ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ 24, 1-27

2019-10-24 12:20



1 Μετά δὲ πέντε ἡμέρας κατέβη ὁ ἀρχιερεὺς ᾿Ανανίας μετὰ τῶν πρεσβυτέρων καὶ ρήτορος Τερτύλλου τινός, οἵτινες ἐνεφάνισαν τῷ ἡγεμόνι κατὰ τοῦ Παύλου.

Και πάλι λοιπόν έρχονται, αν και εμποδίζονται από άπειρα εμπόδια, ώστε και εκεί να καταντροπιαστούν.

2 κληθέντος δὲ αὐτοῦ ἤρξατο κατηγορεῖν ὁ Τέρτυλλος λέγων·
3 πολλῆς εἰρήνης τυγχάνοντες διὰ σοῦ καὶ κατορθωμάτων γινομένων τῷ ἔθνει τούτῳ διὰ τῆς σῆς προνοίας, πάντῃ τε καὶ πανταχοῦ ἀποδεχόμεθα, κράτιστε Φῆλιξ, μετὰ πάσης εὐχαριστίας. 4 ἵνα δὲ μὴ ἐπὶ πλεῖόν σε ἐγκόπτω, παρακαλῶ ἀκοῦσαί σε ἡμῶν συντόμως τῇ σῇ ἐπιεικείᾳ.

Μα αυτό το έχετε κάνει εσείς, ο δικηγόρος λοιπόν τι χρειαζόταν; Πρόσεχε πως και αυτός αμέσως και από την αρχή θέλει να τον παραδώσει σαν νεωτεριστή και επαναστάτη, και επηρεάζει τη γνώμη του δικαστή και τους επαίνους. Στη συνέχεια, σαν να ήθελε να πει πολλά, τα παρατρέχει και λέγει μόνο αυτό: «Για να μη σε κουράσω όμως περισσότερο». Και το κάνει αυτό θέλοντας να δημιουργήσει στον δικαστή την επιθυμία για τιμωρία.

5 εὑρόντες γὰρ τὸν ἄνδρα τοῦτον λοιμὸν καὶ κινοῦντα στάσιν πᾶσι τοῖς ᾿Ιουδαίοις τοῖς κατὰ τὴν οἰκουμένην, πρωτοστάτην τε τῆς τῶν Ναζωραίων αἱρέσεως, 6 ὃς καὶ τὸ ἱερὸν ἐπείρασε βεβηλῶσαι, ὃν καὶ ἐκρατήσαμεν καὶ κατὰ τὸν ἡμέτερον νόμον ἠθελήσαμεν κρίνειν· 7 παρελθὼν δὲ Λυσίας ὁ χιλίαρχος μετὰ πολλῆς βίας ἐκ τῶν χειρῶν ἡμῶν ἀπήγαγε, 8 κελεύσας τοὺς κατηγόρους αὐτοῦ ἔρχεσθαι ἐπὶ σέ· παρ᾿ οὗ δυνήσῃ αὐτὸς ἀνακρίνας περὶ πάντων τούτων ἐπιγνῶναι ὧν ἡμεῖς κατηγοροῦμεν αὐτοῦ. 9 συνεπέθεντο δὲ καὶ οἱ ᾿Ιουδαῖοι φάσκοντες ταῦτα οὕτως ἔχειν.

Σαν καταστροφέα λοιπόν και κοινό εχθρό των Ιουδαίων όλου του κόσμου τον κατηγορούν καθώς και ως πρωτοστάτη της αιρέσεως των Ναζωραίων, και από αυτό πάλι τον κατηγορούν διότι η Ναζαρέτ ήταν πόλη ασήμαντη.

Τι κάνει λοιπόν ο Παύλος; Άραγε σιωπά ακούγοντας αυτά; Καθόλου· αλλά δείχνει και πάλι το θάρρος του με την απάντηση που δίνει. Και αυτό έγινε με τη θέληση του ηγεμόνα.

10 ᾿Απεκρίθη δὲ ὁ Παῦλος, νεύσαντος αὐτῷ τοῦ ἡγεμόνος λέγειν· ἐκ πολλῶν ἐτῶν ὄντα σε κριτὴν τῷ ἔθνει τούτῳ ἐπιστάμενος εὐθυμότερον τὰ περὶ ἐμαυτοῦ ἀπολογοῦμαι, 11 δυναμένου σου γνῶναι ὅτι οὐ πλείους εἰσί μοι ἡμέραι δεκαδύο ἀφ᾿ ἧς ἀνέβην προσκυνήσων εἰς ῾Ιερουσαλήμ· 12 καὶ οὔτε ἐν τῷ ἱερῷ εὗρόν με πρός τινα διαλεγόμενον ἢ ἐπισύστασιν ποιοῦντα ὄχλου, οὔτε ἐν ταῖς συναγωγαῖς οὔτε κατὰ τὴν πόλιν· 13 οὔτε παραστῆσαι δύνανται περὶ ὧν νῦν κατηγοροῦσί μου.

Τα λόγια αυτά δεν είναι λόγια κολακείας, το να ομολογήσει ότι είναι δίκαιος ο δικαστής, αλλά εκείνα μάλλον, το ότι είπαν «Χάρη σε σένα απολαμβάνουμε αδιάκοπη ειρήνη». Γιατί λοιπόν άδικα φιλονικείτε; Πρόσεχε λοιπόν εκείνοι τον παρακινούσαν για αδικία, ενώ αυτός ζητούσε το δίκαιο, γι’ αυτό έλεγε: «Απολογούμαι με μαγαλύτερη προθυμία για τον εαυτό μου», «επειδή γνωρίζω ότι πολλά χρόνια είσαι δικαστής». Και τι αποδεικνύει αυτό; -Αποτελεί μεγάλη απόδειξη, διότι δείχνει ότι αυτός γνωρίζει ότι τίποτα δεν έχει κάνει από κείνα για τα οποία κατηγορείται. Εάν προξενούσε κάποτε εξέγερση, θα το γνώριζε, αφού ήταν δικαστής, και δεν θα του διέφευγε της προσοχής. Έπειτα επειδή ο κατήγορος δεν είχε να παρουσιάσει τίποτα εναντίον του στα Ιεροσόλυμα, πρόσεχε τι λέει: «Μεταξύ όλων τοων Ιουδαίοων όλου του κόσμου»., προσθέτοντας ψέμα απάνω στο ψέμα..

Ο δε Πάλυος λέει: «Ανέβηκα να προσκυνήσω». Που λοιπόν η εξέγερση; Και προσθέτει: «Και ούτε στο ναό, ούτε στην πόλη, ούτε στη συναγωγή με βρήκαν να συζητώ με κάποιον», πράγμα που ήταν αληθές. Ο δε κατήγορος τον κατηγορούσε για πρωτοστάτη.

14 ὁμολογῶ δὲ τοῦτό σοι, ὅτι κατὰ τὴν ὁδὸν ἣν λέγουσιν αἵρεσιν οὕτω λατρεύω τῷ πατρῴῳ Θεῷ, πιστεύων πᾶσι τοῖς κατὰ τὸν νόμον καὶ τοῖς ἐν τοῖς προφήταις γεγραμμένοις, 15 ἐλπίδα ἔχων εἰς τὸν Θεὸν ἣν καὶ αὐτοὶ οὗτοι προσδέχονται, ἀνάστασιν μέλλειν ἔσεσθαι νεκρῶν, δικαίων τε καὶ ἀδίκων·

Πρόσεχε, εκείνοι τον αποχώριζαν από τον νόμο, ενώ αυτός με αυτά που απολογείται παρουσιάζει τον εαυτό του φίλο με τον νόμο. Και προσθέτει:

16 ἐν τούτῳ δὲ καὶ αὐτὸς ἀσκῶ ἀπρόσκοπτον συνείδησιν ἔχειν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τοὺς ἀνθρώπους διὰ παντός. 17 δι᾿ ἐτῶν δὲ πλειόνων παρεγενόμην ἐλεημοσύνας ποιήσων εἰς τὸ ἔθνος μου καὶ προσφοράς· 18 ἐν οἷς εὗρόν με ἡγνισμένον ἐν τῷ ἱερῷ, οὐ μετὰ ὄχλου οὐδὲ μετὰ θορύβου

Γιατί λοιπόν ανέβηκες; Γιατί ήρθες; «Για να προσκυνήσω», λέει, «για να φέρω βοήθεια στο έθνος μου». Επομένως αυτό δεν ήταν έργο στασιαστή. Έπειτα αφαιρεί και το προσωπείο αυτών, λέγοντας απροσδιόριστα:

, τινὲς ἀπὸ τῆς ᾿Ασίας ᾿Ιουδαῖοι, 19 οὓς ἔδει ἐπὶ σοῦ παρεῖναι καὶ κατηγορεῖν εἴ τι ἔχοιεν πρός με. 20 ἢ αὐτοὶ οὗτοι εἰπάτωσαν τί εὗρον ἐν ἐμοὶ ἀδίκημα στάντος μου ἐπὶ τοῦ συνεδρίου, 21 ἢ περὶ μιᾶς ταύτης φωνῆς ἧς ἔκραξα ἑστὼς ἐν αὐτοῖς, ὅτι περὶ ἀναστάσεως νεκρῶν ἐγὼ κρίνομαι σήμερον ὑφ᾿ ὑμῶν.

Αυτό αποτελεί το μέγιστο δικαίωμα, το να μη αποφεύγει κανείς τους κατηγόρους, αλλά να είναι έτοιμος ν’ απολογηθεί σ’ όλους. «Για την ανάσταση των νεκρών», λέει, «εγώ σήμερα δικάζομαι». Και τίποτα δεν είπε από κείναι που ήταν φυσικό να πεί. Ότι δηλαδή έκαναν κακά σχέδια εναντίον του, ότι τον συνέλαβαν, ότι του έστησαν ενέδρα, αλλά σιωπά και μόνο απολογείται, αν και μπορεί πάρα πολλά να πεί. Αυτό έκανε αυτόν ένδοξο και στην Καισάρεια, το ότι δηλαδή ήρθε εκεί με τόση μεγάλη στρατιωτική δύναμη.

***Δες λοιπόν την λεπτότητα της ψυχής και την ευγένεια του Παύλου και σκέψου εκείνον που υβρίστηκε κι όμως τίποτα δεν ανταπόδωσε. Και πως λέγει είναι δυνατόν να υποφέρει κανείς όταν βρίζεται; Και πως δεν είναι δυνατόν; Πες μου δημιουργείται μήπως τραύμα από τα λόγια; Μας δημιουργούνται μώλωπες στο σώμα; Ποια λοιπόν βλάβη μας γίνεται; ‘Ώστε αν θέλουμε, μπορούμε να την υποφέρουμε. Ας θέσουμε νόμο στον εαυτό μας να μη πονάει, και θα την υποφέρουμε την ύβρη. Ας πούμε στον εαυτό μας. Δεν είναι αποτέλεσμα έχθρας, αλλ’ αποτέλεσμα ασθένειας. Διότι το ότι δεν είναι αποτέλεσμα έχθρας ούτε κακοήθειας, γίνεται φανερό από το ότι και εκείνος ήθελε να τους συγκρατήσει, αν και είχε υποστεί αμέτρητα αδικήματα. Αν σκεφτούμε μόνο αυτό, ότι είναι αποτέλεσμα ασθένειας, θα το υποφέρουμε, και συγχωρήσουμε τότε εκείνον, ενώ θα προσπαθήσουμε να μη υποπέσουμε στα ίδια εμείς. Διότι ερωτώ όλους τους παρόντες. Άραγε, αν θελήσετε να δείξετε τέτοια φιλοσοφικότητα, θα μπορέσετε να υποφέρετε εκείνους που σας βρίζουν; Εγώ βέβαια το πιστεύω. Σε έβρισε λοιπόν απερίσκεπτα και χωρίς να το θέλει, αλλά αναγκαζόμενος από το πάθος του. Επομένως συγκρατήσου. Δεν βλέπεις τους δαιμονισμενους; Όπως ακριβώς εκείνος το υπομένει αυτό όχι τόσο από έχθρα, όσο από ασθένεια, έτσι κι εμείς δεν υποκινούμαστε τόσο από την φύση των ύβρεων, όσο από τον ίδιο τον εαυτό μας. Διότι πως υποφέρουμε τις ίδιες ύβρεις που προέρχονται από τους μανιακούς; Πάλι, αν είναι φίλοι εκείνοι που μας βρίζουν ή και ανώτεροί μας, και τότε υποφέρουμε τις ύβρεις. Πως λοιπόν δεν είναι παράλογο, όταν αυτοί που μας βρίζουν είναι ένας από τους τρεις, φίλοι, μανιακοί και ανώτεροι, να υποφέρουμε τις ύβρεις, να μην υποφέρουμε όμως αυτές όταν αυτοί είναι κατώτεροι; Πολλές φορές είπα. Το πράγμα αυτό είναι κάποια ροπή προς αυτό και υπερβολική αγανάκτηση. Ας δείξουμε λοιπόν λίγη υπομονή και κατορθώσαμε το παν. Όσο περισσότερο βρίζει κανείς, τόσο περισσότερο ασθενής είναι.

Ξέρεις πότε πρέπει να στενοχωριέσαι; Όταν εκείνος σιωπήσει, ενώ τον βρίσαμε εμείς. Διότι τότε εκείνος είναι ισχυρός, ενώ εμείς ασθενείς. Εάν όμως γίνει το αντίθετο, τότε πρέπει να χαιρόμαστε.

22 ᾿Ακούσας δὲ ταῦτα ὁ Φῆλιξ ἀνεβάλετο αὐτούς, ἀκριβέστερον εἰδὼς τὰ περὶ τῆς ὁδοῦ, εἰπών· ὅταν Λυσίας ὁ χιλίαρχος καταβῇ, διαγνώσομαι τὰ καθ᾿ ὑμᾶς, 23 διαταξάμενός τε τῷ ἑκατοντάρχῃ τηρεῖσθαι τὸν Παῦλον ἔχειν τε ἄνεσιν καὶ μηδένα κωλύειν τῶν ἰδίων αὐτοῦ ὑπηρετεῖν ἢ προσέρχεσθαι αὐτῷ.

Πρόσεχε πόσο αυστηρή εξέταση γίνεται. Κατά πρώτο ανακρίνεται από πολλούς, έπειτα η ανάκριση διαρκεί επί μακρό χρόνο, ώστε να μη πουν ότι εξαπατήθηκε από το δικαστήριο. Επειδή ο ρήτορας ανέφερε το Λυσία, λέγοντας ότι απέσπασε αυτόν απ’ αυτούς με βία, πρόσθεσε με τρόπο ευκαιριακό τα σχετικά με το Φήλικα, και λέγει «Ανέβαλε ο Φήλικας τη δίκη, διότι γνώριζε με μεγαλύτερη ακρίβεια τα σχετικά με τη διδασκαλία». Δηλαδή επίτηδες ανέβαλε τη δίκη, όχι επειδή χρειαζόταν να μάθει, αλλά θέλοντας ν’ αποφύγει τους Ιουδαίους. Να τον αφήσει ελεύθερο δεν ήθελε εξαιτίας εκείνων, να τον τιμωρήσει πάλι δεν ήταν δυνατό, διότι ήταν αδιαντροπιά. Γι’ αυτό αναβάλλει τη δίκη λέγοντας: «Όταν θα κατεβεί ο Λυσίας ο χιλίαρχος, θ’ αποφασίσω για την υπόθεσή σας. Διέταξε τότε τον εκατόνταρχο να επιτηρεί τον Πάυλο, να του παρέχει ευκολίες και να μην εμποδίζει κανένα από τους φίλους του να τον υπηρετεί ή να τον επισκέπτεται».

«Να τον υπηρετεί». Άρα τον απάλλαξε κι αυτός από τις κατηγορίες. Γιατί όμως τον κρατεί, αφού τον απάλλαξε; - Για το χατήρι εκείνων ή ακόμα περιμένοντας να πάρει χρήματα. Γι’ αυτό καλέι και πάλι τον Παύλο:

24 Μετὰ δὲ ἡμέρας τινὰς παραγενόμενος ὁ Φῆλιξ σὺν Δρουσίλλῃ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ, οὔσῃ ᾿Ιουδαίᾳ, μετεπέμψατο τὸν Παῦλον καὶ ἤκουσεν αὐτοῦ περὶ τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως. 25 διαλεγομένου δὲ αὐτοῦ περὶ δικαιοσύνης καὶ ἐγκρατείας καὶ τοῦ κρίματος τοῦ μέλλοντος ἔσεσθαι, ἔμφοβος γενόμενος ὁ Φῆλιξ ἀπεκρίθη· τὸ νῦν ἔχον πορεύου, καιρὸν δὲ μεταλαβὼν μετακαλέσομαί σε, 26 ἅμα δὲ καὶ ἐλπίζων ὅτι χρήματα δοθήσεται αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Παύλου ὅπως λύσῃ αὐτόν· διὸ καὶ πυκνότερον αὐτὸν μεταπεμπόμενος ὡμίλει αὐτῷ.

Πρόσεχε πως τα γραφόμενα λένε την αλήθεια. Έστελνε και καλούσε αυτόν συχνά, όχι επειδή θαύμαζε, ούτε επειδή επιδοκίμαζε τα λεγόμενά του, ούτε επειδή ήθελε να πιστέψει. Αλλά γιατί; «Περιμένοντας», λέει, «να του δοθούν χρήματα». Να λοιπόν που δεν κρύβει εδώ ο συγγραφέας την επιθυμία του δικαστή. Αν και βέβαια, αν τον είχε καταδικάσει, δεν θα το έκανε αυτό, ούτε θα ήθελε ν’ ακούσει από κατάδικο και κακό άνθρωπο. Και πρόσεχε τον Πάυλο, αν και ομιλεί προς άρχοντα δεν λέει τίποτα από κείνα που ήταν δυνατόν να μαλακώσει την ψυχή του, αλλά τέτοια λέει, με τα οποία συνταράσσει τη σκέψη του διότι λέει: «ενώ μιλούσε για ζητήματα δικαιοσύνης, εγκράτειας και της μελλοντικής κρίσεως, κυριεύθηκε ο Φήλικας από φόβο». Τόσο μεγάλη ήταν η δύναμη των λόγων του Παύλου, ώστε να φοβίζουν τον άρχοντα.

Οι Ιουδαίοι βέβαια κατά την συνήθειά του, όπως και στην περίπτωση του Χριστού, ήθελαν ν’ απολογηθεί ο Πάυλος για τα αδικήματά του, απέναντι στον Καίσαρα. Και αυτό ακριβώς ερμηνεύοντας ο συγγραφέας προσθέτει:

 27 Διετίας δὲ πληρωθείσης ἔλαβε διάδοχον ὁ Φῆλιξ Πόρκιον Φῆστον· θέλων δὲ χάριν καταθέσθαι τοῖς ᾿Ιουδαίοις ὁ Φῆλιξ κατέλιπε τὸν Παῦλον δεδεμένον.

Επαφή