168-64 π.Χ Α΄Μακκαβαίων

Α΄Μακκαβαίων

 

 Ο Μέγας Αλέξανδρος  διήλθε τον Ελλήσποντο και νίκησε τον περσικό στρατό του οποίου ηγέτης ήταν ο Μιθριδάτης. Κατόπιν κατήγαγε δύο νίκες επί του Δαρείου, την μία στην Ισσό της Κιλικίας το 333 π.Χ και την άλλη στα Άρβηλα της Μεσσοποταμίας το 331 π.Χ, νίκη η οποία έθεσε όλη την Ανατολή στην κυριαρχία του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο ιερός συγγραφεύς μας αναφέρει πώς ο μεγάλος έλληνας στρατηλάτης κυρίευσε όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Έτσι η γη για ένα μακρύ διάστημα ησύχασε από τους μακροχρόνιους πολέμους. Η καρδιά όμως του Αλέξανδρου υπερηφανεύτηκε, θέλησε να παρουσιαστεί ως θεός ανάμεσα στους ανθρώπους ονομάζοντας τον εαυτό του Άμμων Ζευς. (υιός του θεού της Αιγύπτου). Μετά ταύτα αρρώστησε και πριν πεθάνει κάλεσε στο κρεβάτι του πόνου τους περίφημους αξιωματικούς του. Ιστορικά να αναφέρουμε πως ο Αλέξανδρος από την νεότητά του είχε θανατώσει πολλούς από τους συντρόφους του. Τον Παρμενίωνα, τον Φιλώτα και τον Κλήτονα. Ο δε Ηφαιστίωνας είχε προ πολλού πεθάνει από πυρετό. Άρα μεταξύ των επιζώντων συντρόφων του ήταν ο Ευμενής, ο Λυσίμαχος, ο Μένανδρος, ο Περδίκκας και ο Σέλευκος.   Μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το απέραντο κράτος διαμελίστηκε.

Ένα πιθανό σενάριο που δέχονται διάφοροι επιφανείς ιστορικοί είναι ότι ο Αλέξανδρος υπέδειξε απ’ το κρεβάτι ως αντιβασιλέα της αυτοκρατορίας τον Περδίκκα. Άλλοι ότι είπε «τω κρατίστω» δηλαδή τον πιο γενναίο.  Ο ιστορικός όμως συγγραφεύς μας, αναφέρει ότι ο ίδιος ο Μέγας Αλέξανδρος διένεμε στους συντρόφους του μερίδια της αυτοκρατορίας ενώ ακόμη αυτός ήταν εν ζωή. Δεν πρέπει να παραβλέψουμε πως ο συγγραφέας των Μακκαβαίων είναι αρχαιότερος των άλλων ιστορικών και συνεπώς η άποψή του πρέπει να συμπεριληφθεί υπόψη.

Εν τοιαύτη περιπτώσει τέσσερις Αξιωματικοί του Μεγάλου Αλεξάνδρου ίδρυσαν έκαστος ένα βασίλειο: Ο Πτολεμαίος στην Αίγυπτο, ο Σέλευκος στην Βαβυλωνία και Συρία, ο Λυσίμαχος στην Θράκη, ο Κάσσανδρος στην Ελλάδα και την Μακεδονία. Τα βασίλεια αυτά δεν ιδρύθηκαν βεβαίως αμέσως αλλά μετά από είκοσι περίπου έτη εμφυλίων πολέμων. 

Όλοι αυτοί έκαναν πολλά κακά ενώπιον του Θεού. Εκ των βασιλειών αυτών εξήλθεν ένας απόγονος πλήρης ανομίας ονόματι Αντίοχος. Πρόκειται για τον Αντίοχο τον Επιφανή ο οποίος κάθισε στον θρόνο της Συρίας και επέβαλε διωγμό στους Ιουδαίους.

Κατά την εποχή εκείνη εμφανίστηκαν πολλοί παράνομοι ιουδαίοι οι οποίοι παρότρυναν πολλούς συμπατριώτες τους λέγοντας: «Ας μεταβούμε και ας ενωθούμε με τα ειδωλολατρικά έθνη τα οποία είναι γύρω μας…» Αυτό άρεσε στον Αντίοχο ο οποίος έδωσε σ’ αυτούς άδεια να ακολουθήσουν τις συνήθειες των ειδωλολατρικών λαών. Έκτισαν λοιπόν και γυμναστήριο στην Ιερουσαλήμ σύμφωνα με τα ειδωλολατρικά έθιμα και απαγόρευσαν τις περιτομές στους Ιουδαίους. Το σχέδιό του  ήταν συγκεκριμένο. Τα παιδιά των Ιουδαίων θα συμμετείχαν σ’ αυτά τα γυμνάσια ώστε σύντομα να επιτυγχάνονταν ο εξελληνισμός τους. Η περιτομή ήταν αποτρεπτική διότι εκεί οι νέοι γυμνάζονταν γυμνοί και προφανώς θα γίνονταν μεταξύ των υπόλοιπων νέων αντικείμενο εμπαιγμού.

Όταν η βασιλεία του Αντίοχου στερεώθηκε στην Συρία, θέλησε να επεκτείνει αυτήν και στην Αίγυπτο. Έκανε λοιπόν πόλεμο ενατίον του Πτολεμαίου του βασιλέως της Αιγύπτου τον οποίο συνέτριψε και φόνευσε. Ο Αντίοχος όπως αναφέρουν οι ιστορικοί έκανε τέσσερις εκστρατείες εναντίον της Αιγύπτου (168 π.Χ).

Όταν επέστρεψε από την νίκη του επί της Αιγύπτου, μπήκε στην Ιερουσαλήμ και λεηλάτησε τον ναό του Σολομώντος βεβηλώνοντας τα ιερά σκεύη. Μετά  δύο χρόνια από την βεβήλωση του ναού προχώρησε σε μία μεγάλη σφαγή των Ιουδαίων πολιτών, έκαψε τα σπίτια τους, αιχμαλώτισε τις γυναίκες και τα παιδιά τους και τα πούλησε σαν δούλους. Η Ιερουσαλήμ εγκαταλείφθηκε από τους Εβραίους και έγινε κατοικία ξένων λαών, ο ναός ερημώθηκε και οι ιουδαϊκές εορτές και τα Σάββατα έγιναν αντικείμενο λύπης και ονειδισμού.

Ο σκληρός βασιλέας εξέδωσε διάταγμα στο οποίο έλεγε ότι όλοι πρέπει να γίνουν ένας λαός, η ιουδαϊκή θρησκεία συνεπώς έπρεπε να καταργηθεί και οι θυσίες προς τον Θεό να παύσουν.

Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση οι ιουδαίοι είχαν τέσσερις επιλογές. Πρώτη  να απολέσουν την πίστη τους και να προσκολληθούν στους ειδωλολάτρες, δεύτερη  δραπετεύσουν, τρίτη να υποβληθούν σε μαρτύριο και τέταρτη  να αντισταθούν ενόπλως.

Υπήρξαν ιουδαίοι που αντιστάθηκαν και αρνήθηκαν να παραδώσουν την πίστη τους, έτσι πολλές γυναίκες περιέτεμναν τα παιδιά τους, άλλοι αρνήθηκαν να φάγουν ειδωλόθυτα. Οι Σύριοι οργίσθηκαν, κρέμασαν τα μωρά, έσφαξαν τις γυναίκες και υπέβαλαν γενικώς σε φρικτά βασανιστήρια όσους ιουδαίους αρνήθηκαν να προδώσουν την πίστη τους στον Θεό.

Ένας από τους ισραηλίτες από τους οποίους επαναστάτησαν και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ιστορία του ισραηλιτικού έθνους ήταν ο Ματταθίας. Όταν ο Ματταθίας είδε τους εξευτελισμούς εναντίον του Θεού και τις βλασφημίες που γίνονταν εναντίον των Ιουδαίων είπε: «Αλλοίμονο! Διατί εγεννήθην; Για να δω την καταστροφή του λαού μου; Και την καταστροφή της ιεράς πόλεως και να μένω εκεί αδιάφορος τη στιγμή κατά την οποία η πόλη αυτή έχει παραδοθεί στους εχθρούς και ο ιερός ναός βρίσκεται στα χέρια των ξένων;…»[1]

Κατέληξε δε στο εξής συμπέρασμα: «Προς τί λοιπόν  να ζούμε ακόμη;». Έτσι αυτός και τα τέκνα του έσχισαν τα ρούχα τους και σκεπάσθηκαν με σάκους βυθιζόμενοι σε μεγάλο πένθος.

Το πένθος του Ματταθία ήταν τόσο έντονο και δικαιολογημένο διότι το Ισραήλ πρώτη φορά στην ιστορία του είχε πέσει σε χέρια ενός κατακτητή που τους απαγόρευε να πιστεύουν στην θρησκεία τους και να εκτελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα.

Ο ευλαβής αυτός ισραηλίτης κατοικούσε στην πόλη Μωδείν έχοντας ηγεμονικό αξίωμα εκεί. Την πόλη αυτή σύντομα οι απεσταλμένοι του βασιλέως επισκέφθηκαν θέλοντας να επιβάλουν την προσκύνηση των ειδώλων στους πολίτες. Πρώτος μάλιστα από τους κατοίκους κλήθηκε ο Ματταθίας στον οποίο οι αντιπρόσωποι του βασιλιά είπαν: «Έλα και εκτέλεσε την διαταγή του βασιλέως, όπως έκαναν όλα τα έθνη και οι άνδρες ιουδαίοι και εκείνοι που απέμειναν στην Ιερουσαλήμ. Εάν το πράξεις αυτό εσύ και ο οίκος σου θα είστε στενοί φίλοι του βασιλέως, εσύ και υιοί σου θα πλουτίσετε με άργυρο και χρυσό και πολυάριθμα δώρα».

Ο Ματταθίας όμως αποκρίθηκε με φωνή μεγάλη και είπε: -«Έστω και αν όλα τα έθνη, τα οποία βρίσκονται στο βασίλειο του Αντιόχου του βασιλέως υπακούσουν σ’ αυτόν, ώστε να αποστατήσουν από τη θρησκεία των πατέρων τους και προτιμήσουν την διαταγή του Αντιόχου, εγώ όμως οι υιοί μου και οι αδελφοί μου θα πορευθούμε σύμφωνα με τη συνθήκη την οποία συνήψαν οι πατέρες μας με τον Θεό. Εύχομαι να μας ευσπλαγχνισθεί ο Θεός ώστε να μην αξιωθούμε να εγκαταλείψουμε τον νόμο και τις εντολές Του. Δεν πρόκειται λοιπόν να υπακούσουμε στην εντολή του βασιλέως, ώστε να εγκαταλείψουμε την θρησκεία μας πορευόμενοι δεξιά ή αριστερά».

Μόλις ο γενναίος αυτός Μακκαβαίος τελείωσε τους  λόγους τους ένας ιουδαίος παρουσιάστηκε με σκοπό να θυσιάσει εκείνος πρώτος στα είδωλα. Βλέποντας αυτό ο Ματταθίας ξέσπασε σε ιερή αγανάκτηση επέθηκε και έσφαξε αυτόν τον ισραηλίτη πάνω στον βωμό της θυσίας των ειδώλων. Μάλιστα δε επιτέθηκε και σκότωσε και τον αξιωματικό του βασιλέως που πίεζε τους πολίτες της Μωδείμ να θυσιάσουν στα είδωλα. Γκρέμισε στην συνέχεια των ειδωλολατρικό βωμό. Τέλος, διέτρεξε όλη την πόλη καλώντας τους πολίτες να τον ακολουθήσουν στην πίστη εγκαταλείποντας τα πάντα ακολουθώντας τον στα αφιλόξενα όρη.

Ένας μεγάλος αριθμός των ιουδαίων τον ακολούθησε ποθώντας την ευλάβεια και την πίστη. Σύντομα όμως το καταφύγιό τους έγινε γνωστό στους σύρους οι οποίοι  τους πλησίασαν και μάλιστα εν ημέρα Σαββάτου δηλαδή ημέρα αργίας για τους Εβραίους. Τα Σάββατα  δεν επιτρέπονταν στους Εβραίους σύμφωνα με τον νόμο να πολεμήσουν. Έτσι οι Ιουδαίοι προτίμησαν να μην παραβιάσουν την αργία του Σαββάτου. Καμία απολύτως αντίσταση δεν προέβαλλαν, ούτε τα καταφύγιά τους έφραξαν λέγοντες: «Ας αποθάνουμε όλοι εν τη απλότητι των καρδιών μας! Ο ουρανός και η γη είναι μάρτυρές μας ότι θα πεθάνουμε αδίκως». Οι Σύροι τότε επιτέθηκαν και σκότωσαν εκείνη την ημέρα χίλιους περίπου ιουδαίους.

Ο Ματταθίας πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό και λυπήθηκε πολύ. Αποφάσισε  δε ότι εφεξής θα πολεμούσε  του σύρους και την ημέρα του Σαββάτου διότι διαφορετικά θα αφανίζονταν σύντομα.

Στους πιστούς αυτούς ιουδάιους ου κατοικούσαν στα βουνά συγκαταριθμήθηκε ένας ολόκληρος στρατός γενναίων ιουδαίων στρατιωτών οι οποίοι οργάνωσαν στρατό και έκαναν λεηλασίες στους σύρους καταστρέφοντας με τις επιδρομές τους ότι ειδωλολατρικό αντικείμενο υπήρχε. Περιέτεμναν διά της βίας μικρά παιδιά ιουδάιων που εύρισκαν στο διάβα τους.

Όταν οι μέρες του Ματταθίου έφτασαν στο τέλος τους είπε στους υιούς του: «Σήμερα βασιλεύει η αυθάδης υπερηφάνεια και υπάρχει μεγάλη δυστυχία, είναι καιρός καταστροφής και μεγάλου θυμού. Τώρα λοιπόν, τέκνα μου, αναπτύξτε τον ζήλο σας υπέρ του νόμου του Θεού και θυσιάστε τη ζωή σας υπέρ της συνθήκης η οποία έγινε μεταξύ του Θεού και των πατέρων μας. Θυμηθείτε και μιμηθείτε τα έργα τα οποία οι πατέρες μας έκαναν στην εποχή τους και θα λάβετε δόξα μεγάλη και όνομα αθάνατο. Μήπως ο Αβραάμ δεν βρέθηκε πιστός εν καιρώ πειρασμού και η πίστις του τότε δεν λογαριάστηκε σ’ αυτόν ως αρετή; Ο Ιωσήφ στον καιρός της στενοχώριας του φύλαξε τις εντολές του Θεού και έγινε βασιλέας της Αιγύπτου. Ο Φινεές ο προπάτοράς μας επειδή άναψε από ζήλο υπέρ υποθέσεως τινός του Θεού, έλαβε την βεβαίωση και την υπόσχεση ότι θα έχει ακατάληπτη ιεροσύνη. Ο Ιησούς του Ναυή επειδή εξετέλεσε τον λόγο του Κυρίου, έγινε κριτής του Ισραήλ. Ο Χάλεβ επειδή διαμαρτυρήθηκε ομολογώντας την αλήθεια ενώπιον του ισραηλιτικού λαού, έλαβε ιδιαίτερο μερίδιο εκ της ιεράς γης της Παλαιστίνης. Ο Δαυίδ για την ευσέβειά του κατέκτησε θρόνο βασιλικό αυτός και διά των απογόνων αυτού εις όλους τους αιώνας. Ο προφήτης Ηλίας επειδή ήναψε από ζήλο υπέρ του νόμου του Θεού, ανελήφθη εις τον ουρανό. Ο Ανανίας, ο Αζαρίας και ο Μισαήλ επειδή είχαν πίστη στον Θεό, σώθηκαν από την φλόγα της καμίνου. Ο Δανιήλ λόγω της αθωότητάς του, γλύτωσε από στόμα των λεόντων. Εξετάστε όλες τις γενεές και θα διαπιστώσετε ότι όλοι όσοι έχουν την ελπίδα τους στον Θεό, δεν καταστρέφονται. Μη φοβάστε λοιπόν τις απειλές αμαρτωλού ανθρώπου, διότι η δόξα του θα μεταβληθεί σε κοπριά σκώληκος. Σήμερα υψώνεται και αύριο δεν θα μπορέσει κανείς τον τόπο που στεκόταν κάποτε, διότι το μεν σώμα του θα μεταβληθεί σε χώμα, οι δε σκέψεις του και οι συλλογισμοί του δεν θα πραγματοποιηθούν. Και σεις τέκνα μου έχετε θάρρος και να είστε γενναίοι υπερασπιζόμενοι τον νόμο του Θεού, διότι δι αυτού θα δοξαστείτε. Ιδού ο αδελφός σας Συμεών. Γνωρίζω ότι είναι άνθρωπος συνετός και αποφασιστικός. Σ’ αυτόν θα υπακούετε όλες τις ημέρες της ζωής του, αυτός  θα είναι για σας σύμβουλος πατρικός. Ο δε Ιούδας ο Μακκαβαίος, ο γενναίος αυτός ήρωας από την νεότητά του θα είναι αρχηγός του στρατού και θα διευθύνει τον πόλεμο εναντίον των εχθρικών λαών…»

Έτσι ο Ματταθίας ολοκληρώνοντας τους λόγους του, τους ευλόγησε και πέθανε κατά το έτος 167 π.Χ. Όλοι οι ισραηλίτες τον έκλαψαν με μεγάλο θρήνο.

Αντί του Ματταθίου ανέλαβε την αρχηγία ο υιός του Ιούδας ο λεγόμενος Μακκαβαίος. Αυτός ωσάν λέων πολεμούσε του σύρους τους οποίους σε κάθε μάχη κατατρόπωνε.

Το  166 π.Χ  ο Ιούδας νίκησε τον Απολλώνιο ο οποίος ήταν έμπιστος του Αντιόχου και βασικό στέλεχος του Συριακού στρατού. Αυτόν λοιπόν ο Ιούδας νίκησε και φόνευσε. Του πήρε το σπαθί ως λάφυρο και με αυτό πολεμούσε εφεξής του Σύρους. Κάτι ανάλογο είχε κάνει και ο Δαυίδ ο οποίος είχε νικήσει τον Γολιάθ και με το σπαθί του γίγαντα  πολεμούσε.

Όταν πληροφορήθηκε ο αρχιστράτηγος της Συρίας ο Σήρων ότι ο Ιούδας οδηγούσε του ισραηλίτες σε μεγάλες νίκες κατά της πατρίδος του, αποφάσισε με όλες του τις δυνάμεις να τον πολεμήσει ώστε νικώντας τον να δοξασθεί ανάμεσα στο βασίλειό του.

Έτσι κινήθηκε εναντίον του Ιούδα με πολύ στρατό ασυγκρίτως ισχυρότερο από τους Ιουδαίους. Μόλις οι ισραηλίτες αντίκρισαν το μέγεθος του στρατού των Σύρων είπαν προς τον Ιούδα: -«Πως θα μπορέσουμε εμείς που είμαστε τόσο λίγοι άνδρες να πολεμήσουμε εναντίον τόσων πολλών και ισχυρών ανδρών, εξαντλημένοι όπως είμαστε και από την πείνα»;  Ο Ιούδας απάντησε: -«Είναι εύκολο πράγμα πολλοί να περιέλθουν στα χέρια ολίγων, διότι στον Θεό του ουρανού δεν υπάρχει διαφορά δυνάμεως, την οποία θα καταβάλλει για να σώσει τινάς μέσω πολλών ή μέσω ολίγων ανδρών. Η νίκη του πολέμου δεν εξαρτάται από μας, από το πλήθος των μαχομένων, αλλά η δύναμίς μας απορρέει από τον Θεό. Εκείνοι έρχονται εναντίον μας πλήρεις υπερηφανείας και ασεβείας, για να μας καταστρέψουν, τις γυναίκες μας και τα τέκνα μας και έπειτα να μας λεηλατήσουν. Εμείς όμως μαχόμαστε για την ζωή μας  και για τον νόμο του Θεού μας. Διά τούτο ο ίδιος ο Θεός θα τους συντρίψει αυτούς ενώπιόν μας. Μη φοβάστε λοιπόν εσείς αυτούς».

Όταν τέλειωσε τον λαό του , ρίφθηκε στην μάχη αιφνιδίασε τον Σήρων τον οποίο κατατρόπωσε. Σε αυτή την μάχη σκοτώθηκαν οκτακόσιοι σύροι στρατιώτες οι δε λοιποί τράπηκαν σε άτακτη φυγή. Έτσι το όνομα του Ιούδα έγινε ξακουστό σε όλα τα γειτονικά έθνη.

Όταν ο βασιλιάς Αντίοχος πληροφορήθηκε γι’ αυτήν την παράλογη ήττα του Συριακού στρατού οργίστηκε και έδωσε διαταγή να συγκεντρωθούν όλοι οι λαοί του βασιλείου του οι οποίοι κατάρτισαν εξ’ αυτών στράτευμα ισχυρό. Άνοιξε δε το θησαυροφυλάκιό του και έδωσε μισθούς στους στρατιώτες του για ένα έτος. Τους διέταξε να είναι έτοιμοι για κάθε ανάγκη.  Ο μανιώδης τύραννος ήθελε να εκδικηθεί τους Ιουδαίους, όμως τα οικονομικά του δεν ήταν σε καλή κατάσταση. Ο Λυσίας μιλά για στρατό άνω των 120.000 μαχητών. Από αυτούς οι μισοί στάλθηκαν να πολεμήσουν με τους ιουδαίους και οι άλλοι μισοί έμεινα εφεδρικοί για οποιαδήποτε άλλη πιθανή εξέγερση προέκυπτε στο αχανές βασίλειο.

Είπαμε όμως ότι ο Αντίοχος ξέμεινε από χρήματα. Αποφάσισε λοιπόν να φύγει ο ίδιος για την Περσία για να εισπράξει φόρους. Στη θέση του άφησε τον Λυσία, στον οποίο  παρέδωσε τα μισά στρατεύματα του βασιλείου με την υποχρέωση να εξαφανίσει τους ισραηλίτες «και από την μνήμη των εθνών». Παράλληλα άφησε τον γιό του υπό την προστασία και κηδεμονία του Λυσία.

Έτσι, το  165 π.Χ ο Αντίοχος στην εκστρατεία του νίκησε τον βασιλιά της Αρμενίας Αρτάξιο λαμβάνοντας από κει σημαντικό ποσό λαφύρων ενισχύοντας με αυτό τον τρόπο τα ταμεία του.

Ο Ιούδας και οι αδελφοί του όταν είδαν τον συγκεντρωμένο πολυάριθμο στρατό εναντίον τους είπαν: -«Ας εγείρουμε τα ερείπια του λαού μας και ας πολεμήσουμε για τον λαό μας και για τον ναό μας!».

Ο στρατός των Σύρων ήταν επτά φορές μεγαλύτερος από τον Ιουδαϊκό. Ο στρατηλάτης όμως των Εβραίων ενίσχυσε τους πολεμιστές του λέγοντας: «Μη φοβάστε το πλήθος αυτών και μη δειλιάσετε προ της ορμής τους. Θυμηθείτε πώς οι πατέρες μας σώθηκαν στην Ερυθρά θάλασσα όταν τους καταδίωξαν οι Αιγύπτιοι. Ας κραυγάσουμε τώρα προς το Θεό ελπίζοντες ότι θα μας ευσπλαγχνισθεί ενθυμούμενος τη συνθήκη φιλίας την οποία έκανε με τους πατέρες μας και θα συντρίψει τον στρατό αυτόν σήμερα μπροστά στα μάτια μας και έτσι θα μάθουν όλα τα έθνη, ότι υπάρχει Κάποιος ο Οποίος προστατεύει και σώζει τον ισραηλιτικό στρατό». Αίφνης  οι σύροι είδαν τον μικρό σε αριθμό ιουδαϊκό στρατό να προχωρεί αιφνιδιαστικά εναντίον τους. Υπέστησαν μάλιστα γρήγορα μια καταστροφική γι’ αυτούς ήττα, αφήνοντας πίσω τους 3000 νεκρούς στρατιώτες και υπολογίσιμο αριθμό λαφύρων.

Τα νέα έφτασαν σύντομα  στον Λυσία, ο οποίος τα άκουσε περίλυπος. Περίλυπος για την ήττα που υπέστη ο στρατός του, αλλά και γιατί δεν πέτυχε τα όσα τον διέταξε ο Αντίοχος. Έτσι αποφάσισε να επαναλάβει την εκστρατεία του εναντίον των Ιουδαίων, αλλά αυτή τη φορά με ισχυρότερο στρατό, ο οποίος θα αριθμούσε 20000 στρατιώτες. Ο Ιούδας είχε στρατό 10000 στρατιωτών.

Στη μάχη που ακολούθησε οι σύριοι γρήγορα έχασαν πέντε χιλιάδες στρατιώτες και ετράπησαν πανικοβλημένοι σε φυγή. Ο Ιούδας μαζί με τον γενναίο του στρατό κινήθηκαν προς την Ιερουσαλήμ την οποία αντίκρισαν κατεστραμμένη και τον ναό του Θεού βεβηλωμένο.  Καθάρισαν τον ναό, τον ανοικοδόμησαν, κατασκεύασαν καινούρια ιερά σκεύη και προσέφεραν κατόπιν θυμίαμα στο θυσιαστήριο των ολοκαυτωμάτων.  Έτσι εκείνη την ημέρα έκαναν τα  εγκαίνια του ανακαινισμένου  ναού.  Επί οκτώ ημέρες προσέφεραν θυσίες και ολοκαυτώματα με μεγάλη χαρά και ευφροσύνη.

Κατόπιν ανοικοδόμησαν τα τείχη της πόλεως και έβαλαν ισχυρή φρουρά για να περιφρουρεί την πόλη από τους εχθρούς.

Τα γειτονικά όμως ειδωλολατρικά έθνη των ιουδαίων πληροφορήθηκαν για τον εγκαινιασμό του ναού Σολομώντος και αποφάσισαν να επιτεθούν συμμαχώντας όλοι εναντίον του Ιούδα. Συγκέντρωσαν λοιπόν ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις ευελπιστώντας ότι θα καταφέρουν σε σύντομο χρονικό διάστημα να εξαφανίσουν και το ιουδαϊκό έθνος.

Ο Ιούδας δεν έκατσε με τα χέρια σταυρωμένα. Αιφνιδιαστικά επιτέθηκε στα έθνη αυτά οργανώνοντας εκστρατείες κατά τις οποίες κατέστρεψε ολοσχερώς τα αντίπαλα στρατεύματα, κατέλαβε πόλεις, παρέλαβε σημαντικά λάφυρα. Λεπτομέρειες για τις νικηφόρες αυτές εκστρατείες του Ιούδα και των αδελφών του περιγράφονται στο βιβλίο Α΄Μακκαβαίοι κεφάλαιο 5.

Εν τω μεταξύ Ο Αντίοχος ο Επιφανής βασιλιάς της Συρίας προσπάθησε να κυριεύσει με εκστρατεία του την Περσέπολη, όμως ηττήθηκε. Παράλληλα πληροφορήθηκε για τις νίκες των ιουδαίων εναντίον του στρατηγού του Λυσία, για την ανοικοδόμηση των τειχών της Ιερουσαλήμ και για την καταστροφή του μιαρού αγάλματος που είχε στήσει στο ιερό του ναού του Σολομώντος. Η πληροφορία όλων αυτών των γεγονότων τον έκανε να ασθενήσει βαριά από μελαγχολία. Δεν έτρωγε, δεν έπινε δεν κοιμόταν. Στο τέλος της ζωής του κατανόησε ότι η αιτία της πτώσης του ήταν το κακό που είχε κάνει στους ιουδαίους, που βεβήλωσε τον ναό τους, που έστειλε στρατό εναντίον τους με σκοπό να τους αφανίσει. Με λίγα λόγια ο Αντίοχος κατανόησε  ότι ο Θεός των Ιουδαίων εκδικήθηκε για λογαριασμό τους. Λίγο πριν πεθάνει τοποθέτησε ως νέο βασιλιά τον φίλο του Φίλιππο και πέθανε στην ξενιτιά.

Οι Σύροι σύντομα υπό τον νέο βασιλιά και στρατηγό τον Ευπάτωρα ανασυγκροτήθηκαν. Αντεπιτέθηκαν και κυρίευσαν και πάλι την Ιουδαία, έχοντας ως συμμάχους τους πολλούς αποστάτες –προδότες ιουδαίους. Και πάλι όμως ο Ιούδας αντεπιτέθηκε  οργανώνοντας μια πολεμική μηχανή από ελέφαντες! Χίλιοι πεζοί και πεντακόσιοι ιππείς συναθροίζονταν γύρω από κάθε ελέφαντα αλυσιδωτοί. Οι μαχητές ανάμεσα από τα μεγαλόσωμα ζώα έριπταν ακόντια εναντίον του εχθρού. Ο στρατός αυτός προχωρούσε με βήμα σταθερό και καλή παράταξη προκαλώντας τρόμο στους αντιπάλους.

Η μάχη ασφαλώς δεν ήταν κάτι εύκολο για τους Ιουδαίους οι οποίοι υπέστησαν ήττα και οπισθοχώρησαν εξαιτίας του όγκου του συριακού στρατού. Κλείστηκαν στην πόλη Βαιθσούρα δίχως μάλιστα αρκετά αποθέματα σε τροφές.

Ενώ τα πράγματα φαίνονταν δύσκολα για τους ιουδαίους ο Θεός έστειλε την βοήθειά Του. Ο Φίλιππος επιστρέφοντας από την Περσία μαζί με τον στρατό του αποθανόντος Αντίοχου του Επιφανούς  θέλησε να διεκδικήσει την κυβέρνηση του βασιλείου. Ο Λυσίας, αντίπαλος του Φιλίππου πρότεινε στον νεαρό βασιλέα να συνάψουν ειρήνη με τους ιουδαίους: «           Λοιπόν τώρα ας συμφιλιωθώμεν με τους ανθρώπους αυτούς, ας συνάψωμεν ειρήνην μαζί με αυτούς και με όλον το έθνος των,          ας σεβασθώμεν το δικαίωμά των να ζουν σύμφωνα με τα ιδικά των νόμιμα, όπως εγίνετο και προηγουμένως. Διότι χάριν αυτών ακριβώς των νόμων, τους οποίους ημείς θέλομεν να καταπατήσωμεν, ωργίσθησαν αυτοί και έκαμαν όλα αυτά εναντίον μας».(Α΄Μακ. 6,59)

Ο λόγος αυτός άρεσε στον βασιλέα Φίλιππο, οι ιουδαίοι από την  μεριά τους δέχτηκαν την πρόταση αυτή. Δέχτηκαν οι ιουδαίοι, διότι και αυτοί από τη μεριά τους είχαν περιέλθει εξαιτίας του λοιμού σε απελπιστική κατάσταση.

Κατά το έτος 162 με 161 π.Χ ο Δημήτριος ο Σελεύκον, ανηψιός του Αντίοχου του Επιφανούς ο οποίος ήταν όμηρος στην Ρώμη, κατάφερε να διαφύγει, χρήστηκε βασιλέας της Συρίας από μια ομάδα οπαδών του και με στρατεύματα εισήλθε στη γη των πατέρων του. Συνέλαβε τον Αντίοχο και τον Λυσία, τους φόνευσε και κάθισε ο ίδιος στον θρόνο της Συρίας.

Παράλληλα ο Άλκιμος αρχηγός των αποστατών ιουδαίων ο οποίος ήθελε να γίνει αρχιερέας, προσέγγισε τον νέο βασιλιά για να αποσπάσει την εύνοιά του. Κατηγόρησε τον Ιούδα για την καταστροφή της Ιερουσαλήμ. Ο Δημήτριος επέλεξε τον φίλο του Βακχίδη ως αρχηγό της νέας εκστρατείας που ετοίμασε εναντίον του Ιούδα. Έχρισε  ως νόμιμο αρχιερέα των ιουδαίων τον Άλκιμο. Γιατί τον έχρισε; Ο Δημήτριος έβλεπε ότι αυτό ήταν ένα μέσο για να διατηρήσει την εξουσία του στην Ιουδαία. Συνεπώς η εκστρατεία αυτή  δεν είχε σκοπό τον εξηλληνισμό του ιουδαϊκού λαού. Ο Ιούδας όμως πληροφορήθηκε τις προθέσεις του σύρου βασιλιά και αρνήθηκε κάθε διαπραγμάτευση μαζί του. Μερικοί όμως συμπατριώτες του πείστηκαν για τις «καλές» προθέσεις του Άλκιμου, αιχμαλωτίστηκαν και θανατώθηκαν.

Η αντίδραση του Ιούδα υπήρξε άμεση. Σε μάχη που εξελίχτηκε στην περιοχή Χαφαρσαλαμά συνέτριψε τον στρατό των σύρων αφήνοντας πίσω του 5000 νεκρούς  στρατιώτες. Στην συγκεκριμένη μάχη  αρχηγός των σύρων ήταν ο Νικάνωρ ο οποίος υπήρξε στενός φίλος του Δημητρίου όταν ζούσαν και οι δύο ως όμηροι στην Ρώμη. Ο Νικάνωρ διέφυγε ζωντανός, ανέβηκε στον λόφο Σιών ,έπιασε αιχμαλώτους τους αρχιερείς του ναού και απείλησε ότι θα κάψει ολοσχερώς τον ναό αν δεν του παρέδιδαν στα χέρια του τον Ιούδα. Οι αρχιερείς και ο λαός προσευχήθηκαν στον Θεό να προστατέψει από την βεβήλωση τον ναό Του. Έτσι ο Ιούδας, βρήκε την ευκαιρία να επιτεθεί,  κατά την μάχη αυτή αμέσως ο Νικάνωρ έπεσε πρώτος απ’ όλους νεκρός. Ακολούθησε η τελική σφαγή όλων των σύρων στρατιωτών. Οι ιουδαίοι εκείνη την ημέρα έκοψαν την κεφαλή του
Νικάνωρος και με καμάρι την ύψωσαν δοξάζοντας τον Θεό. Μετά από τα γεγονότα αυτά η Ιουδαία ησύχασε από τους πολέμους για αρκετά χρόνια.

Ο Ιούδας πληροφορήθηκε ότι εκείνα τα χρόνια  (190 π.Χ) υπήρχε ένα δυνατό στρατιωτικά έθνος το οποίο έτεινε να ηγεμονεύσει σε όλο τον γνωστό τότε κόσμο: «Ούτοι ναι, είναι δυνατοί εις τους πολέμους» του είπαν και του διηγήθηκαν ορισμένα από τα ανδραγαθήματά τους. Ο Ιούδας αποφάσισε τελικώς να συμμαχήσει με τους Ρωμαίους υπό τον φόβο ότι τελικά οι έλληνες κάποια στιγμή θα έθεταν υπό την κατοχή τους τον ιουδαϊκό λαό. Απέστειλε στην Ρώμη αντιπροσώπους του και υπέγραψαν την εξής συνθήκη: «      “Ευτυχία και ειρήνη είθε να υπάρχη στους Ρωμαίους και το Ιουδαϊκόν έθνος, κατά θάλασσαν και κατά ξηράν πάντοτε. Μακράν ας είναι από αυτούς η ρομφαία και ο εχθρός. Εις περίπτωσιν όμως που θα ενσκήψη πόλεμος εναντίον των Ρωμαίων κατά πρώτον η εις ένα εκ των συμμάχων των καθ' όλην την έκτασιν της κυριαρχίας του, το έθνος των Ιουδαίων θα συμμαχήση και θα δώση βοήθειαν εις αυτούς, καθώς αι περιστάσεις θα υπαγορεύσουν, με όλην των την καρδίαν           Δεν θα δώσουν βοήθειαν ούτε και θα προμηθεύσουν στους πολεμούντας τους Ρωμαίους σίτον, ούτε όπλα, ούτε χρήματα, ούτε πλοία. Αυτή είναι η θέλησις των Ρωμαίων. Οι Ιουδαίοι είναι υποχρεωμένοι να τηρήσουν όλα αυτά, χωρίς να λάβουν κανένα αντάλλαγμα. Κατά παρόμοιον τρόπον εάν συμβή πόλεμος εναντίον των Ιουδαίων, οι Ρωμαίοι θα συμμαχήσουν με όλην των την ψυχήν με αυτούς, όπως θα υπαγορεύουν εις αυτούς αι περιστάσεις. Οι Ρωμαίοι είναι υποχρεωμένοι να μη δώσουν εις τα εχθρικά σύμμαχα κατά των Εβραίων έθνη ούτε σίτον, ούτε όπλα ούτε χρήματα, ούτε πλοία. Αυτά απεφάσισεν η Ρωμη. Οι Ρωμαίοι υπόσχονται ότι θα τηρήσουν τας υποχρεώσεις των ακριβώς και ειλικρινώς”.

ΟΔημήτριος όμως μετά την ήττα του Νικάνωρος δεν υποχώρησε. Έστειλε και πάλι τον Βακχίδη και τον Άλκιμο στην Ιουδαία. Οι ιουδαίοι δεν περίμεναν τόσο σύντομα να δουν τον συριακό στρατό μπροστά τους έτσι όχι μόνο αιφνιδιάστηκαν αλλά και τρομοκρατήθηκαν. Εγκατέλειψαν οι περισσότεροι τη θέση τους και οι μόνοι που παρέμειναν ήταν ο Ιούδας με λίγους μαχητές του. Η απροσδόκητη αυτή κατάσταση έφερε στον Ιούδα έντονη αγωνία. Παρόλα αυτά ο γενναίος αυτός στρατηλάτης μαζί με 800 ακόμη γενναίους στρατιώτες ρίφθηκαν στη μάχη εναντίον 21600 σύρων στρατιωτών. Αυτή ήταν η τελευταία ηρωική μάχη του Ιούδα ο οποίος έπεσε γενναία μαχόμενος. Ολόκληρο το ιουδαϊκό έθνος τον πένθησε για έναν ολόκληρο μήνα.

Νέος αρχηγός των Ιουδαίων έγινε ο Ιωνάθαν αδελφός του Ιούδα. Εν τω μεταξύ ο Βακχίδης μέσα σε όλη αυτή την αναταραχή μπήκε ανενόχλητος μέσα στην Ιερουσαλήμ και την λεηλάτησε. Παράλληλα και ο Άλκιμος βεβήλωσε τον ναό γκρεμίζοντας το εσωτερικό τείχος που διαχώριζε την εξωτερική από την εσωτερική αυλή. Με αυτό τον τρόπο ήθελε να εξομοιώσει τους ιερούς λειτουργούς με τους απλούς λαϊκούς. Όμως η θεία τιμωρία έπεσε στο κεφάλι του ασεβούς Αλκίμου του οποίο το στόμα σφράγισε και δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Σύντομα πέθανε αφού υπέφερε πολλά βάσανα.

Μετά τον θάνατο του Αλκίμου. Ο Βακχίδης επανήλθε στην Ιουδαία κατόπιν αιτήματος των αποστατών Ιουδαίων. Μετά από μακρά πολιορκία οι δυνάμεις του Βακχίδη συνετρίβησαν και έτσι αναγκάστηκε να συνάψει ειρήνη με τον Ιωνάθαν.

Το 153 π.Χ  οι Ρωμαίοι είδαν μετά λύπης ότι στον θρόνο ανέβηκε ο Δημήτριος και έτσι θέλησαν με όλες τους τις δυνάμεις να ενισχύσουν τον Αλέξανδρο Βάλα τον οποίο ανακήρυξαν βασιλέα της Συρίας στην πόλη Πτολεμαΐδα.

Αλέξανδρος και Δημήτριος προσπάθησαν να συνάψουν συμμαχία με τον Ιωνάθαν προσφέροντάς του «γη και ύδωρ». Ο Ιωνάθαν επέλεξε ως σύμμαχό του τον Αλέξανδρο μη μπορώντας βέβαβαια να ξεχάσει το νωπό παρελθόν της συριακής κατοχής. Ακολούθησε μάχη, στην οποία ο Αλέξανδρος εξήλθε νικητής. Στη νίκη αυτή καθοριστικό ρόλο έπαιξε η συμβολή Αιγυπτιακών στρατευμάτων τα οποία υποστήριξαν τον Αλέξανδρο. Η συμμαχία αυτή γέννησε και έναν βασιλικό γάμο.  Ο Αλέξανδρος νυμφεύθηκε την Κλεοπάτρα η οποία ήταν κόρη του βασιλέως της Αιγύπτου. Στον βασιλικό γάμο ο οποίος έγινε στην Πτολεμαίδα προσκάλεσαν και τον Ιωνάθαν τον οποίο οι δύο βασιλείς εξετίμησαν ιδιαιτέρως και τον αναβίβασαν στον βαθμό του στρατηγού.

Λίγο όμως αργότερα ο βασιλέας της Αιγύπτου ο Πτολεμάιος 6ος ο Φιλομήτωρ θέλησε να προσαρτήσει στην κατοχή του την συριακή περιοχή. Συγκέντρωσε λοιπόν πολύ στρατό και ξεκίνησε την εκστρατεία του κατά την οποία ζήτησε και τη συμμαχία του Ιωνάθαν. Του έταξε μάλιστα να του δώσει για γυναίκα του την κόρη του Κλεοπάτρα την οποία νωρίτερα είχε νυμφεύσει με τον Αλέξανδρο: «Μετενόησα διότι έδωσα την θυγατέρα μου στον Αλέξανδρο καθ’ όσον εζήτησε να με φονεύσει» του είπε συκοφαντώντας ασφαλώς τον γαμπρό του.

Ακολούθησε πόλεμος μεταξύ των δυνάμεων του Πτολεμαίου και του Αλεξάνδρου. Στον πόλεμο αυτό ο Πτολεμαίος νίκησε, ο Αλέξανδρος προσπάθησε να διαφύγει δίχως επιτυχία. Τον συνέλαβε ο Άραψ Ζαβδιήλ και του έκοψε το κεφάλι το οποίο ως λάφυρο απέστειλε στον Πτολεμαίο. Όμως και ο Πτολεμαίος δεν χάρηκε για πολύ τον θρίαμβό του αφού μετά από τρεις μέρες πέθανε. Νέος βασιλιάς έγινε ο Δημήτριος ΙΙ.

Μέσα σ’ αυτή την αναταραχή ο Ιωνάθαν θεώρησε ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή για να πολιορκήσει την Συριακή φρουρά που βρίσκονταν στην ακρόπολη της Ιερυσαλήμ. Ο Δημήτριος πληροφορήθηκε το γεγονός και αμέσως κάλεσε τον Ιωνάθαν στην Πτολεμαίδα από τον οποίο μάλιστα απαίτεισε να λύσει την πολιορκία. Ο Ιωνάθαν δεν ενέδωσε σ’ αυτή του την απαίτηση πήγε όμως στην Πτολεμαίδα διακινδυνεύοντας ουσιαστικά τη ζωή του. Ο Δημήτριος όμως μη θέλωντας ασφαλώς να εξαγριώσει κι άλλο τους Ιουδαίους υποδέχτηκε τον Ιωνάθαν με μεγάλες τιμές. Του επικύρωσε το αρχιερατικό του αξίωμα χάρισε  όλους τους φόρους στους ιουδαίους πολίτες.

Όμως και πάλι οι έριδες της εποχής δεν άφησαν την ηρεμία να επικρατήσει στην περιοχή. Ένας αντίπαλος του Δημητρίου ονόματι Τρύφων, άνθρωπος σκληρός και μοχθηρός επαναστάτησε εναντίον του Δημητρίου δημιουργώντας κίνημα επανάστασης στην πόλη της Αντιόχειας. Ο Ιωνάθαν στην περίπτωση αυτή απέστειλε τρεις χιλιάδες στρατιώτες βοηθώντας τον βασιλέα να καταστείλει αυτή την επανάσταση η οποία όντως άμεσα καταπνίγει αφήνοντας πίσω της χιλιάδες θύματα. Έτσι ο Δημήτριος στερεώθηκε στον θρόνο του. Μία στερέωση που δεν κράτησε  και πάλι για πολύ. Ο Τρύφων επέστρεψε φέρνοντας μαζί του τον υιό του Βαλάς Αντίοχο τον οποίο ανακήρυξε βασιλιά. Γύρω του συγκεντρώθηκαν όλοι οι άντρες του στρατού. Μαζί με τον νεαρό βασιλιά τάχθηκε αυτή τη φορά και ο Ιωνάθαν ο οποίος είχε έντονα δυσαρεστηθεί  από τον Δημήτριο επειδή λησμόνησε κάθε υπόσχεση που πρωτύτερα είχε δώσει στους ιουδαίους. Έτσι  ο ιουδαίος στρατηλάτης αναλαμβάνοντας την υπεράσπιση της ευρύτερης περιοχής της Δαμασκού επιδόθηκε σε σημαντικές όσο και δύσκολες νίκες εναντίον του συριακού στρατού.

Θεώρησε ωστόσο σωστό και χρήσιμο να συνάψει συμφωνία ειρήνης και συνεργασίας με τους Ρωμαίους και τους Σπαρτιάτες. Τα γεγονότα όμως έφεραν σύντομα και πάλι τον Τρύφων σε θέση ισχύος. Ο Ιωνάθαν μη έχοντας πολλές επιλογές αναγκάστηκε να συμμαχήσει με τον Τρύφων. Το λάθος του όμως δεν ήταν αυτό. Το λάθος του ήταν ότι εμπιστεύτηκε αφελώς την υπόσχεση του Τρύφωνος ο οποίος του είπε ότι προτίθετο να τον χρήσει βασιλέα της Πτολεμαίδος. Έτσι, με ένα τμήμα του στρατού του ο Ιωνάθαν μπήκε στην Πτολεμαίδα και εκεί παγιδεύτηκε. Ο στρατός του Τρύφωνος τον κατέσφαξε αυτόν και τους συνοδούς του, χίλιους τον αριθμό. Έτσι ετελειώθη ένας μεγάλος ήρωας του ιουδαϊκού έθνους. Ο θάνατός του σκόρπισε θλίψη στους συμπατριώτες του.

Τα ειδωλολατρικά έθνη ακούγοντας την είδηση του θανάτου του Ιωνάθαν χάρηκαν και συμφώνησαν μεταξύ τους λέγοντας: «Δεν έχουν αυτοί πλέον αρχηγό. Ας πολεμήσουμε λοιπόν τούτους τώρα  και ας εξαφανίσουμε και την ανάμνησή τους  μεταξύ των ανθρώπων».

Νέος ηγέτης του Ιουδαϊκού έθνους αναδείχθηκε ο Σίμων ο αδελφός του  Ιούδα και του Ιωνάθαν. Αυτός ήταν ο μόνος που επέζησε ανάμεσα στους πέντε υιούς του Ματταθία. Ο Σίμων αναλαμβάνοντας την διαδοχή είπε: «Δεν είμαι καλύτερος από τους αδελφούς μου, αλλά εύχομαι στον Θεό να μου δώσει την δύναμη να μη λυπηθώ τη ζωή μου, να γίνω υπερασπιστής του έθνους μου, του ναού, των γυναικών  και των τέκνων ημών, διότι τα ειδωλολατρικά έθνη με μίσος θέλουν να  μας καταστρέψουν».

Ο Σίμων οχύρωσε τις πόλεις της Ιουδαίας και σύναψε ειρήνη με τον Δημήτριο. (142 π.Χ). Κατάφερε δε να ξανακατακτήσει ύστερα από πολλά χρόνια την Ακρόπολη της Ιερουσαλήμ. Έχρησε αρχιστράτηγο του στρατού του τον υιό του Ιωάννη, διότι ο ίδιος ήταν πλέον πολύ γέρος.

Την εποχή εκείνη ο Δημήτριος αναχώρησε για την Μηδία (141-140 π.Χ). Οι Πάρθοι είχαν κυριεύσει όλες τις ανατολικές χώρες του βασιλείου της Συρίας μέχρι τον Ευφράτη. Σκοπός λοιπόν του Δημητρίου ήταν να επανακτήσει τις περιοχές αυτές. Δεύτερος σκοπός του ήταν να ανατρέψει τον σφετεριστή του θρόνου Τρύφωνα. Όμως, ο Αρσάκης βασιλιάς των Περσών και των Μήδων (174-136 π.Χ) νίκησε τον Δημήτριο. Έκτοτε η Ιουδαία υπό την αρχηγία του Σίμωνος έζησε χρόνια ειρηνικά. Διότι από τη μία το κίνημα των σφετεριστών ιουδάιων είχε χάσει όλη τη δύναμή του, ενώ από την άλλη ήταν απασχολημένος στη Συρία. Ο Σίμων κυβέρνησε τη χώρα του πολύ συνετά την κατέστησε σπουδαίο κέντρο εμπορίου, κατέλαβε την Ιόππη, απελευθέρωσε μεγάλο αριθμό Ιουδαίων αιχμαλώτων από τους σύρους, ανάπλασε την γεωργία, οχύρωσε την Ιουδαία, ανακαίνισε τον ναό, ανανέωσε την συμμαχία του με την Σπάρτη και την Ρώμη.

Σύντομα όμως ο Τρύφων ηττήθηκε από τον Αντίοχο τον 7ο  ο οποίος βλέποντας ότι είναι ισχυρός στρατιωτικά αποφάσισε να διακόψει τις σχέσεις του με τους Ιουδαίους. Απαίτησε μάλιστα από τον Σίμωνα να επιστρέψει την Ιόππη και την Γάζαρα καθώς και την Ακρόπολη της Ιερουσαλήμ. Επέβαλε δε τεράστιους φόρους. Ο Σίμων αρνήθηκε να εκτελέσει τις διαταγές του Αντιόχου λέγοντας: «“ούτε ξένην χώραν έχομεν καταλάβει, ούτε ξένα αγαθά εκρατήσαμεν. Αλλά κατοικούμεν ως κύριοι εις την κληρονομίαν των πατέρων μας, η οποία επί τινα χρόνον είχεν αδίκως κατακρατηθή από τους εχθρούς μας. Ημείς δε ευρήκαμεν ευνοϊκήν ευκαιρίαν και ανεκτήσαμεν την κληρονομίαν των πατέρων μας. Ως προς δε την Ιόππην και τα Γαζαρα τας πόλεις αυτάς, τας οποίας απαιτείς, αυταί είχαν συνεχώς επιφέρει μεγάλας συμφοράς στον λαόν μας και εις την χώραν μας. Παντως δια τας δύο αυτάς πόλεις σας δίδομεν ως αποζημίωσιν εκατόν τάλαντα”.

Ο Σιμων εκάλεσε τους δύο μεγαλυτέρους υιούς του, τον Ιούδαν και τον Ιωάννην, και τους είπε· “εγώ, οι αδελφοί μου και ο οίκος του πατρός μου επολεμήσαμεν τους εχθρούς του ισραηλιτικού λαού από της νεότητος ημών μέχρι της σημερινής ημέρας. Πολλάκις δε δια των χειρών μας ευωδώθησαν τα έργα μας και κατωρθώσαμεν να σώσωμεν τον ισραηλιτικόν λαόν.    Τωρα όμως εγώ έχω γηράσει. Σεις, χάρις στο έλεος του Θεού, έχετε φθάσει εις μίαν ικανοποιητικήν ηλικίαν. Παρετε, λοιπόν, θέσιν τώρα αντί εμού και του αδελφού μου και εξελθόντες πολεμήσατε υπέρ του έθνους μας. Η δε βοήθεια εκ του ουρανού από τον Θεόν ας είναι πάντοτε μαζή σας».

 

Πράγματι οι Ιουδαίοι νίκησαν τους Σύρους, όμως η χαρά τους δεν κράτησε για πολύ. Ο γαμπρός του Σίμωνος ,Πτολεμαίος,  ήθελε από καιρό να γίνει εθνάρχης των Ιουδαίων. Έτσι το 135 π.Χ οργάνωσε μία συνομωσία. Κάλεσε σε συμπόσιο τον Σίμωνα και τους υιούς του. Από το συμπόσιο αυτό έλειπε μόνον ο Ιωάννης. Όταν το συμπόσιο προχώρησε και ο Σίμων και οι υιοί του περιήλθαν σε κατάσταση μέθης, ο Πτολεμαίος με τους συνεργούς του όρμησαν και τους σκότωσαν.

Είπαμε όμως ότι από το συμπόσιο έλειπε ο Ιωάννης ο λεγόμενος Υρκανός, ο οποίος πληροφορήθηκε εγκαίρως την πράξη αυτή κατάφερε να διαφύγει από τον κίνδυνο και με σύντομες και συνοπτικές κινήσεις αιφνιδίασε τον Πτολεμαίο, τον συνέλαβε αυτόν και τους συνεργούς του και διαδέχθηκε τον πατέρα του στον Ιουδαϊκό θρόνο.

Η βασιλεία του και οι αγώνες που έκανε υπέρ του έθνους του κράτησαν μέχρι το 64 π.Χ δηλαδή μέχρι την εποχή που ο Πομπήιος ο Ρωμαίος αυτοκράτορας κατέλαβε την Ιερουσαλήμ και εγκατέστησε στην περιοχή βασιλιά τον Ηρώδη.

 

 



[1] Α΄Μακκαβαίων 2,7

 

Επαφή