶ ἰδεῖν αὐτὸν λέγοντά μοι· 18 σπεῦσον καὶ ἔξελθε ἐν τάχει ἐξ ῾Ιερουσαλήμ, διότι οὐ παραδέξονταί σου τὴν μαρτυρίαν περὶ ἐμοῦ.  19 κἀγὼ εἶπον· Κύριε, αὐτοὶ ἐπίστανται ὅτι ἐγὼ ἤμην φυλακίζων καὶ δέρων κατὰ τὰς συναγωγὰς τοὺς πιστεύοντας ἐπὶ σέ· 20 καὶ ὅτε ἐξεχεῖτο τὸ αἷμα Στεφάνου τοῦ μάρτυρός σου, καὶ αὐτὸς ἤμην ἐφεστὼς καὶ συνευδοκῶν τῇ ἀναιρέσει αὐτοῦ καὶ φυλάσσων τὰ ἱμάτια τῶν ἀναιρούντων αὐτόν.

Πρόσεχε πως σμπρώχνει τον εαυτό του μέσα στους κινδύνους. Διότι προσθέτει: «Μου συνέβηκε όταν επέστρεψα στην Ιερουσαλήμ», δηλαδή επέστρεψα στην Ιερουσαλήμ μετά από το όραμα εκείνο που είδα.

«Και ενώ προσευχόμουν στο ναό συνέβηκε να περιπέσω σε έκσταση και να, είδα αυτόν που μου έλεγε· Τρέξε και φύγε γρήγορα, διότι δεν θα δεχτούν τη μαρτυρία σου για μένα». Πρόσεχε ότι ούτε αυτό είναι χωρίς μαρτυρία, αλλά η μαρτυρία προέρχεται από το ίδιο το αποτέλεσμα. Είπε ότι «δεν θα δεχτούν τη μαρτυρία σου», και δεν τη δέχτηκαν και όμως έπρεπε βάσει των συλλογισμών να σκεφτεί ότι οπωσδήποτε θα τη δεχτούν, διότι, λέγει «εγώ φυλάκιζα και έδερνα εκείνους». Ώστε γι’ αυτό έπρεπε να δεχτούν τη μαρτυρία του. Με τα λόγια αυτά δύο πράγματα υπονοεί, και ότι αυτοί θα είναι αδικαιολόγητοι διότι δεν τον δίωκαν συνετά, ούτε και δικαιολογημένα, και ότι ο Χριστός ήταν Θεός, προφητεύοντας εκείνα που δεν τα περίμενε κανείς και βλέποντας όχι σ’ εκείνα που συνέβηκαν, αλλά προγνωρίζοντας εκείνα που πρόκειται να συμβούν.

«Και όταν χυνόταν το αίμα του Στεφάνου, του μάρυρά σου, ήμουν κι εγώ παρών, δείχνοντας συγκατάθεση στο φόνο αυτού». Πρόσεχε ότι πάλι τελειώνει ο λόγος στο πιο σπουδαίο γεγονός, διότι δείχνε ότι αυτός ήταν διώκτης, αλλά κι εκείνος που με άπειρα χέρια φόνευε το Στέφανο. Υπενθύμισε σ’ αυτούς τρομερή ανθρωποκτονία. Τότε βέβαια δεν τον ανέχτηκαν, επειδή αυτός τους έλεγχε και ήδη η προφητεία εκπληρωνόταν. Ο ζήλος λοιπόν μεγάλος, η κατηγορία βαριά, και οι μάρτυρες της αλήθειας του Χριστού ομιλούν με παρρησία. Όμως οι Ιουδαίοι δεν ανέχονταν πλέον ν’ ακούσουν όλη την ομιλία, αλλ’ αφού άναψαν από το μεγάλο τους θυμό, φώναζαν δυνατά.

21 καὶ εἶπε πρός με· πορεύου, ὅτι ἐγὼ εἰς ἔθνη μακρὰν ἐξαποστελῶ σε.

Μέχρι αυτό το σημείο του λόγου τον άκουγαν, αλλά στη συνέχεια άρχισαν να φωνάζουν δυνατά και να λένε

22 ῎Ηκουον δὲ αὐτοῦ ἄχρι τούτου τοῦ λόγου, καὶ ἐπῆραν τὴν φωνὴν αὐτῶν λέγοντες· αἶρε ἀπὸ τῆς γῆς τὸν τοιοῦτον· οὐ γὰρ καθῆκεν αὐτὸν ζῆν. 23 κραυγαζόντων δὲ αὐτῶν καὶ ριπτόντων τὰ ἱμάτια καὶ κονιορτὸν βαλλόντων εἰς τὸν ἀέρα, 24 ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ χιλίαρχος ἄγεσθαι εἰς τὴν παρεμβολήν, εἰπὼν μάστιξιν ἀνετάζεσθαι αὐτόν, ἵνα ἐπιγνῷ δι᾿ ἣν αἰτίαν οὕτως ἐπεφώνουν αὐτῶ.

Έπρεπε και ο Χιλίαρχος να εξετάσει εάν αυτά έχουν έτσι, κι εκείνοι οι ίδιοι, εκείνος όμως χωρίς να κάνει τίποτα παραπάνω, έδωσε εντολή να τον ανακρίνουν μαστιγώνοντάς τον. Βέβαια, έπρεπε από κείνουν που φώναζαν δυνατά να ζητήσει πληροφορίες, ρωτώντας τους εάν συμφωνούσαν με κάτι από κείνα που λέχτηκαν. Αλλά όμως κάνει μόνο χρήση της εξουσίας του και ενεργεί προς χάρη εκείνων, διότι η επιδίωξή του δεν ήταν αυτή, αν ενεργήσει δηλαδή δίκαια, αλλά πώς να σταματήσει το θυμό εκείνων, που ήταν άδικος.

25 ὡς δὲ προέτειναν αὐτὸν τοῖς ἱμᾶσιν, εἶπε πρὸς τὸν ἑστῶτα ἑκατόνταρχον ὁ Παῦλος· εἰ ἄνθρωπον Ρωμαῖον καὶ ἀκατάκριτον ἔξεστιν ὑμῖν μαστίζειν;

Δεν είπε ψέμματα ο Πάυλος. (μακριά μια τέτοια σκέψη), ονόμασε τον ευατό του ρωμαίο, διότι ήταν Ρωμαίος, γι’ αυτό και ο χιλίαρχος φοβήθηκε ακούγοντας αυτό. Και για ποιο λόγο φοβήθηκε; - Οπωσδήποτε για τίποτα άλλο δεν φοβήθηκε, απρά για να μη συλληφθεί και υποστεί μεγαλύτερη τιμωρία. Και πρόσεχε δεν ομιλέι απλώς, αλλά λέγει «επιτρέπεται σε σας»; Δύο είναι οι κατηγορίες, και το ότι μαστιγώνεται χωρίς ν’ απολογηθεί, κι ενώ είναι Ρωμαίος. Ήταν μεγάλο προνόμιο να είναι κανείς Ρωμαίος πολίτης.

 26 ἀκούσας δὲ ὁ ἑκατόνταρχος, προσελθὼν ἀπήγγειλε τῷ χιλιάρχῳ λέγων· ὅρα τί μέλλεις ποιεῖν· ὁ γὰρ ἄνθρωπος οὗτος Ρωμαῖός ἐστι. 27 προσελθὼν δὲ ὁ χιλίαρχος εἶπεν αὐτῷ· λέγε μοι εἰ σὺ Ρωμαῖος εἶ. ὁ δὲ ἔφη· ναί. 28 ἀπεκρίθη τε ὁ χιλίαρχος· ἐγὼ πολλοῦ κεφαλαίου τὴν πολιτείαν ταύτην ἐκτησάμην. ὁ δὲ Παῦλος ἔφη· ἐγὼ δὲ καὶ γεγέννημαι.

Είδες; Ο Χιλίαρχος απόκτησε το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη δαπανώντας πολλά χρήματα.  Η δε εμφάνιση του Παύλου δεν έπειθε τον χιλίαρχο.


29 εὐθέως οὖν ἀπέστησαν ἀπ᾿ αὐτοῦ οἱ μέλλοντες αὐτὸν ἀνετάζειν· καὶ ὁ χιλίαρχος δὲ ἐφοβήθη ἐπιγνοὺς ὅτι Ρωμαῖός ἐστι, καὶ ὅτι ἦν αὐτὸν δεδεκώς.

Είμαι Ρωμαίος εκ γενετής δήλωσε ο Πάυλος. Άρα ο πατέρας του ήταν Ρωμαίος. Τι λοιπόν γίνεται μετά απ’ αυτό; -Αφού τον έλυσε τον κατέβασε στους Ιουδαίους. Άρα δεν ήταν ψέμα που είπε ότι είναι Ρωμαίος πολίτης, διότι και ωφελήθηκε απ’ αυτό, αφού λύθηκε από τα δεσμά και άκου πως συνέβηκε αυτό:

30 Τῇ δὲ ἐπαύριον βουλόμενος γνῶναι τὸ ἀσφαλές, τὸ τί κατηγορεῖται παρὰ τῶν ᾿Ιουδαίων, ἔλυσεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν δεσμῶν καὶ ἐκέλευσεν ἐλθεῖν τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ ὅλον τὸ συνέδριον αὐτῶν, καὶ καταγαγὼν τὸν Παῦλον ἔστησεν εἰς αὐτούς.

Επαφή