ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16 1-40

2019-10-08 17:11

 

1 Κατήντησε δὲ εἰς Δέρβην καὶ Λύστραν. καὶ ἰδοὺ μαθητής τις ἦν ἐκεῖ ὀνόματι Τιμόθεος, υἱὸς γυναικός τινος ᾿Ιουδαίας πιστῆς, πατρὸς δὲ ῞Ελληνος, 2 ὃς ἐμαρτυρεῖτο ὑπὸ τῶν ἐν Λύστροις καὶ ᾿Ικονίῳ ἀδελφῶν. 3 τοῦτον ἠθέλησεν ὁ Παῦλος σὺν αὐτῷ ἐξελθεῖν, καὶ λαβὼν περιέτεμεν αὐτὸν διὰ τοὺς ᾿Ιουδαίους τοὺς ὄντας ἐν τοῖς τόποις ἐκείνοις· ᾔδεισαν γὰρ ἅπαντες τὸν πατέρα αὐτοῦ ὅτι ῞Ελλην ὑπῆρχεν.

Αξίζει να νιώσουμε έκπληξη με τη σύνεση του Παύλου. Αυτός που τόσο πολύ αγωνίστηκε για την περιτομή που όλα τα μέσα μεταχειρίστηκε και δεν σταμάτησε τον αγώνα του μέχρι που πέτυχε το σκοπό του, αυτός, ενώ ηαπόφαση γι’ αυτήν επικυρώθηκε, περιτέμνει τον μαθητή. Όχι μόνο δεν εμποδίζει άλλους, αλλά και ο ίδιος το κάνει αυτό. Δεν υπάρχει τίποτα πιο συνετό απ’ αυτό που κάνει ο Παύλος, διότι όλα τα έβλεπε προς το συμφέρον της Εκκλησίας, τίποτα δεν έκανε στην τύχη και από προκατάληψη. Και το περιέτεμνε, διότι οι Ιουδαίοι δεν θα ανέχονταν με τίποτα να ακούσουν κήρυγμα από κάποιον που δεν είχε προηγουμένως περιτμηθεί. Και τι; Πρόσεχε το κατόρθωμα· τον περιέτεμνε, για να καταργήσει την περιτομή.

 4 ῾Ως δὲ διεπορεύοντο τὰς πόλεις, παρεδίδουν αὐτοῖς φυλάσσειν τὰ δόγματα τὰ κεκριμένα ὑπὸ τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν πρεσβυτέρων τῶν ἐν ῾Ιερουσαλήμ. 5 αἱ μὲν οὖν ἐκκλησίαι ἐστερεοῦντο τῇ πίστει καὶ ἐπερίσσευον τῷ ἀριθμῷ καθ᾿ ἡμέραν.

Είδες τώρα το κέρδος της περιτομής;

6 Διελθόντες δὲ τὴν Φρυγίαν καὶ τὴν Γαλατικὴν χώραν, κωλυθέντες ὑπὸ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος λαλῆσαι τὸν λόγον ἐν τῇ ᾿Ασίᾳ, 7 ἐλθόντες κατὰ τὴν Μυσίαν ἐπείραζον κατὰ τὴν Βιθυνίαν πορεύεσθαι· καὶ οὐκ εἴασεν αὐτοὺς τὸ Πνεῦμα.

Γιατί βέβαια εμποδίστηκαν δεν το λέει, το ότι όμως εμποδίστηκαν μας το είπε, για να μας διδάξει να δείχνουμε μόνο υπακοή και να μη ζητάμε να βρούμε τις αιτίες και για να δείξει ότι πολλά τα έκαναν και με την ανθρώπινη  μόνο δύναμη.

8 παρελθόντες δὲ τὴν Μυσίαν κατέβησαν εἰς Τρῳάδα. 9 καὶ ὅραμα διὰ τῆς νυκτὸς ὤφθη τῷ Παύλῳ· ἀνήρ τις ἦν Μακεδὼν ἑστώς, παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων· διαβὰς εἰς Μακεδονίαν βοήθησον ἡμῖν.

Γιατί βλέπει όραμα και δεν τον πρόσταξε το Άγιο Πνεύμα; - Ήθελε αυτούς και έτσι να τους καθοδηγεί. Και τον μετέφερε προς τα εκεί για να συνεχιστεί η διάδοση του Ευαγγελίου. Άλλωστε γι’ αυτό εμποδίστηκε να παραμείνει σε άλλες πόλεις διότι ο Χριστός τον ωθούσε προς τα εκεί.

Καιθ πως του παρουσιάστηκε το Πνεύμα; -Σαν άνδρας Μακεδόνας και δεν τον διέταξε, αλλά τον παρακαλούσε.

10 ὡς δὲ τὸ ὅραμα εἶδεν, εὐθέως ἐζητήσαμεν ἐξελθεῖν εἰς τὴν Μακεδονίαν, συμβιβάζοντες ὅτι προσκέκληται ἡμᾶς ὁ Κύριος εὐαγγελίσασθαι αὐτούς. 11 ᾿Αναχθέντες οὖν ἀπὸ τῆς Τρῳάδος εὐθυδρομήσαμεν εἰς Σαμοθρᾴκην, τῇ δὲ ἐπιούσῃ εἰς Νεάπολιν, 12 ἐκεῖθέν τε εἰς Φιλίππους, ἥτις ἐστὶ πρώτη τῆς μερίδος τῆς Μακεδονίας πόλις κολωνία. ῏Ημεν δὲ ἐν αὐτῇ τῇ πόλει διατρίβοντες ἡμέρας τινάς,

Περιγράφει τώρα και τους τόπους, επειδή διηγείται ιστορία και για να δείξει ότι έμεινε περισσότερο χρόνο στις μεγάλες πόλεις, ενώ τις άλλες τις προσπερνούσε.

13 τῇ τε ἡμέρᾳ τῶν σαββάτων ἐξήλθομεν ἔξω τῆς πόλεως παρὰ ποταμὸν οὗ ἐνομίζετο προσευχὴ εἶναι, καὶ καθίσαντες ἐλαλοῦμεν ταῖς συνελθούσαις γυναιξί. 14 καί τις γυνὴ ὀνόματι Λυδία, πορφυρόπωλις πόλεως Θυατείρων, σεβομένη τὸν Θεόν, ἤκουεν, ἧς ὁ Κύριος διήνοιξε τὴν καρδίαν προσέχειν τοῖς λαλουμένοις ὑπὸ τοῦ Παύλου.

Πρόσεχε πάλι τον Παύλο που και από τον χρόνο και από τον τρόπο ενεργεί με Ιουδαϊκό τρόπο. «Σε μέρος που θεωρούνταν» λέγει, «σαν τόπος προσευχής», διότι δεν προσευχόταν παντού, παρά μόσο στην συναγωγή, αλλά και έξω απ’ αυτήν, ξεχωρίζοντας κατά κάποιο τρόπο έναν τόπο, καθόσον οι Ιουδαίοι απέδιδαν περισσότερη προσοχή στα σωματικά.  «Κατά την ημέρα του Σαββάτου», κατά την οποία φυσικό ήταν να συγκεντρωθεί πλήθος. Και ας προσέξουμε την αρετή αυτής:

15 ὡς δὲ ἐβαπτίσθη καὶ ὁ οἶκος αὐτῆς, παρεκάλεσε λέγουσα· εἰ κεκρίκατέ με πιστὴν τῷ Κυρίῳ εἶναι, εἰσελθόντες εἰς τὸν οἶκόν μου μείνατε· καὶ παρεβιάσατο ἡμᾶς.

«Μόλις βαπτίστηκε», λέγει, «αυτή και η οικογένειά της». Πρόσεχε πως τους έπεισε όλους· έπειτα πρόσεχε σύνεση, πως παρακαλεί τους Αποστόλους, από πόση ταπεινοφροσύνη είναι γεμάτα τα λόγια της, από πόση σοφία.

16 ᾿Εγένετο δὲ πορευομένων ἡμῶν εἰς προσευχὴν παιδίσκην τινὰ ἔχουσαν πνεῦμα πύθωνος ἀπαντῆσαι ἡμῖν, ἥτις ἐργασίαν πολλὴν παρεῖχε τοῖς κυρίοις αὐτῆς μαντευομένη.

Πες μου όμως ποιος ήταν αυτός ο δαίμονας; «Πύθωνας», από τον τόπο έτσι ονομάζεται, βλέπεις ότι και ο Απόλλωνας δαίμονας είναι;

 17 αὕτη κατακολουθήσασα τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ ἔκραζε λέγουσα· οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἵτινες καταγγέλλουσιν ἡμῖν ὁδὸν σωτηρίας. 18 τοῦτο δὲ ἐποίει ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. διαπονηθεὶς δὲ ὁ Παῦλος καὶ ἐπιστρέψας τῷ πνεύματι εἶπε· παραγγέλλω σοι ἐν τῷ ὀνόματι ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῆς. καὶ ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ.

Και γιατί ενώ αυτή έλεγε αυτά ο Παύλος την εμπόδισε; -Διότι αν ο Παύλος δεχόταν την μαρτυρία της πολλοί θα θεωρούσαν από τους πιστούς ότι τους εξαπατούσε. Στην αρχή λοιπόν δεν αποδέχτηκε μεν την μαρτυρία αυτής ο Παύλος, αλλά αδιαφόρησε γι’ αυτήν μη θέλοντας να καταφύγει στην επιτέλεση θαύματος, όταν όμως αυτή επέμενε να το κάνει αυτό επί πολλές μέρες και φανέρωνε το έργο αυτών, λέγοντας «Αυτοί οι άνθρωποι είναι δούλοι του Θεού του Υψίστου, οι οποίοι κηρύττουν σ’εμάς οδό σωτηρίας, τότε διέταξε το δαιμόνιο να εξέλθει.

19 ᾿Ιδόντες δὲ οἱ κύριοι αὐτῆς ὅτι ἐξῆλθεν ἡ ἐλπὶς τῆς ἐργασίας αὐτῶν, ἐπιλαβόμενοι τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν εἵλκυσαν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας, 20 καὶ προσαγαγόντες αὐτοὺς τοῖς στρατηγοῖς εἶπον· οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ἐκταράσσουσιν ἡμῶν τὴν πόλιν ᾿Ιουδαῖοι ὑπάρχοντες.
21 καὶ καταγγέλλουσιν ἔθη ἃ οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν παραδέχεσθαι οὐδὲ ποιεῖν Ρωμαίοις οὖσι.

Παντού τα χρήματα είναι η αιτία των κακών. Πω, πω μέγεθος ελληνικής απανθρωπιάς! Ήθελαν το κορίτσι να διατελεί κάτω από την εξουσία του δαίμονα, ώστε να κερδίζουν αυτοί χρήματα. Και παρουσίασαν το θέμα ως ζήτημα εσχάτης προδοσίας. Και πρόσεχε ότι αυτοί ούτε στα λόγια του δαίμονος προσέχουν, αλλά σε ένα μόνο αποβλέπουν, τη φιλαργυρία.

22 καὶ συνεπέστη ὁ ὄχλος κατ᾿ αὐτῶν. καὶ οἱ στρατηγοὶ περιρρήξαντες αὐτῶν τὰ ἱμάτια ἐκέλευον ραβδίζειν,

Πω, πω μέγεθος παραφροσύνης! Δεν τους εξέτασαν, δεν τους επέτρεψαν να μιλήσουν, αν και βέβαια εφόσον έγινε τέτοιο θαύμα, έπρεπε να τους προσκυνήσουν. Κι αν ακόμη ήθελαν χρήματα, εφόσον βρήκαν τέτοιο πλούτο γιατί δεν έτρεξαν προς αυτόν; Αλλά ότι οι Ιουδαίοι έκαναν στον Χριστό, τα ίδια και οι έλληνες στον Παύλο..

23 πολλάς τε ἐπιθέντες αὐτοῖς πληγὰς ἔβαλον εἰς φυλακήν, παραγγείλαντες τῷ δεσμοφύλακι ἀσφαλῶς τηρεῖν αὐτούς· 24 ὃς παραγγελίαν τοιαύτην εἰληφὼς ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσωτέραν φυλακὴν καὶ τοὺς πόδας αὐτῶν ἠσφαλίσατο εἰς τὸ ξύλον.

Και το ίτι τους έριξαν στην πιο βαθειά φυλακή ήταν Θεία οικονομία, για να γίνει έτσι ακόμη πιο μεγάλο το θαύμα.

25 Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον Παῦλος καὶ Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεόν· ἐπηκροῶντο δὲ αὐτῶν οἱ δέσμιοι. 26 ἄφνω δὲ σεισμὸς ἐγένετο μέγας, ὥστε σαλευθῆναι τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου, ἀνεῴχθησάν τε παραχρῆμα αἱ θύραι πᾶσαι καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη.

Τι θα μπορούσε να υπάρξει ισάξιο με τις ψυχές αυτές; Μαστιγώθηκαν, δέχτηκαν χτυπήματα, βρίστηκαν, κινδύνεψαν μέχρι θανάτου, ήταν δεμένοι στο ξύλο και κλεισμένοι μέσα σε βαθιά φυλακή, κι όμως, ούτε έτσι μπορούσαν να ησυχάσουν, αλλά έμεναν ξάγρυπνοι όλη την νύχτα προσευχόμενοι. Βλέπετε πόσο μεγάλο αγαθό είναι η θλίψη; Εμείς όμως ούτε κι ενώ είμαστε ξαπλωμένοι σε απαλά στρώματα δεν φοβόμαστε τον Θεό, αλλά όλη την νύχτα κοιμόμαστε. Κι έγινε λέει σεισμός μεγάλος ενώ αυτοί έψαλλαν μελλωδικά και οι λοιποί φυλακισμένοι τους άκουγαν. Αυτά προφανώς οι φύλακες δεν τα έβλεπαν διότι αλλιώς θα έφευγαν.

27 ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ δεσμοφύλαξ καὶ ἰδὼν ἀνεῳγμένας τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, σπασάμενος μάχαιραν ἔμελλεν ἑαυτὸν ἀναιρεῖν, νομίζων ἐκπεφευγέναι τοὺς δεσμίους. 28 ἐφώνησε δὲ φωνῇ μεγάλῃ ὁ Παῦλος λέγων· μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν· ἅπαντες γάρ ἐσμεν ἐνθάδε.

Θαύμασε περισσότερο τη φιλανθρωπία του Παύλου, μείνε κατάπληκτος από την ανδρεία του, διότι ενώ μπορούσε να φύγει δεν έφυγε αλλά έμεινε εκεί να προφυλλάξει από την απελπισία τον δεσμοφύλακα.

 29 αἰτήσας δὲ φῶτα εἰσεπήδησε, καὶ ἔντρομος γενόμενος προσέπεσε τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ,
30 καὶ προαγαγὼν αὐτοὺς ἔξω ἔφη· κύριοι, τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ; 31 οἱ δὲ εἶπον· πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον ᾿Ιησοῦν Χριστόν, καὶ σωθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου. 32 καὶ ἐλάλησαν αὐτῷ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. 33 καὶ παραλαβὼν αὐτοὺς ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τῆς νυκτὸς ἔλουσεν ἀπὸ τῶν πληγῶν, καὶ ἐβαπτίσθη αὐτὸς καὶ οἱ αὐτοῦ πάντες παραχρῆμα, 34 ἀναγαγών τε αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ παρέθηκε τράπεζαν, καὶ ἠγαλλιάσατο πανοικὶ πεπιστευκὼς τῷ Θεῷ.

Να λοιπόν γιατί παρέμεινε ο Πάλυος και δεν έφυγε.

35 ῾Ημέρας δὲ γενομένης ἀπέστειλαν οἱ στρατηγοὶ τοὺς ραβδούχους λέγοντες· ἀπόλυσον τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους.

Έμαθαν ίσως οι στρατηγοί το γεγονός και δεν τολμούσαν από μόνοι τους να τους απολύσουν.

36 ἀπήγγειλε δὲ ὁ δεσμοφύλαξ τοὺς λόγους τούτους πρὸς τὸν Παῦλον, ὅτι ἀπεστάλκασιν οἱ στρατηγοὶ ἵνα ἀπολυθῆτε. νῦν οὖν ἐξελθόντες πορεύεσθε ἐν εἰρήνῃ. 37 ὁ δὲ Παῦλος ἔφη πρὸς αὐτούς· δείραντες ἡμᾶς δημοσίᾳ ἀκατακρίτους, ἀνθρώπους Ρωμαίους ὑπάρχοντας, ἔβαλον εἰς φυλακήν· καὶ νῦν λάθρᾳ ἡμᾶς ἐκβάλλουσιν; οὐ γάρ, ἀλλὰ ἐλθόντες αὐτοὶ ἡμᾶς ἐξαγαγέτωσαν.
38 ἀνήγγειλαν δὲ τοῖς στρατηγοῖς οἱ ραβδοῦχοι τὰ ρήματα ταῦτα· καὶ ἐφοβήθησαν ἀκούσαντες ὅτι Ρωμαῖοί εἰσι,
39 καὶ ἐλθόντες παρεκάλεσαν αὐτούς, καὶ ἐξαγαγόντες ἠρώτων ἐξελθεῖν τῆς πόλεως. 40 ἐξελθόντες δὲ ἐκ τῆς φυλακῆς εἰσῆλθον πρὸς τὴν
Λυδίαν, καὶ ἰδόντες τοὺς ἀδελφοὺς παρεκάλεσαν αὐτοὺς καὶ ἐξῆλθον.

Αν και οι στρατηγοί τους ειδοποίησαν να εξέλθουν , όμως ο Παύλος δεν εξέρχεται, ίσως για χάρη της Λυδίας και των άλλων αδελφών. Τριπλό αγαπητοί ήταν το αδίκημα, και ότι ήταν Ρωμαίοι πολίτες, και ότι δεν δικάστηκαν και ότι τους έβαλαν στη φυλακή δημόσια.

Επαφή