ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΤΟΛΩΝ 28, 1-31 ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

2019-10-30 18:52

1 Και διασωθέντες τότε ἐπέγνωσαν ὅτι Μελίτη ἡ νῆσος καλεῖται. 2 οἱ δὲ βάρβαροι παρεῖχον οὐ τὴν τυχοῦσαν φιλανθρωπίαν ἡμῖν· ἀνάψαντες γὰρ πυρὰν προσελάβοντο πάντας ἡμᾶς διὰ τὸν ὑετὸν τὸν ἐφεστῶτα καὶ διὰ τὸ ψῦχος. 3 συστρέψαντος δὲ τοῦ Παύλου φρυγάνων πλῆθος καὶ ἐπιθέντος ἐπὶ τὴν πυράν, ἔχιδνα ἀπὸ τῆς θέρμης διεξελθοῦσα καθῆψε τῆς χειρὸς αὐτοῦ. 4 ὡς δὲ εἶδον οἱ βάρβαροι κρεμάμενον τὸ θηρίον ἐκ τῆς χειρὸς αὐτοῦ, ἔλεγον πρὸς ἀλλήλους· πάντως φονεύς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος οὗτος, ὃν διασωθέντα ἐκ τῆς θαλάσσης ἡ Δίκη ζῆν οὐκ εἴασεν.

Πολύ σωστά και αυτό επιτράπηκε να γίνει, ώστε και να το δουν αυτοί και να πουν αυτά, ώστε, όταν γίνει το θαύμα, να μην απιστήσουν σ’ αυτό.

 5 ὁ μὲν οὖν ἀποτινάξας τὸ θηρίον εἰς τὸ πῦρ ἔπαθεν οὐδὲν κακόν· 6 οἱ δὲ προσεδόκων αὐτὸν μέλλειν πίμπρασθαι ἢ καταπίπτειν ἄφνω νεκρόν. ἐπὶ πολὺ δὲ αὐτῶν προσδοκώντων καὶ θεωρούντων μηδὲν ἄτοπον εἰς αὐτὸν γινόμενον, μεταβαλλόμενοι ἔλεγον θεὸν αὐτὸν εἶναι.

Βλέποντας το θαύμα, άλλαξαν γνώμη και από αμαρτωλό τον ονόμασαν θεό όπως ακριβώς έκαναν και οι κάτοικοι της Λυκαονίας.

 7 ᾿Εν δὲ τοῖς περὶ τὸν τόπον ἐκεῖνον ὑπῆρχε χωρία τῷ πρώτῳ τῆς νήσου ὀνόματι Ποπλίῳ, ὃς ἀναδεξάμενος ἡμᾶς τρεῖς ἡμέρας φιλοφρόνως ἐξένισεν.

Να, πάλι άλλος φιλόξενος, ο Πόπλιος, και πλούσιος και πολύ ευκατάστατος. Αυτός, χωρίς να είδε τίποτα, τους δέχτηκε και τους περιποιήθηκε, δείχνοντας προς αυτούς ευσπλαχνία μόνο από τη συμφορά τους.

 8 ἐγένετο δὲ τὸν πατέρα τοῦ Ποπλίου πυρετοῖς καὶ δυσεντερίῳ συνεχόμενον κατακεῖσθαι· πρὸς ὃν ὁ Παῦλος εἰσελθὼν καὶ προσευξάμενος καὶ ἐπιθεὶς τὰς χεῖρας αὐτῷ ἰάσατο αὐτόν. 9 τούτου οὖν γενομένου καὶ οἱ λοιποὶ οἱ ἔχοντες ἀσθενείας ἐν τῇ νήσῳ προσήρχοντο καὶ ἐθεραπεύοντο· 10 οἳ καὶ πολλαῖς τιμαῖς ἐτίμησαν ἡμᾶς καὶ ἀναγομένοις ἐπέθεντο τὰ πρὸς τὴν χρείαν.

Δηλαδή και σε μας έδωσαν τα αναγκαία τρόφιμα, όταν φύγαμε από κει, και στους άλλους. Πρόσεχε αυτούς που δεν μένουν χωρίς περιποίηση αφού απαλλάχτηκαν από την κακοκαιρία, αλλά έτυχαν εξ’ αιτίας αυτού πολύ γενναιώδορης υποδοχής. Δύο, τρεις μήνες έμειναν εκεί.

11 Μετὰ δὲ τρεῖς μῆνας ἀνήχθημεν ἐν πλοίῳ παρακεχειμακότι ἐν τῇ νήσῳ, ᾿Αλεξανδρίνῳ, παρασήμῳ Διοσκούροις, 12 καὶ καταχθέντες εἰς Συρακούσας ἐπεμείναμεν ἡμέρας τρεῖς· 13 ὅθεν περιελθόντες κατηντήσαμεν εἰς Ρήγιον, καὶ μετὰ μίαν ἡμέραν ἐπιγενομένου νότου δευτεραῖοι ἤλθομεν εἰς Ποτιόλους· 14 οὗ εὑρόντες ἀδελφοὺς παρεκλήθημεν ἐπ᾿ αὐτοῖς ἐπιμεῖναι ἡμέρας ἑπτά, καὶ οὕτως εἰς τὴν Ρώμην ἤλθομεν. 15 κἀκεῖθεν οἱ ἀδελφοὶ ἀκούσαντες τὰ περὶ ἡμῶν ἐξῆλθον εἰς ἀπάντησιν ἡμῖν ἄχρις ᾿Αππίου φόρου καὶ Τριῶν Ταβερνῶν, οὓς ἰδὼν ὁ Παῦλος εὐχαριστήσας τῷ Θεῷ ἔλαβε θάρσος.

Πρόσεχε που όλα αυτά γίνονται εξ’ αιτίας του Παύλου, ώστε να πιστέψουν οι φυλακισμένοι, οι στρατιώτες, και ο εκατόνταρχος. Διότι και αν ακόμη αυτοί ήταν αναίσθητοι και μετα όσα άκουσαν συμβουλεύοντάς τους, και με τα όσα απόλαυσαν τρεφόμενοι εξαιτίας του, θα φαντάζονταν μεγάλα πράγματα γι’ αυτόν.

Και παρόλα αυτά, αν και έκανε τόσα θαύματα, να πότε πήρε μεγαλύτερο θάρρος, όταν είδε λέει τους αδελφούς. Απ’ αυτό μαθαίνουμε ότι τα ανθρώπινα και παρηγορούνται και αντίθετα παρηγορούσε.

16 ῞Οτε δὲ ἤλθομεν εἰς Ρώμην, ὁ ἑκατοντάρχης παρέδωκε τοὺς δεσμίους τῷ στρατοπεδάρχῃ· τῷ δὲ Παύλῳ ἐπετράπη μένειν καθ᾿ ἑαυτὸν σὺν τῷ φυλάσσοντι αὐτὸν στρατιώτῃ.

Βλέπεις; Επιτράπηκε σ’ αυτόν να μένει μόνος του. Δεν είναι και αυτό μικρή απόδειξη το ότι αυτός θαυμάστηκε πάρα πολύ. Διότι δεν τον απαριθμούσαν μεταξύ των άλλων.

17 ᾿Εγένετο δὲ μετὰ ἡμέρας τρεῖς συγκαλέσασθαι τὸν Παῦλον τοὺς ὄντας τῶν ᾿Ιουδαίων πρώτους·

Και τι κοινό είχε με εκείνους; Διότι αυτοί δεν επρόκειτο να τον κατηγορήσουν. Και για να τους προλάβει να μην ακούσουν άλλα από άλλους. Οι Ιουδαίοι λοιπόν, αν και έβλεπαν τόσα θαύματα τον καταδίωκαν, επιτίθονταν εναντίοντου, ενώ οι βάρβαροι, αν και δεν είδαν τίποτα, έδειχναν φιλανθρωπία προς αυτόν εξ’ αιτίας της συμφοράς του και μόνο.

συνελθόντων δὲ αὐτῶν ἔλεγε πρὸς αὐτούς· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ οὐδὲν ἐναντίον ποιήσας τῷ λαῷ ἢ τοῖς ἔθεσι τοῖς πατρῴοις δέσμιος ἐξ ῾Ιεροσολύμων παρεδόθην εἰς τὰς χεῖρας τῶν Ρωμαίων· 18 οἵτινες ἀνακρίναντές με ἐβούλοντο ἀπολῦσαι διὰ τὸ μηδεμίαν αἰτίαν θανάτου ὑπάρχειν ἐν ἐμοί. 19 ἀντιλεγόντων δὲ τῶν ᾿Ιουδαίων ἠναγκάσθην ἐπικαλέσασθαι Καίσαρα, οὐχ ὡς τοῦ ἔθνους μου ἔχων τι κατηγορῆσαι. 20 διὰ ταύτην οὖν τὴν αἰτίαν παρεκάλεσα ὑμᾶς ἰδεῖν καὶ προσλαλῆσαι· ἕνεκεν γὰρ τῆς ἐλπίδος τοῦ ᾿Ισραὴλ τὴν ἅλυσιν ταύτην περίκειμαι.

Πολύ καλά και προς το συμφέρον του το κάνει αυτό, προσκαλώντας σε συνομιλία τους Ιουδαίους. Διότι ήθελε και τον εαυτό του ν’ απαλλάξει από την κατηγορία και άλλους, τον εαυτό του βέβαια για να μην τον κατηγορούν, πράγμα που τους έβλαπτε, ενώ εκείνους για να μη φανεί ότι το παν οφειλόταν σ’ αυτούς. Διότι φυσικό ήταν να διαδοθεί η φήμη ότι παραδόθηκε από τους Ιουδαίους, πράγμα που ήταν ικανό να τους βλάψει.

Τι λοιπόν έκαναν οι Ιουδαίοι ακούγοντας αυτά απ’ τον Παύλο; -Αφοπλίστηκαν και απολογήθηκαν λέγοντας:

 21 οἱ δὲ πρὸς αὐτὸν εἶπον· ἡμεῖς οὔτε γράμματα περὶ σοῦ ἐδεξάμεθα ἀπὸ τῆς ᾿Ιουδαίας, οὔτε παραγενόμενός τις τῶν ἀδελφῶν ἀπήγγειλεν ἢ ἐλάλησέ τι περὶ σοῦ πονηρόν. 22 ἀξιοῦμεν δὲ παρὰ σοῦ ἀκοῦσαι ἃ φρονεῖς· περὶ μὲν γὰρ τῆς αἱρέσεως ταύτης γνωστόν ἐστιν ἡμῖν ὅτι πανταχοῦ ἀντιλέγεται.

Σαν να έλεγαν. Ούτε με επιστολές, ούτε με ανθρώπους μας γνώρισαν για σένα κάτι το κακό, πλην όμως θέλουμε ν’ ακούσουμε για σένα. Έτσι από την πρώτη στιγμή παρουσίασαν την άρνησή τους, δείχνοντας τη δική τους γνώμη και λένε: «Διότι για τη θρησκευτική αυτή αίρεση γνωρίζουμε ότι παντού κατηγορείται». Δεν είπαν «την απορρίπτουμε», αλλά ότι προβάλλουν αντιρήσεις γι’ αυτήν.

 23 Ταξάμενοι δὲ αὐτῷ ἡμέραν ἧκον πρὸς αὐτὸν εἰς τὴν ξενίαν πλείονες, οἷς ἐξετίθετο διαμαρτυρόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ πείθων τε αὐτοὺς τὰ περὶ τοῦ ᾿Ιησοῦ ἀπό τε τοῦ νόμου Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν ἀπὸ πρωῒ ἕως ἑσπέρας. 24 καὶ οἱ μὲν ἐπείθοντο τοῖς λεγομένοις, οἱ δὲ ἠπίστουν.

Είδες πως δεν απαντά σ’ αυτούς αμέσως, αλλά ορίζει μία μέρα για να ρθουν και να τον ακούσουν, προς τους οποίους, αφού ήρθαν, μιλούσε από το νόμο του Μωϋσή και τους προφήτες.

25 ἀσύμφωνοι δὲ ὄντες πρὸς ἀλλήλους ἀπελύοντο, εἰπόντος τοῦ Παύλου ρῆμα ἕν, ὅτι καλῶς τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ἐλάλησε διὰ ῾Ησαΐου τοῦ προφήτου πρὸς τοὺς πατέρας ἡμῶν λέγον· 26 πορεύθητι πρὸς τὸν λαὸν τοῦτον καὶ εἶπον· ἀκοῇ ἀκούσετε καὶ οὐ μὴ συνῆτε, καὶ βλέποντες βλέψετε καὶ οὐ μὴ ἴδητε· 27 ἐπαχύνθη γὰρ ἡ καρδία τοῦ λαοῦ τούτου, καὶ τοῖς ὠσὶ βαρέως ἤκουσαν, καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἐκάμμυσαν, μήποτε ἴδωσι τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ τοῖς ὠσὶν ἀκούσωσι καὶ τῇ καρδίᾳ συνῶσι καὶ ἐπιστρέψωσι, καὶ ἰάσομαι αὐτούς.

Όταν έφευγαν και πρόβαλλαν τις αντιρρήσεις τους, τότε αναφέρει τον Ησαῒα, όχι επειδή ήθελε να τους κατηγορήσει, αλλά να τους στηρίξει. Και αναφέρει τον Ησαῒα τι λέγοντας; «θ’ ακούσετε πολύ καλά και δεν θα καταλαβαίνετε». Βλέπεις πως απομάκρυνε αυτούς από κάθε συγγνώμη; Διότι αν και είχαν και τον προφήτη που πρόλεγε αυτά από πολύ παλιά, όμως δεν απέφυγαν να μην αποστραφούν αυτά. Με το να πει «πολύ ορθά», δείχνει ότι δίκαια απορρίφθηκαν. Επομένως στους εθνικούς δόθηκε η δυνατότητα να γνωρίσουν το μυστήριο αυτό.

28 γνωστὸν οὖν ἔστω ὑμῖν ὅτι τοῖς ἔθνεσιν ἀπεστάλη τοῦτο τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ, αὐτοὶ καὶ ἀκούσονται.

Γιατί λοιπόν συνομιλείς μαζί τους; Δεν τα γνώριζες αυτά; - Ναι, αλλά απολογούμαι για να πιστέψουν και να μη δώσω σε κανέναν αφορμή για κατηγορία.

 29 καὶ ταῦτα αὐτοῦ εἰπόντος ἀπῆλθον οἱ ᾿Ιουδαῖοι πολλὴν ἔχοντες ἐν ἑαυτοῖς συζήτησιν. 30 ῎Εμεινε δὲ ὁ Παῦλος διετίαν ὅλην ἐν ἰδίῳ μισθώματι καὶ ἀπεδέχετο πάντας τοὺς εἰσπορευομένους πρὸς αὐτόν,
31 κηρύσσων τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ διδάσκων τὰ περὶ τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ μετὰ πάσης παρρησίας ἀκωλύτως.

Εδώ δείχνει την ελευθερία του πλέον. Διότι κηρύσσει στη Ρώμη χωρίς εμπόδια εκείνος που εμποδίστηκε στην Ιουδαία και έμεινε επί δύο χρόνια εκεί διδάσκοντας.

Και πρόσεχε την τόσο απλή ζωή που έκανε, διότι το σπίτι του το είχε όχι από ξένους κόπους, αλλά από χρήματα που κέρδιζε από την εργασία του. το ίδιο και ο Κύριος. Δεν είχε δική Του κατοικία διδάσκοντας έτσι ούτε οι μαθητές να προσηλώνονται υπερβολικά στα κοσμικά πράγματα.

Μέχρι σ’ αυτά σταματά το λόγο ο συγγραφέας και αφήνει διψασμένο τον ακροατή, ώστε τα υπόλοιπα να τα σκεφτεί μόνος του. Αυτό κάνουν και οι μη χριστιανοί συγγραφείς. Διότι το να τα ξέρει κανείς όλα, αυτό το κάνει νωθρό και αποχαυνωμένο. Αυτό κάμει κι αυτός και δεν λέγει τίποτα για τα όσα συνέβηκαν στη συνέχεια, θεωρώντας αυτό περιττό για εκείνους που διαβάζουν τους συγγραφείς και μαθαίνουν απ’ αυτά να προσθέτουν στο λόγο. Διότι οπωσδήποτε τέτοια που ήταν τα προηγούμενα, παρόμοια ήταν και τα όσα συνέβηκαν στη συνέχεια.

Η Ρώμη λοιπόν τον υποδέχτηκε αλυσοδεμένο, σαν στεφανωμένο και νικητή. Και τον κράτησε για αρχή για δυο χρόνια. Και όταν επέστρεψε σ’ αυτήν για δεύτερη φορά θανατώθηκε.  Η Κόρινθος τον κράτησε δύο χρόνια, η Ασία τρία.

Και αφού γέμισε όλη την οικουμένη με το κήρυγμά του, τερμάτισε τη ζωή του με τον τρόπο αυτό.

Τι ήθελες να μάθεις από τα όσα συνέβηκαν στη συνέχεια; -Δεσμά, βασανισμοί, αγώνες, φυλακίσεις, επιβουλές, συκοφαντίες, θάνατοι καθημερινοί. Είδες αυτών ένα μικρό μέρος; Τέτοιο σκέψου ότι είναι και το υπόλοιπο. Όπως ακριβώς και στην περίπτωση του ουρανού, όσο μέρος συμβεί να δεις ένα μέρος, όπου και αν πας, τέτοιο θα δεις να είναι και το υπόλοιπο. Ουρανός λοιπόν και ο Παύλος, έχοντας ήλιο δικαιοσύνης, ανώτερος λοιπόν ο Παύλος και από τον ουρανό.

Σκέψου: Όταν πεις τη λέξη Απόστολος, αμεσως αυτός σκέφτεσαι, όταν πεις Βαπτιστής, τον Ιωάννη θα σκεφτείς. Με τι θα μπορούσε κανείς να συγκρίνει τα λόγια εκείνου; Με θάλασσα ή και με ωκεανό; Ή μάλλον ούτε και μ’ αυτά, διότι πολύ πιο άφθονα, πιο βαθιά , πιο καθαρά ήταν τα λόγια του Παύλου. Και δεν θα έσφαλλέ κανείς αν ονόμαζε την καρδιά του Παύλου θάλασσα και ουρανό. Θάλασσα είναι η καρδιά του Παύλου που δεν οδηγεί εκείνους που πλέουν μέσα σ’ αυτήν από πόλη σε πόλη, αλλά από τη γη στον ουρανό.

Ας καταστήσουμε λοιπόν την ψυχή μας πρόθυμη στο να ακούσει τα ρήματα του Παύλου, ας γίνουμε ζηλωτές του Παύλου, και ας μιμηθούμε τη γενναία εκείνη και αδαμάντινη ψυχή, ώστε βαδίζοντας επάνω στα ίχνη όλων εκείνων που έπραξε εκείνος, να μπορέσουμε να διαπλεύσουμε το πέλαγος της παρούσας ζωής, να φθάσουμε στο ακύμαντο λιμάνι και να επιτύχουμε τα αγαθά που έχει υποσχεθεί σ’ εκείνους που κάνουν ζωή αντάξια του Χριστού, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον οποίο στον Πατέρα συγχρόνως και στο Άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα και η τιμή, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

 

Επαφή