1010 π.Χ Δαυίδ

1010 π.Χ ΔΑΥΙΔ

Ο Θεός κάλεσε τον Σαμουήλ στην Βηθλεέμ για να του δείξει τον νέο εκλεκτό ο οποίο ήταν γιος του Ιεσσαί ο μικρότερος και ο πιο «ασήμαντος». Ο Δαυίδ. Θα ήταν τότε μόλις είκοσι ετών τσομπάνος στο επάγγελμα. Ξανθός στα μαλλιά, πράγμα παράξενο για την περιοχή που οι άνθρωποι είναι συνήθως μέλανες. Είχε δε ωραία μάτια.

Ο Σαμουήλ τον έχρισε με λάδι και από τη στιγμή εκείνη το Άγιο Πνεύμα εισπήδησε μέσα στον Δαυίδ με  δύναμη σφοδρή ενώ παράλληλα ο Σαούλ έμεινε κενός Θείας Χάριτος και πνεύμα πονηρό τάρασσε πλέον αυτόν.

Βλέποντας οι δούλοι του Σαούλ την αθλία κατάσταση του βασιλέως Σαούλ  του πρότειναν να φέρουν άνθρωπο που γνώριζε κιθάρα ώστε παίζοντας εκείνος να τον ηρεμεί κατά την ώρα του πειρασμού. Του έφεραν λοιπόν μπροστά του  τον Δαύιδ τον οποίο ο Σαούλ αγάπησε πολύ. Ο Δαυίδ έπαιζε την κιθάρα του και ο Σαούλ θεραπεύονταν από την ταραχή που τον καταλάμβανε διότι το πονηρό πνεύμα απομακρύνονταν απ’ αυτόν.

ΔΑΥΙΔ ΚΑΙ ΓΟΛΙΑΘ

            Οι Φιλισταίοι συγκεντρώθηκαν στην περιοχή Σοκχώθ προκαλώντας τους ισραηλίτες σε μάχη. Αυτή η περιοχή ήταν μια κοιλάδα, της οποίας την δυτική πλευρά κατείχαν οι Φιλισταίοι και την Ανατολική το Ισραήλ.

            Ο Γολιάθ ήταν ένας γίγαντας ο οποίος ανήκε στις τάξεις των Φιλισταίων. Το ύψος του κυμαίνονταν από 2-3,3 μέτρα βάση των πήχεων που αποδίδουν οι εβδομήκοντα και από την άλλη το Εβραϊκό κείμενο.

            Ο Γολιάθ προκαλούσε τους ισραηλίτες λέγοντας: «Διατί εξήλθατε να παραταχθείτε σε πόλεμο εναντίον μας; Εγώ δεν είμαι Φιλισταίος και εσείς Εβραίοι με βασιλιά τον Σαούλ; Εκλέξατε άνδρα για να αντιπαραταχτεί εναντίον μου. Εάν αυτός τολμήσει να αντιμετρηθεί μαζί μου και να με καταβάλει θα είμαστε εμείς δούλοι σας. Εάν όμως εγώ φανώ ισχυρότερος αυτού και τον καταβάλω, θα είστε εσείς δούλοι σε μας και θα μας δουλεύετε».

            Ο Δαυίδ την εποχή εκείνη είχε αφήσει την βασιλική αυλή και ασχολούνταν με την διαποίμανση των προβάτων. Ο πατέρας του Ιεσσαί πολύ γέρος στην ηλικία απέστειλε τον Δαυίδ στο ισραηλιτικό στρατόπεδο για να στείλει αγαθά προς εφοδιασμό στα αδέρφια του που είχε στείλει ο Ιεσσαί στον πόλεμο.

            Όταν πήγε στο πεδίο της μάχης και άκουσε αυτά που έλεγε ο Γολιάθ, άναψε μέσα του ο πολεμικός βρασμός. Εν τω μεταξύ ο Σαούλ είχε υποσχεθεί πως αν κάποιος αντιμετώπιζε τον Γολιάθ και τον νικούσε θα του έδινε την κόρη του και θα τον έκανε αντιβασιλέα. Ο Δαυίδ ρώτησε τους άνδρες που βρίσκονταν δίπλα του: «Θα αμειφθεί ο ανήρ εκείνος, ο οποίος θα καταβάλει τον Φιλισταίο τούτο, αφαιρώντας αυτός την προς τον ισραηλιτικό λαό προσβολή του ανδρός αυτού. Ποιος είναι ο απερίτμητος αυτός Φιλισταίος ο οποίος προσέβαλε τον στρατό του πραγματικού Θεού;».

            Ο Ελιάβ ο μεγαλύτερος αδερφός του Δαυίδ, ακούγοντας τα λόγια αυτά ειρωνεύτηκε τον Δαυίδ λέγοντάς του: «Εγώ γνωρίζω την υπερηφάνεια σου και την κακή σου καρδιά. Ήλθες εδώ να δεις τον πόλεμο». Ο Δαυίδ όμως συνέχισε πυρακτωμένος από θείο ζήλο συνέχισε να ρωτά και τελικά οδηγήθηκε στον Σαούλ στον οποίο προσφέρθηκε για να πολεμήσει εναντίον του Γολιάθ. Ο Σαούλ βλέποντας τη διαφορά όγκου των δύο πολεμιστών αρχικά αρνήθηκε να επιτρέψει στον Δαυίδ να αντιμετωπίσει το Γολιάθ σε μονομαχία. Ο Δαυίδ όμως του είπε για τις επιτυχίες που είχε απέναντι στα άγρια θηρία που επιτίθονταν κατά καιρούς στο κοπάδι του και πώς εκείνος τα φόνευε. «...τον λέοντα λοιπόν και την άρκτο εγώ ο δούλος σου χτυπούσα και φόνευα...». Ο Σαούλ ακούγοντας τις διηγήσεις του, του επέτρεψε τελικά να αντιμετωπίσει  τον τρομερό γίγαντα Γολιάθ.

            Οι ισραηλίτες έντυσαν τον Δαυίδ με πανοπλία, η οποία όμως ήταν λείαν ενοχλητική στον μικρό βοσκό και τον εμπόδιζε στο περπάτημα. Την αφαίρεσε λοιπόν και εξήλθε εναντίον του Γολιάθ δίχως πανοπλία, δίχως όπλα, παρά μόνο με μια σφενδόνα και μερικές πέτρες στα χέρια. Ο Γολιάθ βλέποντας απέναντί του τον μικροσκοπικό Δαυίδ είπε: «Με σκυλί μοιάζω και έρχεσαι εναντίον μου με ράβδο και πέτρες;» Ο Δαυίδ απάντησε: «Όχι! Αλλά χειρότερος από σκύλο είσαι... συ έρχεσαι εναντίον μου με ρομφαία και δόρυ και ασπίδα. Εγώ όμως έρχομαι εν ονόματι Κυρίου Θεού Παντοκράτορος του στρατού του ισραηλιτικού, για τον οποίο μίλησες σήμερα περιφρονητικά. Σήμερα θα σε παραδώσει ο Κύριος στα χέρια μου, θα σε φονεύσω και θα αφαιρέσω το κεφάλι σου...».

            Ο Γολιάθ ακούγοντας αυτά βάδισε κατά του Δαυίδ. Ο Δαυίδ άπλωσε το χέρι του στο σάκο του, πήρε έναν λίθο τον οποίο εκσφενδόνισε κατά του Φιλισταίου, η πέτρα κτύπησε στο μέτωπο τον Γολιάθ. Ο λίθος τρύπησε την περικεφαλαία και εισήλθε στο μέτωπο αυτού πληγώνοντάς τον θανάσιμα. Κατόπιν ο Δαυίδ έκοψε το κεφάλι του γίγαντα. Οι Φιλισταίοι μετά το συμβάν αυτό τράπηκαν άτακτα σε φυγή.

            Από τη στιγμή εκείνη που ο Δαυίδ φόνευσε τον Φιλισταίο γίγαντα, ο Σαούλ παρέλαβε αυτόν μόνιμα στο παλάτι του. Ο Ιωνάθαν υιός του Σαούλ συνδέθηκε με τον Δαυίδ με μεγάλους δεσμούς φιλίας. Τον αγάπησε ο Ιωνάθαν τον Δαυίδ όπως τον  εαυτό του.

            Εν τω μεταξύ οι γυναίκες υποδέχτηκαν τον Δαυίδ στο παλάτι με χορούς και τύμπανα. Τραγουδώντας: «Ο Σαούλ εφόνευσε χιλιάδας εχθρών του και ο Δαυίδ μυριάδας». Αυτό ασφαλώς δεν άρεσε στον Σαούλ, ο οποίος καταλήφθηκε υπό του δαίμονος και αποπειράθηκε δύο φορές να σκοτώσει με το δόρυ του τον Δαυίδ. Το εξεδίωξε από το παλάτι του κυριευμένος από το πάθος του φθόνου. Από τότε ζητούσε τρόπο να σκοτώσει τον «αντίζηλό» του.

            Η Μελχόλ κόρη του Σαούλ ανήκε στον Δαυίδ λόγω του ότι ο Σαούλ είχε υποσχεθεί ότι όποιος σκότωνε τον γίγαντα  Γολιάθ θα την έπαιρνε για γυναίκα του. Παρόλα αυτά πριν του τη δώσει σκέφτηκε να εκθέσει τον Δαυίδ σε μεγάλους κινδύνους, μήπως και μέσα από αυτούς σκοτωθεί και απαλλαχτεί απ’ αυτόν. Έτσι ζήτησε από τον Δαυίδ να καταβάλει ως γαμήλια δώρα 100 ακροβυστίες Φιλισταίων. Και τούτο διότι ο Δαυίδ ήταν φτωχός και δεν είχε χρήματα να δώσει. Αυτό ήταν ένα πανούργο τέχνασμα του Σαούλ για να εκθέσει τον Δαυίδ σε κίνδυνο. Όμως ο ταπεινός βοσκός κατάφερε να φέρει ει πέρας την αποστολή του. Φόνευσε εκατό Φιλισταίους και πήρε από αυτούς τις ακροβυστίες τους.

            Στη συνέχεια ο Σαούλ κυριευμένος από το πονηρό πνεύμα προσπάθησε δύο φορές να φονεύσει τον αντίζηλό του με τα ίδια του χέρια χωρίς όμως επιτυχία. Ο Ιωνάθαν ο υιός του Σαοὐλ και καρδιακός φίλος του Δαυίδ, καταπράυνε προς στιγμήν τα πράγματα μεσιτεύοντας στον πατέρα του υπέρ του φίλου του.

Τίποτα όμως δεν σταματούσε τον Σαούλ στην εκδήλωση του παράλογου μίσους του. Έτσι έδωσε εντολή στους στρατιώτες του, να συλλάβουν τον Δαυίδ περικυκλώνοντας την οικία αυτού.

Ο Δαυίδ ξέφυγε του κινδύνου με την πολύτιμη βοήθεια την Μελχόλ της συζύγου του, η  οποία έβαλε στο κρεβάτι ομοίωμα ανθρώπου το οποίο παρίστανε κοιμώμενο τον Δαυίδ. Αυτό έδωσε πολύτιμο χρόνο στον σύζυγό της για να απομακρυνθεί από την οικία του.

Στην περιοχή Αρμαθαίμ όπου εκεί βρίσκονταν το κολλέγιο των προφητών (το κολλέγιο των προφητών ήταν κάτι παρόμοιο με τα σημερινά μοναστήρια, όπου εκεί οι ασκούμενοι επιδίδονταν στη μελέτη του νόμου και την προσευχή), ο Σαούλ καταδίωξε τον Δαυίδ. Εκεί οι βασιλικοί απεσταλμένοι έπεσαν σε έκσταση ψάλλοντας ψαλμούς και ιερά άσματα. Σε έκσταση έπεσε και ο Σαούλ. Με πόση αγάπη και δύναμη υπερασπίζονταν τον Δαυίδ ο Θεός! Εν τούτοις αυτή η έκστασις  και η χάρις ουδεμία μεταβολή επέφερε στην καρδιά του Σαούλ.

Συμβούλιο έγινε κατόπιν μεταξύ των δύο φίλων Δαυίδ και Ιωνάθαν. Ο Δαυίδ είπε στον φίλο του πως ο Σαούλ επρόκειτο να τον φονεύσει, πράγμα που ο Ιωνάθαν αδυνατούσε να αποδεχτεί. Τότε ο Δαύιδ είπε στον Ιωνάθαν: «Δος μου την άδεια να φύγω και να κρυφθώ στην πεδιάδα μέχρι το δειλινό. Εάν ο πατήρ σου αντιληφθεί την απουσία μου και σε ερωτήσει δι εμέ θα απαντήσεις. Μου ζήτησε άδεια ο Δαυίδ να μεταβεί μέχρι της πόλεώς του, της Βηθλεέμ, διότι εκεί επρόκειτο να γίνει θυσία ετήσια για  όλη την οικογένειά του. Αν σου απαντήσει: ας έχει ειρήνη ο δούλος σου, έχουν καλά τα πράγματα για μένα. Εάν όμως σου απαντήσει με θυμό, γνώριζε ότι η κακία του έχει φθάσει στο κορύφωμά της...».

Πράγματι στο βασιλικό γεύμα που πραγματοποιήθηκε την πρώτη του μηνός, ο Σαούλ ρώτησε να μάθει το λόγο της απουσίας του Δαυίδ από το τραπέζι. Όταν ο Ιωνάθαν είπε αυτά που του είχε υπαγορεύσει ο Δαυίδ, ο Σαούλ άναψε από θυμό.

Ο Ιωνάθαν με συνθηματικό τρόπο ειδοποίησε για τον κίνδυνο τον Δαύιδ ο οποίος έκτοτε έγινε φυγάς περιπλανώμενος ανά την Ιουδαία. Φιλοξενήθηκε από τον αρχιερέα Αβιμέλεχ όπου εκεί πείνασε και έφαγε από του άρτους της προθέσεως , γεγονός που μνημονεύεται και στην Καινή Διαθήκη από τον Χριστό. (Ματθ. 12, 3-4). Φεύγοντας από τον Αβιμέλεχ πήρε μαζί του την ρομφαία του Γολιάθ η οποία φυλάσσονταν πλησίον του Εφώδ του Αρχιερέως.

Μετά τον Αβιμέλεχ ο Δαυίδ κατάφυγε στο στρατόπεδο των εχθρών του των Φιλισταίων, ελπίζοντας ότι αυτοί δεν θα τον αναγνωρίσουν, πράγμα που δεν έγινε όμως. Ο Δαυίδ για να γλυτώσει τη ζωή του προσποιήθηκε τον επιληπτικό, η οποία θεωρούνταν την εποχή εκείνη ιερή νόσος. Έτσι γλύτωσε από τα χέρια των Φιλισταίων και του βασιλιά τους Αγχούς.

Εν συνεχεία ο Δαυίδ κατέφυγε στο σπήλαιο Οδολλάμ το οποίο βρίσκονταν κοντά στη Βηθλεέμ. Εκεί είχε περάσει τα παιδικά του χρόνια και ως εκ τούτου ήξερε καλά την περιοχή. Κοντά του προσκολλήθηκαν πολλοί ενδεείς και πικραμένοι. Αργότερα αυτοί που αρχικά ήταν 400, και στη συνέχεια αυξήθηκαν στους 600 αποτέλεσαν τον στρατό του Δαυίδ. Αυτούς τους χρησιμοποίησε ο Δαυίδ όχι κατά του Σαούλ, αλλά κατά των Φιλισταίων όπως θα δούμε παρακάτω.

Ο Σαούλ πλήρης οργής κάλεσε τον αρχιερέα Αβιμέλεχ διότι πληροφορήθηκε πως αυτός τον φιλοξένησε τον εχθρό του. Ο Αβιμέλεχ είπε στον Σαούλ πως δεν έκανε τίποτα κακό διότι ο Δαυίδ πιστός δούλος του βασιλιά ήταν. Δεν γνώριζε το μίσος του Σαούλ εναντίον του Δαυίδ.

Όμως ο Σαούλ δεν πείστηκε. Το μίσος του ήταν άσβεστο. Διέταξε τους στρατιώτες του να σφάξουν όλους τους ιερείς και τον Αβιμέλεχ. Όμως ουδείς ετόλμησε να πράξει τέτοιου είδους έγκλημα, παρά μόνο ο Ιδουμαίος Δωήκ. Αυτός εκείνη την ημέρα έσφαξε 305 ιερείς...

Μόνο ένας υιός του Αβιμέλεχ γλύτωσε από την σφαγή. Ο Αβιάθαρ, ο οποίος προσκολλήθηκε στον Δαυίδ και εκείνος τον έκανε αρχιερέα. Εκείνη την φρικτή ημέρα ο Δαυίδ κατηγόρησε τον εαυτό του ως  υπεύθυνο για την μεγάλη σφαγή των ιερέων διότι εξαιτίας του έγινε αυτή. 

Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΔΑΥΙΔ ΣΤΗΝ ΚΕΪΛΑ

Ο Δαυίδ πληροφορήθηκε ότι οι Φιλισταίοι περικύκλωσαν την πόλη Κεϊλά πόλη πλησίον κτισμένη της Βηθλεέμ. Ρώτησε λοιπόν ο Δαύιδ τον Θεό δια μέσου του αρχιερέως Αβιάθαρ που ήταν στη συνοδεία του αν θα έπρεπε να κτυπήσει τους Φιλισταίους. Ο Θεός το επέτρεψε και ο Δαυίδ έκανε τότε μια πολύ μεγάλη νίκη εναντίον των Φιλισταίων.

Οι κάτοικοι όμως της Κεϊλά όχι μόνο δεν ευχαρίστησαν τον ήρωά τους που τους γλύτωσε από τα χέρια των Φιλισταίων, αλλά θέλησαν να τον παραδώσουν στα χέρια του Σαούλ ο οποίος με μένος τον καταδίωκε για να τον συλλάβει· Έλεγε:. «Μέσα στη γη αν χωθεί θα ερευνήσω και θα τον βρω θα τον βρω μεταξύ όλων των οικογενειών της φυλής Ιούδα».

Πράγματι, ο Σαούλ ανακάλυψε τον Δαυίδ στην έρημο, και τον καταδίωξε, όταν δε έφτασε πολύ κοντά σ’ αυτόν κατά παραχώρηση Θεού οι Φιλισταίοι επιτέθηκαν στον στρατό του Σαούλ και έτσι ο Σαούλ αναγκάστηκε λίγο πριν συλλάβει τον Δαυίδ να οπισθοχωρήσει. Το σημείο που έγινε το γεγονός αυτό ονομάστηκε «βράχος αποσχίσεως». Σημείο δηλαδή διαχωρισμού του Σαούλ από τον Δαυίδ.

Στην έρημο Εγγαδί ο Σαούλ παρέλαβε  3000 στρατιώτες με σκοπό να καταδιώξει τον Δαυίδ.  Σε ένα από τα πολλά σπήλαια που έχει η περιοχή ο Σαούλ εισήλθε για να κάνει τη σωματική του ανάγκη. Όμως μέσα σ’ αυτό το σπήλαιο βρίσκονταν κρυμμένος ο Δαυίδ και οι άνδρες του.

Οι άνδρες του Δαυίδ παρακίνησαν τον αρχηγό τους να σκοτώσει τον ανυπεράσπιστο Σαούλ λέγοντάς του: «Ο Θεός παρέδωσε αυτόν στα χέρια σου». Ο Δαυίδ όμως είπε: «Ουδέποτε ο Κύριος δεν θα επιτρέψει να κάνω τέτοιο πράγμα στον κύριό μου Σαούλ, τον ο οποίο ο Θεός έχρισε βασιλιά του Ισραήλ».

Εν τέλη αφού ο Σαούλ βγήκε αβλαβής από το σπήλαιο, τον ακολούθησε ο Δαυίδ ο οποίος του φώναξε ξωπίσω: «Κύριε βασιλεύ, γιατί πείθεσαι στις συκοφαντίες  μερικών αυλικών σου οι οποίοι σου λένε, ιδού ο Δαυίδ ζητεί να σε σκοτώσει; Να!  Κατά την ημέρα αυτή, είδαν τα μάτια σου ότι ο Κύριος παρέδωσε εσένα στα χέρια μου στο σπήλαιο αυτό. Δεν θέλησα όμως να σε σκοτώσω, σε λυπήθηκα. Σκέφτηκα: Δεν θα βάλω το χέρι μου στον κύριό μου τον βασιλεύ, ώστε να φονεύσω αυτόν. Διότι αυτός χρίστηκε βασιλιάς από το Θεό...».

Ακούγοντας τα λόγια αυτά ο Σαούλ ήρθε σε πρόσκαιρη συναίσθηση των αμαρτιών του: «Και να εγώ γνωρίζω, ότι θα γίνεις βασιλιάς και δια της χειρός σου θα στερεωθεί το ισραηλιτικό βασίλειο».

…Ο Δαυίδ πληροφορήθηκε τον καιρό εκείνο τον θάνατο
  του Σαμουήλ και έτσι κατέβηκε στην έρημο Μαάν για να προστατευθεί από νέα ενδεχόμενη επίθεση του Σαούλ. Στην περιοχή αυτή κατοικούσε ένα πλούσιος άνθρωπος ονόματι Νάβαλ ο οποίος είχε στην κατοχή του πολλά αιγοπρόβατα.  Από αυτόν ο Δαυίδ ζήτησε να αγοράσει σφαχτά για τον στρατό του. Όμως ο Νάβαλ απάντησε: «Ποιος είναι αυτός ο Δαύιδ, ποιος είναι αυτός ο υιός του Ιεσσαί; Νομίζω πως υπάρχουν πολλοί δραπέτες δούλοι που έγιναν φυγάδες που το έσκασαν από τους κυρίους τους. Ένας απ’ αυτούς είναι κι αυτός». Αυτή η απάντηση εξόργισε τον Δαυίδ ο οποίος αποφάσισε  να επιτεθεί εναντίον του Νάβαλ.

Η σύζυγος του Νάβαλ λεγόταν Αβιγαία. Αυτή ήταν πολύ όμορφη και συνετή. Μόλις πληροφορήθηκε την αναιδή απάντηση του άνδρα της έτρεξε αμέσως προς τον Δαυίδ και τον παρακάλεσε να μη κάνει κακό στον οίκο της αποκαλώντας τον άνδρα της ανόητο, τρελό. Παράλληλα η Αβιγαία προσέφερε δώρα στον Δαυίδ για να μαλακώσει την καρδιά του όπερ και εγένετο.

Μάλιστα μετά τον θάνατο του Νάβαλ ο Δαυίδ ζήτησε να παντρευτεί την Αβιγαία, τόσο πολύ την εξετίμησε! Στην πόλη Ιεσραέλ έγινε ο γάμος τους. Ο Δαυίδ τον καιρό εκείνο παντρεύτηκε και μία ακόμη γυναίκα την Αχινοόμ.

           Ο Σαούλ και πάλι καταδίωξε τον Δαυίδ. Πέρασε την έρημο Ζιφ με  3000 στρατιώτες προς εκπλήρωση του φονικού σχεδίου του.

           Τη νύχτα όμως στον τόπο που στρατοπέδευσε ο Σαούλ και στρατός του εισχώρησε κρυφά ο Δαυίδ και ο συμπαραστάτης του Αβεσσά χωρίς να γίνουν αντιληπτοί στη σκηνή που αναπαύονταν ο βασιλέας Σαούλ. Η εισχώρηση αυτή έγινε δια θαύματος μιας που ο Θεός βεβάρυνε υπερβολικά τους οφθαλμούς των φρουρών  και έτσι εκείνων κοιμωμένων ο Δαυίδ ανενόχλητος βρέθηκε μπροστά στην κλίνη του Σαούλ. Ο Αβεσσά είπε στον Δαύιδ: «Ο Θεός έφερε σήμερα τον εχθρό σου στα χέρια σου. Δύναμαι να τον κτυπήσω με το δόρυ μου μια φορά μόνο και να φθάσει το δόρυ μου στη γη χωρίς να ξαναδευτερώσω». (Α΄Βασ. 26, 8). Ο Δαυίδ απάντησε στον Αβεσσά: «Δεν πρέπει να τον φονεύσεις, διότι τις θα επιβάλει την χείρα του στον υπό του Θεού χρισθέντα βασιλέα και δεν θα είναι αξιοκατάκριτος; Ο Δαυίδ προσέθεσε: Εις τον ζώντα Κύριο ορκίζομαι εγώ δεν πρόκειται να βάλω χέρι μου φονικό πάνω του...».

            Με αυτό τον τρόπο ο Δαυίδ άφησε για μία ακόμη φορά τον Σαούλ στα χέρια του Θεού λέγοντας: «Μόνο ο  Κύριος είναι σε θέση να του αφαιρέσει τη ζωή ή δια αιφνιδίου θανάτου ή δια φυσιολογικού...».
πήρε όμως το δόρυ του βασιλέως και την υδρία του ύδατος. Την επομένη στάθηκε στον απέναντι λόφο και φώναξε προς τον Σαούλ και τον αρχιστράτηγό του Αβεννήρ: «Αβεννήρ δεν απαντάς; Άνδρας δεν είσαι εσύ; Ποιος άλλος μεταξύ του ισραηλιτικού λαού είναι γενναιότερός σου; Γιατί λοιπόν δεν φυλάττεις τον κύριό σου τον βασιλέα σου; Η αμέλεια την οποία επέδειξες δεν είναι καθόλου καλή. Εις τον ζώντα Κύριο ορκίζομαι ότι είστε άξιοι θανάτου για την αμέλειά σας σεις οι φυλάσσοντες τον υπό του Θεού χρισθέντα βασιλέα σας. Και τώρα ιδού λοιπόν: Το βασιλικό δόρυ και η υδρία του ύδατος, τα οποία ήταν πλησίον της κεφαλής του κοιμωμένου βασιλέως που είναι;

            Ο Σαούλ αναγνώρισε τη φωνή του Δαυίδ και είπε: «Η φωνή σου είναι αυτή τέκνο μου Δαυίδ»; Ο Δαυίδ απάντησε: «Ναι!  Εγώ είμαι ο δούλος σου, κύριε βασιλεύ!  Διατί εμέ τον δούλο σου καταδιώκει ο κύριός μου; Εις τί αμάρτησα; Τί κακό βρήκες σε μένα;...»

            Ο Σαούλ αποκρίθηκε και είπε: «Γύρισε πίσω παιδί μου Δαύιδ και δεν θα σε κακοποιήσω, διότι σεβάστηκες τη ζωή μου κατά τη σημερινή ημέρα. Ανοήτως  εγώ φέρθηκα σε σένα και διέπραξα μεγάλο αμάρτημα»

            Ο Δαυίδ απάντησε: «Ιδού το βασιλικό δόρυ. Ας έλθει ένας από τους δούλους σου να το παραλάβει».

            Παρά όμως την φαινομενική μετάνοια του Σαούλ ο Δαυίδ πλέον δεν εμπιστευόταν τα λόγια του βασιλέως και σκέφθηκε: «Οπωσδήποτε κάποια μέρα θα πέσω στα χέρια του Σαούλ και θα φονευθώ. Δεν είναι άλλο καλύτερο για μένα από το να καταφύγω και να σωθώ στη χώρα των Φιλισταίων και τότε θα παύσει ο Σαούλ να με ζητά..». Έτσι, ο Δαυίδ με τους 600 στρατιώτες του μετέβησαν στην γη των Φιλισταίων προς τον βασιλιά της Γεθ, Αγχούς. Ο Αγχούς παραχώρησε στον Δαυίδ την πόλη Σεκελάκ. Στην πόλη αυτή είχε πλήρη ελευθερία ο Δαυίδ, οργάνωνε τον στρατό του και επιτίθονταν στους Αμαληκίτες. Ήταν θα λέγαμε η πρώτη περίοδος βασιλείας του Δαυίδ.  Από τα λάφυρα που κέρδιζε από τις πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Αμαληκιτών έδινε ένα μερίδιο στον Αγχούς. Έδινε επίσης αναφορά των πράξεών του ως φιλοξενούμενος στα εδάφη των Φιλισταίων.

            Ο Δαυίδ δεν άφηνε κανέναν αιχμάλωτο ζωντανό είτε άνδρα είτε γυναίκα για να μην αποκαλυφθεί ότι πολεμούσε όχι τους ισραηλίτες, αλλά τους εχθρούς αυτών. Έτσι έδινε την ψευδή εντύπωση στον Αγχούς ότι αυτός εκτελεί πολεμικές επιχειρήσεις κατά των ισραηλιτών. Το γεγονός ότι ο Αγχούς τον εμπιστεύονταν δεν ήταν παράξενο, μιας που ο Δαυίδ ήταν θανάσιμος εχθρός του Σαούλ.
Έτσι ο Αγχούς τον εμπιστεύτηκε κάνοντάς τον έμπιστο φίλο του.

            Κατά την εποχή εκείνη ο Αγχούς αποφάσισε να κηρύξει πόλεμο εναντίον των ισραηλιτών. Απευθυνόμενος στον Δαυίδ του είπε: «Γνωρίζεις ασφαλώς, ότι θα έλθεις εσύ και οι άνδρες σου μαζί μου στον πόλεμο τούτο κατά των ισραηλιτών». Ο Δαυίδ απάντησε: «Θα μάθεις ερχομένου μου στον πόλεμο ποια κατορθώματα θα κάνει ο δούλος σου».

            Ο Σαούλ βλέποντας τον στρατό των Φιλισταίων φοβήθηκε. Θέλησε δε να μάθει τι επρόκειτο να γίνει και έτσι ρώτησε τον Κύριο. Όμως δεν έλαβε καμία απόκριση απ’ Αυτόν. Εφόσον δεν βρήκε απάντηση στο Εφώδ των ιερέων κατέφυγε στη μαγεία. Ζήτησε τη συμβουλή μιας μάγισσας.

            Η μάγισσα που αρχικά δεν αναγνώρισε τον Σαούλ ο οποίος πήγε σ’ αυτήν ενδεδυμένος με κοινά ενδύματα, ρώτησε ποιον νεκρό από τον Άδη ήθελε ο επισκέπτης της να καλέσει. Ο Σαούλ ζήτησε τον Σαμουήλ. Η μάγισσα βλέποντας τον Σαμουήλ τρόμαξε και ταυτόχρονα αναγνώρισε τον Σαούλ. Ο Σαούλ τότε της είπε: «Μη φοβάσαι, πες μου ποιον είδες». –«Είδα υπεράνθρωπο πρόσωπο ανερχόμενον από την γη του Άδη. (Δύο τινά υπάρχουν στην εμφάνιση εδώ του Σαμουήλ. Η μία περίπτωση είναι να εμφανίστηκε Θεού επιτρέποντως όντως ο Σαμουήλ στη μάγισσα για να δηλώσει την επίσημη συντριβή του Σαούλ, ή δαίμονας ήταν εκείνος. Λογικότερο φαίνεται το δεύτερο).  Ο Σαμουήλ απάντησε στην ερώτηση του Σαούλ για το τι επρόκειτο να γίνει στον πόλεμο: «...Ο Κύριος απομακρύνθηκε από σένα και έγινε προστάτης του πλησίον σου Δαυίδ. Ο κύριος έκανε σε σένα ό,τι είχε προφητεύσει δι εμού. Θα συντρίψει τη βασιλεία από τη δική σου εξουσία και θα παραδώσει αυτή στον ομόφυλό σου ισραηλίτη». (Ας σημειώσουμε τον αρχικό λόγο του Σαμουήλ που είπε μιλώντας στη μάγισσα: «Γιατί με τάραξες καλώντας με να έλθω εδώ;» Ταραχή όμως δεν υπάρχει στον τόπο των δικαίων. Συνεπώς δαίμονας ήταν αυτός με τη μορφή του Σαμουήλ).

            Ο Σαούλ ακούγοντας τα λόγια αυτά έπεσε στο έδαφος εξαντλημένος και απελπισμένος. Τότε η μάγισσα προς ενδυνάμωση του βασιλέως έσφαξε ένα μοσχάρι και παρέθεσε γεύμα στον βασιλιά.

            Οι Φιλισταίοι εν τω μεταξύ οργάνωσαν την εκστρατεία τους εναντίον των ισραηλιτών και ανάμεσα σ’ αυτούς και μάλιστα προπορευόμενος ήταν ο Δαυίδ και οι στρατιώτες του. Όμως οι στρατηγοί του Αγχούς ενοχλήθηκαν από την παρουσία του Δαυίδ λέγοντας στον βασιλιά τους: «...Γι’ αυτό δεν έσερναν χορό οι νεάνιδες ισραηλίτισσες τραγουδώντας ο Σαούλ φόνευσε χιλιάδες εκ των εχθρών του, ο Δαυίδ όμως δεκάδες χιλιάδες εξ’ αυτών; Με ποιο τρόπο μπορεί αυτός να συμφιλιωθεί με το κύριό του Σαούλ, αν όχι παραδίδοντας σ’ αυτόν κεφάλια Φιλισταίων στρατιωτών»;

            Έτσι ο Αγχούς απάλλαξε τον Δαυίδ από την πολεμική αυτή εκστρατεία.

            Ο Δαυίδ επιστρέφοντας στην πόλη του Σεκελάκ βρήκε αυτή λεηλατημένη από τους Αμαληκίτες. Τότε ο Δαυίδ έκλαψε πικρά από αυτή την κατάσταση διότι ανάμεσα στους αιχμαλώτους ήταν και οι γυναίκες του. Ρώτησε τότε τον Θεό δια του εφώδ του αρχιερέως Αβιάθαρ αν θα έπρεπε να επιτεθεί στους Αμαληκίτες και έλαβε θετική απάντηση.

            Μετά από τρεις μέρες εξαντλητικής οδοιπορίας ο Δαυίδ συνάντησε έναν Αιγύπτιο τον οποίο οι Αμαληκίτες επειδή είχε τραυματιστεί τον παράτησαν στην έρημο δεικνύοντας έτσι την βαρβαρότητά τους. Αυτός ο Αιγύπτιος οδήγησε τον Δαυίδ στη συμμορία των Αμαληκιτών. Στη μάχη που ακολούθησε ο Δαυίδ κατατρόπωσε τους εχθρούς του και έλαβε πίσω όλα τα λάφυρα και τους αιχμαλώτους.

            Τα λάφυρα ήταν τόσα πολλά ώστε ο Δαυίδ έστειλε δώρα σε όλους τους άρχοντες της Ιουδαίας προετοιμάζοντας έτσι την επερχόμενη βασιλεία του.

            Στον πόλεμο των Φιλισταίων κατά των ισραηλιτών, οι ισραηλίτες συνετρίβησαν υπό των εχθρών τους. Οι Υιοί του Σαούλ σκοτώθηκαν μαχόμενοι και ο Σαούλ περικυκλωμένος έπεσε πάνω στην  ρομφαία του και αυτοκτόνησε.  Το πτώμα του το περισυνέλεξαν οι Φιλισταίοι και το περιέφεραν εξυβρίζοντάς το και ατιμώνοντας αυτό.

Αυτό ήταν το τραγικό φινάλε της βασιλείας του Σαούλ.

Βασιλειών β΄

 

                Η είδηση του θανάτου του Σαούλ έφτασε στον Δαυίδ από έναν αγγελιοφόρο Αμαληκίτη ο οποίος έφερε μαζί του το στέμμα του βασιλέως λέγοντας  πως αυτός  με τα ίδια του χέρια και κατ’ εντολή του Σαούλ τον σκότωσε για να μη πέσει ζωντανός στα χέρια των Φιλισταίων. Ο Δαυίδ έσκισε τα ρούχα του ως ένδειξη πένθους κήρυξε πένθος μετά νηστείας στο στρατό του για το θάνατο του Σαούλ και εν συνεχεία έδωσε εντολή να θανατώσουν τον Αμαληκίτη εκείνον  ο οποίος τόλμησε να φονεύσει τον Χρισθέντα υπό του Θεού βασιλέα. Παράλληλα πληροφορήθηκε και τον θάνατο του καρδιακού του φίλου Ιωνάθαν υιού του Σαούλ. Τον Ιωνάθαν ο Δαυίδ όπως αναφέρει η γραφή αγαπούσε περισσότερο και από σύζυγο και αδερφό.

                Μετά το θάνατο του Σαούλ ο Δαυίδ χρίστηκε βασιλιάς  των Ιουδαίων στην πόλη Χεβρών υπό συνθήκες όμως δυσμενείς, διότι διέμενε σε έδαφος  Φιλισταίων και εν μέσω ενός Ισραήλ που ήταν διαιρεμένο σε δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Αυτό ικανοποιούσε τους Φιλισταίους  και δεν κινούσε υποψίες κατά του Δαυίδ. Τούτο ασφαλώς ήταν έργο της Θείας Πρόνοιας.

                Ο τέταρτος υιός του Σαούλ ο Ιεβοσθέ υπήρξε αντίπαλος του Δαυίδ διότι θέλησε να κληρονομήσει τη βασιλεία του πατέρα του. Έτσι ξέσπασε πόλεμος μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων δυνάμεων. Οι δύο στρατηγοί των δύο στρατοπέδων ήταν ο Αβεννήρ από τη μεριά του Ιεβοσθέ και ο Ιωάβ από τη μεριά του Δαυίδ.

                Η μάχη εξελίχθηκε σε ένα τύπο άτακτου ανταρτοπόλεμου. Μία γενοκτονία άνευ ελέγχου μεταξύ των δύο αντιπάλων. Τόπος δολοφόνων ονομάστηκε το γεωγραφικό τμήμα εκείνο στο οποίο εκτυλίχθηκε αυτή η αιματοχυσία. Το τέλος δόθηκε με τη σύμφωνη γνώμη του Αβεννήρ και του Ιωάβ.

                Στον πόλεμο μεταξύ των ανδρών του Σαούλ και του Δαυίδ, ο Δαυίδ κέρδιζε ολοένα και  περισσότερο έδαφος. Ο Δαυίδ στην προσωπική του ζωή απόκτησε υιούς εκ των οποίων οι γνωστότεροι είναι  ο Αμνών, ο Αβεσσαλώμ και ο Σολομών.

                Το γεγονός του ότι ο ενάρετος αυτός άνδρας υπήρξε πολύγαμος στη ζωή του αποδείχτηκε καταστρεπτικό γι’  αυτόν. Ο διαμοιρασμός του με πολλές γυναίκες ήταν η μεγάλη αδυναμία του την οποία η Βίβλος με ειλικρίνεια παραθέτει. Όμως θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας ότι την εποχή εκείνη η πολυγαμία των ανδρών δεν ήταν ακόμη απαγορευμένη από την Εβραϊκή θρησκεία.

                Στο 3ο κεφ. Του Β΄Βασιλειών αναφέρεται ένα σπουδαίο ιστορικό γεγονός. Εκπρόσωποι από όλες τις ισραηλιτικές φυλές επισκέφθηκαν τον Δαυίδ στην Χεβρών και τον αναγνώρισαν βασιλιά τους. Έτσι ο πάλαι ποτέ ποιμένας προβάτων χρίεται τώρα βασιλιάς της φυλής του. Αυτό το σπουδαίο πράγματι γεγονός συνέβη όταν ο Δαυίδ ήταν τριάντα ετών. Συνολικά βασίλευσε 40 έτη.

                Τα εγκαίνια της βασιλείας του τα γιόρτασε με επίθεση κατά των Ιεβουσαίων. Κατέλαβε το ισχυρό φρούριο της Σιών δηλαδή της μετέπειτα επονομασθείσης πόλης Ιερουσαλήμ. Στην πόλη αυτή εγκαταστάθηκε ο Δαυίδ και έκτισε εκεί το ανάκτορό του.

                Παράλληλα, οι Φιλισταίοι πληροφορήθηκαν για την δυναμική ισχύ του Δαυίδ και ετοιμάστηκαν για πόλεμο εναντίον του. Στον πόλεμο που ακολούθησε οι Φιλισταίοι ηττήθηκαν και καταδιώχθηκαν μέχρι την κοιλάδα του κλαυθμώνος. Η νίκη ήταν θείας προελεύσεως, ο Θεός προπορεύονταν του στρατού του Ισραήλ.

                Μετά τον θρίαμβο του Ισραήλ ο Δαυίδ μετέφερε την Κιβωτό της Διαθήκης στην Ιερουσαλήμ στη νέα δηλαδή πρωτεύουσα του Ισραήλ.  Κατά την μεταφορά της Κιβωτού ο Δαυίδ σαν μικρό παιδί χόρευε και τραγουδούσε. Η σύζυγός του Μελχόλ τον επέπληξε γι’ αυτήν την συμπεριφορά, λέγοντάς του πως αυτό δεν άρμοζε σε βασιλιά. Συγκεκριμένα του είπε: «Ποίου είδους είναι η σημερινή δόξα του βασιλέως του ισραηλιτικού λαού, ο οποίος εγυμνώθη ενώπιον των δουλίδων, των δούλων, όπως γυμνούται ο κοινός χορευτής»;  Ο Δαυίδ απάντησε: «Ναι θα χορεύσω χωρίς να ντρέπομαι ενώπιον του Κυρίου μου, ο Οποίος με εξέλεξε ως βασιλέα αντί του πατρός σου και της οικογένειάς σου, ίνα γίνω αρχηγός του λαού Του, του ισραηλιτικού. Θα παίξω λοιπόν, ναι, μουσικό όργανο και θα χορέψω ενώπιον του Κυρίου μου! Θα γυμνωθώ, θα ταπεινωθώ, ναι θα γίνω τιποτένιος στα μάτια σου, θα βάλω τη θέση μου μετά των δουλιδών σου, ενώπιο των οποίων μου είπες να μην ταπεινώνομαι έτσι». Όσο για την Μελχόλ, δεν απέκτησε κανέναν υιό μέχρις ότου πέθανε.

                Ο Δαυίδ στη συνέχεια ρώτησε τον προφήτη Νάθαν αν ο Θεός ήθελε να του οικοδομήσει οίκο. Ο Θεός απάντησε στον Νάθαν ότι αυτό θα γινόταν από έναν απόγονο του Δαυίδ δηλαδή τον Σολομώντα. Παρόλα αυτά δόθηκε η προφητεία περί της ακατάληπτης βασιλείας του οίκου Δαυίδ. Εδώ πρόκειται για την Μεσσιανική προφητεία ότι δηλαδή από το γένος του βασιλέως  θα εξέρχονταν ο Μεσσίας Χριστός.

                Ο Δαυίδ έκτοτε κυρίευσε τους Φιλισταίους, τους Μωαβίτες  τη Συρία και την Ιδουμαία.

                Εν συνεχεία το Ισραήλ πολέμησε με τους Αμωνίτες οι οποίοι συμμάχησαν με τους Σύριους γιατί μόνοι τους δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν. Τα στρατεύματα όμως των Αμωνιτών και των Συρίων συντρίφθηκαν ολοσχερώς.

                Το επόμενο έτος ο Δαυίδ υπέπεσε σε ένα σοβαρό αμάρτημα το οποίο ο συγγραφέας με κάθε λεπτομέρεια εξιστορεί στο 11ο κεφ. Των Β΄Βασιλειών. Κάτι που δείχνει το πόσο αξιόπιστη είναι η Βίβλος η οποία δεν ανυψώνει δεν ωραιοποιεί, αλλά παραθέτει με ιστορική ακρίβεια τα γεγονότα όσο πικρά κι αν είναι αυτά για έναν σπουδαίο άνδρα του Ισραήλ όπως είναι ο Δαυίδ: Μετά την μεσημβρινή ανάπαυσή του ο Δαυίδ, ανακλινώμενος εκ της κοίτης του είδε μια ωραιοτάτη νέα η οποία μόλις είχε λουσθεί. Τοσούτον κακόν και βλέμματος ορμής όπως λέει και ο αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

                Αυτή η νέα ονομάζονταν Βηρσαβεέ και ήταν γυναίκα του Ουρία του Χετταίου ενός από τους πιο γενναίους άνδρες του στρατού.

                Ο Δαυίδ ήλθε σε συνουσία με την Βηρσαβεέ. Εμοίχευσε δηλαδή. Αυτό ήταν το πιο σοβαρό του αμάρτημα. Στη συνέχεια για να συγκαλύψει το αμάρτημα αυτό κάλεσε τον Ουρία από τον πόλεμο ώστε να αναπαυτεί μετά της συζύγου του. Ο Ουρίας όμως πιστός μαχητής αρνήθηκε να ξεκουραστεί. Ίσως να είχε υποπτευθεί κάτι. Το σαρκικό πάθος οδήγησε και στον φόνο. Κάλεσε τον Ουρία για να πιει, να μεθύσει ώστε αυτός να συνευρεθεί με την Βηρσαβεέ.  Έσπρωξε δε τον Ουρία στη μάχη, σε μια δύσκολη μάχη δίχως ελπίδα διαφυγής. Ουσιαστικά σκηνοθέτησε τον θάνατο του Ουρία και μαζί μ΄αυτόν και τον θάνατο και άλλων αθώων ισραηλιτών.

                Η δε Βηρσαβεέ έμεινε έγκυος και έτσι ο Δαυίδ αναγκάστηκε να την νυμφευθεί. Νόμισε ο βασιλιάς ότι συγκάλυψε την αμαρτία του. Όμως ο Θεός είναι άγρυπνος φρουρός της ηθικής τάξεως. Είναι ο προστάτης των αθώων. Έτσι ο Θεός έστειλε στον Δαυίδ τον προφήτη Νάθαν ο οποίος τον επιτίμησε για το αμάρτημά του και του ανήγγειλε την θεία απόφαση: Την ταραχή της οικογενειακής του γαλήνης διότι και αυτός τάραξε την οικογενειακή γαλήνη του Ουρία και άλλων υφισταμένων του. Επίσης, το τέκνον της αμαρτίας δεν θα επιβίωνε το παιδί δηλαδή που γέννησε αργότερα  η Βηρσαβεέ. Επίσης του είπε πως οι γυναίκες του Δαυίδ θα μοιχεύσουν σε ανοιχτό χώρο δημόσια.

                Ο Δαυίδ νήστεψε σκληραγωγώντας το σώμα του ελπίζοντας στο έλεος του Θεού. Το παιδί που γέννησε η Βηρσαβεέ πέθανε, έμεινε όμως ξανά έγκυος και γέννησε τον Σολομώντα τον πρόγονο του Μεσσία. 

                Η Θεία τιμωρία κτύπησε όμως και πάλι τον οίκο του Δαυίδ: Ο πρωτότοκος υιός ο Αμνών ερωτεύτηκε την ετεροθαλή αδελφή του Θημάρ κόρη δηλαδή του Δαυίδ αλλά από άλλη μάνα. Ο ξάδελφος του Αμνών Ιωνασάβ συμβούλευσε τον Αμνών να προσποιηθεί τον άρρωστο στην κλίνη του ζητώντας από την Θημάρ να τον περιποιηθεί. Πράγματι έτσι έγινε. Ο Αμνών βρήκε τότε την ευκαιρία να βιάσει την Θημάρ πράττοντας έτσι το αμάρτημα της αιμομιξίας. Το μίσος της αμαρτίας έσβησε την πρότερη αγάπη του Αμνών ο οποίος μετά το αμάρτημα του μίσησε την Θημάρ. Την έδιωξε από το βασιλικό ανάκτορο και εκείνη πενθώντας έριξε χώμα στα μαλλιά της και κατέφυγε στον ομομήτριο αδελφό της Αβεσσαλώμ.

                Ο Αβεσσαλώμ οργίστηκε με το γεγονός αυτό. Δύο έτη περίμενε να έλθει η κατάλληλη στιγμή ώσπου τελικά σκότωσε τον Αμνών. Μετά το έγκλημα κατέφυγε στον παππού του Θολμί. Μόνο εκεί μπορούσε να προφυλαχθεί από την οργή του Δαυίδ. Τρία χρόνια παρέμεινε εκεί, χρονικό διάστημα κατά το οποίο η οργή του Δαυίδ κατάπαυσε.  Ο στρατηγός Ιωάβ μεσολάβησε επιτυχώς ώστε να επέλθει η συμφιλίωση μεταξύ πατέρα και υιού.

                Ο Αβεσσαλώμ όμως ήταν πανούργος. Αφού πλέον είχε σκοτώσει τον πρωτότοκο υιό του Δαυίδ Αμνών, τώρα είχε την φιλοδοξία να διαδεχτεί αυτός τον πατέρα του στον ισραηλιτικό θρόνο. Στην Χεβρών οργάνωσε αντάρτικο και με βοή σαλπίγγων διακήρυξε τον εαυτό του βασιλιά. Ο Δαυίδ δεν μπορούσε πλέον να αντιδράσει. Πεζός και ανυπόδητος  έφυγε από τα βασιλικά του ανάκτορα εκτός Ιερουσαλήμ. Δεν είχε στρατό για να αμυνθεί απέναντι στην επικείμενη επίθεση του υιού του. Κρύφτηκε στην κοιλάδα του Ιορδάνη ποταμού.

                Ο Αβεσσαλώμ εισήλθε στην Ιερουσαλήμ και στο βασιλικό παλάτι. Εκεί βρήκε τις γυναίκες του Δαυίδ και συνευρέθηκε μαζί τους δημόσια ενώπιον του ισραηλιτικού λαού για να εξευτελίσει τον πατέρα του. Τρομερή η συμπεριφορά του Αβεσσαλώμ και η εκπλήρωση της προφητείας του Νάθαν!...

                Ο Δαυίδ παράλληλα οργάνωσε τον στρατό του για την επικείμενη μάχη με τον Αβεσσαλώμ. Ετοιμάστηκε δε και ο ίδιος προσωπικά να συμμετάσχει στον πόλεμο αυτό, όμως τον απέτρεψαν οι στρατιώτες του λέγοντας πως αυτός αξίζει περισσότερο από 10.000 στρατιώτες και έτσι έπρεπε να φυλαχτεί σε ασφαλές μέρος. Οποία η εκτίμηση των στρατιωτών απέναντι στον ηγέτη τους!! Ο Δαυίδ δέχτηκε την παράκληση των υπηκόων του και ξεπροβοδώντας τους για τη μάχη ζήτησε ένα μόνο πράγμα. Να λυπηθούν τον υιό του τον Αβεσσαλώμ.

                Στη μάχη που ακολούθησε σκοτώθηκαν συνολικά 20.000 ισραηλίτες μαχητές. Η παράταξη του Αβεσσαλώμ συντρίφθηκε. Ο ίδιος ο Αβεσσαλώμ  μπλέχτηκε με την πλούσια κώμη του στα κλαδιά ενός δέντρου και έμεινε εκεί για ώρες μετέωρος μεταξύ ουρανού και γης. Ο Ιωάβ όταν πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό έσπευσε προς το δέντρο και μπήγοντας τρία βέλη σκότωσε τον ανυπεράσπιστο Αβεσσαλώμ κάνοντας ανυπακοή στην επιθυμία του αρχηγού του Δαυίδ.

                Το τέλος του πολέμου έφτασε με τον Δαυίδ να μονολογεί: «Υιέ μου Αβεσσαλώμ, υιέ μου Αβεσσαλώμ… Διατί να μην αποθάνω εγώ αντί σου; Ναι εγώ να αποθάνω, Αβεσσαλώμ υιέ μου, υιέ μου»

                Μεγάλη όντως η καρδιά του Δαυίδ. Αν και ο υιός του τον πολέμησε, τον ατίμασε, εκείνος θρηνούσε για τον χαμό του παιδιού του!

                Ο Δαυίδ επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ όχι όμως μετά τυμπάνων χορών και κωδωνοκρουσιών αλλά έχοντας βαρύ πένθος στην καρδιά του και λέγοντας: «Υιέ μου Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ υιέ μου!» Το πένθος όμως αυτό στενοχώρησε τους στρατιώτες του οι οποίοι με διάθεση αυτοθυσίας είχαν ριχτεί στη μάχη για να υπερασπίσουν την τιμή και την δόξα του βασιλιά τους. Ο στρατηγός Ιωάβ πήρε το λόγο και επέπληξε τον βασιλέα για την διαγωγή του. Ο Δαυίδ δέχτηκε το δίκαιο αίτημα των υπηκόων του και έτσι παρουσιάστηκε στην πύλη της πόλεως ο θριαμβευτής για να πανηγυρίσει την ευτυχή έκβαση του πολέμου.

                Αργότερα και άλλες επαναστάσεις έγιναν εναντίον του βασιλέως Δαυίδ . Μία εκ των οποίων ήταν και αυτή του στρατηγού Ιωάβ ο οποίος όμως πριν να είναι αργά για εκείνον επέστρεψε μετανοημένος στην υπηρεσία του βασιλέως.

                Μετά από λίγο ξέσπασε πείνα για τρεισήμισι χρόνια στο βασίλειο του Ισραήλ. Η αιτία ήταν η πρωτυτέρα  σκληρότητα που είχε επιδείξει ο βασιλιάς Σαούλ απέναντι στη φυλή των Γαβαωνιτών αν και οι ισραηλίτες είχαν δώσει όρκο ότι θα δείξουν σε αυτούς έλεος και δεν θα τους θανατώσουν. Ο Θεός όμως δεν ξεχνά, άλλωστε κατά τον Μωσαϊκό νόμο, φόνος  οποίος δεν είχε εξιλεωθεί μόλυνε την αγία γη και προκαλούσε την θεία οργή κατά ολόκληρου του έθνους. (αριθ.35,33-34). Οι Γαβαωνίτες ανήκαν στην Χαναναϊκή φυλή. Ο Δαυίδ ρώτησε τότε τους Γαβαωνίτες τι ήθελαν για αντάλλαγμα για να ξεπληρώσουν οι ισραηλίτες την εις βάρος τους αμαρτία. Οι Γαβαωνίτες δεν ζήτησαν ούτε χρυσό, ούτε άργυρο, αλλά την θανάτωση επτά υιών του Σαούλ ο οποίος ήταν και ο υπαίτιος της αμαρτίας.

                Έτσι, σταυρώθηκαν επτά απόγονοι του Σαούλ. Οι πέντε εξ’  αυτών ήταν οι υιοί της Ρεσφά η οποία με αυτοθυσία παρέμενε κάτω από τους σταυρούς επί πολλές μέρες για να μην κατασπαράξουν τα όρνια τα πτώματα των υιών της. Αυτό το πληροφορήθηκε ο Δαυίδ ο οποίος επέτρεψε την ταφή των υιών της Ρεσφά στον οικογενειακό τάφο του βασιλέως Σαούλ.

                Ακολούθησαν άλλες τέσσερις εκστρατείες κατά των Φιλισταίων με νικηφόρα έκβαση. Μετά το πέρας αυτών των εκστρατειών ο Δαυίδ θέλησε να αριθμήσει τον στρατό του. Το θεοκρατικό όμως βασίλειο του Ισραήλ δεν έπρεπε να στηρίζεται σε αριθμούς και άρματα αλλά στην δύναμη του Θεού. Συνεπώς η πράξη αυτή του Δαυίδ ήταν εφάμαρτη.

                Παρόλα αυτά η αρίθμηση έγινε και επέδειξε 1.100.000 διά τις λοιπές φυλές του Ισραήλ και 470.000 για την φυλή του Ιούδα. Ο Δαυίδ μετά την αρίθμηση συναισθάνθηκε την αμαρτία του και μετανόησε.          Ο Δαυίδ προς συμφιλίωση με τον Θεό αγόρασε το αλώνι ενός ανθρώπου ονόματι Ορνά και εκεί έκτισε ένα μικρό θυσιαστήριο το οποίο αργότερα επέκτεινε ο Σολομώντας.

                Ο Δαυίδ πλέον είχε γεράσει. Είχε φτάσει τα 70 χρόνια. Τα γηρατειά του δημιούργησαν ζήτημα διαδοχής. Ήταν δε κλινήρης και ανήμπορος.  Μία παρθένος τέθηκε εις την υπηρεσία του για να τον αγκαλιάζει και να τον θερμαίνει διά την αποκατάσταση της κυκλοφορίας του αίματός του. Βέβαια, με την παρθένο αυτή ο Δαυίδ δεν ήλθε ποτέ σε ένωση.

                Ο Αδωνίας ένας εκ των υιών του Δαυίδ βλέποντας την δυσμενή κατάσταση του πατέρα του, ανακήρυξε τον εαυτό του βασιλιά. Ο προφήτης Νάθαν ενημέρωσε για την πράξη αυτή του Αδωνία τον Δαυίδ και την Βηρσαβεέ την μητέρα του Σολομώντα. Και αυτό γιατί ο Νάθαν γνώριζε την υπόσχεση του Δαυίδ κατά την οποία ο Σολομώντας επρόκειτο να τον διαδεχτεί.

                Ο Δαυίδ διέταξε αμέσως να χρισθεί ο Σολομώντας βασιλιάς και διάδοχός του στον θρόνο του Ισραήλ. Ο Σολομών ήταν 20 ετών όταν χρίστηκε βασιλιάς. Στη πρώτη τους  συνάντηση μετά την στέψη του νέου βασιλέως, ο Δαυίδ προσκύνησε τον υιό του ως νέο υπό του Θεού χρισθέντα βασιλέα του Ισραήλ. Πριν πεθάνει συμβούλεψε τον υιό του να μην αφήσει ατιμώρητο τον άδικο στρατηγό Ιωάβ. Δεν τον είχε θανατώσει ο ίδιος διότι οι περιστάσεις δεν ευνοούσαν κάτι τέτοιο.

                Ο Δαυίδ βασίλευσε συνολικά 40 χρόνια και προσετέθη στους προγόνους του.  Από τον οίκο Δαυίδ κατήγετο και ο Χριστός, και αυτό δικαιολογεί την προφητεία που δόθηκε στον Δαυίδ πως η βασιλεία του θα είναι αιώνια, όπως δηλαδή  Αιώνια είναι και η βασιλεία του Χριστού.

Επαφή