303 μ.Χ Γουρίας-Σαμωνάς-Άβιβος

        Οι άγιοι μάρτυρες Γουρίας και Σαμωνάς ήταν ιερείς στην περιοχή της Εδέσσης της Οσροηνής (σημ. Ούρφα), όταν ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός εξαπέλυσε τον μεγάλο διωγμό κατά των χριστιανών (303).

        Κατηγορούμενοι ως χριστιανοί, εμφανίστηκαν μπροστά στον Διοικητή, ο οποίος προσπάθησε να τους κάνει να αποστατήσουν. Εκείνοι αρνήθηκαν λέγοντας: «Δεν θα προδώσουμε τον ένα Θεό, τον ουράνιο, δεν θα τον ανταλλάξουμε με μια χειροποίητη εικόνα. Λατρεύουμε Χριστό τον Θεό που από καλοσύνη μας έσωσε από την πλάνη, είναι το φως μας, ο ιατρός μας και η ζωή μας».

        Ο Διοικητής οργισμένος τους απείλησε με φρικτά βασανιστήρια, των οποίων όμως οι απειλές δεν πτόησαν καθόλου τους ομολογητές της πίστεως.

        Αφού πρώτα τους φυλάκισαν, μετά από πέντε μέρες τους έβγαλαν και τους κρέμασαν από το ένα χέρι για πέντε ώρες. Καθώς αυτοί υπέμεναν σιωπηλοί το μαρτύριο, τους έριξαν  σε ένα υπόγειο, ονομαζόμενο «σκοτεινό λάκκο», όπου υπέμειναν για τρισήμιση μήνες σε απόλυτο σκοτάδι, δίχως να πιουν ή να φάνε σχεδόν τίποτα.

        Κατόπιν τους έβγαλαν και τους κρέμασαν ανάποδα. Απαγγέλθηκε τέλος η ποινή του θανάτου για τις 15 Νοεμβρίου. Πριν τους αποκεφαλίσει ο δήμιος είπε: «Προσευχηθείτε για μένα, σας ικετεύω, γιατί κάνω το κακό ενώπιον του Θεού». Ο Σαμωνάς και ο Γουρίας γονάτισαν προς την Ανατολή και απευθύνθηκαν στον Θεό λέγοντας: «Θεέ Πατέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, δέξου το πνεύμα μας και φύλαξε τα σώματά μας για την ανάσταση». Προσέφεραν τον αυχένα τους στον δήμιο και αποκεφαλίστηκαν ο ένας μετά τον άλλο.

        Ο άγιος Άβιβος ήταν διάκονος την εποχή που ο Λικίνιος, εξαπέλυσε νέο διωγμό κατά των χριστιανών (309). Διέτρεχε παρανόμως τα χωριά της Εδέσσης για να συνάζει τους πιστούς στις εκκλησίες, να τους διαβάζει τις Γραφές και να τους ενδυναμώνει.

        Όταν το έμαθε ο διοικητής της περιοχής Λυσανίας, εξοργίστηκε και διέταξε να συλληφθεί. Καθώς δεν τον έβρισκαν, συνέλαβαν την οικογένειά του και τους συγχωριανούς του. μαθαίνοντας το νέο ο Άβιβος παραδόθηκε αμέσως στον διοικητή της περιοχής. Εκείνος αρχικά προσπάθησε να τον μεταπείσει να αρνηθεί την πίστη του στον Χριστό, βλέποντας όμως το αμετάθετος της πίστεως, διέταξε να τον κρεμάσουν και να του τραβούν τα μέλη μέχρι εξαρθρώσεως, ενώ την ίδια στιγμή του ξέσχιζαν τις σάρκες με σιδερένιες χτένες. Στην απειλή νέων φρικτών βασανιστηρίων, ο άγιος απάντησε: «Τα μαρτύρια ταύτα χαλυβδώνουν ακόμη περισσότερο τη θέλησή μου, όπως φέρει καρπούς το δένδρο που το ποτίζουν». Ο Διοικητής τον ρώτησε: «Η θρησκεία σου σε διδάσκει να μισείς το ίδιο σου το σώμα και να αρέσκεσαι στον πόνο;» «Δεν μισούμε το σώμα μας», απάντησε ο Άβιβος «αλλά αγαλλιάζουμε θεωρώντας αόρατες πραγματικότητες βεβαιωμένες από την επαγγελία, ότι για εκείνους που αγαπούν τον Χριστό ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν (Ρωμ. 8,18)».

        Ο Διοικητής τότε διέταξε να καύσουν τον άγιο σε δυνατή φωτιά. Τον οδήγησαν στην πυρά, σύροντάς τον από ένα λουρί που είχαν στερεώσει στο στόμα του. η μητέρα του ντυμένη στα λευκά, όπως και σε μέρα εορτής βάδιζε δίπλα του. Ο Άβιβος προσευχήθηκε προς την Ανατολή, έπειτα ευλόγησε το πλήθος και ρίφθηκε στην πυρά. Όταν άρχισαν να τρίζουν τα ξύλα στη φωτιά, άνοιξε το στόμα του και παρέδωσε γρήγορα το πνεύμα του. Οι χριστιανοί τράβηξαν γρήγορα το τίμιο λείψανό του  από την φωτιά, το άλειψαν με λάδι και αρώματα και το ενταφίασαν στον ίδιο τάφο, όπου είχαν εναποθέσει τον Γουρία και τον Σαμωνά.

Επαφή