ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ 27, 1-32

2019-10-30 18:51

1 Ως δὲ ἐκρίθη τοῦ ἀποπλεῖν ἡμᾶς εἰς τὴν ᾿Ιταλίαν, παρεδίδουν τόν τε Παῦλον καί τινας ἑτέρους δεσμώτας ἑκατοντάρχῃ ὀνόματι ᾿Ιουλίῳ σπείρης Σεβαστῆς. 2 ἐπιβάντες δὲ πλοίῳ ᾿Αδραμυττηνῷ μέλλοντες πλεῖν τοὺς κατὰ τὴν ᾿Ασίαν τόπους ἀνήχθημεν, ὄντος σὺν ἡμῖν ᾿Αριστάρχου Μακεδόνος Θεσσαλονικέως, 3 τῇ τε ἑτέρᾳ κατήχθημεν εἰς Σιδῶνα·

Πρόσεχε μέχρι που πηγαίνει ο Αρίσταρχος μαζί με τον Παύλο. Πολύ καλά και χρήσιμα παρευρίσκεται και ο Αρίσταρχος, ο οποίος πρόκειται να τα γνωστοποιήσει όλα στη Μακεδονία.

φιλανθρώπως τε ὁ ᾿Ιούλιος τῷ Παύλῳ χρησάμενος ἐπέτρεψε πρὸς τοὺς φίλους πορευθέντα ἐπιμελείας τυχεῖν. 4 κἀκεῖθεν ἀναχθέντες ὑπεπλεύσαμεν τὴν Κύπρον διὰ τὸ τοὺς ἀνέμους εἶναι ἐναντίους,

Ο Ιούλιος, λέει, φέρθηκε με ευγένεια προς τον Παύλο και τον επέτρεψε να μεταβεί στους φίλους του για να τον περιποιηθούν. Διότι φυσικό ήταν να είχε πολλές κακώσεις από τις αλυσίδες, από το φόβο και από το να οδηγείται εδώ κι εκεί. Πρόσεχε πως ούτε αυτό κρύβει, πως ήθελε να τύχει περιποιήσεως.

5 τό τε πέλαγος τὸ κατὰ τὴν Κιλικίαν καὶ Παμφυλίαν διαπλεύσαντες κατήλθομεν εἰς Μύρα τῆς Λυκίας. 6 Κἀκεῖ εὑρὼν ὁ ἑκατοντάρχης πλοῖον ᾿Αλεξανδρῖνον πλέον εἰς τὴν ᾿Ιταλίαν ἐνεβίβασεν ἡμᾶς εἰς αὐτό.

«Βρήκε», λέει, πλοίο Αλεξανδρινό. Πολύ σωστά βρίσκεται το πλοίο, ώστε κι εκείνοι να γνωστοποιήσουν τα σχετικά με τον Παύλο στην Ασία, κι αυτοί στη Λυκία. Πρόσεχε πως ο Θεός τίποτα νέο δεν επιννοεί, ούτε μεταβάλλει τα πράγματα, αλλά αφήνει αυτόν να πλέει με αντίθετους ανέμους. Όμως κι έτσι θαύμα πραγματοποιεί διότι, για να πλέουν μεασφάλεια, δεν τους άφησε στο πέλαγος, αλλά συνέχεια έπλεαν δίπλα στην ξηρά.

7 ἐν ἱκαναῖς δὲ ἡμέραις βραδυπλοοῦντες καὶ μόλις γενόμενοι κατὰ τὴν Κνίδον, μὴ προσεῶντος ἡμᾶς τοῦ ἀνέμου, ὑπεπλεύσαμεν τὴν Κρήτην κατὰ Σαλμώνην, 8 μόλις τε παραλεγόμενοι αὐτὴν ἤλθομεν εἰς τόπον τινὰ καλούμενον Καλοὺς λιμένας, ᾧ ἐγγὺς ἦν πόλις Λασαία. 9 ῾Ικανοῦ δὲ χρόνου διαγενομένου καὶ ὄντος ἤδη ἐπισφαλοῦς τοῦ πλοὸς διὰ τὸ καὶ τὴν νηστείαν ἤδη παρεληλυθέναι, παρῄνει ὁ Παῦλος

Νομίζω ότι εδώ εννοεί τη νηστεία των Ιουδαίων. Διότι αναχώρησαν από κει μετά την Πεντηκοστή και αφού είχε περάσει πολύς χρόνος, ώστε σχεδόν κατά τη διάρκεια του χειμώνα να φθάσουν στα μέρη της Κρήτης. Κι αυτό δεν είναι μικρό θαύμα το να σωθούν εξαιτίας αυτού κι εκείνοι.

 10 λέγων αὐτοῖς· ἄνδρες, θεωρῶ ὅτι μετὰ ὕβρεως καὶ πολλῆς ζημίας οὐ μόνον τοῦ φόρτου καὶ τοῦ πλοίου, ἀλλὰ καὶ τῶν ψυχῶν ἡμῶν μέλλειν ἔσεσθαι τὸν πλοῦν.

Ο Παύλος λοιπόν συμβούλεψε να παραμείνουν, προλέγοντας εκείνα που επρόκειτο να συμβούν, εκείνοι όμως βιάζονται, κι ενώ εμποδίζονταν από το μέρος, ήθελαν να περάσουν το χειμώνα στο Φοίνικα. Και πρόσεχε την πρόνοια του Θεού. Στην αρχή πήραν το σκάφος και απέπλευσαν, έπειτα όμως, μόλις σηκώθηκε δυνατός άνεμος, το άφησαν στην τύχη και μόλις και μετά βίας σώθηκαν.

 11 ὁ δὲ ἑκατοντάρχης τῷ κυβερνήτῃ καὶ τῷ ναυκλήρῳ ἐπείθετο μᾶλλον ἢ τοῖς ὑπὸ τοῦ Παύλου λεγομένοις. 12 ἀνευθέτου δὲ τοῦ λιμένος ὑπάρχοντος πρὸς παραχειμασίαν οἱ πλείους ἔθεντο βουλὴν ἀναχθῆναι κἀκεῖθεν, εἴ πως δύναιντο καταντήσαντες εἰς Φοίνικα παραχειμάσαι, λιμένα τῆς Κρήτης βλέποντα κατὰ λίβα καὶ κατὰ χῶρον. 13 ῾Υποπνεύσαντος δὲ νότου δόξαντες τῆς προθέσεως κεκρατηκέναι, ἄραντες ἆσσον παρελέγοντο τὴν Κρήτην.
14 μετ᾿ οὐ πολὺ δὲ ἔβαλε κατ᾿ αὐτῆς ἄνεμος τυφωνικὸς ὁ καλούμενος Εὐροκλύδων. 15 συναρπασθέντος δὲ τοῦ πλοίου καὶ μὴ δυναμένου ἀντοφθαλμεῖν τῷ ἀνέμῳ ἐπιδόντες ἐφερόμεθα. 16 νησίον δέ τι ὑποδραμόντες καλούμενον Κλαύδην μόλις ἰσχύσαμεν περικρατεῖς γενέσθαι τῆς σκάφης, 17 ἣν ἄραντες βοηθείας ἐχρῶντο ὑποζωννύντες τὸ πλοῖον· φοβούμενοί τε μὴ εἰς τὴν Σύρτιν ἐκπέσωσι, χαλάσαντες τὸ σκεῦος οὕτως ἐφέροντο. 18 σφοδρῶς δὲ χειμαζομένων ἡμῶν τῇ ἑξῆς ἐκβολὴν ἐποιοῦντο, 19 καὶ τῇ τρίτῃ αὐτόχειρες τὴν σκευὴν τοῦ πλοίου ἐρρίψαμεν. 20 μήτε δὲ ἡλίου μήτε ἄστρων ἐπιφαινόντων ἐπὶ πλείονας ἡμέρας, χειμῶνός τε οὐκ ὀλίγου ἐπικειμένου, λοιπὸν περιῃρεῖτο πᾶσα ἐλπὶς τοῦ σῴζεσθαι ἡμᾶς. 21 Πολλῆς δὲ ἀσιτίας ὑπαρχούσης τότε σταθεὶς ὁ Παῦλος ἐν μέσῳ αὐτῶν εἶπεν·

Πρόσεχε μετά από τόση τρικυμία ομιλεί προς αυτούς, χωρίς να θέλει να τους κατηγορήσει, αλλά θέλοντας να γίνει πιστευτός έστω και στο μέλλον. Γι’ αυτό και προβάλλει τα όσα συνέβηκαν σαν επιβεβαίωση της αληθείας εκείνων που θα λεχθούν. Και προλέγει δύο πράγματα, και ότι πρόκειται να αποβιβαστούν σε κάποιο νησί, και ότι το μεν πλοίο θα καταστραφεί, οι επιβάτες όμως θα σωθούν, πράγμα που δεν ήταν σκέψη, αλλά προφητεία και ότι αυτό πρέπει να παρουσιαστεί στον Καίσαρα. Να τα λόγια που είπε:

ἔδει μέν, ὦ ἄνδρες, πειθαρχήσαντάς μοι μὴ ἀνάγεσθαι ἀπὸ τῆς Κρήτης κερδῆσαί τε τὴν ὕβριν ταύτην καὶ τὴν ζημίαν. 22 καὶ τὰ νῦν παραινῶ ὑμᾶς εὐθυμεῖν· ἀποβολὴ γὰρ ψυχῆς οὐδεμία ἔσται ἐξ ὑμῶν πλὴν τοῦ πλοίου. 23 παρέστη γάρ μοι τῇ νυκτὶ ταύτῃ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ οὗ εἰμι, ᾧ καὶ λατρεύω,
24 λέγων· μὴ φοβοῦ, Παῦλε· Καίσαρί σε δεῖ παραστῆναι· καὶ ἰδοὺ κεχάρισταί σοι ὁ Θεὸς πάντας τοὺς πλέοντας μετὰ σοῦ. 25 διὸ εὐθυμεῖτε, ἄνδρες· πιστεύω γὰρ τῷ Θεῷ ὅτι οὕτως ἔσται καθ᾿ ὃν τρόπον λελάληταί μοι. 26 εἰς νῆσον δέ τινα δεῖ ἡμᾶς ἐκπεσεῖν. 27 ῾Ως δὲ τεσσαρεσκαιδεκάτη νὺξ ἐγένετο διαφερομένων ἡμῶν ἐν τῷ ᾿Αδρίᾳ, κατὰ μέσον τῆς νυκτὸς ὑπενόουν οἱ ναῦται προσάγειν τινὰ αὐτοῖς χώραν.
28 καὶ βολίσαντες εὗρον ὀργυιὰς εἴκοσι, βραχὺ δὲ διαστήσαντες καὶ πάλιν βολίσαντες εὗρον ὀργυιὰς δεκαπέντε·
29 φοβούμενοί τε μήπως εἰς τραχεῖς τόπους ἐκπέσωμεν, ἐκ πρύμνης ρίψαντες ἀγκύρας τέσσαρας ηὔχοντο ἡμέραν γενέσθαι. 30 Τῶν δὲ ναυτῶν ζητούντων φυγεῖν ἐκ τοῦ πλοίου καὶ χαλασάντων τὴν σκάφην εἰς τὴν θάλασσαν, προφάσει ὡς ἐκ πρῴρας μελλόντων ἀγκύρας ἐκτείνειν, 31 εἶπεν ὁ Παῦλος τῷ ἑκατοντάρχῃ καὶ τοῖς στρατιώταις· ἐὰν μὴ οὗτοι μείνωσιν ἐν τῷ πλοίῳ, ὑμεῖς σωθῆναι οὐ δύνασθε.

Το λέει αυτό για να τους συγκρατήσει και να μη διαψευτεί η προφητεία. Πρόσεχε που αυτοί διδάσκονται σαν μέσα σε εκκλησία την ευσέβεια του Παύλου, τους οποίους σώζει και μέσα από τους ίδιους κινδύνους. Και κατ’ οικονομία ο Πάυλος δεν γίνεται πιστευτός για να γίνει πιστευτός αφού πραγματοποιηθούν τα λεγόμενά του. και τους προτρέπει πάλι να φάνε και υπακούουν. Και ο ίδιος τρώει, πείθοντάς τους όχι μόνο με τα λόγια, αλλά και με τα έργα, ότι σε τίποτα δεν τους έβλαψε η τρικυμία, αλλά μάλλον ωφέλησε τις ψυχές τους.

32 τότε οἱ στρατιῶται ἀπέκοψαν τὰ σχοινία τῆς σκάφης καὶ εἴασαν αὐτὴν ἐκπεσεῖν. 33 ῎Αχρι δὲ οὗ ἔμελλεν ἡμέρα γίνεσθαι, παρεκάλει ὁ Παῦλος ἅπαντας μεταλαβεῖν τροφῆς λέγων· τεσσαρεσκαιδεκάτην σήμερον ἡμέραν προσδοκῶντες ἄσιτοι διατελεῖτε, μηδὲν προσλαβόμενοι. 34 διὸ παρακαλῶ ὑμᾶς μεταλαβεῖν τροφῆς· τοῦτο γὰρ πρὸς τῆς ὑμετέρας σωτηρίας ὑπάρχει· οὐδενὸς γὰρ ὑμῶν θρὶξ ἐκ τῆς κεφαλῆς πεσεῖται. 35 εἰπὼν δὲ ταῦτα καὶ λαβὼν ἄρτον εὐχαρίστησε τῷ Θεῷ ἐνώπιον πάντων, καὶ κλάσας ἤρξατο ἐσθίειν.
36 εὔθυμοι δὲ γενόμενοι πάντες καὶ αὐτοὶ προσελάβοντο τροφῆς· 37 ἦμεν δὲ ἐν τῷ πλοίῳ αἱ πᾶσαι ψυχαὶ διακόσιαι ἑβδομήκοντα ἕξ. 38 κορεσθέντες δὲ τροφῆς ἐκούφιζον τὸ πλοῖον ἐκβαλλόμενοι τὸν σῖτον εἰς τὴν θάλασσαν. 39 ῞Οτε δὲ ἡμέρα ἐγένετο, τὴν γῆν οὐκ ἐπεγίνωσκον, κόλπον δέ τινα κατενόουν ἔχοντα αἰγιαλόν, εἰς ὃν ἐβουλεύσαντο, εἰ δύναιντο, ἐξῶσαι τὸ πλοῖον. 40 καὶ τὰς ἀγκύρας περιελόντες εἴων εἰς τὴν θάλασσαν ἅμα ἀνέντες τὰς ζευκτηρίας τῶν πηδαλίων, καὶ ἐπάραντες τὸν ἀρτέμωνα τῇ πνεούσῃ κατεῖχον εἰς τὸν αἰγιαλόν. 41 περιπεσόντες δὲ εἰς τόπον διθάλασσον ἐπώκειλαν τὴν ναῦν, καὶ ἡ μὲν πρῷρα ἐρείσασα ἔμεινεν ἀσάλευτος, ἡ δὲ πρύμνα ἐλύετο ὑπὸ τῆς βίας τῶν κυμάτων.

Πάλι προσπαθεί ο διάβολος να εμποδίσει την πραγματοποίηση της προφητείας και σκέφτονταν να φονεύσει μερικούς, αλλά δεν άφησε ο εκατόνταρχος, για να σώσει τον Παύλο, τόσο πολύ φίλος του είχε γίνει:

 42 τῶν δὲ στρατιωτῶν βουλὴ ἐγένετο ἵνα τοὺς δεσμώτας ἀποκτείνωσι, μή τις ἐκκολυμβήσας διαφύγοι. 43 ὁ δὲ ἑκατοντάρχης βουλόμενος διασῶσαι τὸν Παῦλον ἐκώλυσεν αὐτοὺς τοῦ βουλήματος, ἐκέλευσέ τε τοὺς δυναμένους κολυμβᾶν ἀπορρίψαντας πρώτους ἐπὶ τὴν γῆν ἐξιέναι, 44 καὶ τοὺς λοιποὺς οὓς μὲν ἐπὶ σανίσιν, οὓς δὲ ἐπί τινων τῶν ἀπὸ τοῦ πλοίου. καὶ οὕτως ἐγένετο πάντας διασωθῆναι ἐπὶ τὴν γῆν.

Βλέπεις πόσο μεγάλο καλό προέκυψε από την κακοκαιρία; Άρα η κακοκαιρία δεν ήταν δείγμα εγκατάλειψης. Και πως λέγει υπέφεραν ενώ ήταν νηστικοί και δεν είχαν φάει τίποτα; Ήταν κυριευμένοι από τον φόβο και δεν τους άφηνε να επιθυμήσουν τροφή, επειδή αντιμετώπιζαν κίνδυνο μέχρι θανάτου. Και εκείνο λοιπόν που έγινε συνέβηκε εξ’ αιτίας του καιρού, το θαύμα όμως είναι μεγαλύτερο, διότι ενώ επικρατούσε τέτοιος καιρός, σώθηκαν μέσα από τους κινδύνους και αυτός και εξ’ αιτίας αυτού και οι υπόλοιποι.

Αλλά θα μπορούσε κάποιος να πει. Γιατί δεν έσωσε ο Θεός και το πλοίο; -Για να μάθουν από τι κίνδυνο διέφυγαν. Ότι το παν δεν ήταν έργο της ανθρώπινης βοήθειας, αλλά της χάριτος του Θεού, που σώζει χωρίς πλοίο. Ώστε οι δίκαιοι και αν ακόμη βρίσκονται μέσα σε τρικυμία, και αν ακόμη μέσα σε θάλασσα ή σε πέλαγος, δεν παθαίνουν κανένα κακό, αλλά και άλλους σώζουν μαζί με τον εαυτό τους. Εάν πλοίο που κινδύευε και αντιμετώπιζε ναυάγιο και φυλακισμένοι σώθηκαν εξ’ αιτίας του Παύλου, σκέψου τι σημαίνει να υπάρχει στο σπίτι άγιος άνθρωπος, διότι πολλές τρικυμίες συμβαίνουν και σε μας και είναι πολύ πιο φονερότερες απ’ αυτές, αλλά έχει αυτός τη δύναμη και εμάς να σώσει, αρκεί μόνο να δείχνουμε υπακοή στους αγίους, όπως ακριβώς εκείνοι, αν κάνουμε εκείνα που προστάζουν, διότι δεν σώζονται απλώς, αλλά και οι ίδιοι πίστεψαν. Και αν ακόμη ο άγιος είναι φυλακισμένος, κατορθώνει μεγαλύτερα πράγματα από τους ελεύθερους. Και πρόσεχε που υατό συνέβηκε στην περίπτωση αυτή. Ο ελεύθερος εκατόνταρχος είχε την ανάγκη αυτού που ήταν φυλακισμένος. Ο έμπειρος κυβερνήτης είχε την ανάγκη εκείνου που δεν ήταν κυβερνήτης, ή καλύτερα εκείνου που ήταν πργματικά κυβερνήτης. Διότι δεν κυβερνούσε τέτοιο σκάφος, αλλά την Εκκλησία της οικουμένης.

Επαφή