34-68 μ.Χ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ. ΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ

                                    ΠΡΟΛΟΓΟΣ

            Κατ’ αρχήν υπάρχουν 4 ομιλίες του Χρυσοστόμου που αναφέρονται στην αρχή των Πράξεων και τις οποίες εκφώνησε στην Αντιόχεια το 388. Εκτός απ’ αυτές υπάρχουν και 55 ομιλίες  του ιερού πατρός που αφορούν όλο το βιβλίο των Πράξεων. Αυτές εκφωνήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη κατά το 400-401. Το κείμενο αυτό είναι αφρόντιστο από λογοτεχνικής πλευράς διότι το κείμενο αυτό εκδόθηκε από ταχυγράφους χωρίς να περάσει πρώτα από την εποπτεία του Χρυσοστόμου. Συνέπεια αυτού είναι ότι και κατά την μετάφραση του κειμένου υπάρχουν πολλές δυσκολίες.

            Ο Έρασμος μάλιστα διαβάζοντας και αποστρεφόμενος το κείμενο αυτό είπε ότι αυτό δεν ανήκει στον Χρυσόστομο. Στη συνέχεια όμως ανακαλύπτοντας κλασικές εκφράσεις του Ιερού πατρός ανακάλεσε τούτη την άποψη.

            Μεταξύ άλλων σπουδαίων ανδρών ότι είναι αυθεντικό Χρυσοστομικό το κείμενο των Πράξεων μαρτυρεί ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός (680-755), ο Μέγας Φώτιος (820-896).

            Που οφείλεται όμως το χαμηλότερο ύφος των ομιλιών; -Αυτό μάλλον πρέπει να αποδοθεί στην πολιτική αστάθεια που επικρατούσε τότε στην Κωνσταντινούπολη (στάση του Γαϊνά και εισβολή Γότθων) κάτι που πίεζε το ιερό πατέρα και τον απορροφούσε αρκετά χρονικά. Φαίνεται μάλιστα ότι για τις ομιλίς αυτές ο Χρυσόστομος δεν είχε κάνει καμία ιδιαίτερη προετοιμασία όταν τις εκφωνούσε.

Σε πολλούς αυτό το βιβλίο δεν είναι αρκετά γνωστό, ούτε αυτό το ίδιο, ούτε ο συγγραφέας του. Όμως ένας τέτοιος θησαυρός δεν είναι σωστό να μένει κρυμμένος αλλά να βγει στην επιφάνεια ώστε πάντες να ωφεληθούν.

Συγγραφέας λοιπόν του βιβλίου είναι ο μακάριος Λουκάς ο Ευαγγελιστής ο οποίος βρίσκονταν πάντοτε κοντά στον διδάσκαλό του Παύλο.

Τα μεν Ευαγγέλια είναι μια ιστορία εκείνων που ο Χριστός έκανε και είπε, οι δε Πράξεις είναι ιστορία εκείνων που έκανε και είπε ο Παράκλητος. Τότε μεν ήλθε σε παρθενική μήτρα και διαμόρφωσε ναό, σωματική μορφή, τώρα δε ήλθε σε αποστολικές ψυχές. Και τότε μεν ήλθε το Πνεύμα σαν περιστέρι, τώρα δε σαν πύρινες γλώσσες. Τι τέλος πάντων σημαίνουν αυτά; Εκεί μεν φανερώνοντας το ήρεμο, εδώ δε το τιμωρητικό. Και την κρίση ενθυμείται την κατάλληλη στιγμή. Διότι όταν μεν επρόκειτο να συγχωρήσει αμαρτήματα, χρειαζόταν μεγάλη ηρεμία, εφόσον δε επιτύχαμε τη δωρεά, στη συνέχεια είναι καιρός και κρίσεως και εξετάσεως.

 

                            ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ (Α΄)

1 Τον μὲν πρῶτον λόγον ἐποιησάμην περὶ πάντων, ὦ Θεόφιλε, ὧν ἤρξατο ὁ ᾿Ιησοῦς ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν

Για ποιο λόγο υπενθυμίζει στον Θεόφιλο το Ευαγγέλιο; -Για να αποδείξει την ακρίβεια των λεγομένων του.  και δεν αρκείται στην δική του μαρτυρία, αλλά και σ’ αυτήν των Αποστόλων. 2 ἄχρι ἧς ἡμέρας ἐντειλάμενος τοῖς ἀποστόλοις διὰ Πνεύματος ῾Αγίου οὓς ἐξελέξατο ἀνελήφθη·

Και δεν αρκείται στη μαρτυρία των Αποστόλων, αλλά κάνει τον λόγο του ακόμη ισχυρό ότι ο λόγος του δεν είναι αμέτοχος του Αγίου Πνεύματος.

3 οἷς καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι᾿ ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Και δεν παρέδωκαν την μαρτυρία αυτή αυτοί που απλώς υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες της ζωής των κηρυγμάτων των παθών και της Αναστάσεως του Χριστού, αλλά αυτοί που από την αρχή ήταν αυτόπτες μάρτυρες κάνοντας έτσι το κείμενό του αδιαμφισβήτητο.

«Στους οποίου και εμφανίστηκε ζωντανός». Αφού προηγουμένως είπε για την Ανάληψη, τώρα λέει για την Ανάσταση. Είδες πως σιγά –σιγά διασπείρει τα δόγματα;

«Για σαράντα μέρες εμφανιζόταν σ’ αυτούς». Διότι δεν ήταν ακριβώς όπως πριν την Ανάσταση που ήταν πάντοτε μαζί τους. Διότι πρόσεξε δεν είπε «σαράντα μέρες», αλλά «για σαράντα μέρες» διότι εμφανιζόταν και εξαφανιζόταν  πάλι.

Και για ποιο λόγο δεν εμφανίστηκε σε όλους αλλά μόνον στους μαθητές; -Διότι θα φαινόταν φάντασμα στους πολλούς που δεν γνώριζαν το μυστήριο. Διότι αν οι ίδιοι οι μαθητές απιστούσαν στην αρχή και ταράσσονταν και χρειάστηκαν να Τον αγγίξουν με το χέρι τους και να παρακαθίσουν  μαζί Του σε τραπέζια τι ήταν φυσικό να πάθουν οι πολλοί; Γι’ αυτό λοιπόν από τα θαύματα κάνει αναμφίβολη την απόδειξη της Αναστάσεως, ώστε όχι μόνο στους τότε, αλλά και σε όλους τους μετέπειτα να γίνει φανερή η ανάσταση.

Διότι αν δεν αναστήθηκε, αλλά μένει νεκρός, πως με το όνομά Του οι Απόστολοι έκαναν θαύματα; Αλλά μήπως δεν έκαναν θαύματα; Πως λοιπόν δημιουργήθηκε το έθνος μας; Έτσι όσοι λέγουν ότι δεν έγιναν θαύματα, τους εαυτούς τους ντροπιάζουν. Διότι αυτό είναι το μεγαλύτερο θαύμα, η χωρίς θαύματα προσέλκυση ολόκληρης της οικουμένης που προσελκύστηκε από δώδεκα αλιείς χωρίς να έχουν άφθονα χρήματα, ούτε με την σοφία των λόγων τους, ούτε με οτιδήποτε άλλο , ώστε χωρίς να το θέλουν θα ομολογήσουν ότι υπάρχει σ’ αυτούς θεία δύναμη.

4 καὶ συναλιζόμενος παρήγγειλεν αὐτοῖς ἀπὸ ῾Ιεροσολύμων μὴ χωρίζεσθαι,

Όπως ακριβώς λίγους στρατιώτες που πρόκειται να επιτεθούν σε πλήθος αντιπάλων κανένας δεν τους αφήνει να εξέλθουν, μέχρι να εξοπλιστούν, ούτε τα άλογα να περάσουν την αφετηρία μέχρι να δεχθούν πάνω τους τον ιππέα, κατά τον ίδιο τρόπο λοιπόν και αυτούς δεν τους άφηνε να εμφανιστούν σε παράταξη μάχης πριν από την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος για να μη καταβληθούν και εύκολα συλληφθούν από τους πολλούς. Και όχι μόνο γι’ αυτό αλλά και επειδή πολλοί επρόκειτο να πιστέψουν στα Ιεροσόλυμα. Κι έτσι κρατούν εντός των Ιεροσολύμων τις αποδείξεις της αναστάσεως σ’ αυτούς που τον είχαν σταυρώσει, που τον είχαν θάψει, στην ίδια την πόλη που αποτολμήθηκε η παράνομη ενέργεια, ώστε να αποστομωθούν και όλοι όσοι προέρχονταν έξω από τα Ιεροσόλυμα.

Έπειτα για να μη λέγουν οι μαθητές πως λοιπόν θα μπορέσουμε να μένουμε ανάμεσα σε ανθρώπους που είναι αχρείοι και φονιάδες και τόσοι πολλοί, ενώ εμείς είμαστε λίγοι και ασήμαντοι; Κοίταξε πως λύνει την αγωνία τους: ἀλλὰ περιμένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρὸς ἣν ἠκούσατέ μου·  

Και πότε άκουσαν; -Όταν έλεγε ότι «είναι συμφέρον σας εγώ να φύγω διότι αν εγώ δεν φύγω, ο Παράκλητος δεν θα έλθει σε σας» (Ιω 16,7)

5 ὅτι ᾿Ιωάννης μὲν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δὲ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ οὐ μετὰ πολλὰς ταύτας ἡμέρας.

Φανερώνει λοιπόν το ενδιάμεσο ανάμεσα σ΄’ Αυτόν και τον Ιωάννη, όχι πια όπως πριν από αυτό κατά τρόπο συγκαλυμμένο (διότι πάρα πολύ συγκάλυπτε το λόγο , όταν έλεγε «ο μικρότερος  στη βασιλεία των ουρανών είναι μεγαλύτερος από αυτόν»), αλλά τώρα πιο φανερά διότι λέγει «ο Ιωάννης βάπτισε με απλό νερό σεις δε θα βαπτισθείτε με Πνεύμα Άγιο». Δεν χρησιμοποιεί πια την μαρτυρία, αλλά ενθυμείται το πρόσωπο μόνο, επαναφέροντας στη μνήμη τους τα όσα είχε πει και αποδεικνύει ότι αυτοί είναι πλέον μεγαλύτεροι από τον Ιωάννη, εφόσον βέβαια επρόκειτο και αυτοί να βαπτιστούν με Πνεύμα Άγιο. Και δεν είπε εγώ σας βαπτίζω με το Πνεύμα μου το Άγιο, αλλά «θα βαπτιστείτε», διδάσκοντας να είμαστε ταπεινόφρονες.

6 Οἱ μὲν οὖν συνελθόντες ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν τῷ ᾿Ισραήλ;

Όταν πρόκειται να ρωτήσουν κάτι οι μαθητές προσέρχονται μαζί. Πράττουν δε αυτό για να επιτύχουν με το πλήθος το σκοπό για τον οποίο ικετεύουν. Διότι γνώριζαν, ότι εκείνο που είχε πει προηγουμένως ότι «κανένας δεν γνωρίζει την ημέρα» (Ματθ. 24,36) ήταν αποφυγή και όχι άγνοια. Γι’ αυτό πάλι προσέρχονται και ρωτούν.  Δεν θα ρωτούσαν, αν βέβαια ήταν πράγματι πεπεισμένοι. Διότι επειδή άκουσαν ότι πρόκειται να λάβουν το Άγιο Πνεύμα, ήθελαν να μάθουν, σαν να ήταν πια άξιοι και έτοιμοι να απαλλαγούν από την επιρροή του Διδασκάλου τους. Διότι δεν ήθελαν να υποβάλλουν τους εαυτούς τους σε κινδύνους, αλλά να ανακουφιστούν, καθ’ όσον δεν ήταν μικρά αυτά που είχαν συμβεί σ’ αυτούς, αλλά για τα έσχατα υπήρχε ο κίνδυνος. Χωρίς λοιπόν να πουν κάτι για το Άγιο Πνεύμα , ρωτούν λέγοντας: «Κύριε, μήπως αυτόν τον καιρό, πρόκειται ν’ αποκαταστήσεις τη βασιλεία του Ισραήλ»;

 Και τι απάντησε ο Ιησούς; 7 εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· οὐχ ὑμῶν ἐστι γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὓς ὁ πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ,

Έπρεπε να μάθουν οι μαθητές πράγματα μεγαλύτερα από αυτά αλλά όχι αυτά για τα οποία κράτησε ο Θεός υπό την δική Του εξουσία. Και τι μεγαλύτερο έπρεπε να μάθουν;  - Ότι είναι Υιός του Θεού και ότι ο Θεός έχει ισότιμο Υιό. Έμαθαν ότι θα υπάρξει ανάσταση, έμαθαν ότι όταν επέλθει στους ουρανούς θα καθίσει στα δεξιά του Πατρός. Έμαθαν το πιο φρικώδες απ’ αυτά, ότι σάρκα κάθεται επάνω και προσκυνείται από τους αγγέλους. Έμαθαν ότι πάλι θα έλθει να κρίνει όλο τον κόσμο. Έμαθαν ότι τότε πρόκειται να καθίσουν και αυτοί κριτές των δώδεκα φυλών του Ισραήλ, έμαθαν ότι αντί αυτών εισέρχονται οι εξ’ εθνών. Το να γνωρίζει κανείς αυτά, είναι σπουδαίο πράγμα, το να μάθει όμως ότι κάποιος θα βασιλεύσει ή το πότε δεν είναι μεγάλο πράγμα. Διότι τι είναι δυσκολότερο να μάθει κανείς, την αρχή ή το τέλος;

Άκουσε δε πως παίρνει από την σκέψη τους αυτά που δεν είναι προς το συμφέρον τους να μάθουν  υποσχόμενος χαροποιά σημεία:

8 ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ἐφ᾿ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε ῾Ιερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ ᾿Ιουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς.

Έπειτα για να μην τον ρωτούν πάλι αναλήφθηκε στου ουρανούς. Και για να μάθει ότι τους απομάκρυνε απ’ αυτή την γνώση μάθε πως μία είναι η εξουσία και του Πατρός και του Υιού. Γι’ αυτό λοιπόν όταν τους είπε «οὓς ὁ πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ», αυτό ήταν αποφυγή απαντήσεως. Κι αν ακόμη αμφιβάλλει τότε πως αλλού είπε: «όπως ο Πατήρ ανασταίνει νεκρούς και τους ζωοποιεί, έτσι και ο Υιός εκείνους που θέλει ζωοποιεί»; (Λουκ. 10,22 και Ματθ. 11,27). Αν δηλαδή όπου πρέπει να εργασθεί, πράττει αυτό με την ίδια εξουσία, όπου χρειάζεται να γνωρίζει , δεν γνωρίζει με την ίδια εξουσία; Και βέβαια είναι πολύ μεγαλύτερο ν’ ανασταίνει κανείς νεκρούς από το να γνωρίζει την ημέρα.

Εν τέλει τι τους είπε; Ότι όταν θα λάβετε την δύναμη του αγίου Πνεύματος θα κηρύξετε όχι μόνο στην Ιουδαία και την Σαμάρεια αλλά και ως τα πέρατα της γης. Κι αφού τους είπε το φοβερότερο απ’ όλα, για να μην τον ρωτούν πάλι: 9 καὶ ταῦτα εἰπὼν βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν. 10 καὶ ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τὸν οὐρανὸν πορευομένου αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῇ,

Βλέπεις ότι αυτοί κήρυξαν και συμπλήρωσαν το Ευαγγέλιο; Πράγματι μεγάλο δώρο χάρισε σ’ αυτούς. Εκεί που φοβηθήκατε πρώτα, δηλαδή στα Ιεροσόλυμα, εκεί πρώτα κηρύξατε και ύστερα ως τα πέρατα της γης. Κι έπειτα αναλήφθηκε μπροστά στα μάτια τους. Διότι δεν αναστήθηκε όταν εκείνοι έβλεπαν, ενώ τον έβλεπαν όταν ανυψώθηκε. Αλλά ούτε και όραση κατόρθωσε το παν. Διότι της αναστάσεως το μεν τέλος το είδαν, την δε αρχή όχι και της αναλήψεως την μεν αρχή είδαν το δε τέλος καθόλου. Διότι δεν αρκούν καθόλου οι οφθαλμοί να φανερώσουν το ύψος.

Και γιατί ανελήφθη υπό νεφελών; -Όπως συνέβη με τον Ηλία. Ούτε άρμα πύρινο, αλλά νεφέλη παρέλαβε αυτόν καθώς λέγει ο προφήτης «Αυτός που τοποθέτησε νέφη για να επιβαίνει επ’ αυτών» (Ψαλ. 103,3). Αυτό λοιπόν είναι σύμβολο Θείας δυνάμεως.

Πω πω! Ποιου θεάματος αξιώθηκαν;  Και καθώς λέγει κοιτούσαν με προσοχή στον ουρανό, ενώ αυτός ανυψωνόταν και ξαφνικά δύο άνδρες με ενδύματα λευκά στάθηκαν κοντά τους και τους είπαν:


11 οἳ καὶ εἶπον· ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; οὗτος ὁ ᾿Ιησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾿ ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν.

Όπως δηλαδή τώρα τον είδατε να αναβαίνει στους ουρανούς, κατά τον ίδιο τρόπο  θα έλθει και πάλι. Και τι είδαν να ανεβαίνει; -Σάρκα. Έχουμε λοιπόν ανάληψη σάρκας. Γι’ αυτό λέει «Αυτός που αναλήφθηκε από σας , κατά τον ίδιο τρόπο θα έλθει». Όχι «θα σταλεί», αλλά θα «έλθει». Που είναι λοιπόν το μικρότερο; Σύννεφο τον απέκρυψε. Πολύ καλά. Γιατί αυτός ο ίδιος είναι που κατέβηκε. Συ όμως σε παρακαλώ πρόσεξε πως όλα μεν λέγονται ανάλογα με την διανοητική ικανότητα εκείνων και όχι όπως αξίζει στον Θεό. Ανυψώθηκε πλέον η διάνοια εκείνων που έβλεπαν και χάρισε σ’ αυτούς όχι μικρό δείγμα της Δευτέρα Παρουσίας. Άρα πάλι με το Σώμα Του θα έλθει ο Χριστό και πάλι για να κρίνει ζώντας και νεκρούς. Και ότι πάλι θα έλθει κατά τον ίδιο τρόπο πάνω σε σύννεφο.

Το πότε θα γίνει αυτό και πάλι το αποκρύπτουν.

Και γιατί ήταν δύο οι άγγελοι; -Πολύ εύλογα. Διότι είχε πει «επί μαρτυρία δύο μαρτύρων θα πιστοποιηθεί κάθε λόγος».

Θυμήσου. Παντού άγγελοι γίνονται κήρυκες, όπως κατά την γέννηση, όπως πάλι προς τη Μαρία, όπως κατά την Ανάσταση, έτσι λοιπόν και κατά την Ανάληψη, μάλλον δε και κατά την Δευτέρα Παρουσία.

12 Τότε ὑπέστρεψαν εἰς ῾Ιερουσαλὴμ ἀπὸ ὄρους τοῦ καλουμένου ἐλαιῶνος, ὅ ἔστιν ἐγγὺς ῾Ιερουσαλήμ, σαββάτου ἔχον ὁδόν.

Τότε; Πότε; -Όταν άκουσαν. Διότι αλλιώς δεν θα ανέχονταν, εάν δεν υπόσχονταν σ’ αυτούς άλλη παρουσία.

13 καὶ ὅτε εἰσῆλθον, ἀνέβησαν εἰς τὸ ὑπερῷον οὗ ἦσαν καταμένοντες, ὅ τε Πέτρος καὶ ᾿Ιάκωβος καὶ ᾿Ιωάννης καὶ ᾿Ανδρέας, Φίλιππος καὶ Θωμᾶς, Βαρθολομαῖος καὶ Ματθαῖος, ᾿Ιάκωβος ᾿Αλφαίου καὶ Σίμων ὁ Ζηλωτὴς καὶ ᾿Ιούδας ᾿Ιακώβου.

Καλώς ανέφερε τους μαθητές. Διότι επειδή ο μεν ένας τον πρόδωσε, ο δε άλλος τον αρνήθηκε, άλλος έδειξε απιστία, φανερώνει ότι εκτός εκείνου, όλοι ήταν σώοι.

14 οὗτοι πάντες ἦσαν προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει σὺν γυναιξὶ καὶ Μαρίᾳ τῇ μητρὶ τοῦ ᾿Ιησοῦ καὶ σὺν τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ.

Πολύ καλώς. Διότι αυτό είναι μεγάλο όπλο στους πειρασμούς και σ’ αυτό είχαν διαπαιδαγωγηθεί από πριν αρκετά από τον Διδάσκαλο.

«Και τη Μαρία τη μητέρα του Ιησού». Πως λοιπόν λέγει «ότι την πήρε ο μαθητής στο σπίτι του»; - Αφού ο Χριστός πάλι συγκέντρωσε τους μαθητές, έτσι μαζί με αυτούς παραβρίσκονταν και εκείνη.

«Και συν τοις αδελφοίς αυτού» εννοεί αυτούς που είχαν απιστήσει σ’ αυτόν προηγουμένως.

15 Καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις ἀναστὰς Πέτρος ἐν μέσῳ τῶν μαθητῶν εἶπεν· ἦν τε ὄχλος ὀνομάτων ἐπὶ τὸ αὐτὸ ὡς ἑκατὸν εἴκοσιν·

Σαν ο πιο θερμός και σαν εμπιστευμένος την ποίμνη από τον Χριστό και σαν ο πρώτος του χορού των Αποστόλων, πάντοτε αρχίζει πρώτος  τον λόγο.

16 ἄνδρες ἀδελφοί, ἔδει πληρωθῆναι τὴν γραφὴν ταύτην ἣν προεῖπε τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον

Γιατί τέλος πάντων δεν παρακάλεσε μόνο τον Χριστό για να δώσει γι’ αυτόν κάποιον στη θέση του Ιούδα; Και γιατί δεν κάνουν την εκλογή μόνοι τους; -Διότι όπως ακριβώς όταν ‘ήταν παρών ο Χριστός προέβαινε στην εκλογή των μαθητών κατά τον ίδιο τρόπο εκείνος θα εξέλεγε και όταν ήταν απών. Πρόσεξε δε και τον Πέτρο, που όλα τα κάνει με την σύμφωνη γνώμη των άλλων και δεν κάνει τίποτα κατά τρόπο αυθεντικό, ούτε σαν αρχηγός.

διὰ στόματος Δαυῒδ περὶ ᾿Ιούδα τοῦ γενομένου ὁδηγοῦ τοῖς συλλαβοῦσι τὸν ᾿Ιησοῦν,

Ανέφερε εδώ την προφητεία για να δείξει ότι δεν συνέβηκε τίποτα το παράξενο, αλλά αυτό που είχε ήδη προφητευτεί. Και δεν είπε «είπε ο Δαυίδ» αλλά το «πνεύμα δι αυτού».

Πρόσεξε επίσης πως δεν υβρίζει τον Ιούδα, αλλά απλώς φανερώνει το γεγονός, ούτε λέγει «του προδότη», αλλά βιάζεται να μεταθέσει το έγκλημα σε άλλους όσο ανήκε σ’ αυτούς. Αλλά και ούτε για κείνους μιλά πολύ.

17 ὅτι κατηριθμημένος ἦν σὺν ἡμῖν καὶ ἔλαχε τὸν κλῆρον τῆς διακονίας ταύτης. 18 οὗτος μὲν οὖν ἐκτήσατο χωρίον ἐκ μισθοῦ τῆς ἀδικίας, καὶ πρηνὴς γενόμενος ἐλάκησε μέσος, καὶ ἐξεχύθη πάντα τὰ σπλάγχνα αὐτοῦ·

Καλώς δεν ανέφερε για το αμάρτημα αλλά για την τιμωρία. «Και χύθηκαν όλα τα σπλάγχνα του»

19 καὶ γνωστὸν ἐγένετο πᾶσι τοῖς κατοικοῦσιν ῾Ιερουσαλήμ, ὥστε κληθῆναι τὸ χωρίον ἐκεῖνο τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ αὐτῶν ᾿Ακελδαμᾶ, τουτέστι χωρίον αἵματος.

Οι  Ιουδαίοι  με αυτή την ονομασία ονόμασαν το χωράφι αυτό για τον Ιούδα. Και γιατί; 20 γέγραπται γὰρ ἐν βίβλῳ ψαλμῶν· γενηθήτω ἡ ἔπαυλις αὐτοῦ ἔρημος καὶ μὴ ἔστω ὁ κατοικῶν ἐν αὐτῇ· καὶ τὴν ἐπισκοπὴν αὐτοῦ λάβοι ἕτερος.

Έτσι λοιπόν δεν θα αποτολμήσουμε σήμερα πράγματα τολμηρά, αλλά αυτά που έχουν ήδη προαναγγελθεί. Ότι δηλαδή την θέση του Ιούδα πρέπει να την πάρει άλλος.

21 δεῖ οὖν τῶν συνελθόντων ἡμῖν ἀνδρῶν ἐν παντὶ χρόνῳ ἐν ᾧ εἰσῆλθεν καὶ ἐξῆλθεν ἐφ᾿ ἡμᾶς ὁ Κύριος ᾿Ιησοῦς,

Θα πρέπει λοιπόν ο αντικαταστάτης του Ιούδα να είναι κάποιος που ήταν μαζί μας όλο τον χρόνο. Και αυτό για να μην υπάρξουν φιλονικίες.

22 ἀρξάμενος ἀπὸ τοῦ βαπτίσματος ᾿Ιωάννου ἕως τῆς ἡμέρας ἧς ἀνελήφθη ἀφ᾿ ἡμῶν, μάρτυρα τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ γενέσθαι σὺν ἡμῖν ἕνα τούτων. 23 Καὶ ἔστησαν δύο, ᾿Ιωσὴφ τὸν καλούμενον Βαρσαββᾶν, ὃς ἐπεκλήθη ᾿Ιοῦστος, καὶ Ματθίαν,

Δεν έστησε ο Πέτρος αυτούς, αλλά όλοι. Ώστε ο Πέτρος με όλα αυτά έδειξε ότι η ιδέα αυτή δεν ήταν δική του αλλά κατά προφητεία και αυτός δεν έγινε διδάσκαλος του γεγονότος αλλά εξηγητής.

24 καὶ προσευξάμενοι εἶπον· σὺ Κύριε, καρδιογνῶστα πάντων, ἀνάδειξον ὃν ἐξελέξω ἐκ τούτων τῶν δύο ἕνα, 25 λαβεῖν τὸν κλῆρον τῆς διακονίας ταύτης καὶ ἀποστολῆς, ἐξ ἧς παρέβη ᾿Ιούδας πορευθῆναι εἰς τὸν τόπον τὸν ἴδιον.

Καλώς λέγουν το αμάρτημα εκείνου, φανερώνοντας ότι ζητούν μάρτυρα όχι για να πλεονάζουν στον αριθμό, αλλά για να μην αφήσουν να ελαττωθούν.

26 καὶ ἔδωκαν κλήρους αὐτῶν, Και γιατί κλήρους; Διότι δεν είχε σταλεί ακόμη το Άγιο Πνεύμα. 

καὶ ἔπεσεν ὁ κλῆρος ἐπὶ Ματθίαν καὶ συγκατεψηφίσθη μετὰ τῶν ἕνδεκα ἀποστόλων.

 

                            ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ (Β΄)

 1 Και ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό.

Ποια είναι αυτή η Πεντηκοστή; Όταν το δρεπάνι έπρεπε να χρησιμοποιηθεί για την συγκομιδή από τον θερισμό· όταν έπρεπε να συναθροίζει τους καρπούς. Όταν δηλαδή έπρεπε να επιβάλλει το δρεπάνι του λόγου, όταν τους καρπούς έπρεπε να συλλέγει, τότε το Πνεύμα, σαν δρεπάνι κοφτερό πετά επάνω σ’ αυτούς.  Διότι άκουσε τον Χριστό που λέγει: «Υψώστε τα μάτια σας, και κοιτάξτε τα χωράφια, ότι είναι ασπρισμένα, έτοιμα προς θερισμό». (Ιω. 4,35) και πάλι «ο μεν θερισμός είναι πολύς, αλλά οι εργάτες είναι λίγοι». (Λουκ. 10,2). Ώστε Αυτός πρώτος χρησιμοποίησε το δρεπάνι. Διότι Αυτός ανέβασε στους ουρανούς τις προσφορές των πρώτων καρπών, αφού προσέλαβε ανθρώπινο ένδυμα. Γι’ αυτό και τούτο αποκαλεί θερισμό.

«Και όταν έφθασε» λέγει «η ημέρα της Πεντηκοστής», δηλαδή όχι προ της Πεντηκοστής, αλλά την ημέρα της Πεντηκοστής, όπως θα μπορούσε κάποιος να πει. Διότι, έπρεπε να γίνουν πάλι αυτά κατά την διάρκεια εορτής, για να δουν αυτά και αυτοί που ήταν παρόντες κατά την σταύρωση του Χριστού.

2 καὶ ἐγένετο ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας, καὶ ἐπλήρωσεν ὅλον τὸν οἶκον οὗ ἦσαν καθήμενοι·

Γιατί έγινε αυτό χωρίς αισθητά σημεία;- Διότι μολονότι έγινε και αυτό, έλεγαν ότι «έχουν πιει πολύ μούστο».

Και όχι μόνο έγινε ήχος, αλλά «εκ του ουρανού». Και το ξαφνικό αυτό διήγειρε αυτούς. «Και γέμισε όλο το σπίτι». Αναφέρει λοιπόν μεγάλη ορμή Πνεύματος.  Πρόσεχε. Όλους τους συγκέντρωσε εκεί, ώστε και οι παρόντες να πιστέψουν και αυτοί άξιοι να αναδειχθούν. Και όχι μόνο αυτό, αλλά προσθέτοντας και το πιο τρομερό από αυτό.

3 καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ᾿ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν,

Καλώς αναφέρει παντού το «ως» για να μη νομίσεις τίποτα το αισθητό για το Άγιο Πνεύμα.  «Σαν φλόγες φωτιάς» λέγει και «σαν άνεμος». Άρα δεν ήταν απλώς άνεμος, διασκορπιζόμενος στον αέρα.  Διότι όταν μεν έπρεπε στον Ιωάννη να γνωρισθεί το Πνεύμα, σαν περιστέρι ήρθε πάνω από την κεφαλή του Χριστού, τώρα δε όταν έπρεπε ολόκληρο πλήθος να επιστραφεί , έκανε την εμφάνισή Του σαν φλόγες φωτιάς.

«Και κάθισε στον καθένα από αυτούς μία». Δηλαδή παρέμεινε, αναπαύθηκε. Διότι το να καθίσει φανερώνει το σταθερό και την εμμονή. Τι λοιπόν; Άραγε ήρθε άραγε μόνο στους δώδεκα και όχι στους άλλους; Καθόλου, αλλά και στους εκατόν είκοσι. Διότι δεν θα παρουσίαζε απλώς τη μαρτυρία του προφήτη ο Πέτρος λέγοντας: «Και θα συμβεί κατά τις έσχατες μέρες ημέρες, λέγει ο Θεός, θα εκχύσω από το Πνεύμα μου σε κάθε άνθρωπο και θα προφητεύσουν οι υιοί σας και οι θυγατέρες σας και οι νέοι σας θα δουν οράσεις και οι γέροντές σας θα δουν όνειρα» (Ιωήλ 3,1 και Πραξ. 2,17)

4 καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος ῾Αγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι.

Δεν λαμβάνουν άλλο σημείο, αλλά αυτό πρώτα. Διότι ήταν παράξενο και παρίστατο ανάγκη άλλου σημείου. «Κάθισε» λέγει στον καθένα τους από μία». Βέβαια και πάνω στον μη εκλεκτό Ιούστο. Γι’ αυτό και δεν υποφέρει  επειδή δεν εκλέχθηκε όπως ο Ματθίας.

«Και πληρώθηκαν» λέγει «όλοι». Δεν έλαβαν απλώς τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, αλλά πληρώθηκαν. Και άρχισαν να ομιλούν άλλες γλώσσες καθώς το Πνεύμα έδινε σ’ αυτούς δύναμη να ομιλούν.

Δεν θα έλεγε λοιπόν «όλοι» ενώ ήταν εκεί και οι απόστολοι, εάν δεν μετείχαν και οι άλλοι.

Και πότε έγινε αυτό; -Όταν ήταν προσηλωμένοι σαν σε μία ψυχή στην δέηση, όταν είχαν αγάπη, τότε το Πνεύμα εμφανίστηκε.

Και γιατί φάνηκε το Πνεύμα σαν φωτιά; Διότι σαν φωτιά φάνηκε και στη βάτο.

5 ῏Ησαν δὲ ἐν ῾Ιερουσαλὴμ κατοικοῦντες ᾿Ιουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους τῶν ὑπὸ τὸν οὐρανόν·

Η διαμονή τους στην Ιερουσαλήμ ήταν σημείο ευλαβείας. Διότι ενώ ήταν από τόσα έθνη και αφού άφησαν πατρίδες και οικίες και συγγενείς, κατοικούσαν εκεί.

6 γενομένης δὲ τῆς φωνῆς ταύτης συνῆλθε τὸ πλῆθος καὶ συνεχύθη, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ λαλούντων αὐτῶν.

Επειδή το γεγονός συνέβη σε οικία, δικαιολογημένα οι απ’ έξω προσέτρεξαν.

Τι σημαίνει όμως «συνεχύθη το πλήθος»;- Ταράχτηκε, θαύμασε. Έπειτα μας αναφέρει και το τι τους έκανε να θαυμάσουν τόσο πολύ:

7 ἐξίσταντο δὲ πάντες καὶ ἐθαύμαζον λέγοντες πρὸς ἀλλήλους· οὐκ ἰδοὺ πάντες οὗτοί εἰσιν οἱ λαλοῦντες Γαλιλαῖοι; 8 καὶ πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ ἡμῶν ἐν ᾗ ἐγεννήθημεν, 9 Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ ᾿Ελαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, ᾿Ιουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν ᾿Ασίαν, 10 Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς κατὰ Κυρήνην, καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες Ρωμαῖοι, ᾿Ιουδαῖοί τε καὶ προσήλυτοι, 11 Κρῆτες καὶ ῎Αραβες, ἀκούομεν λαλούντων αὐτῶν ταῖς ἡμετέραις γλώσσαις τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ;

Βλέπεις αυτούς να τρέχουν από την Ανατολή μέχρι τη Δύση;  Όμως ορισμένοι αντί και αυτοί να θαυμάσουν έλεγαν:


12 ἐξίσταντο δὲ πάντες καὶ διηπόρουν, ἄλλος πρὸς ἄλλον λέγοντες· τί ἂν θέλοι τοῦτο εἶναι; 13 ἕτεροι δὲ χλευάζοντες ἔλεγον ὅτι γλεύκους μεμεστωμένοι εἰσί.

Πω, πω ανοησία! Πω , πω μέγεθος κακίας! Και τα έλεγαν αυτά παρότι δεν ήταν ακόμη ο καιρός του γλεύκους (τρύγου) διότι ήταν Πεντηκοστή.

Εσύ τώρα ακούγοντας όλα αυτά μη προσέχεις το λεγόμενο ότι «παρουσιάστηκαν γλώσσες να διαμοιράζονται σ’ αυτούς» αλλά ότι παρουσιάστηκαν σαν γλώσσες φωτιάς. Τέτοια φωτιά μπορεί να ανάψει άπειρη ξυλεία. Και καλά είπε «διαμεριζόμενες» διότι προέρχονταν από μία ρίζα, για να μάθεις ότι είναι ενέργεια, η οποία απεστάλη από τον Παράκλητο. Κοίταξε δε και εκείνους ότι αποδείχτηκαν πρώτα άξιοι και τότε καταξιώθηκαν το Πνεύμα.

Και έλαβαν το Πνεύμα όταν επέδειξαν την δική τους αρετή. Όταν δηλαδή όλα τα εγκατέλειψαν, όταν έπαθαν και έμαθαν για την ανθρώπινη αδυναμία.

Το δε σπίτι που γέμισε από Άγιο Πνεύμα είναι σύμβολο της οικουμένης.

Και τι άκουσε το πλήθος που βρίσκονταν έξω από το σπίτι; -Όχι μόνο άκουσε να μιλούν οι Απόστολοι τις δικές τους γλώσσες, αλλά άκουσαν και θαυμαστά πράγματα. Δικαιολογημένα λοιπόν απορούσαν.

14 Σταθεὶς δὲ Πέτρος σὺν τοῖς ἕνδεκα ἐπῆρε τὴν φωνὴν αὐτοῦ καὶ ἀπεφθέγξατο αὐτοῖς·

Βλέπεις εκεί την μέριμνα, εδώ την ανδρεία. Διότι πως μπόρεσε άνθρωπος αγράμματος να σταθεί και να μιλήσει ανάμεσα σε τόσους πολλούς; Διότι αν μεταξύ των οικείων, όταν κάποιος ομιλεί ταράσσεται, πολύ περισσότερο μεταξύ εχθρών και όταν κραυγάζουν.

Τι όμως σημαίνει «μαζί με τους ένδεκα»; -Ότι πρόβαλλαν κοινή ομιλία.. ο δε Πέτρος ήταν όλων το στόμα.

Το ότι μίλησε σε ένα πλήθος που τους θεωρούσε μεθυσμένους με πολύ παρρησία δείχνει το μέγεθος της πνευματικής ανδρείας.

***Και ο μεν Πλάτων που δίδασκε πολλές φλυαρίες, έχει σιωπήσει, αυτός δε ομιλεί όχι μόνο προς τους οικείους του, αλλά προς τους Ελαμίτες και στην Ινδία και σε όλη τη γη και στα πέρατα της οικουμένης. Που λοιπόν είναι τώρα ο κομπασμός της Ελλάδας; Που η η φήμη των Αθηνών; Που οι μωρολογίες των φιλοσόφων;  Εκείνος που καταγόταν από τη Γαλιλαία, από τη Βηθσαϊδά, ο χωρικός, υπερίσχυσε όλως εκείνων. Δεν ντρέπεστε, πες μου, ακούγοντας το όνομα της πατρίδας εκείνου που σας νίκησε; Αν δε και το όνομα αυτού ακούσετε , ότι λεγόταν Κηφάς, θα νιώσετε πολύ περισσότερη ντροπή. Διότι αυτό σας κατέστρεψε, επειδή τούτο νομίζετε ότι είναι ντροπή, ότι η ευγλωτία είναι ο έπαινος και η απειρία της ευγλωτίας ντροπή…Δεν ακολουθήσατε τον δρόμο που έπρεπε αλλά, αφού αφήσατε τη βασιλική οδό, την εύκολη και λεία, βαδίσατε την τραχεία και ανηφορική και δύσκολη. Γι’ αυτό και δεν φτάσατε στην Βασιλεία των ουρανών.

Τι λοιπόν ο Χριστός, λέγει, δεν ενήργησε στον Πλάτωνα, ούτε στον Πυθαγόρα; Διότι η ψυχή του Πέτρου ήταν πολύ φιλοσοφικότερη από εκείνους. Καθόσον εκείνα μεν ήταν πράγματι παιδιά, που διακατέχονταν παντού από κενοδοξία, αυτός δε ήταν άνδρας φιλόσοφος και δεκτικός της χάριτος. Εάν όμως γελάς ακούγοντας αυτά, δεν είναι άξιο θαυμασμού· διότι και οι τότε γελούσαν και έλεγαν ότι αυτοί είναι μεθυσμένοι από μούστο, αλλά ύστερα, όταν έπαθαν εκείνα τα πικρά, και τα φοβερότερα από όλα, όταν είδαν την πόλη κατερειπωμένη, και τη φωτιά να ανάβει και τα τείχη να πέφτουν κάτω και τα διάφορα εκείνα βακχικά έκτροπα που κανένας δεν μπορεί να παραστήσει με λόγια, δεν γελούσαν πλέον. Έτσι και σεις τότε δεν θα γελάσετε, όταν έλθει ο καιρός της κρίσεως, όταν θ’ ανάψει η φωτιά της γέεννας. Αλλά γιατί ομιλώ για τα μέλλοντα; Θέλεις να δείξω ποιος είναι ο Πέτρος, ποιος δε ο Πλάτων; Ας εξετάσουμε, αν νομίζεις, πρώτα τα ήθη αυτών και ας δούμε με τι ασχολήθηκε ο καθένας. Αυτός βέβαια δαπάνησε όλο τον χρόνο, ασχολούμενος με δόγματα ανωφελή και περιττά. Διότι ποιο το όφελος από το να μάθει κανείς ότι η ψυχή του φιλοσόφου γίνεται μύγα; Πράγματι μύγα δεν θα μεταβαλλόταν σε μύγα, αλλά μετέβαινε στην ψυχή που κατοικεί στον Πλάτωνα. Ποίας ματαιολογίας δείγματα δεν είναι αυτά; Από πού λοιπόν αναγκάζονταν να λέει τέτοιες φλυαρίες; Ήταν γεμάτος από ειρωνεία ο άνθρωπος και προς όλους συμπεριφερόταν ζηλότυπα. Όπως λοιπόν φιλονεικών, ούτε μόνος του, ούτε από άλλους δεν κατέστη δυνατόν να εισαγάγει κάτι χρήσιμο, έτσι δέχτηκε από άλλον μεν την μετεμψύχωση, μόνος του δε έγραψε την πολιτεία, όπου νομοθέτησε όλα εκείνα τα γεμάτα από αισχρότητα. Οι γυναίκες, λέγει, ας είναι κοινές και οι παρθένες αε αγωνίζονται γυμνές μπροστά στα μάτια των εραστών και ας είναι κοινοί οι πατέρες, καθώς και τα παιδιά που γεννιούνται. (βλ. Πλάτωνος Πολιτεία 5, 457 Α-Ε κυρίως στο 5 460Β-461 C-E 463-464Ε και σ’ άλλα σημεία). Ποια ανοησία δεν υπερβαίνουν όλα αυτά; … Ο κορυφαίος λοιπόν των φιλοσόφων λέγει ότι καθόλου δεν διαφέρει από τους σκύλους. Διότι επειδή η θηλυκιά σκύλα και ο αρσενικός σκύλος έρχονται σε επαφή από κοινού, ας έρχονται από κοινού σε επαφή και οι γυναίκες και τα πάντα ας ανατραπούν. Διότι πάντοτε με αυτούς τους φιλοσόφους προσπάθησε ο διάβολος να αποδείξει, ότι το ανθρώπινο γένος καθόλου δεν είναι εντιμότερο από τα άλογα ζώα.

Όμως ο Πέτρος τίποτα παρόμοιο δεν είπε, αλλά έβγαλε φωνή, η οποία , αφού απέστραψε  δυνατό φως σαν μέσα σε σκοτάδι, διέλυσε την ομίχλη της οικουμένης. Αλλά πόσο το ήθος του ήταν ήρεμο, πόσο ήπιο, πόσο στέκονταν πάνω από κάθε κενοδοξία· πόσο έβλεπε στον ουρανό, ενώ ήταν ταπεινόφρων και παρόλα αυτά ανέσταινε νεκρούς. Αν δε συνέβαινε σε κάποιον από εκείνους τους ανόητους, να κατορθώσει κάτι τέτοιο με τη φαντασία ακόμη, άραγε δεν θα ζητούσε αμέσως βωμό και ναό και δεν θα ήθελε να είναι κάποιος ισόθεος; Τη στιγμή βέβαια που χωρίς να υπάρχει τίποτα από αυτά πάντοτε φαντάζονταν παρόμοια. Δεν κατάλαβαν λοιπόν αυτοί ότι η περιφρόνηση της φιλοδοξίας είναι σε θέση να διδάξει όλα τα αγαθά και να εκδιώξει από την ψυχή κάθε καταστρεπτικό πάθος.

ἄνδρες ᾿Ιουδαῖοι καὶ οἱ κατοικοῦντες ῾Ιερουσαλὴμ ἅπαντες, τοῦτο ὑμῖν γνωστὸν ἔστω καὶ ἐνωτίσασθε τὰ ρήματά μου.

Εκείνους που αποκάλεσε ξένους παραπάνω, προς εκείνους απευθύνει το λόγο του εδώ. Και φαίνεται μεν ότι ομιλεί με εκείνους, επανορθώνει όμως τους ειρωνευόμενους, διότι παραχωρήθηκε σε μερικούς να ειρωνευθούν , για να λάβει αφορμή της απολογίας και απολογούμενος να διδάξει. Έτσι πρώτα καθιστά αυτούς προσεκτικότερους και μετά απολογείται:

15 οὐ γάρ, ὡς ὑμεῖς ὑπολαμβάνετε, οὗτοι μεθύουσιν·

Βλέπεις την απολογία του πόσο καταδεκτική είναι; Παρότι είχε με το μέρος του την πλειονότητα της συγκεντρώσεως του πλήθους, εν τούτοις με επιεικέστερο τρόπο συνομιλεί με αυτούς. Γι’ αυτό και δεν είπε «όχι όπως εσείς ειρωνεύεστε» ,ούτε «όπως εσείς γελάτε», αλλά «όπως νομίζετε». Θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να δείξει ότι αυτοί δεν το είπαν αυτό επίτηδες, αλλά από άγνοια.

 ἔστι γὰρ ὥρα τρίτη τῆς ἡμέρας·

Γιατί το λέει αυτό; Διότι δεν είναι δυνατόν κατά την Τρίτη ώρα να μεθύσει κανείς. Βέβαια είναι δυνατό, αλλά δεν στάθηκε για πολύ σ’ αυτό, διότι αυτοί το έλεγαν αυτό ειρωνευόμενοι. Από δω φαίνεται ότι δεν πρέπει να σπαταλούμε πολύ λόγο για μη αναγκαία πράγματα.

16 ἀλλὰ τοῦτό ἐστι τὸ εἰρημένον διὰ τοῦ προφήτου ᾿Ιωήλ· 17 καὶ ἔσται ἐν ταῖς ἐσχάταις ἡμέραις, λέγει ὁ Θεός,

Στην αρχή πουθενά δεν ακούγεται το όνομα του Χριστού, ούτε η επαγγελία, είναι επαγγελία αυτού, αλλά του Πατρός. Βλέπε σύνεση.

ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός μου ἐπὶ πᾶσαν σάρκα,

Δίνει και σ’ αυτούς καλές ελπίδες, εάν βέβαια το θελήσουν. Και δεν αφήνει να έχουν αυτοί το πλεονέκτημα, πράγμα που θα προκαλούσε τον φθόνο, και έτσι μετριάζει τον φθόνο.

καὶ προφητεύσουσιν οἱ υἱοὶ ὑμῶν καὶ αἱ θυγατέρες ὑμῶν, καὶ οἱ νεανίσκοι ὑμῶν ὁράσεις ὄψονται καὶ οἱ πρεσβύτεροι ὑμῶν ἐνύπνια ἐνυπνιασθήσονται·

Αυτό δεν είναι δικό σας κατόρθωμα, ούτε βέβαια έπαινος, στα δικά σας τέκνα διαβιβάστηκε η χάρη· ονομάζοντας τους εαυτούς τους τέκνα αυτών και εκείνους πατέρες. Φανερώνει λοιπόν πως εκείνοι πρόκοψαν ενώ αυτοί όχι διότι σταύρωσαν τον Χριστό.

Έπειτα ολοκληρώνει την προφητεία:

18 καί γε ἐπὶ τοὺς δούλους μου καὶ ἐπὶ τὰς δούλας μου ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός μου, καὶ προφητεύσουσι. 19 καὶ δώσω τέρατα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ σημεῖα ἐπὶ τῆς γῆς κάτω, Με τα λόγια αυτά υπαινίσσεται και την μέλλουσα κρίση και την άλωση της Ιερουσαλήμ.

αἷμα καὶ πῦρ καὶ ἀτμίδα καπνοῦ· Βλέπε πως περιέγραψε την άλωση.

 20 ὁ ἥλιος μεταστραφήσεται εἰς σκότος καὶ ἡ σελήνη εἰς αἷμα πρὶν Είπε αυτό από την διάθεση των πασχόντων, λέγεται όμως ότι συνέβησαν και πολλά άλλα τέτοια στον ουρανό. Καθώς μαρτυρεί ο Ιώσηπος. (περί Ιουδ. Πολεμ. ΙΙΙ, 289-339).

Αλλά τι σημαίνει «η σελήνη θα μεταβληθεί σε αίμα»;- Μου φαίνεται πως αυτό παριστάνει την υπερβολή της σφαγής.

Αυτά βέβαια είναι προοίμια  κάποιας μεγάλης και φοβερής μέρας: ἢ ἐλθεῖν τὴν ἡμέραν Κυρίου τὴν μεγάλην καὶ ἐπιφανῆ.

Βλέπεις πως κατατρόμαξε και διατάραξε την ψυχή τους και μετέβαλε τον γέλωτα σε απολογία; Διότι αν αυτά είναι προμηνύματα της ημέρας εκείνης, είναι ανάγκη να επισημάνει τον κίνδυνο για τα έσχατα.

Όμως δεν επιμένει στα φοβερά. Αλλά δίνει την δυνατότητα να αναπνεύσουν πάλι: 21 καὶ ἔσται πᾶς ὃς ἂν ἐπικαλέσηται τὸ ὄνομα Κυρίου σωθήσεται.

Ποιος να επικαλεσθεί; Μόνον ο Ιουδαίος; -Όχι αλλά πάσα σαρξ. Δηλαδή και οι εθνικοί και οι γυναίκες και οι άνδρες και οι δούλοι και οι ελεύθεροι. Όλοι. Αλλά όχι απλώς να επικαλεσθεί, αλλά με θέρμη πολλή, με βίο ανεπίληπτο, με την πρέπουσα παρρησία. Η σωτηρία λοιπόν βρίσκεται στην επίκληση του Θεού.

22 ῎Ανδρες ᾿Ισραηλῖται, ἀκούσατε τοὺς λόγους τούτους.

Δεν είναι κολακεία ο λόγος, αλλά επειδή κατηγόρησε αυτούς σφόδρα, τους αφήνει κατόπιν και ενθυμείται με την ευκαιρία τον Δαυίδ. Και δεν είπε «πεισθείτε», αλλά «ακούσατε». Και πρόσεξε πως τίποτα δεν λέγει για τα υψηλά, αλλά από τα πολύ ταπεινά αρχίζει. ᾿Ιησοῦν τὸν Ναζωραῖον,  και αναφέρει αμέσως την πατρίδα Του που θεωρούνταν ασήμαντη.

 ἄνδρα ἀπὸ τοῦ Θεοῦ ἀποδεδειγμένον εἰς ὑμᾶς  Πρόσεξε, ποιο ήταν αυτό το μεγάλο, το να πει δηλαδή ότι απεστάλη από τον Θεό. Διότι αυτό, και πριν και μετά, ο ίδιος ο Ιησούς προσπαθούσε να αποδείξει, καθώς και ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και οι Απόστολοι.

δυνάμεσι καὶ τέρασι καὶ σημείοις οἷς ἐποίησε δι᾿ αὐτοῦ ὁ Θεὸς ἐν μέσῳ ὑμῶν, καθὼς καὶ αὐτοὶ οἴδατε,  Πω! Πω ! ποιο πράγμα τόμλησε να πει μεταξύ εκείνων που τον φόνευσαν, ότι αναστήθηκε. Και δεν λέγει αμέσως ότι αναστήθηκε, αλλά ότι από τον Θεό θα έλθει σε σας. Τούτο δε είναι φανερό με όσα έκανε. Δεν λέει, ότι αυτός έκανε, αλλά ότι ο Θεός δι’ αυτού. Έπειτα αναφερόμενος στο βδελυρό εκείνο τόλμημά τους, πρόσεχε πως προσπαθεί να τους απαλλάξει από το έγκλημα.

Τα λόγια του είναι όμοια με του Ιωσήφ: «Μη φοβηθείτε διότι με πουλήσατε, όχι εσείς, αλλά ο Θεός με απέστειλε εδώ». (Γεν. 45, 4-5). Έπειτα για να μην πουν άρα καλώς επράξαμε, καθιστά αυτούς σκεπτικούς με εκείνο που πρόσθεσε: 23 τοῦτον τῇ ὡρισμένῃ βουλῇ καὶ προγνώσει τοῦ Θεοῦ ἔκδοτον λαβόντες, διὰ χειρῶν ἀνόμων προσπήξαντες ἀνείλετε·

Με το «δια χειρός ανόμων» υπαινίσσεται τον Ιούδα. Έτσι όλο το έγκλημα το μεταθέτει στον Ιούδα ο οποίος παρέδωσε τον Ιησού με φίλημα. Στη συνέχεια αφού περιέγραψε το πάθος ομιλεί για την ανάσταση:

24 ὃν ὁ Θεὸς ἀνέστησε λύσας τὰς ὠδῖνας τοῦ θανάτου, καθότι οὐκ ἦν δυνατὸν κρατεῖσθαι αὐτὸν ὑπ᾿ αὐτοῦ.

Εδώ κάτι μεγάλο και υψηλό υπαινίχθηκε. Διότι το «δεν ήταν δυνατόν», φανερώνει και αυτόν που έδωσε την δύναμη να εξουσιάζει. Έπειτα προτού το μυαλό τους σκεφτεί κάτι, παρουσίασε σ’ αυτούς τον Δαυίδ, που αναιρεί κάθε ανθρώπινο λογισμό.

25 Δαυῒδ γὰρ λέγει εἰς αὐτόν· προωρώμην τὸν Κύριον ἐνώπιόν μου διὰ παντός, ὅτι ἐκ δεξιῶν μού ἐστιν ἵνα μὴ σαλευθῶ. 26 διὰ τοῦτο εὐφράνθη ἡ καρδία μου καὶ ἠγαλλιάσατο ἡ γλῶσσά μου, ἔτι δὲ καὶ ἡ σάρξ μου κατασκηνώσει ἐπ᾿ ἐλπίδι, 27 ὅτι οὐκ ἐγκαταλείψεις τὴν ψυχήν μου εἰς ᾅδου οὐδὲ δώσεις τὸν ὅσιόν σου ἰδεῖν διαφθοράν. 28 ἐγνώρισάς μοι ὁδοὺς ζωῆς, πληρώσεις με εὐφροσύνης μετὰ τοῦ προσώπου σου.

Έπειτα μόλις συμπλήρωσε την προφητική μαρτυρία λέει:

29 ῎Ανδρες ἀδελφοί, Όταν πρόκειται να διδάξει κάτι σημαντικό χρησιμοποιεί αυτό το προοίμιο για να διεγείρει το ενδιαφέρον τους.

ἐξὸν εἰπεῖν μετὰ παρρησίας πρὸς ὑμᾶς περὶ τοῦ πατριάρχου Δαυῒδ ὅτι καὶ ἐτελεύτησε καὶ ἐτάφη καὶ τὸ μνῆμα αὐτοῦ ἐστιν ἐν ἡμῖν ἄχρι τῆς ἡμέρας ταύτης.

Και δεν είπε «δεν αναστήθηκε», αλλά «το μνήμα του είναι εδώ μέχρι την ημέρα αυτή».

30 προφήτης οὖν ὑπάρχων, καὶ εἰδὼς ὅτι ὅρκῳ ὤμοσεν αὐτῷ ὁ Θεὸς και έτσι σιγά σιγά προετοιμάζει τον λόγο του για να πει τα περί της Αναστάσεως: ἐκ καρποῦ τῆς ὀσφύος αὐτοῦ τὸ κατὰ σάρκα ἀναστήσειν τὸν Χριστὸν καθίσαι ἐπὶ τοῦ θρόνου αὐτοῦ, 31 προϊδὼν ἐλάλησε περὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὅτι οὐ κατελείφθη ἡ ψυχὴ αὐτοῦ εἰς ᾅδου οὐδὲ ἡ σὰρξ αὐτοῦ εἶδε διαφθοράν.

Συνεπώς η ανάσταση του Χριστού δεν είναι καθόλου όμοια με τις άλλες αναστάσεις.

32 τοῦτον τὸν ᾿Ιησοῦν ἀνέστησεν ὁ Θεός, Τα πάντα λοιπόν αποδίδει στον Πατέρα, για να αποδειχθούν τα λεγόμενα.

οὗ πάντες ἡμεῖς ἐσμεν μάρτυρες. 33 τῇ δεξιᾷ οὖν τοῦ Θεοῦ ὑψωθείς, Πάλι καταφεύγει στον Πατέρα για να πει για την Ανάληψη με συγκαλυμμένο όμως τρόπο. τήν τε ἐπαγγελίαν τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος λαβὼν παρὰ τοῦ πατρός, Βλέπεις, πως αρχίζοντας μεν, δεν είπε ότι ο ίδιος έχει στείλει αυτό, αλλά ο Πατήρ. Στη συνέχεια όμως Εκείνον δείχνει με τρόπο όμως απαρατήρητο.

 ἐξέχεε τοῦτο ὃ νῦν ὑμεῖς βλέπετε καὶ ἀκούετε. Και όχι απλώς απέστειλε, αλλά απέστειλε Αυτό με αφθονία.

Και αφού είπε αυτά λέει και πάλι για την Ανάληψη:

34 οὐ γὰρ Δαυῒδ ἀνέβη εἰς τοὺς οὐρανούς, λέγει δὲ αὐτός· εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου, κάθου ἐκ δεξιῶν μου 35 ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου.

Αν λοιπόν ο Ιησού είναι κύριος του Δαυίδ, τότε πολύ περισσότερο αυτών. Κι αφού μίλησε για τα πολύ σπουδαία και υψηλά, επαναφέρει και πάλι τον λόγο του στα ασήμαντα:

 36 ἀσφαλῶς οὖν γινωσκέτω πᾶς οἶκος ᾿Ισραὴλ ὅτι καὶ Κύριον καὶ Χριστὸν αὐτὸν ὁ Θεὸς ἐποίησε, Μην αμφισβητείτε λοιπόν ούτε να αμφιβάλλετε. Ενώ έπρεπε να πει: Ας γνωρίσουν καλά όλοι οι ισραηλίτες ότι κάθεται στα δεξιά του Πατρός, αφήνοντας όμως αυτό, προσθέτει κάτι άλλο που είναι πολύ ταπεινότερο.

τοῦτον τὸν ᾿Ιησοῦν ὃν ὑμεῖς ἐσταυρώσατε. Καλώς εδώ κατέληξε, συνταράσσοντας την διάνοια αυτών, διότι αφού έδειξε τα μεγάλα και υψηλά, τότε αποκάλυψε και το τόλμημα, ώστε να το δείξει μεγαλύτερο και με τον φόνο να τους προσελκύσει, διότι οι άνθρωποι δεν πείθονται τόσο πολύ με τις ευεργεσίες, όσο σωφρονίζονται με τον φόβο. Οι σπουδαίοι όμως και μεγάλοι και φίλοι του Θεού, τίποτα απ’ αυτά δεν χρειάζονται, όπως ήταν ο Παύλος διότι δεν μιλούσε ούτε για βασιλεία, ούτε για γέεννα.

37 ᾿Ακούσαντες δὲ κατενύγησαν τῇ καρδίᾳ, εἶπόν τε πρὸς τὸν Πέτρον καὶ τοὺς λοιποὺς ἀποστόλους·

Βλέπεις πόσο μεγάλο αγαθό είναι η επιείκεια; Αυτή πιο πολύ από τη σφοδρότητα καταπληγώνει τις δικές μας καρδιές και βαθύτερα προξενεί την πληγή. Μαλακώνει τον άλλο όχι ο θυμός, ούτε η σφοδρή κατηγορία, ούτε οι προσβολές, αλλά η επιείκεια. Διότι ο μεν θυμός επεκτείνει περισσότερο την σκλήρυνση, η δε επιείκεια την εξαφανίζει. Έτσι και οι Ιουδαίοι, σεβάστηκαν την επιείκεια του Πέτρου, διότι δίδασκε σαν πατέρας και στοργικός διδάσκαλος σ’ εκείνους που σταύρωσαν τον Κύριό του. Και αυτοί όχι μόνον πείστηκαν, αλλά και αποδοκίμασαν τους εαυτούς τους και κατανόησαν τα όσα είχαν διαπραχθεί.  Διότι δεν τους άφησε να κυριευθούν από το θυμό και να σκοτιστεί ο νους τους, αλλά με την ταπεινοφροσύνη, αφού διασκόρπισε, σαν κάποια ομίχλη, την αγανάκτηση, έτσι παρουσίασε εκείνο που είχαν τολμήσει.

*Ακούστε: Όταν πούμε ότι εμείς αδικηθήκαμε, εκείνοι προσπαθούν να αποδείξουν ότι δεν έχουν αδικήσει· όταν πούμε εμείς, ότι δεν αδικηθήκαμε, αλλά ότι μάλλον έχουμε αδικήσει, εκείνοι κάνουν το αντίθετο. Ώστε αν θέλεις να βάλεις σ’ αγώνα εκείνον που έχει αδικήσει, μην τον κατηγορήσεις, αλλά αγωνίσου, και εκείνος θα κατηγορήσει· διότι το γένος των ανθρώπων είναι φιλόνεικο.

Αυτό έκανε και ο Πέτρος και γι’ αυτό άγγιξε την ψυχή τους εκείνοι να πουν: τί ποιήσομεν, ἄνδρες ἀδελφοί; Και δεν είπαν «λοιπόν μετανοούμε», αλλά αμέσως εμπιστεύθηκαν τους εαυτούς τους στους Αποστόλους. Κι ενώ όλοι ερωτήθηκαν, πάλι ο Πέτρος παίρνει την πρωτοβουλία να απαντήσει λέγοντας:

38 Πέτρος δὲ ἔφη πρὸς αὐτούς· μετανοήσατε, καὶ βαπτισθήτω ἕκαστος ὑμῶν ἐπὶ τῷ ὀνόματι ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ

Και δεν λέει ακόμα «πιστέψτε», αλλά «βαπτισθείτε». Και έπειτα παρουσιάζει και το κέρδος: εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, καὶ λήψεσθε τὴν δωρεὰν τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος.

 Έπειτα για να κάνει τον λόγο πειστικό, πρόσθεσε: 39 ὑμῖν γάρ ἐστιν ἡ ἐπαγγελία καὶ τοῖς τέκνοις ὑμῶν καὶ πᾶσι τοῖς εἰς μακράν, ὅσους ἂν προσκαλέσηται Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν.

Δηλαδή «σε σας δόθηκε η υπόσχεση στα τέκνα σας και σε όλους εκείνους». Αν λοιπόν δόθηκε η υπόσχεση σ’ εκείνους που είναι μακριά από τον Θεό, τότε πολύ περισσότερο σε σας που βρίσκεστε κοντά Του.

40 ἑτέροις τε λόγοις πλείοσι διεμαρτύρετο καὶ παρεκάλει λέγων·

«Και με πολλά άλλα λόγια διαβεβαίωνε αυτά που έλεγε, και τους προέτρεπε, λέγοντας». Πρόσεχε αυτόν, ότι παντού συντομεύει τον λόγο και δεν επιζητεί τιμές, ούτε θέλει επιδείξεις. Και είναι ολοκληρωμένη η διδασκαλία του, διότι αφενός μεν αυτή περιέχει φόβο, αφετέρου δε αγάπη.

σώθητε ἀπὸ τῆς γενεᾶς τῆς σκολιᾶς ταύτης.

«Σώστε τους εαυτούς σας από την τιμωρία που υποστεί η διεστραμμένη αυτή γενεά». Δεν λέγει τίποτα για τα μέλλοντα, αλλά για τα παρόντα, για τα οποία προ πάντων κατηγορούνται οι άνθρωποι και αποδεικνύει, ότι το κήρυγμα απαλλάσσει και από τα παρόντα και από τα μέλλοντα κακά. 

41 οἱ μὲν οὖν ἀσμένως ἀποδεξάμενοι τὸν λόγον αὐτοῦ ἐβαπτίσθησαν, καὶ προσετέθησαν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ψυχαὶ ὡσεὶ τρισχίλιαι.

 

 

42 ῏Ησαν δὲ προσκαρτεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν ἀποστόλων καὶ τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καὶ ταῖς προσευχαῖς.

Δύο αρετές είχαν, και την επιμονή και την ομοψυχία. Κι αυτό το λέει για να δείξει ότι τους δίδασκαν για πολύ χρόνο. Και όλα λέει τα έκαναν από κοινού και με επιμονή.

 43 ᾿Εγένετο δὲ πάσῃ ψυχῇ φόβος, πολλά τε τέρατα καὶ σημεῖα διὰ τῶν ἀποστόλων ἐγίνετο.

Δικαιολογημένα. Διότι δεν τους περιφρονούσαν σαν τυχαίους, ούτε πρόσεχαν σε όσα έβλεπαν μόνο, αλλά και η διάνοιά τους είχε διακαεί.

44 πάντες δὲ οἱ πιστεύοντες ἦσαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ εἶχον ἅπαντα κοινά,

Πρόσεχε αμέσως πόση ήταν η πρόοδος. Διότι η επικοινωνία μαζί τους δεν ήταν μόνο στις προσευχές, ούτε στη διδασκαλία, αλλά στον τρόπο ζωής.

45 καὶ τὰ κτήματα καὶ τὰς ὑπάρξεις ἐπίπρασκον καὶ διεμέριζον αὐτὰ πᾶσι καθότι ἄν τις χρείαν εἶχε·

Πρόσεχε πόσος φόβος γεννήθηκε ανάμεσά τους. Όχι απλώς όπως οι έλληνες φιλόσοφοι, που άλλοι μεν άφηναν την γη ακαλλιέργητη, αφού την αφιέρωσαν στους θεούς, άλλοι δε έρριψαν πολύ χρυσάφι στη θάλασσα, πράγμα που έγινε όχι από την περιφρόνηση χρημάτων , αλλά από μωρία και ανοησία. Διότι ο διάβολος παντού προσπαθούσε πάντοτε να διαβάλει τα δημιουργήματα του Θεού, ότι δήθεν δεν ήταν δυνατόν να κάνουν καλή χρήση των χρημάτων.

46 καθ᾿ ἡμέραν τε προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν ἐν τῷ ἱερῷ,

Εδώ διδάσκει τον τρόπο με τον οποίο απολάμβαναν την διδασκαλία.

κλῶντές τε κατ᾿ οἶκον ἄρτον, μετελάμβανον τροφῆς ἐν ἀγαλλιάσει καὶ ἀφελότητι καρδίας,

Νομίζω ότι αναφέροντας τον άρτο, εννοεί εδώ τη νηστεία και τη σκληραγωγημένη ζωή. Από δω αγαπητέ μάθαινε, ότι όχι η μαλθακή ζωή, αλλά η τροφή προκαλεί την απόλαυση, και ότι εκείνοι που κάνουν μαλθακή ζωή αισθάνονται λύπη, ενώ όσοι δεν κάνουν μαλθακή ζωή αισθάνονται χαρά.

47 αἰνοῦντες τὸν Θεὸν καὶ ἔχοντες χάριν πρὸς ὅλον τὸν λαόν.

Και γιατί έχαιραν την εκτίμηση του λαού; Εξαιτίας της ελεημοσύνης που έκαναν.

ὁ δὲ Κύριος προσετίθει τοὺς σῳζομένους καθ᾿ ἡμέραν τῇ ἐκκλησίᾳ.

 

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ (Γ΄)

1 Επι τὸ αὐτὸ δὲ Πέτρος καὶ ᾿Ιωάννης ἀνέβαινον εἰς τὸ ἱερὸν ἐπὶ τὴν ὥραν τῆς προσευχῆς τὴν ἐνάτην.

Παντού φαίνεται αυτοί μεταξύ τους να έχουν ομόνοια. Γιατί όμως ανέβηκαν στο ιερό; Ζούσαν μήπως ακόμη με τον Ιουδαϊκό τρόπο ζωής; -Όχι, αλλά το κάνουν αυτό για ωφέλεια. Διότι από τη μία με το θαύμα που θα ακολουθήσει αυτούς αποδεικνύει και από την άλλη τους άλλους προσελκύει.

 2 καί τις ἀνὴρ χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ ὑπάρχων ἐβαστάζετο, ὃν ἐτίθουν καθ᾿ ἡμέραν πρὸς τὴν θύραν τοῦ ἱεροῦ τὴν λεγομένην ὡραίαν τοῦ αἰτεῖν ἐλεημοσύνην παρὰ τῶν εἰσπορευομένων εἰς τὸ ἱερόν· 3 ὃς ἰδὼν Πέτρον καὶ ᾿Ιωάννην μέλλοντας εἰσιέναι εἰς τὸ ἱερὸν ἠρώτα ἐλεημοσύνην.
4 ἀτενίσας δὲ Πέτρος εἰς αὐτὸν σὺν τῷ ᾿Ιωάννῃ εἶπε· βλέψον εἰς ἡμᾶς. 5 ὁ δὲ ἐπεῖχεν αὐτοῖς προσδοκῶν τι παρ᾿ αὐτῶν λαβεῖν. 6 εἶπε δὲ Πέτρος· ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι·

Δεν είπε «έχω να σου δώσω κάτι καλύτερο από χρυσό άργυρο», αλλά

 ὃ δὲ ἔχω τοῦτό σοι δίδωμι· ἐν τῷ ὀνόματι ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου ἔγειρε καὶ περιπάτει. 7 καὶ πιάσας αὐτὸν τῆς δεξιᾶς χειρὸς ἤγειρε· παραχρῆμα δὲ ἐστερεώθησαν αὐτοῦ αἱ βάσεις καὶ τὰ σφυρά, 8 καὶ ἐξαλλόμενος ἔστη καὶ περιεπάτει, καὶ εἰσῆλθε σὺν αὐτοῖς εἰς τὸ ἱερὸν περιπατῶν καὶ ἁλλόμενος καὶ αἰνῶν τὸν Θεόν.

Η εικόνα αυτή, το ότι τον έπιασε από το χέρι και τον σήκωσε είναι εικόνα που προσομοιάζει με την Ανάσταση. Και πρόσεχε ότι δεν δοξολογούσε εκείνους, αλλά τον Θεό.

Γιατί όμως αυτόν δεν τον οδήγησαν νωρίτερα στον Χριστό για να τον θεραπεύσει; -Μα ούτε και στους Αποστόλους τον οδήγησαν. Φαίνεται λοιπόν, πως αυτοί που τον υπηρετούσαν ήταν άπιστοι.

9 καὶ εἶδεν αὐτὸν πᾶς ὁ λαὸς περιπατοῦντα καὶ αἰνοῦντα τὸν Θεόν·

Ήταν λοιπόν γνωστός ο χωλός σε όλους τους Ιουδαίους, διότι αμέσως τον αναγνώρισαν μετά την θεραπεία του και δοξολογούσαν και εκείνοι τον Θεό. 10 ἐπεγίνωσκόν τε αὐτὸν ὅτι οὗτος ἦν ὁ πρὸς τὴν ἐλεημοσύνην καθήμενος ἐπὶ τῇ ὡραίᾳ πύλῃ τοῦ ἱεροῦ, καὶ ἐπλήσθησαν θάμβους καὶ ἐκστάσεως ἐπὶ τῷ συμβεβηκότι αὐτῷ. 11 Κρατοῦντος δὲ τοῦ ἰαθέντος χωλοῦ τὸν Πέτρον καὶ ᾿Ιωάννην συνέδραμε πρὸς αὐτοὺς πᾶς ὁ λαὸς ἐπὶ τῇ στοᾷ τῇ καλουμένῃ Σολομῶντος ἔκθαμβοι.

Από την αγάπη του προς τους Αποστόλους ο χωλός δεν ήθελε να τους αποχωριστεί, αλλά παρέμενε κοντά τους. Τριγύρω δε μαζεύτηκαν πλήθη, κάτι που έδωσε τη ευκαιρία στον Πέτρο να λάβει τον λόγο. Η ομιλία αυτή του Πέτρου και ομοιάζει και δεν ομοιάζει με την προηγούμενη. Στην προηγούμενη ομιλία δεν είχαν κάνει εκείνοι κάποιο θαύμα, ενώ εδώ ο θεραπευμένος ήταν ανάμεσά τους. Τότε μιλούσε ανάμεσα σε όλους τους Αποστόλους, τώρα βρίσκεται μόνος αυτός και ο Ιωάννης. Τότε τα πλήθη κατηγορούσαν τους Αποστόλους ως μεθυσμένους, τώρα όλοι θαυμάζουν και δοξολογούν τον Θεό :

12 ᾿Ιδὼν δὲ Πέτρος ἀπεκρίνατο πρὸς τὸν λαόν· ἄνδρες ᾿Ισραηλῖται, τί θαυμάζετε ἐπὶ τούτῳ, ἢ ἡμῖν τί ἀτενίζετε ὡς ἰδίᾳ δυνάμει ἢ εὐσεβείᾳ πεποιηκόσι τοῦ περιπατεῖν αὐτόν;

Τίποτα δεν ωφελεί και δεν εξυπηρετεί τόσο τους ακροατές, όσο το να μη λέγει τίποτα το σπουδαίο κάποιος για τον εαυτό του, αλλά και να αφαιρεί κάθε υποψία. Περισσότερο λοιπόν δόξασαν τους εαυτούς τους εφόσον κατεφρόνησαν την δόξα και έδειξαν ότι δεν ήταν ανθρώπινο, αλλά θείο το γεγονός του θαύματος.

13 ὁ Θεὸς ᾿Αβραὰμ καὶ ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ιακώβ, ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν,

Πρόσεχε πως συνεχώς προωθεί τον εαυτό του στους προγόνους, για να μη φανεί ότι προωθεί κάποιο καινούριο δόγμα.

 ἐδόξασε τὸν παῖδα αὐτοῦ ᾿Ιησοῦν· Πάλι ομιλεί με ταπείνωση, όπως και στο προοίμιο. Έπειτα καταπιάνεται με το τόλμημα και εξαίρει το γεγονός, αλλά δεν το συσκιάζει όπως πριν. Και το κάνει αυτό όχι για να τους απωθήσει, αλλά για να τους αποδείξει υπεύθυνους κι έτσι να τους προσελκύσει.

 ὃν ὑμεῖς μὲν παρεδώκατε καὶ ἠρνήσασθε αὐτὸν κατὰ πρόσωπον Πιλάτου, κρίναντος ἐκείνου ἀπολύειν·

Δύο είναι οι κατηγορίες. Το ότι ο Πιλάτος ήθελε να Τον αφήσει ελεύθερο και ότι εσείς δεν θελήσατε, ενώ εκείνος θέλησε.

 14 ὑμεῖς δὲ τὸν ἅγιον καὶ δίκαιον ἠρνήσασθε, καὶ ᾐτήσασθε ἄνδρα φονέα χαρισθῆναι ὑμῖν, 15 τὸν δὲ ἀρχηγὸν τῆς ζωῆς ἀπεκτείνατε, ὃν ὁ Θεὸς ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν, οὗ ἡμεῖς μάρτυρές ἐσμεν.

Σαν να έλεγε, αντί Αυτού τον ληστή ζητήσατε κι έτσι επιδεινώνει κατά πολύ την κατηγορία, όχι για να τους απογοητεύσει, αλλά για να πει για την Ανάσταση. Και μιλώντας για την Ανάσταση δεν καταφεύγει αυτή τη φορά  στις προφητείες των προφητών, αλλά στην αξιόπιστη μαρτυρία αυτού του ιδίου και των Αποστόλων.

16 καὶ ἐπὶ τῇ πίστει τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ τοῦτον, ὃν θεωρεῖτε καὶ οἴδατε, ἐστερέωσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ, καὶ ἡ πίστις ἡ δι᾿ αὐτοῦ ἔδωκεν αὐτῷ τὴν ὁλοκληρίαν ταύτην ἀπέναντι πάντων ὑμῶν.

Και αφού ανέφερε την Ανάσταση, αμέσως συνδυάζει αυτήν με το θαύμα.

17 καὶ νῦν, ἀδελφοί, οἶδα ὅτι κατὰ ἄγνοιαν ἐπράξατε, ὥσπερ καὶ οἱ ἄρχοντες ὑμῶν·

Επειδή πάρα πολύ τους κατηγόρησε και απέδειξε τον σταυρωθέντα, ότι αναστήθηκε, πάλι τους αφήνει, αφού τους δίνει την δυνατότητα της μετανοίας θέτοντας και τα ελαφρυντικά: Ότι πρώτον έπραξαν το απεχθές αυτό έγκλημα από άγνοια, δεύτερον ότι και αυτοί ενήργησαν βάση της ενέργειας και συμπεριφοράς των αρχόντων τους.

18 ὁ δὲ Θεὸς ἃ προκατήγγειλε διὰ στόματος πάντων τῶν προφητῶν αὐτοῦ παθεῖν τὸν Χριστόν, ἐπλήρωσεν οὕτω. 19 μετανοήσατε οὖν καὶ ἐπιστρέψατε εἰς τὸ ἐξαλειφθῆναι ὑμῶν τὰς ἁμαρτίας,

Είναι λοιπόν όλα αυτά φλυαρία; Μην είστε ανόητοι. Όλα αυτά τα προανήγγειλαν οι προφήτες διότι έτσι έπρεπε να γίνουν. Συνεπώς δεν κατέβηκε από τον Σταυρό, όχι από αδυναμία, αλλά από δύναμη. Μετανοήστε λοιπόν όχι από τις αμαρτίες σας, αλλά για να εξαλειφθούν οι αμαρτίες σας. Και αναφέρει το κέρδος της μετανοίας:

20 ὅπως ἂν ἔλθωσι καιροὶ ἀναψύξεως ἀπὸ προσώπου τοῦ Κυρίου καὶ ἀποστείλῃ τὸν προκεχειρισμένον ὑμῖν Χριστὸν ᾿Ιησοῦν,

Ποιος στην ουσία έπαθε; Όχι ο Χριστός, αλλά αυτοί. Αυτοί συνεπώς είναι εκείνοι που θα πρέπει να επιζητήσουν παρηγοριά και αναψυχή.

21 ὃν δεῖ οὐρανὸν μὲν δέξασθαι ἄχρι χρόνων ἀποκαταστάσεως πάντων ὧν ἐλάλησεν ὁ Θεὸς διὰ στόματος πάντων ἁγίων αὐτοῦ προφητῶν ἀπ᾿ αἰῶνος. 22 Μωϋσῆς μὲν γὰρ πρὸς τοὺς πατέρας εἶπεν ὅτι προφήτην ὑμῖν ἀναστήσει Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν ἐκ τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν ὡς ἐμέ· αὐτοῦ ἀκούσεσθε κατὰ πάντα ὅσα ἂν λαλήσῃ πρὸς ὑμᾶς. 23 ἔσται δὲ πᾶσα ψυχή, ἥτις ἐὰν μὴ ἀκούσῃ τοῦ προφήτου ἐκείνου, ἐξολοθρευθήσεται ἐκ τοῦ λαοῦ. 24 καὶ πάντες δὲ οἱ προφῆται ἀπὸ Σαμουὴλ καὶ τῶν καθεξῆς ὅσοι ἐλάλησαν, καὶ κατήγγειλαν τὰς ἡμέρας ταύτας. 25 ὑμεῖς ἐστε υἱοὶ τῶν προφητῶν καὶ τῆς διαθήκης ἧς διέθετο ὁ Θεὸς πρὸς τοὺς πατέρας ἡμῶν, λέγων πρὸς ᾿Αβραάμ· καὶ ἐν τῷ σπέρματί σου ἐνευλογηθήσονται πᾶσαι αἱ πατριαὶ τῆς γῆς.

Εσείς λοιπόν δεν είστε οι απόγονοι των προφητών; Άρα για σας λέχθηκαν οι προφητείες και για σας έχουν γίνει όλα. Και η σταύρωση για σας έγινε και δεν σταυρώθηκε για να σας καταστρέψει, αλλά για να σας σώσει. Και όχι μόνο να σώσει εσάς, αλλά όλες τις φυλές της γης. Αυτό βέβαια δεν τους αθωώνει από την αναισχυντία τους, αλλά τους γεμίζει με ελπίδες για την συγχώρηση των ανομιών τους βάση της Θείας Οικονομίας.

26 ὑμῖν πρῶτον ὁ Θεὸς ἀναστήσας τὸν παῖδα αὐτοῦ ᾿Ιησοῦν ἀπέστειλεν αὐτὸν εὐλογοῦντα ὑμᾶς ἐν τῷ ἀποστρέφειν ἕκαστον ἀπὸ τῶν πονηριῶν ὑμῶν.

Σε σας λοιπόν που τον σταυρώσατε, σε σας έστειλε πρώτα πρώτα ο Θεός τον Ιησού. Γιατί; «Για να σας ευλογεί, αφού αποστρέφεσθε τις πονηρές πράξεις σας».

Και αφού ο Χριστός σας ευλογεί, μην κάνετε και μην συμπεριφέρεστε σαν έχετε αποβληθεί. Και ποια είναι αυτή η ευλογία; - Η συγχώρεση.

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ (Δ΄)

1 Λαλούντων δὲ αὐτῶν πρὸς τὸν λαὸν ἐπέστησαν αὐτοῖς οἱ ἱερεῖς καὶ ὁ στρατηγὸς τοῦ ἱεροῦ καὶ οἱ Σαδδουκαῖοι,

Ενώ δεν είχαν ακόμη αναπνεύσει από τους προηγούμενους πειρασμούς, αμέσως περιέπεσαν σε άλλους. Πρόσεχε επίσης ότι στην περίπτωση του Χριστού ζητούσαν εκείνον που θα παραδώσει,  εδώ όμως οι ίδιοι επιβάλουν τα χέρια. Διότι αφού έγιναν μετά την στάυρωση πιο θρασείς και πιο αναίσχυντοι. Καθόσον η αματία εν όσω κυοφορείται, έχει κάποια ντροπή, όταν όμως πραγματοποιηθεί  τότε κάνει πιο αναίσχυντους αυτούς που την διαπράττουν.

Και έφτασε λέει εκεί και ο επικεφαλής του ναού. Γιατί; -Για να αποδώσουν πάλι δημόσιο έγκλημα στα γεγονότα και να μη το εκδικάσουν ως ιδιωτικό πράγμα που παντού προσπαθούν να κάνουν.

 2 διαπονούμενοι διὰ τὸ διδάσκειν αὐτοὺς τὸν λαὸν καὶ καταγγέλλειν ἐν τῷ ᾿Ιησοῦ τὴν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν·

Στενοχωριόντουσαν λέει, όχι μόνο γιατί οι Απόστολοι δίδασκαν τον λαό, αλλά επειδή έλεγαν ότι όχι μόνο Εκείνος αναστήθηκε, αλλά και εμείς εξειτίας Εκείνου ανασταινόμαστε.

3 καὶ ἐπέβαλον αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ ἔθεντο εἰς τήρησιν εἰς τὴν αὔριον· ἦν γὰρ ἑσπέρα ἤδη.

Πω, πω! Αναισχυντία! Ενώ είχαν ακόμη τα χέρια τους γεμάτα από τα προηγούμενα αίματα, επέβαλαν πάλι αυτά σε άλλους για να τα γεμίσουν με καινούρια αίματα. Και πρόσεχε ποιος συλλαμβάνουν, τους κορυφαίους των Αποστόλων.

 4 πολλοὶ δὲ τῶν ἀκουσάντων τὸν λόγον ἐπίστευσαν, καὶ ἐγενήθη ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν ὡσεὶ χιλιάδες πέντε.

Τι σημαίνει αυτό; Μήπως τους είδαν να ευδοκιμούν; Δεν τους είδαν δεμένους; Πως λοιπόν πίστεψαν; -Βλέπεις εδώ φανερή την ενέργεια του Θεού.

5 ᾿Εγένετο δὲ ἐπὶ τὴν αὔριον συναχθῆναι αὐτῶν τοὺς ἄρχοντας καὶ τοὺς πρεσβυτέρους καὶ γραμματεῖς εἰς ῾Ιερουσαλήμ, 6 καὶ ῎Ανναν τὸν ἀρχιερέα καὶ Καϊάφαν καὶ ᾿Ιωάννην καὶ ᾿Αλέξανδρον καὶ ὅσοι ἦσαν ἐκ γένους ἀρχιερατικοῦ,

Πάλι συγκεντρώνονται επί το αυτό. Και πάλι στήνουν δικαστήριο για να γίνουν υπεύθυνοι κατά την άδικη κρίση.

7 καὶ στήσαντες αὐτοὺς ἐν τῷ μέσῳ ἐπυνθάνοντο· ἐν ποίᾳ δυνάμει ἢ ἐν ποίῳ ὀνόματι ἐποιήσατε τοῦτο ὑμεῖς;

Και βέβαια το γνώριζαν διότι στενοχωρούνταν  λέγει που οι Απόστολοι δίδασκαν για την Ανάσταση. Και γιατί τότε τους ρωτούν; -Ελπίζουν ότι αυτοί θα αρνηθούν τον Χριστό ενώπιον του πλήθους.

8 τότε Πέτρος πλησθεὶς Πνεύματος ῾Αγίου εἶπε πρὸς αὐτούς·

Θυμήσου τώρα τον λόγο τουΚυρίου όταν έλεγε: «Όταν δε θα σας παραδώσουν για να οδηγηθείτε σε δικαστήρια ή στις συναγωγές μη φροντίσετε να βρείτε, πως θα μιλήσετε ή τι θα πείτε· διότι το Πνεύμα του Πατέρα σας θα ομιλεί με το δικό σας στόμα» (Ματθ. 10, 19 20). Άκουσε δε τι λέγει στη συνέχεια:

 ἄρχοντες τοῦ λαοῦ καὶ πρεσβύτεροι τοῦ ᾿Ισραήλ,

Πρόσε χε τη σύνεση του άνδρα και πως δεν λέγει κανέναν λόγο υβριστικό, αλλά με τιμή τους ομιλεί.

9 εἰ ἡμεῖς σήμερον ἀνακρινόμεθα ἐπὶ εὐεργεσίᾳ ἀνθρώπου ἀσθενοῦς, ἐν τίνι οὗτος σέσωσται, 10 γνωστὸν ἔστω πᾶσιν ὑμῖν καὶ παντὶ τῷ λαῷ ᾿Ισραὴλ

Με μεγάλη γενναιότητα τους κατηγόρησε αυτούς από την αρχή και τους συγκλόνισε. Μάλιστα δε υπενθύμισε σ’ αυτούς τα προηγούμενα, ότι τους ανακρίνουν για ευεργεσία. Και είναι σαν να έλεγε: Θα έπρεπε να μας επιβραβέυσετε γι’ αυτά και να μας ανακηρύξετε σαν ευεργέτες, τώρα δε ανακρινόμαστε για ευεργεσία που κάναμε σε άνθρωπο ασθενή, όχι σε πλούσιο, ούτε σε ηγεμόνα, ούτε σε ένδοξο. Κάτι τέτοιο ποιος θα μπορούσε να φθονήσει; Και στη συνέχεια προσθέτει αυτό που περισσότερο απ’ όλα τους λυπούσε:  ὅτι ἐν τῷ ὀνόματι ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου, ὃν ὑμεῖς ἐσταυρώσατε, ὃν ὁ Θεὸς ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν, ἐν τούτῳ οὗτος παρέστηκεν ἐνώπιον ὑμῶν ὑγιής.

Πάλι το πάθος, πάλι η Ανάσταση.

11 οὗτός ἐστιν ὁ λίθος ὁ ἐξουθενηθεὶς ὑφ᾿ ὑμῶν τῶν οἰκοδομούντων, ὁ γενόμενος εἰς κεφαλὴν γωνίας.

Υπενθύμισε τώρα σ’ αυτούς και λόγο ικανό για να τους φοβήσει.

12 καὶ οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία· οὐδὲ γὰρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς.
13 Θεωροῦντες δὲ τὴν τοῦ Πέτρου παρρησίαν καὶ ᾿Ιωάννου, καὶ καταλαβόμενοι ὅτι ἄνθρωποι ἀγράμματοί εἰσι καὶ ἰδιῶται, ἐθαύμαζον, ἐπεγίνωσκόν τε αὐτοὺς ὅτι σὺν τῷ ᾿Ιησοῦ ἦσαν,

Και πως λέγει οι αγράμματοι έγιναν ανώτεροι ρήτορες και από αυτούς και από τους αρχιερείς; Διότι δεν ομιλούσαν αυτοί, αλλά μέσω αυτών η χάρη του Αγίου Πνεύματος.

14 τὸν δὲ ἄνθρωπον βλέποντες σὺν αὐτοῖς ἑστῶτα τὸν τεθεραπευμένον, οὐδὲν εἶχον ἀντειπεῖν.

Μεγάλη ήταν η παρρησία του ανθρώπου και είναι φανερό αυτό δι΄τι ούτε στο δικαστήριο τους εγκατέλειψε. Ώστε αν έλεγαν ότι το θαύμα δεν έγινε, εκείνος θα τους κατηγορούσε.

15 κελεύσαντες δὲ αὐτοὺς ἔξω τοῦ συνεδρίου ἀπελθεῖν, συνέβαλλον πρὸς ἀλλήλους 16 λέγοντες· τί ποιήσομεν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις;

Μεγάλη η ανοησία τους, διότι όπως ακριβώς στην περίπτωση του Χριστού δεν μπορούσαν να ανατρέψουν το γενόμενο, ούτε να το συσκοτίσουν, αλλά ενώ αυτοί εμπόδιζαν, περισσότερα προόδευαν τα της πίστεως, έτσι και τώρα γίνεται.

ὅτι μὲν γὰρ γνωστὸν σημεῖον γέγονε δι᾿ αὐτῶν, πᾶσι τοῖς κατοικοῦσιν ῾Ιερουσαλὴμ φανερὸν καὶ οὐ δυνάμεθα ἀρνήσασθαι· 17 ἀλλ᾿ ἵνα μὴ ἐπὶ πλεῖον διανεμηθῇ εἰς τὸν λαόν, ἀπειλῇ ἀπειλησώμεθα αὐτοῖς μηκέτι λαλεῖν ἐπὶ τῷ ὀνόματι τούτῳ μηδενὶ ἀνθρώπων. 18 καὶ καλέσαντες αὐτοὺς παρήγγειλαν αὐτοῖς τὸ καθόλου μὴ φθέγγεσθαι μηδὲ διδάσκειν ἐπὶ τῷ ὀνόματι τοῦ ᾿Ιησοῦ.

Πρόσεχε  και αυτών την αναισχυντία και την σύνεση των Αποστόλων:

19 ὁ δὲ Πέτρος καὶ ᾿Ιωάννης ἀποκριθέντες πρὸς αὐτοὺς εἶπον· εἰ δίκαιόν ἐστιν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὑμῶν ἀκούειν μᾶλλον ἢ τοῦ Θεοῦ κρίνατε. 20 οὐ δυνάμεθα γὰρ ἡμεῖς ἃ εἴδομεν καὶ ἠκούσαμεν μὴ λαλεῖν. 21 οἱ δὲ προσαπειλησάμενοι ἀπέλυσαν αὐτούς, μηδὲν εὑρίσκοντες τὸ πῶς κολάσονται αὐτούς, διὰ τὸν λαόν, ὅτι πάντες ἐδόξαζον τὸν Θεὸν ἐπὶ τῷ γεγονότι·22 ἐτῶν γὰρ ἦν πλειόνων τεσσαράκοντα ὁ ἄνθρωπος ἐφ᾿ ὃν ἐγεγόνει τὸ σημεῖον τοῦτο τῆς ἰάσεως.

Ας δούμε από την αρχή όμως την συμπεριφορά των Ιουδαίων: «Τι να κάνουμε με αυτούς τους ανθρώπους»; Στην αρχή λοιπόν όλα τα έκαναν για να δοξασθούν από τους ανθρώπους, τώρα όμως προστέθηκε και άλλο, το να μη φανούν ότι είναι δολοφόνοι πράγμα που έλεγαν στη συνέχεια «θέλετε νε επιρρίψετε πάνω μας την ευθύνη για τον φόνο του ανθρώπου αυτού». «Ας τους απειλήσουμε με αυστηρή απειλή να μην μιλούν πλέον σε κανέναν άνθρωπο, χρησιμοποιώντας το όνομα του Ιησού». Πω, πω ανοησία! Επειδή πείστηκαν ότι αναστήθηκε και έλαβαν αυτό σαν απόδειξη, ότι είναι Θεός, νόμιζαν ότι θα υποσκιάσουν με τις δικές τους ραδιουργίες Εκείνον που δεν καταβλήθηκε από τον θάνατο. Τι μπορεί να εξισωθεί με αυτή την ανοησία;

Και γιατί δεν παρέδωσαν του Αποστόλους στους Ρωμαίους όπως έκαναν με τον Χριστό; -Διότι ήταν ήδη εκτεθειμένοι με τα όσα συνέβησαν κι έτσι ήταν κυριευμένοι από δειλία.

Και πρόσεχε την αντίφαση: Οι μεν ήταν κυριευμένοι από φόβο και ντροπή και δειλία λέγοντας: «Για να μη διαδοθεί περισσότερο στο λαό», ενώ οι Απόστολοι ένοιωθαν και παρρησία και ευφροσύνη μεγαλύτερη απ’ όλους λέγοντας: Δεν μπορούμε αυτά που είδαμε και ακούσαμε, να μη τα κηρύττουμε».

23 ᾿Απολυθέντες δὲ ἦλθον πρὸς τοὺς ἰδίους καὶ ἀπήγγειλαν ὅσα πρὸς αὐτοὺς οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι εἶπον.

Δεν διηγούνται αυτά από φιλοδοξία , αλλά τα φανερώνουν αυτά ως αποδείξεις ως αποδείξεις της χάριτος του Χριστού. Και κατέφυγαν προς την ακαταμάχητη συμμαχία των νέων χριστιανών που όλοι μαζί αναφώνησαν:

 24 οἱ δὲ ἀκούσαντες ὁμοθυμαδὸν ἦραν φωνὴν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ εἶπον·

Πρόσεχε με πόση προσοχή γίνονται οι προσευχές τους:

Δέσποτα, σὺ ὁ ποιήσας τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς, 25 ὁ διὰ στόματος Δαυῒδ παιδός σου εἰπών· ἵνα τί ἐφρύαξαν ἔθνη καὶ λαοὶ ἐμελέτησαν κενά; 26 παρέστησαν οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς καὶ οἱ ἄρχοντες συνήχθησαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ κατὰ τοῦ Κυρίου καὶ κατὰ τοῦ Χριστοῦ αὐτοῦ.

Σαν να απαιτούν συμφωνίες από τον Θεό, επικαλούνται την προφητεία, συγχρόνως δε παρηγορούν και τους ευατούς τους, διότι μάταια οι εχθροί τα μελετούν όλα.

 27 συνήχθησαν γὰρ ἐπ᾿ ἀληθείας ἐπὶ τὸν ἅγιον παῖδά σου ᾿Ιησοῦν, ὃν ἔχρισας, ῾Ηρῴδης τε καὶ Πόντιος Πιλᾶτος σὺν ἔθνεσι καὶ λαοῖς ᾿Ισραήλ, 28 ποιῆσαι ὅσα ἡ χείρ σου καὶ ἡ βουλή σου προώρισε γενέσθαι. 29 καὶ τὰ νῦν, Κύριε, ἔπιδε ἐπὶ τὰς ἀπειλὰς αὐτῶν,

Βλέπεις την ευσέβειά τους; Και πως τα λόγια τους αυτά δεν είναι από ανθρώπους που καταριούνται; Και δεν ανέφερα τις απειλές άδικα, αλλά λέγουν μόνον ότι τους απείλησαν. Και δεν είπαν «σύντριψε αυτούς», αλλά τι; καὶ δὸς τοῖς δούλοις σου μετὰ παρρησίας πάσης λαλεῖν τὸν λόγον σου

Ώστε λοιπόν δεν ζήτησαν αυτά για να μη πάθουν κακό οι ίδιοι, αλλά για χάρη του κηρύγματος.

Έτσι διδασκόμαστε κι εμείς να προσευχόμαστε. Διότι πόσο δε θα θύμωνε κάποιος, αν έπεφτε σε άνδρες που θα επιχειρούσαν να τον φονεύσουν και θα τον απειλούσαν με παρόμοια; Αλλά δε συμβαίνει το ίδιο με αυτούς τους αγίους.

30 ἐν τῷ τὴν χεῖρά σου ἐκτείνειν σε εἰς ἴασιν καὶ σημεῖα καὶ τέρατα γίνεσθαι διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ ἁγίου παιδός σου ᾿Ιησοῦ. 31 καὶ δεηθέντων αὐτῶν ἐσαλεύθη ὁ τόπος ἐν ᾧ ἦσαν συνηγμένοι,

Τούτο έγινε σαν απόδειξη ότι εισακούστηκαν και ότι τους επισκέφτηκε ο Θεός.

 καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος ῾Αγίου,

τι σημαίναι το «επλήσθησαν»;  Είναι αντί του αναφλέγησαν από το Πνεύμα. Διότι κατέκαιε σ’ αυτούς το χάρισμα.

 καὶ ἐλάλουν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ μετὰ παρρησίας. 32 Τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία, καὶ οὐδὲ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ἔλεγεν ἴδιον εἶναι, ἀλλ᾿ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά.

Βλέπεις ότι μαζί με τη Χάρη του Θεού πρόσφεραν και τα δικά τους; Διότι παντού πρέπει να παρατηρούμε αυτό, ότι μαζί με τη Χάρη του Θεού επιδεικνύουν και τα δικά τους όπως ακριβώς ο Πέτρος έλεγε «Αργυρά και χρυσά νομίσματα δεν έχω».

Αφού δε είπε ότι εισακούστηκαν λέγει στη συνέχεια και την αρετή τους διότι πρόκειται να εισέλθει στη διήγηση της Σαπφείρας και του Ανανία. Γι’ αυτό επειδή θέλει να αποδείξει την αχρειότητα εκείνων, προηγουμένως ομιλεί για την αρετή των άλλων. Πες μου λοιπόν η αγάπη έφερε την ακτημοσύνη ή η ακτημοσύνη την αγάπη;  Εμένα μου φαίνεται πως η αγάπη έφερε την ακτημοσύνη η οποία περισσότερα σφιχτά συγκρατούσε αυτήν.  Άκουσε ξανά σε παρακαλώ τον λόγο: «Όλων η καρδιά και η ψυχή ήταν μία». Να η καρδιά και η ψυχή είναι το ίδιο. «Και κανένας  δεν βρισκόταν απ’ αυτούς, που να λέγει και το ελάχιστο από τα υπάρχοντά του και την περιουσία του ότι ήταν δικό του, αλλά τα είχαν μεταξύ τους όλα σε κοινή χρήση». Όπως οι υιοί σε πατρική οικεία, όλοι εκεί ζουν ισότιμα, έτσι ζούσαν κι αυτοί.

Τώρα βέβαια απορείς το πώς γίνονταν αυτοί να τα είχαν όλα κοινά και κανένας να μη διαμαρτύρονταν για φτώχεια. Και εξίστασαι αν σου πει κανείς να πράτταμε το ΄διο και στη δική μας πόλη. Αλλά σκέψου πόσο χρυσάφι πόσα χωράφια, πόσα κτήρια θα μαζεύονταν απ’ όλους;

Ας δώσουμε ένα παράδειγμα για να δούμε αν συμφέρει η ένωση των περιουσιών ή η διάσπαση: Ας υποθέσουμε ότι υπάρχει μία οικία όπου υπάρχουν δέκα παιδιά, η γυναίκα και ο άνδρας, και η μεν γυναίκα ασχολείται με την κατασκευή μάλλινων ειδών, ο δε άνδρας φέρνει απ’ έξω έσοδα. Πες μου λοιπόν, αν αυτοί διατρέφονται από κοινού και έχουν μία οικία θα ξόδευαν περισσότερα έτσι ή αν είχαν διασπαστεί; Είναι φανερό ότι θα ξόδευαν περισσότερα όταν θα είχαν διασπαστεί. Δι΄τι αν συνέβαινε να διαχωριστούν τα δέκα παιδιά, θα χρειάζονταν και δέκα οικήματα, δέκα τράπεζες και άλλα τόσα έσοδα.

Άρα λοιπόν πάντοτε η διαίρεση προκαλεί ελάττωση, η δε ομόνοια και συμφωνία  προκαλεί αύξηση. Κατά τον ίδιο τρόπο ζουν σήμερα οι μοναχοί στα μοναστήρια. Ποιος εκεί πέθανε από την πείνα; Ποιος δεν διατράφηκε με μεγάλη αφθονία;

Και μη ξεχνάς ότι εκείνο το τόλμησαν 3000 μεταξύ πλήθους εχθρών. Σήμερα που είναι παντού στην οικουμένη χριστιανοί πως δεν θα μπορούσε να γίνει το ίδιο; Και ποιος αν έβλεπε κάτι τέτοιο να πραγματοποιούνταν θα παρέμενε ακόμη μουσουλμάνος ή ινδουιστής ή ότι άλλο; Εγώ νομίζω κανένας! Έτσι όλους θα τους κάναμε δικούς μας, όλους θα τους προσελκύαμε κοντά μας.

33 καὶ μεγάλῃ δυνάμει ἀπεδίδουν τὸ μαρτύριον οἱ ἀπόστολοι τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ, χάρις τε μεγάλη ἦν ἐπὶ πάντας αὐτούς. 34 οὐδὲ γὰρ ἐνδεής τις ὑπῆρχεν ἐν αὐτοῖς· ὅσοι γὰρ κτήτορες χωρίων ἢ οἰκιῶν ὑπῆρχον, πωλοῦντες ἔφερον τὰς τιμὰς τῶν πιπρασκομένων καὶ ἐτίθουν παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων· 35 διεδίδετο δὲ ἑκάστῳ καθότι ἄν τις χρείαν εἶχεν.

Ήταν μεγάλη η τιμή που αισθάνονταν και το έκαναν αυτό ολοκάρδια. Διότι πρόσεξε ότι όλα αυτά δεν τα πρέδιδαν στα χέρια αλλά μπροστά στα πόδια των Αποστόλων!

 36 ᾿Ιωσῆς δὲ ὁ ἐπικληθεὶς Βαρνάβας ὑπὸ τῶν ἀποστόλων,

Ιωσής= Υιός παρηγοριάς. (μου φαίνεται ότι αυτός δεν είναι εκείνος που αναφέρεται με τον Ματθία διότι εκείνος και Ιωσσής ονομάζονταν και Βαρσαβάς, ύστερα όμως ονομάστηκε Ιούστος, αυτό όμως ονομάστηκε από του Αποστόλους Βαρνάβας, υιός παρακλήσεως. Και μου φαίνεται ότι έλαβε το όνομα αυτόαπό την αρετή, επειδή ήταν ικανός και επιτήδειος προς αυτό) ὅ ἔστι μεθερμηνευόμενον υἱὸς παρακλήσεως, Λευΐτης, Κύπριος τῷ γένει,  Διότι οι Λευίτες μπορούσαν πλέον και να μετακινούνται

37 ὑπάρχοντος αὐτῷ ἀγροῦ, πωλήσας ἤνεγκε τὸ χρῆμα καὶ ἔθηκε παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων.

Πρόκειται πλέον να διηγηθεί τα σχετικά με τον Ανανία και Σαπφείρα

 

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ (Ε΄)

 

1 Ανήρ δέ τις ᾿Ανανίας ὀνόματι σὺν Σαπφείρῃ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ ἐπώλησε κτῆμα 2 καὶ ἐνοσφίσατο ἀπὸ τῆς τιμῆς, συνειδυίας καὶ τῆς γυναικὸς αὐτοῦ, καὶ ἐνέγκας μέρος τι παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων ἔθηκεν.

Ο Ανανίας μαζί με τη γυναίκα του Σαπφείρα πούλησε ένα χωράφι και ένα μέρος από το ανατίτιμο το κράτησε και έφερε μπροστά στα στα πόδια των Αποστόλων τα υπόλοιπα χρήματα.

3 εἶπε δὲ Πέτρος· ᾿Ανανία, διατί ἐπλήρωσεν ὁ σατανᾶς τὴν καρδίαν σου, ψεύσασθαί σε τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον καὶ νοσφίσασθαι ἀπὸ τῆς τιμῆς τοῦ χωρίου;

Πρόσεχε ότι και τώρα και γίνεται μεγάλο θαύμα και μάλιστα μαγελύτερο από το προηγούμενο.

4 οὐχὶ μένον σοι ἔμενε καὶ πραθὲν ἐν τῇ σῇ ἐξουσίᾳ ὑπῆρχε; τί ὅτι ἔθου ἐν τῇ καρδίᾳ σου τὸ πρᾶγμα τοῦτο; οὐκ ἐψεύσω ἀνθρώποις, ἀλλὰ τῷ Θεῷ.

Γιατί δέχτηκες στην καρδιά σου αυτό το πράγμα; Διότι δεν είπες ψέμματα σε αναθ΄ρωπους αλλά στον ίδιο τον Θεό.

 5 ἀκούων δὲ ὁ ᾿Ανανίας τοὺς λόγους τούτους πεσὼν ἐξέψυξε, καὶ ἐγένετο φόβος μέγας ἐπὶ πάντας τοὺς ἀκούοντας ταῦτα.

 Από τον θάνατό του, από την γνώση των σκέψεων και από τα όσα έγιναν κρυφά κατέλαβε μαγάλος φόβος όλους όσους είδαν και άκουσαν αυτά.

Και θα πείς τώρα ότι πολύ σκληρά τιμωρήθηκε. Μη λες τέτοια πράγματα διότι ο Ανανίας τιμωρήθηκε για ιεροσυλία. Ποια ήταν η ιεροσυλία; Ότι έλαβε από τα χρήματα τα οποία προηγουμένως είχαν γίνει ιερά. Και πλέον δεν του ανήκαν. Και θα πεις μα τώρα δεν συμβαίνει αυτό. –Κι όμως συμβαίνει παρότι δεν συμβαίνει αμέσως η τιμωρία. Μήπως εμποδίστηκες Ανανία να πουλήσεις ο χωράφι σου και να το κάνεις τα χρήματα ότι εσύ θέλεις; -Όχι. Όμως αφού παραχώρησες το χωράφι σου στην Εκκλησία στη συνέχεια πήρες μερίδιο απ’ αυτό. Και στην Παλαιά Διαθήκη έγινε κάτι παρόμοιο, όταν ο Χαρμί έκλεψε το αφιέρωμά του. Η ιεροσυλία είναι λοιπόν πολύ φοβερό πράγμα.

Και ο Ιούδας ήταν ιερόσυλος αλλά αυτό δεν σκανδάλισε τους μαθητές. Βλέπεις πόσα κακά προξενεί η επιθυμία των χρημάτων;

6 ἀναστάντες δὲ οἱ νεώτεροι συνέστειλαν αὐτὸν καὶ ἐξενέγκαντες ἔθαψαν. 7 ᾿Εγένετο δὲ ὡς ὡρῶν τριῶν διάστημα καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ, μὴ εἰδυῖα τὸ γεγονός, εἰσῆλθεν. 8 ἀπεκρίθη δὲ αὐτῇ ὁ Πέτρος· εἰπέ μοι, εἰ τοσούτου τὸ χωρίον ἀπέδοσθε; ἡ δὲ εἶπε· ναί, τοσούτου. 9 ὁ δὲ Πέτρος εἶπε πρὸς αὐτήν· τί ὅτι συνεφωνήθη ὑμῖν πειράσαι τὸ Πνεῦμα Κυρίου; ἰδοὺ οἱ πόδες τῶν θαψάντων τὸν ἄνδρα σου ἐπὶ τῇ θύρᾳ καὶ ἐξοίσουσί σε. 10 ἔπεσε δὲ παραχρῆμα παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ καὶ ἐξέψυξεν· εἰσελθόντες δὲ οἱ νεανίσκοι εὗρον αὐτὴν νεκράν, καὶ ἐξενέγκαντες ἔθαψαν πρὸς τὸν ἄνδρα αὐτῆς.
11 καὶ ἐγένετο φόβος μέγας ἐφ᾿ ὅλην τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἐπὶ πάντας τοὺς ἀκούοντας ταῦτα.

Η πολλή πόρωση δεν άφησε αυτή αυτή να αποβάλλει την ενοχοποίηση, αλλά αποκρίθηκε με πολλή αυθάδεια διότι νόμιζε ότι μιλούσε με κοινό άνθρωπο.  Το φοβερό είναι ότι με κοινή απόφαση έφθασαν στην αμαρτία.  Γι’ αυτό και ο Πέτρος της είπε: «Γιατί έγινε συμφωνία μεταξύ σας να δοκιμάσετε το Πνεύμα το Άγιο»;

Μετά τα γεγονότα αυτά οι Απόστολοι έκαναν πολλά θαύματα:

12 Διὰ δὲ τῶν χειρῶν τῶν ἀποστόλων ἐγίνετο σημεῖα καὶ τέρατα ἐν τῷ λαῷ πολλά· καὶ ἦσαν ὁμοθυμαδὸν ἅπαντες ἐν τῇ στοᾷ Σολομῶντος· 13 τῶν δὲ λοιπῶν οὐδεὶς ἐτόλμα κολλᾶσθαι αὐτοῖς, ἀλλ᾿ ἐμεγάλυνεν αὐτοὺς ὁ λαός·

Ο Πέτρος ήταν πλέον αυστηρός τιμωρώντας και ελέγχοντας και τις σκέψεις και τα πλήθη περισσότερο τον πλησίαζαν και εξαιτίας των θαυμάτων και εξαιτίς της πρώτης και της δεύτερης και της τρίτης  ομιλίας που έκανε. Το δε τελευταίο θαύμα ήταν διπλό. Διότι αφενός μεν έλεγξε τις σκέψεις του Ανανία και της Σεπφώρας και από την άλλη ο τρόπος με τον οποίο πέθαναν και οι δύο με πρόσταγμα του Πέτρου.

Κι αν πει κάποιος «ξ’έρω πολλούς που έκαναν τα ίδια και χειρότερα από τον Ανανία και τη σύζυγό του κι όμως δεν είδα να τιμωρούνται¨τότε εσύ μη νομίζεις ότι αυτοί συγχωρήθηκαν αλλά επρόκειτο περισσότερο να τιμωρηθούν.  Ώστε αυτοί που διαπράττουν πταίσματα πολλά πρέπει να φοβούνται και να τα΄ρεμουν περισσότερο όταν δεν τιμωρούνται, παρά όταν τιμωρούνται διότι αυξάνει σ’ αυτούν η τιμωρία με την ατιμωρησία και την μακροθυμία του Θεού. Μη ξεχνάς ότι αν και γίνονται πολλά όμοια με την εποχή του κατακλυσμού, ακατακλυσμός δεν γίνεται διότι έχει απηληθεί γέεννα και τιμωρία, πολλοί δε διαπράττουν αμαρτήματα όμοια με εκείνα των Σοδόμων, αλλά δεν έπεσε φωτιά σαν βροχή διότι έχει ετοιμασθεί πύρινος ποταμός. Πολλοί επίσης τόλμησαν τα του Φαραώ, αλλά δεν έπαθαν τα του Φαραώ, ούτε καταποντίστηκαν στην Ερυθρά θάλασσα διότι αναμένει αυτούς το πέλαγος της αβύσσου όπου η τιμωρία δεν συνοδεύεται από την αναισθησία, ούτε είναι δυνατόν να αποπνιγούν, αλλά φθείρονται περισσότερο τιμωρούμενοι, τηγανιζόμενοι, απαγχονιζόμενοι.

14 μᾶλλον δὲ προσετίθεντο πιστεύοντες τῷ Κυρίῳ πλήθη ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν, 15 ὥστε κατὰ τὰς πλατείας ἐκφέρειν τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τιθέναι ἐπὶ κλινῶν καὶ κραβάττων, ἵνα ἐρχομένου Πέτρου κἂν ἡ σκιὰ ἐπισκιάσῃ τινὶ αὐτῶν.

Αυτό δε συνέβη επί των ημερών του Χριστού εκπληρώνονατας στην ουσία τα λόγια του Χριστού: «Εκείνος που πιστεύει σε μένα, τα έργα που κάνω εγώ, θα τα κάνει, θα τα κάνει και εκείνος, αλλά και μεγαλύτερα απ’ αυτά θα κάνει»  (Ιω. 14,12)


16 συνήρχετο δὲ καὶ τὸ πλῆθος τῶν πέριξ πόλεων εἰς ῾Ιερουσαλὴμ φέροντες ἀσθενεῖς καὶ ὀχλουμένους ὑπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων, οἵτινες ἐθεραπεύοντο ἅπαντες.

Συ όμως πρόσεχε παρακαλώ πως όλος ο βίος αυτών  υφαίνεται με τα ανατίθετα όπως, πρώτη λύπη δοκίμασαν για την ανάληψη του Χριστού, έπειτα χαρά για την κάθοδο και επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, πάλι λύπη για τους χλευασμούς που δέχονταν, έπειτα χαρά για τους πιστούς και το θαύμα, πάλι λύπη για τη σύλληψή τους, έπειτα δε χαρά με την απολογία. Εδώ πάλι λύπη και χαρά μαζί.

17 ᾿Αναστὰς δὲ ὁ ἀρχιερεὺς καὶ πάντες οἱ σὺν αὐτῷ, ἡ οὖσα αἵρεσις τῶν Σαδδουκαίων, ἐπλήσθησαν ζήλου 18 καὶ ἐπέβαλον τὰς χεῖρας αὐτῶν ἐπὶ τοὺς ἀποστόλους, καὶ ἔθεντο αὐτοὺς ἐν τηρήσει δημοσίᾳ.

Δεν υπάρχει τίποτα θρασύτερο ούτε τολμηρότερο από την κακία. Από πείρα αφού έμαθαν την ανδρεία αυτών από εκείνα που επιχείρησαν προηγουμένως, παρά ταύτα όμως επιχειρούν ξανά και πάλι συγκεντρώνονται εναντίον τους. Συνέλαβαν λοιπόν και πάλι του Αποστόλους και τους έρριψαν στη φυλακή.

19 ἄγγελος δὲ Κυρίου διὰ τῆς νυκτὸς ἤνοιξε τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, ἐξαγαγών τε αὐτοὺς εἶπε· 20 πορεύεσθε, καὶ σταθέντες λαλεῖτε ἐν τῷ ἱερῷ τῷ λαῷ πάντα τὰ ρήματα τῆς ζωῆς ταύτης.

Τούτο έγινε και για παρηγοριά εκείνων και για ωφέλεια και διδασκαλία αυτών. Και πρόσεχε ότι εκείνο που έγινε στην περίπτωση του Χριστού, αυτό γίνεται και τώρα. Διότι όπως όταν ο Χριστός Αναστήθηκε δεν άφησε να δουν το πώς (διότι ήταν ανάξιοι να δουν αυτήν). Έτσι τώρα και εδώ δεν βλέπουν οι Ιουδαίοι το εξήλθαν, αλλά είδαν αυτά που επακολούθησαν. Και τι είδαν; Τους φύλακε να στέκονται έξω από την φυλακή, την δε φυλακή κλεισμένη με λουκέτα απαραβίαστα και τους Απος΄τλους έξω να κηρύττουν!

 21 ἀκούσαντες δὲ εἰσῆλθον ὑπὸ τὸν ὄρθρον εἰς τὸ ἱερὸν καὶ ἐδίδασκον. παραγενόμενος δὲ ὁ ἀρχιερεὺς καὶ οἱ σὺν αὐτῷ συνεκάλεσαν τὸ συνέδριον καὶ πᾶσαν τὴν γερουσίαν τῶν υἱῶν ᾿Ισραήλ. καὶ ἀπέστειλαν εἰς τὸ δεσμωτήριον ἀχθῆναι αὐτούς. 22 οἱ δὲ ὑπηρέται παραγενόμενοι οὐχ εὗρον αὐτοὺς ἐν τῇ φυλακῇ, ἀναστρέψαντες δὲ ἀπήγγειλαν 23 λέγοντες ὅτι τὸ μὲν δεσμωτήριον εὕρομεν κεκλεισμένον ἐν πάσῃ ἀσφαλείᾳ καὶ τοὺς φύλακας ἑστῶτας πρὸ τῶν θυρῶν, ἀνοίξαντες δὲ ἔσω οὐδένα εὕρομεν.

Διπλή ασφάλεια και εδώ όπως και στον τάφο του Χριστού, και η σφραγίδα και οι άνθρωποι. Βλέπε πως ήταν θεομάχοι. Πες μου, αυτά που έγιναν σ’ αυτούς ήταν ανθρώπινα; Ποιος έβγαλε αυτούς έξω ενώ οι φύλακες στέκονταν μπροστά στις θύρες;

 24 ὡς δὲ ἤκουσαν τοὺς λόγους τούτους ὅ τε ἱερεὺς καὶ ὁ στρατηγὸς τοῦ ἱεροῦ καὶ οἱ ἀρχιερεῖς, διηπόρουν περὶ αὐτῶν τί ἂν γένοιτο τοῦτο. 25 παραγενόμενος δέ τις ἀπήγγειλεν αὐτοῖς ὅτι ἰδοὺ οἱ ἄνδρες, οὓς ἔθεσθε ἐν τῇ φυλακῇ, εἰσὶν ἐν τῷ ἱερῷ ἑστῶτες καὶ διδάσκοντες τὸν λαόν. 26 τότε ἀπελθὼν ὁ στρατηγὸς σὺν τοῖς ὑπηρέταις ἤγαγεν αὐτοὺς οὐ μετὰ βίας· ἐφοβοῦντο γὰρ τὸν λαόν, ἵνα μὴ λιθασθῶσιν·

Πω, πω! Ανοησία! Φοβούνταν λέει τον όχλο. Διότι σε τι ωφελούσε αυτούς ο όχλος; Έπρεπε να φοβηθούν τον Θεό, αυτοί όμως πιο πολύ φοβήθηκαν τον όχλο…

 27 ἀγαγόντες δὲ αὐτοὺς ἔστησαν ἐν τῷ συνεδρίῳ. καὶ ἐπηρώτησεν αὐτοὺς ὁ ἀρχιερεὺς
28 λέγων· οὐ παραγγελίᾳ παρηγγείλαμεν ὑμῖν μὴ διδάσκειν ἐπὶ τῷ ὀνόματι τούτῳ; καὶ ἰδοὺ πεπληρώκατε τὴν ῾Ιερουσαλὴμ τῆς διδαχῆς ὑμῶν, καὶ βούλεσθε ἐπαγαγεῖν ἐφ᾿ ἡμᾶς τὸ αἷμα τοῦ ἀνθρώπου τούτου.

Τι απαντούν τότε οι Απόστολοι; Πάλι με επιείκια τους διδάσκουν αν και βέβαια ήταν δυνατόν να πουν: «ποιοι είστε εσείς που διατάσσετε τα αντίθετα  προς τα του Θεού»; Αλλά τι λέγουν;

 29 ἀποκριθεὶς δὲ Πέτρος καὶ οἱ ἀπόστολοι εἶπον· πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις.

Πολλή η φιλοσοφία και τέτοια, με την οποία αποδεικνύεται ότι αυτοί μάχονται τον Θεό.

 30 ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν ἤγειρεν ᾿Ιησοῦν, ὃν ὑμεῖς διεχειρίσασθε κρεμάσαντες ἐπὶ ξύλου· 31 τοῦτον ὁ Θεὸς ἀρχηγὸν καὶ σωτῆρα ὕψωσε τῇ δεξιᾷ αὐτοῦ δοῦναι μετάνοιαν τῷ ᾿Ισραὴλ καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.

Και πρόσεχε στον Πατέρα και πάλι ανέθεσε το πάν για να μη φανεί ότι είναι ξένος του Πατρός. Και πρόσεχε ποιο το κέρδος: «Για να δώσει μετάνοια στους απογόνους του Ισραήλ».

Μεγάλο το θάρρος . Έπειτα για να κάνει πλέον τον λόγο αξιόπιστο πρόσθεσε:

 32 καὶ ἡμεῖς ἐσμεν αὐτοῦ μάρτυρες τῶν ρημάτων τούτων, καὶ τὸ Πνεῦμα δὲ τὸ ῞Αγιον ὃ ἔδωκεν ὁ Θεὸς τοῖς πειθαρχοῦσιν αὐτῷ.

Βλέπεις πως χρησιμοποιούν όχι μόνο τη δική τους μαρτυρία, αλλά και αυτή του Αγίου Πνεύματος.  Και δεν είπαν «Αυτό που έδωσε σε μας», αλλά «Σε εκείνους που πειθαρχούν σ’ αυτόν». Συγχρόνως μετριάζουν την ένταση  λέγοντας ότι και αυτοί είναι δυνατόν να λάβουν το Άγιο Πνεύμα.

33 οἱ δὲ ἀκούσαντες διεπρίοντο καὶ ἐβουλεύοντο ἀνελεῖν αὐτούς.

Βλέπε και πάλι την υπερβολή της κακίας. Διότι έτιζαν λέει τα δόντια τους από αγανάκτηση ενώ έπρεπε να καταπλαγούν με όσα άκουσαν.

Άθλιε! Ακούς για άφεση αμαρτιών και ότι δεν ζητεί τιμωρία και θέλεις να φονεύσεις; 

34 ᾿Αναστὰς δέ τις ἐν τῷ συνεδρίῳ Φαρισαῖος ὀνόματι Γαμαλιήλ, νομοδιδάσκαλος τίμιος παντὶ τῷ λαῷ, ἐκέλευσεν ἔξω βραχύ τι τοὺς ἀποστόλους ποιῆσαι,

Αυτός ο Γαμαλιήλ ήταν διδάσκαλος του Παύλου. Και είναι άξιο να απορεί κανείς πως και αν και είχε την ικανότητα να κρίνει και ήταν νομομαθής, δεν είχε ακόμη πιστέψει. Δεν είναι δυνατόν αυτός να έμεινε τελείως άπιστος. Και γίνεται φανερό αυτό από τα λόγια του, με τα οποία συμβουλεύει. Διότι λέγει: «Διέταξε να βγάλουν για λίγο έξω από την αίθουσα του Αποστόλους». Πρόσεχε τη σύνεση της ομιλίας του και ποως τους κάνει αμέσως να φοβηθούν. Για να μην τον υποπτευθούν, ότι έχει τις ίδιες αντιλήψεις και ιδέες με εκείνους, συζητεί σαν να έχει την ίδια γνώμη και δεν χρησιμοποιεί μεγάλη αυστηρότητα στα λόγια του, αλλά ωσάν να είναι μεθυσμένοι από θυμό λέει:  35 εἶπέ τε πρὸς αὐτούς· ἄνδρες ᾿Ισραηλῖται, προσέχετε ἑαυτοῖς ἐπὶ τοῖς ἀνθρώποις τούτοις τί μέλλετε πράσσειν. 36 πρὸ γὰρ τούτων τῶν ἡμερῶν ἀνέστη Θευδᾶς, λέγων εἶναί τινα ἑαυτόν, ᾧ προσεκλίθη ἀριθμὸς ἀνδρῶν ὡσεὶ τετρακοσίων· ὃς ἀνῃρέθη, καὶ πάντες ὅσοι ἐπείθοντο αὐτῷ διελύθησαν καὶ ἐγένοντο εἰς οὐδέν.

Με παραδείγματα τους σωφρονίζει και κατόπιν παρουσιάζει εκείνον που απέσπασε προς το μέρος του περισσότερους, παρηγορόντας αυτούς. Πριν δηλαδή αναφέρει τα απραδείγματα λέει: «προσέχετε τους εαυτούς» και αφού ανέφερε τα παραδείγματα αποφαίνεται: «Και στην περίπτωση λοιπόν αυτή, σας συμβουλεύω, απομακρυνθείτε από τους ανθρώπους αυτούς».

 37 μετὰ τοῦτον ἀνέστη ᾿Ιούδας ὁ Γαλιλαῖος ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς ἀπογραφῆς καὶ ἀπέστησε λαὸν ἱκανὸν ὀπίσω αὐτοῦ· κἀκεῖνος ἀπώλετο, καὶ πάντες ὅσοι ἐπείθοντο αὐτῷ διεσκορπίσθησαν. 38 καὶ τὰ νῦν λέγω ὑμῖν, ἀπόστητε ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων τούτων καὶ ἐάσατε αὐτούς· ὅτι ἐὰν ᾖ ἐξ ἀνθρώπων ἡ βουλὴ αὕτη ἢ τὸ ἔργον τοῦτο, καταλυθήσεται· 39 εἰ δὲ ἐκ Θεοῦ ἐστιν, οὐ δύνασθε καταλῦσαι αὐτό, μή ποτε καὶ θεομάχοι εὑρεθῆτε.

Σαν να έλεγε: Συγκρατηθείτε και αν και αυτοί από μόνοι τους συγκρότησαν ομάδα, τίποτα δεν θα εμποδίσει και αυτοί να διαλυθούν «μήπως δε βρεθείτε και θεομάχοι» και αποτρέπει αυτούς προβάλλοντας το αδύνατο και το ανωφελές.

Έτσι λοιπόν ο λόγος φάνηκε συνετός και πείστηκαν, ώστε να μην φονεύσουν τους Αποστόλους, αλλά μόνο να τους μαστιγώσουν διότι λέει: 40 ἐπείσθησαν δὲ αὐτῷ, καὶ προσκαλεσάμενοι τοὺς ἀποστόλους δείραντες παρήγγειλαν μὴ λαλεῖν ἐπὶ τῷ ὀνόματι τοῦ ᾿Ιησοῦ, καὶ ἀπέλυσαν αὐτούς. 41 οἱ μὲν οὖν ἐπορεύοντο χαίροντες ἀπὸ προσώπου τοῦ συνεδρίου, ὅτι ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ κατηξιώθησαν ἀτιμασθῆναι· 42 πᾶσαν τε ἡμέραν ἐν τῷ ἱερῷ καὶ κατ᾿ οἶκον οὐκ ἐπαύοντο διδάσκοντες καὶ εὐαγγελιζόμενοι ᾿Ιησοῦν τὸν Χριστόν.

Πρόσεχε μετά από πόσα θαύματα μαστιγώθηκαν και αξιώθηκαν να κακοποιηθούν  για χάρη του ονόματος του Ιησού Χριστού.

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ (ΣΤ΄)

1 Εν δὲ ταῖς ἡμέραις ταύταις πληθυνόντων τῶν μαθητῶν ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν ῾Ελληνιστῶν πρὸς τοὺς ῾Εβραίους, ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ διακονίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν.

Δεν εννοεί οπωσδήποτε τις ημέρες εκείνες, αλλά συνηθίζει η Γραφή και τα μέλλοντα να συμβούν να τα αναφέρει σαν να συνέβηκαν και γι’ αυτό μίλησε έτσι. Ελληνιστές δεν νομίζω ότι ονομάζει εκείνους που μιλούν την ελληνική γλώσσα, διότι αυτοί μιλούσαν ελληνικά αν και ήταν εβραίοι.

Στο θέμα μας… Άρα ήταν καθημερινή η φροντίδα για τις χήρες. Και πρόσεχε πως και αυτός την ονομάζει διακονία και όχι αμέως την ελεημοσύνη, εξυψώνοντας και εκείνους που πρόσφερναν και εκείνους που λάβαιναν. Αυτό δεν ήταν αποτέλεσμα κακίας, αλλά ίσως αμέλεια του πλήθους. Βλέπεις πως τα κακά και απ’ αρχής δεν προέρχονταν μόνο απ’ έξω αλλά και από μέσα;

 2 προσκαλεσάμενοι δὲ οἱ δώδεκα τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν εἶπον· οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις.

Σωστό. Διότι από τα αναγκαία τα αναγκαιότερα είναι προτιμότερα. Πρόσεχε δε, πως λαμβάνουν πρόνοια γι’ αυτά αμέσως και δεν παραμελούν το κήρυγμα.

 3 ἐπισκέψασθε οὖν, ἀδελφοί, ἄνδρας ἐξ ὑμῶν μαρτυρουμένους ἑπτά, πλήρεις Πνεύματος ῾Αγίου καὶ σοφίας, οὓς καταστήσομεν ἐπὶ τῆς χρείας ταύτης· 4 ἡμεῖς δὲ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ διακονίᾳ τοῦ λόγου προσκαρτερήσομεν. 5 καὶ ἤρεσεν ὁ λόγος ἐνώπιον παντὸς τοῦ πλήθους· καὶ ἐξελέξαντο Στέφανον, ἄνδρα πλήρη πίστεως καὶ Πνεύματος ῾Αγίου, καὶ Φίλιππον καὶ Πρόχορον καὶ Νικάνορα καὶ Τίμωνα καὶ Παρμενᾶν καὶ Νικόλαον προσήλυτον ᾿Αντιοχέα, 6 οὓς ἔστησαν ἐνώπιον τῶν ἀποστόλων, καὶ προσευξάμενοι ἐπέθηκαν αὐτοῖς τὰς χεῖρας. 7 καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ηὔξανε, καὶ ἐπληθύνετο ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν ἐν ῾Ιερουσαλὴμ σφόδρα, πολύς τε ὄχλος τῶν ᾿Ιουδαίων ὑπήκουον τῇ πίστει.

Εδώ δεν έβαλαν κλήρο όπως στην περίπτωση του Ματθία διότι η περίπτωση δεν ήταν παρόμοια, γι’ αυτό και δεν έθεσαν αυτήν σε κλήρο, αλλά εμπνεόμενοι από το Άγιο Πνεύμα και παράλληλα ενισχυόμενοι από την μαρτυρία των πολλών χειροτονούν ορισμένο αριθμό διακόνων για την κάλυψη αυτής της ανάγκης.

Και πρόσεχε πως έγινε χειροτονία διότι το χέρι τοποθετήθηκε πανω σε άνδρα, το όλο όμως έργο το επιτελεί ο Θεός και το χέρι Αυτού είναι εκείνο που αγγίζει το κεφάλι του χειροτονουμένου, εάν χειροτονείται όπως πρέπει.

«Και το κήρυγμα του λόγου του Θεού» λέγει, «προόδευε και πλήθυνε ο αριθμός των μαθητών». Δεν το είπε αυτό τυχαία για να δείξει πόση είναι η δύναμη της ελεημοσύνης και της σωστής διευθέτησης των πραγμάτων. Και πρόκειται στη συνέχεια να διηγηθεί τα σχετικά με τον Στέφανο.

Ποιο όμως αξίωμα είχαν αυτοί οι διάκονοι και ποια χειροτονία δέχτηκαν;  Άραγε τη χειροτονία των νυν διακόνων;  Και όμως αυτή δεν υπάρχει στις Εκκλησίες, αλλά η διαχείριση των ναών είναι έργο των πρεσβυτέρων, αν και βέβαια κανένας επίσκοπος δεν υπήρχε ακόμη, παρά μόνον Απόστολοι. Συνεπώς νομίζω ότι η ονομασία αυτή δεν δηλώνει τους διακόνους, ούτε τους πρεσβυτέρους αλλά κατ΄αρχή γι’ αυτό το έργο χειροτονήθηκαν. Και δεν έθεσαν απλώς τα χέρια πάνω τους, αλλά ευχήθηκαν να έλθει δύναμη σ’ αυτούς.

Και το περίεργο ήταν στο μέρος που σταυρώθηκε ο Χριστός εκεί προόδευε το κήρυγμα. Και πρόσεχε ότι και πολλοί απ’ αυτούς που λίγο νωρίτερα φώναζαν «Άλλους έσωσε, τον εαυτό του δεν μπορεί να σώσει», απ’ αυτούς λέει «πολλοί αποδέχονταν τις αλήθειες της πίστεως».

Διότι αυτό είναι το αξίωμα των μαθητών του Χριστού. Σταύρωσαν αυτόν, ενώ ήλθε για να ευεργετήσει αυτούς, μαστίγωσαν τους μαθητές αυτού και μετά απ’ αυτά τους τοποθετεί στην ίδια τιμή με τους μαθητές, μεταδίδοντας σ’ αυτούς τα ίδια από τα δικά του. Ας γινόμαστε, παρακαλώ μιμητές του Χριστού διότι αυτό κάνει τον άνθρωπο ίσο με τονΘεό, αυτό είναι μεγαλύτερο από τα ανθρώπινα. Ας επιδιώκουμε την ελεημοσύνη, αυτή είναι παιδαγωγός και διδάσκαλος φιλοσοφίας εκείνης. Εκείνος που έμαθε να ελεεί αυτόν που βρίσκεται σε συμφορά, θα μάθει και να μη μνησικακεί. Εκείνος που έμαθε αυτό, θα μπορέσει και τους εχθρούς του να ευεργετεί.

8 Στέφανος δὲ πλήρης πίστεως καὶ δυνάμεως ἐποίει τέρατα καὶ σημεῖα μεγάλα ἐν τῷ λαῷ.

Πρόσεχε πως και ανάμεσα στους επτά ήταν κάποιος που διακρινόταν και κατείχε τα πρωτεία. Διότι αν και η χειροτονία ήταν κοινή, εν τούτοις αυτός απέσπασε περισσότερη χάρη. Προηγουμένως δεν έκανε θαύματα, αλλά όταν έγινε φανερός με την χειροτονία για να αποδειχθεί ότι δεν αρκεί μόνο η χάρη, αλλά ότι είναι απαραίτητη και η χειροτονία· ώστε έγινε προσθήκη Πνεύματος. Αν και ήταν πλήρεις Πνέυματος και προ χειροτονίας, ήταν όμως πλήρεις από το Πνεύμα εκείνο που έλαβαν από το λουτρό του βαπτίσματος.

 9 ἀνέστησαν δέ τινες τῶν ἐκ τῆς συναγωγῆς τῆς λεγομένης Λιβερτίνων καὶ Κυρηναίων καὶ ᾿Αλεξανδρέων καὶ τῶν ἀπὸ Κιλικίας καὶ ᾿Ασίας συζητοῦντες τῷ Στεφάνῳ, 10 καὶ οὐκ ἴσχυον ἀντιστῆναι τῇ σοφίᾳ καὶ τῷ πνεύματι ᾧ ἐλάλει. 11 τότε ὑπέβαλον ἄνδρας λέγοντας ὅτι ἀκηκόαμεν αὐτοῦ λαλοῦντος ρήματα βλάσφημα εἰς Μωϋσῆν καὶ τὸν Θεόν·

Για να στηρίξουν την κατηγορία λέει ότι τον συκοφάντησαν με ψευδομάρτυρες  λέγοντας ότι τάχατις τον άκουσαν να λέει βλάσφημα λόγια κατά του Μωϋσέως και του Θεού. Και όλα αυτά διότι δεν ήθελαν απλώς να τον φονεύσουν, αλλά και με ψήφο να βλάψουν την φήμη αυτού.  Και οι ψευδομάρτυρες δεν είπαν ότι «ομιλεί», αλλά ότι «δεν παύει να ομιλεί» επαυξάνοντας την κατηγορία.

 12 συνεκίνησάν τε τὸν λαὸν καὶ τοὺς πρεσβυτέρους καὶ τοὺς γραμματεῖς, καὶ ἐπιστάντες συνήρπασαν αὐτὸν καὶ ἤγαγον εἰς τὸ συνέδριον, 13 ἔστησάν τε μάρτυρας ψευδεῖς λέγοντας· ὁ ἄνθρωπος οὗτος οὐ παύεται ρήματα βλάσφημα λαλῶν κατὰ τοῦ τόπου τοῦ ἁγίου καὶ τοῦ νόμου· 14 ἀκηκόαμεν γὰρ αὐτοῦ λέγοντος ὅτι ᾿Ιησοῦς ὁ Ναζωραῖος οὗτος καταλύσει τὸν τόπον τοῦτον καὶ ἀλλάξει τὰ ἔθη ἃ παρέδωκεν ἡμῖν Μωϋσῆς.

Τον Ιησού τον ονομάζουν Ναζωραίο περιφρονητικά. Το δε ότι επιχειρεί να αλλάξει τα έθιμα το έλεγαν και για τον Χριστό «Συ που θα γκρέμιζες τον ναό του Θεού».

15 καὶ ἀτενίσαντες εἰς αὐτὸν ἅπαντες οἱ καθεζόμενοι ἐν τῷ συνεδρίῳ εἶδον τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡσεὶ πρόσωπον ἀγγέλου.

Τόσο πολύ ήταν δυνατό και εκείνοι που βρίσκονταν σε μικρότερο βαθμό να λάμπουν. Διότι  σε τι πες μουήταν κατώτερος αυτός από τους Αποστόλους; Δεν έκανε θαύματα; Δεν έδειξε μεγάλο θάρρος; Είδαν λέει το πρόσωπό του να είναι σαν πρόσωπο αγγέλου. Άρα αυτό ήταν χάρη. Αυτό και η δόξα του Μωϋσέως. Μου φαίνεται δε ότι ο Θεός τον γέμισε με χάρη, ίσως γιατί επρόκειτο να πει μερικούς λόγους και για να καταπλήξει αμέσως αυτούς με το θαύμα του προσώπου του. Ή το ανέφερε αυτό ο συγγραφέας για να μας δείξει γιατί αυτοί ανέχθηκαν την ομιλία του. τι λοιπόν είπε ο αρχιερέας;

 

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ (Ζ΄)

1 Είπε δὲ ὁ ἀρχιερεύς· εἰ ἄρα ταῦτα οὕτως ἔχει;

Βλέπεις πως η ερώτηση έγινε με ηπιότητα; Και δεν είχε στην αρχή τίποτα το ενοχλητικό; Γι’ αυτό και αυτός αρχίζει την ομιλία του με τρόπο  ήρεμο:  2 ὁ δὲ ἔφη· ἄνδρες ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἀκούσατε. ὁ Θεὸς τῆς δόξης ὤφθη τῷ πατρὶ ἡμῶν ᾿Αβραὰμ ὄντι ἐν τῇ Μεσοποταμίᾳ, πρὶν ἢ κατοικῆσαι αὐτὸν ἐν Χαρράν,

Αμέσως με το προοίμιο ανατρέπει την  γνώμη τους και με ατα όσα λέει ανυποψίαστα για τους ακροατές αποδεικνύει ότι και ο ίδιος ο ναός δεν είναι τίποτα, ούτε τα έθιμα και ότι δεν θα γίνουν αυτοί εμπόδιο στο κήρυγμα και ότι ο Θεός πάντοτε από τα αδύνατα δημιουργεί και κατασκευάζει τα πάντα. Πρόσεχε λοιπόν ότι με αυτά δημιουργεί τη δημηγορία και αποδεικνύει ότι ενώ πάντοτε απόλαυσαν πολλή φιλανθρωπία, αντάμειψαν τον ευεργέτη τους με τα αντίθετα και ακόμη  επιχειρούν ακατόρθωτα.

3 καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τῆς συγγενείας σου, καὶ δεῦρο εἰς γῆν ἣν ἄν σοι δείξω.

Και ναός δεν υπήρχε και θυσία δεν γινόταν και θείας εμφανίσεως αξιώθηκε ο Αβραάμ και Πέρσες προγόνους είχε και σε ξένη γη βρίσκονταν. Και γιατί αρχίζοντας την ομιλία του ονόμασε τον Θεό, Θεό της δόξας; Επειδή έκανε τους περιφρονημένους ένδοξους και για να διδάξει ότι αν δόξασε εκείνους πολύ περισσότερο θα δοξάσει αυτούς. Αν λοιπόν είναι Θεός της δόξας, είναι φανερό ότι δεν χρειάζεται την δική μας δόξα, ούτε εκείνη που προέρχεται από τον ναό, διότι Αυτός είναι η πηγή της δόξας.

Και με το «φύγε από τους συγγενείς σου» δείχνει ότι αυτά δεν ήταν παιδιά του Αβραάμ. Γιατί; Διότι ο Αβραάμ ήταν υπάκους , ενώ αυτοί ανυπάκουοι.

4 τότε ἐξελθὼν ἐκ γῆς Χαλδαίων κατῴκησεν ἐν Χαρράν. κἀκεῖθεν μετὰ τὸ ἀποθανεῖν τὸν πατέρα αὐτοῦ μετῴκησεν αὐτὸν εἰς τὴν γῆν ταύτην εἰς ἣν ὑμεῖς νῦν κατοικεῖτε·

5 καὶ οὐκ ἔδωκεν αὐτῷ κληρονομίαν ἐν αὐτῇ οὐδὲ βῆμα ποδός, καὶ ἐπηγγείλατο δοῦναι αὐτῷ εἰς κατάσχεσιν αὐτὴν καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ μετ᾿ αὐτόν, οὐκ ὄντος αὐτῷ τέκνου.

Προσέχετε πως απομακρύνει αυτούς από τη γη διότι δεν είπε «θα δώσει», αλλά ότι «δεν έδωσε» δηλώνοντας ότι τα πάντα προήλθαν από εκείνον και τίποτα απ’ αυτούς. Διότι ήλθε αφού εγκατέλειψε και τους συγγενείς του και την πατρίδα. Γιατί λοιπόν «δεν έδωσε»; -Διότι ήταν πρότυπο άλλης γης και υποσχέθηκε να δώσει αυτήν σ’ αυτόν.  Και μάλιστα υποσχέθηκε να δώσει τη γη αυτή στους απογόνους του αν και δεν είχε ακόμη αυτός παιδί. Έτσι και πάλι αποδεικνύει την δύναμη του Θεού να δημιουργεί τα πάντα και από τα αδύνατα.

6 ἐλάλησε δὲ οὕτως ὁ Θεός, ὅτι ἔσται τὸ σπέρμα αὐτοῦ πάροικον ἐν γῇ ἀλλοτρίᾳ, καὶ δουλώσουσιν αὐτὸ καὶ κακώσουσιν ἔτη τετρακόσια· 7 καὶ τὸ ἔθνος ᾧ ἐὰν δουλεύσωσι κρινῶ ἐγώ, εἶπεν ὁ Θεός· καὶ μετὰ ταῦτα ἐξελεύσονται καὶ λατρεύσουσί μοι ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ.

Βλέπε πριν από πόσα χρόνια είναι η υπόσχεση και ο τρόπος της υποσχέσεως και πουθενά δεν αναφέρεται θυσία, πουθενά περιτομή.

«Το δε έθνος στο οποίο θα υποδουλωθούν οι απόγονοι του Αβραάμ, θα το κρίνω εγώ, είπε ο Θεός». Βλέπεις; Εκείνος που υπος΄χεθηκε και που έδωσε γη, προηγουμένως επιτρέπει τα κακά. Έτσι και τώρα αν και υπος΄χεθηκε βασιλεία, αφήνει όμως να ασκούμαστε στις δοκιμασίες.

 8 καὶ ἔδωκεν αὐτῷ διαθήκην περιτομῆς· καὶ οὕτως ἐγέννησε τὸν ᾿Ισαὰκ καὶ περιέτεμεν αὐτὸν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ, καὶ ὁ ᾿Ισαὰκ τὸν ᾿Ιακώβ, καὶ ὁ ᾿Ιακὼβ τοὺς δώδεκα πατριάρχας. 9 Καὶ οἱ πατριάρχαι ζηλώσαντες τὸν ᾿Ιωσὴφ ἀπέδοντο εἰς Αἴγυπτον.

Αυτό συνέβηκε και στην περίπτωση του Χριστού διότι ο Ιωσήφ ήταν τύπος Αυτού. Γι’ αυτό και υπονοώντας αυτό, διηγείται μέχρι τέλους την ιστορία του Ιωσήφ.

10 καὶ ἦν ὁ Θεὸς μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ ἐξείλετο αὐτὸν ἐκ πασῶν τῶν θλίψεων αὐτοῦ, καὶ ἔδωκεν αὐτῷ χάριν καὶ σοφίαν ἐναντίον Φαραὼ βασιλέως Αἰγύπτου, καὶ κατέστησεν αὐτὸν ἡγούμενον ἐπ᾿ Αἴγυπτον καὶ ὅλον τὸν οἶκον αὐτοῦ. 11 ἦλθε δὲ λιμὸς ἐφ᾿ ὅλην τὴν γῆν Αἰγύπτου καὶ Χαναὰν καὶ θλῖψις μεγάλη, καὶ οὐχ εὕρισκον χορτάσματα οἱ πατέρες ἡμῶν.
12 ἀκούσας δὲ ᾿Ιακὼβ ὄντα σῖτα ἐν Αἰγύπτῳ ἐξαπέστειλε τοὺς πατέρας ἡμῶν πρῶτον· 13 καὶ ἐν τῷ δευτέρῳ ἀνεγνωρίσθη ᾿Ιωσὴφ τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ, καὶ φανερὸν ἐγένετο τῷ Φαραὼ τὸ γένος τοῦ ᾿Ιωσήφ. 14 ἀποστείλας δὲ ᾿Ιωσὴφ μετεκαλέσατο τὸν πατέρα αὐτοῦ ᾿Ιακὼβ καὶ πᾶσαν τὴν συγγένειαν αὐτοῦ ἐν ψυχαῖς ἑβδομήκοντα πέντε. 15 κατέβη δὲ ᾿Ιακὼβ εἰς Αἴγυπτον καὶ ἐτελεύτησεν αὐτὸς καὶ οἱ πατέρες ἡμῶν, 16 καὶ μετετέθησαν εἰς Συχὲμ καὶ ἐτέθησαν ἐν τῷ μνήματι ᾧ ὠνήσατο ᾿Αβραὰμ τιμῆς ἀργυρίου παρὰ τῶν υἱῶν ᾿Εμμόρ τοῦ Συχέμ. 17 Καθὼς δὲ ἤγγιζεν ὁ χρόνος τῆς ἐπαγγελίας ἣν ὤμοσεν ὁ Θεὸς τῷ ᾿Αβραάμ, ηὔξησεν ὁ λαὸς καὶ ἐπληθύνθη ἐν Αἰγύπτῳ, 18 ἄχρις οὗ ἀνέστη βασιλεὺς ἕτερος, ὃς οὐκ ᾔδει τὸν ᾿Ιωσήφ.

Όλα τα ανέλπιστα έγιναν. Πούλησαν τον αδελφό τους, ήρθε η πείνα, έπεσαν στα χέρια του αδελφού τους τον οποίο πούλησαν κι ενώ αποφασίστηκε η θανάτωσή τους από τον βασιλιά κι όμως διασώθηκαν. Έπειτα για να δείξει την δυνατότητα εξευρέσεως τρόπων υπό του Θεού λέει:

 19 οὗτος κατασοφισάμενος τὸ γένος ἡμῶν ἐκάκωσε τοὺς πατέρας ἡμῶν τοῦ ποιεῖν ἔκθετα τὰ βρέφη αὐτῶν, εἰς τὸ μὴ ζωογονεῖσθαι· 20 ἐν ᾧ καιρῷ ἐγεννήθη Μωϋσῆς, καὶ ἦν ἀστεῖος τῷ Θεῷ· ὃς ἀνετράφη μῆνας τρεῖς ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ.

Αν εκείνο ήταν αξιοθαύμαστο, ότι πουλήθηκε από τους αδελφούς του, αυτό είναι αξιοθαυμαστότερο, το ότι ο βασιλιάς έτρεφε αυτόν που επρόκειτο να καταλύσει την εξουσία του. βλέπεις ότι παντού σχεδόν προεικονίζεται η ανάσταση των νεκρών;

 21 ἐκτεθέντα δὲ αὐτὸν ἀνείλετο αὐτὸν ἡ θυγάτηρ Φαραὼ καὶ ἀνεθρέψατο αὐτὸν ἑαυτῇ εἰς υἱόν. 22 καὶ ἐπαιδεύθη Μωϋσῆς πάσῃ σοφίᾳ Αἰγυπτίων, ἦν δὲ δυνατὸς ἐν λόγοις καὶ ἐν ἔργοις. 23 ῾Ως δὲ ἐπληροῦτο αὐτῷ τεσσαρακονταετὴς χρόνος, ἀνέβη εἰς τὴν καρδίαν αὐτοῦ ἐπισκέψασθαι τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ τοὺς υἱοὺς ᾿Ισραήλ. 24 καὶ ἰδών τινα ἀδικούμενον ἠμύνατο, καὶ ἐποιήσατο ἐκδίκησιν τῷ καταπονουμένῳ πατάξας τὸν Αἰγύπτιον. 25 ἐνόμιζε δὲ συνιέναι τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ὅτι ὁ Θεὸς διὰ χειρὸς αὐτοῦ δίδωσιν αὐτοῖς σωτηρίαν· οἱ δὲ οὐ συνῆκαν. 26 τῇ τε ἐπιούσῃ ἡμέρᾳ ὤφθη αὐτοῖς μαχομένοις, καὶ συνήλασεν αὐτοὺς εἰς εἰρήνην εἰπών· ἄνδρες, ἀδελφοί ἐστε ὑμεῖς· ἵνα τί ἀδικεῖτε ἀλλήλους; 27 ὁ δὲ ἀδικῶν τὸν πλησίον ἀπώσατο αὐτὸν εἰπών· τίς σε κατέστησεν ἄρχοντα καὶ δικαστὴν ἐφ᾿ ἡμῶν; 28 μὴ ἀνελεῖν με σὺ θέλεις ὃν τρόπον ἀνεῖλες χθὲς τὸν Αἰγύπτιον;

Από την ίδια σκέψη φαίνονται να λέγουν τα ίδια και προς τον Χριστό: «Δεν έχουμε βασιλέα παρά μόνο τον Καίσαρα» (Ιω 19,15). Έτσι συνήθιζαν να κάνουν οι Ιουδαίοι πνατοτε και όταν ευεργετούνταν. Είδες ανοησία; Εκείνον που επρόκειτο να τους σώσει, τον διαβάλλουν με αυτά που λένε «Όπως φόνευσες χθες τον Αιγύπτιο».

29 ἔφυγε δὲ Μωϋσῆς ἐν τῷ λόγῳ τούτῳ καὶ ἐγένετο πάροικος ἐν γῇ Μαδιάμ, οὗ ἐγέννησεν υἱοὺς δύο.

Φεύγει, όμως ούτε η φυγή έπαυσε το σχέδιο της πρόνοιας του Θεού. Όπως βέβαια ούτε ο θάνατος.

 30 Καὶ πληρωθέντων ἐτῶν τεσσαράκοντα ὤφθη αὐτῷ ἐν τῇ ἐρήμῳ τοῦ ὄρους Σινᾶ ἄγγελος Κυρίου ἐν φλογὶ πυρὸς βάτου.

Βλέπεις πως ούτε με το πέρασμα του χρόνου διακόπτεται το σ΄χδιο του Θεού; Διότι όταν φυγάς, όταν ήταν ξένος, όταν πολύ χρόνο έκανε στην ξένη χώρα, ώστε και δύο παιδιά να αποκτήσει και δεν περίμενε πλέον ότι θα επιστρέψει, τότε εμφανίζεται σ’ αυτόν ο άγγελος. Τον Υιό του Θεού ονομάζει άγγελο όπως και άνθρωπο. Και που εμφανίζεται; Στην έρημο, όχι στο ναό. βλέπεις πόσα θαύματα γίνονται και πουθενά δεν υπάρχει ναός, πουθενά θυσία; Και όχι απλώς στην έρημο, αλλά στη βάτο.

31 ὁ δὲ Μωϋσῆς ἰδὼν ἐθαύμαζε τὸ ὅραμα· προσερχομένου δὲ αὐτοῦ κατανοῆσαι ἐγένετο φωνὴ Κυρίου πρὸς αὐτόν·

Να, αξιώθηκε να ακούσει και τη φωνή του Θεού.

32 ἐγὼ ὁ Θεὸς τῶν πατέρων σου, ὁ Θεὸς ᾿Αβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς ᾿Ισαὰκ καὶ ὁ Θεὸς ᾿Ιακώβ.

Εδώ δείχνει, ότι όχι μόνο ο άγγελος που εμφανίστηκε σ’ αυτόν, ήταν ο άγγελος της μεγάλης βουλής, αλλά δείχνει και πόση φιλανθρωπία δείχνει ο Θεός με την εμφάνισή Του.

 ἔντρομος δὲ γενόμενος Μωϋσῆς οὐκ ἐτόλμα κατανοῆσαι. 33 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Κύριος· λῦσον τὸ ὑπόδημα τῶν ποδῶν σου. ὁ γὰρ τόπος ἐν ᾧ ἕστηκας γῆ ἁγία ἐστίν.

Πουθενά δεν υπήρχε ναός και ο τόπος έγινε άγιος με την εμφάνιση και ενέργεια του Χριστού. Αυτό είναι πολύ πιο θαυμάσιο από τον τόπο που είναι στα Άγια των Αγίων, διότι εκεί ποτέ δεν εμφανίστηκε έτσι ο Θεός, πουθενά δεν τρόμαξε τόσο πολύ ο Μωυσής. Είδες την φιλανθρωπία; Βλέπε πλέον και την μέριμνά Του.

34 ἰδὼν εἶδον τὴν κάκωσιν τοῦ λαοῦ μου τοῦ ἐν Αἰγύπτῳ καὶ τοῦ στεναγμοῦ αὐτῶν ἤκουσα, καὶ κατέβην ἐξελέσθαι αὐτούς· καὶ νῦν δεῦρο ἀποστελῶ σε εἰς Αἴγυπτον.

Πρόσεχε πως δείχνει, ότι με ευεργεσίες και τιμωρίες και με θαύματα τους οδηγούσε, αυτοί όμωςήταν ίδιοι. Ακούγοντας αυτά ας καταφεύγουμε κι εμείς προς Αυτόν όταν βρισκόμαστε μέσα στις θλίψεις. Διότι λέει «άκουσα και τον στεναγμό τους». Αν δε κάποιος πει «και για ποιο λόγο άφησε αυτούς να κακοπαθήσουν έτσι»; Ας ακούσει  ότι σε κάθε δίκαιο, προ πάντων οι κακοπαθήσεις γίνονται αιτίες αμοιβών.

35 Τοῦτον τὸν Μωϋσῆν ὃν ἠρνήσαντο εἰπόντες· τίς σε κατέστησεν ἄρχοντα καὶ δικαστήν; τοῦτον ὁ Θεὸς ἄρχοντα καὶ λυτρωτὴν ἀπέστειλεν ἐν χειρὶ ἀγγέλου τοῦ ὀφθέντος αὐτῷ ἐν τῇ βάτῳ.

«Αυτόν τον Μωυσή». Δηλαδή ποιον; Εκείνον που κινδύνεψε να χαθεί, εκείνον που περιφρονήθηκε απ’ αυτούς, εκείνον που αρνήθηκαν να τον αναγνωρίσουν ως προστάτη τους, αυτόν λοιπόν ο ίδιος ο Θεός απέστειλε άρχοντα και ελευθερωτή με τη βοήθεια του αγγέλου που είπε σ’ αυτόν «Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ». Εδώ δείχνει ότι τα θαύματα που έγιναν, είχαν γίνει με το Χριστό.

36 οὗτος ἐξήγαγεν αὐτοὺς ποιήσας τέρατα καὶ σημεῖα ἐν γῇ Αἰγύπτῳ καὶ ἐν ᾿Ερυθρᾷ θαλάσσῃ καὶ ἐν τῇ ἐρήμῳ ἔτη τεσσαράκοντα. 37 οὗτός ἐστιν ὁ Μωϋσῆς ὁ εἰπὼν τοῖς υἱοῖς ᾿Ισραήλ· προφήτην ὑμῖν ἀναστήσει Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν ἐκ τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν ὡς ἐμέ· αὐτοῦ ἀκούσεσθε. 38 οὗτός ἐστιν ὁ γενόμενος ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ἐν τῇ ἐρήμῳ μετὰ τοῦ ἀγγέλου τοῦ λαλοῦντος αὐτῷ ἐν τῷ ὄρει Σινᾶ καὶ τῶν πατέρων ἡμῶν, ὃς ἐδέξατο λόγια ζῶντα δοῦναι ἡμῖν.

«Και με τον άγγελο», λέει «που παρέλαβε λόγια γεμάτα ζωή, για να μας τα δώσει». Εδώ δείχνει, ότι όχι μόνο έκανε θαύματα, αλλά και νόμο έδωσε όπως ακριβώς και ο Χριστός. όπως ακριβώς δηλαδή ο Μωυσής πρώτα κάνει θαύματα κι έπειτα νομοθετεί, έτσι λοιπόν και ο Χριστός. αλλά δεν υπάκουσαν σ’ αυτόν επειδή είχαν μάθει πάντοτε να είναι απειθείς μετά από τόσα θαύματα που γίνονταν επί σαράντα χρόνια.

 39 ᾧ οὐκ ἠθέλησαν ὑπήκοοι γενέσθαι οἱ πατέρες ἡμῶν, ἀλλ᾿ ἀπώσαντο καὶ ἐστράφησαν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν εἰς Αἴγυπτον 40 εἰπόντες τῷ ᾿Ααρών· ποίησον ἡμῖν θεοὺς οἳ προπορεύσονται ἡμῶν· ὁ γὰρ Μωϋσῆς οὗτος ὃς ἐξήγαγεν ἡμᾶς ἐκ γῆς Αἰγύπτου, οὐκ οἴδαμεν τί γέγονεν αὐτῷ. 41 καὶ ἐμοσχοποίησαν ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις καὶ ἀνήγαγον θυσίαν τῷ εἰδώλῳ, καὶ εὐφραίνοντο ἐν τοῖς ἔργοις τῶν χειρῶν αὐτῶν. 42 ἔστρεψε δὲ ὁ Θεὸς καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς λατρεύειν τῇ στρατιᾷ τοῦ οὐρανοῦ, καθὼς γέγραπται ἐν βίβλῳ τῶν προφητῶν· μὴ σφάγια καὶ θυσίας προσηνέγκατέ μοι ἔτη τεσσαράκοντα ἐν τῇ ἐρήμῳ, οἶκος ᾿Ισραήλ; 43 καὶ ἀνελάβετε τὴν σκηνὴν τοῦ Μολὸχ καὶ τὸ ἄστρον τοῦ θεοῦ ὑμῶν Ρεμφάν, τοὺς τύπους οὓς ἐποιήσατε προσκυνεῖν αὐτοῖς· καὶ μετοικιῶ ὑμᾶς ἐπέκεινα Βαβυλῶνος.

Το «παρέδωκεν» εδώ σημαίνει τους άφησε.

44 ῾Η σκηνὴ τοῦ μαρτυρίου ἦν τοῖς πατράσιν ἡμῶν ἐν τῇ ἐρήμῳ, καθὼς διετάξατο ὁ λαλῶν τῷ Μωϋσῇ ποιῆσαι αὐτὴν κατὰ τὸν τύπον ὃν ἑωράκει·

Κι ενώ υπήρχε σκηνή, θυσίες δεν γινόταν. Το ότι δεν γινόταν το φανερώνει και ο προφήτης λέγοντας: «Μήπως μου προσφέρατε σφάγια»; Η σκηνή του μαρτυρίου υπήρχε αλλά τίποτα δεν του ωφέλησε, αλλά φθείρονταν.

 45 ἣν καὶ εἰσήγαγον διαδεξάμενοι οἱ πατέρες ἡμῶν μετὰ ᾿Ιησοῦ ἐν τῇ κατασχέσει τῶν ἐθνῶν ὧν ἔξωσεν ὁ Θεὸς ἀπὸ προσώπου τῶν πατέρων ἡμῶν, ἕως τῶν ἡμερῶν Δαυΐδ·

Βλέπεις ότι εκεί είναι άγιος ο τόπος όπου βρίσκεται ο Θεός;

Ζήτησε δε να οικοδομήσει ναό ο Δαυίδ και δεν πήρε την έγκριση του Θεού, αυτό που ήταν μεγάλος και θαυμαστός, αλλά οικοδομεί ναό ο Σολομών.

46 ὃς εὗρε χάριν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ᾐτήσατο εὑρεῖν σκήνωμα τῷ Θεῷ ᾿Ιακώβ. 47 Σολομὼν δὲ ᾠκοδόμησεν αὐτῷ οἶκον.48 ἀλλ᾿ οὐχ ὁ ὕψιστος ἐν χειροποιήτοις ναοῖς κατοικεῖ, καθὼς ὁ προφήτης λέγει·

Έγινε μεν φανερό αυτό και με εκείνα που λέχθηκαν ήδη, αποδεικνύεται όμως και με την προφητική φωνή:

49 ὁ οὐρανός μοι θρόνος, ἡ δὲ γῆ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν μου· ποῖον οἶκον οἰκοδομήσετέ μοι, λέγει Κύριος, ἢ τίς τόπος τῆς καταπαύσεώς μου; 50 οὐχὶ ἡ χείρ μου ἐποίησε ταῦτα πάντα;

Μην απορείτε λέγει αν ο Χριστός ευεργετεί εκείνους που αρνούνται τη βασιλεία Του, τη στιγμή βέβαια που αυτό συνέβηκε και στην περίπτωση του Μωϋσή. Αυτός λοιπόν που συνομιλεί με τον Θεό, αυτός που σώθηκε κατά παράδοξο τρόπο, αυτό που τόσα πολλά θαύματα επιτέλεσε, δείχνει ότι οπωσδήποτε πρέπει να εκπληρωθεί η προφητεία, και δεν αντιτίθεται προς τον εαυτό του.

 51 Σκληροτράχηλοι καὶ ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καὶ τοῖς ὠσίν, ὑμεῖς ἀεὶ τῷ Πνεύματι τῷ ῾Αγίῳ ἀντιπίπτετε, ὡς οἱ πατέρες ὑμῶν καὶ ὑμεῖς. 52 τίνα τῶν προφητῶν οὐκ ἐδίωξαν οἱ πατέρες ὑμῶν; καὶ ἀπέκτειναν τοὺς προκαταγγείλαντας περὶ τῆς ἐλεύσεως τοῦ δικαίου, οὗ νῦν ὑμεῖς προδόται καὶ φονεῖς γεγένησθε· 53 οἵτινες ἐλάβετε τὸν νόμον εἰς διαταγὰς ἀγγέλων, καὶ οὐκ ἐφυλάξατε.

Ο Στέφανος λοιπόν δείχνει με όλα αυτά ότι αυτοί τελικά βλασφημούν όχι μόνο εναντίον του Μωϋσέως, αλλά και εναντίον του Θεού και ότι απ’ αρχής πράττουν αυτά και ότι αυτοί κατέλυσαν τα έθιμα και ότι δεν υπάρχει πλέον ανάγκη αυτών των αποδείξεων και ότι κατηγορώντας και λέγοντας ότι αυτός αντιτίθεται στο Μωϋσή, οι ίδιοι αντιτίθονταν στο Πνέυμα. Και όχι απλώς, αλλά και με φόνο.

54 ᾿Ακούοντες δὲ ταῦτα διεπρίοντο ταῖς καρδίαις αὐτῶν καὶ ἔβρυχον τοὺς ὀδόντας ἐπ᾿ αὐτόν.

Άξιο απορίας είναι πως δεν έλαβαν αφορμή από τα όσα είχε πει για να τον θανατώσουν, αλλά ακόμα μαίνονται και ζητούν αιτία. Έτσι πάντοτε οι αδικούντες βρίσκονται σε κατάσταση κακίας.

Κι όμως αυτός που έπρεπε να οργιστεί  ήταν εκείνος που δεν διέπραξε καμιά αδικία, έπαθε δε τα όσα παθαίνουν όσοι αδικούν και συκοφαντήθηκε. Αλλά οι συκοφαντούντες περισσότερο ελέγχονται αποδεκνύοντας έτσι ότι το να κακοποιεί κανείς είναι το ίδιο με το να κακοποιείται.

55 ὑπάρχων δὲ πλήρης Πνεύματος ῾Αγίου, ἀτενίσας εἰς τὸν οὐρανὸν εἶδε δόξαν Θεοῦ καὶ ᾿Ιησοῦν ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ, 56 καὶ εἶπεν· ἰδοὺ θεωρῶ τοὺς οὐρανοὺς ἀνεῳγμένους καὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ ἑστῶτα. 57 κράξαντες δὲ φωνῇ μεγάλῃ συνέσχον τὰ ὦτα αὐτῶν καὶ ὥρμησαν ὁμοθυμαδὸν ἐπ᾿ αὐτόν, 58 καὶ ἐκβαλόντες ἔξω τῆς πόλεως ἐλιθοβόλουν.

Κι όμως αν έλεγε ψέμματα έπρεπε να τον αφήσουν σαν μανιακό. Αυτός όμως μίλησε έτσι  επειδή ήθελε να συγκεντρώσει το ενδιαφέρον τους.

Όμως αυτοί προχώρησαν στην θανάτωση του Στεφάνου η οποία έγινε έξω από την πόλη όπως ακριβώς και αυτή του Ιησού.

καὶ οἱ μάρτυρες ἀπέθεντο τὰ ἱμάτια αὐτῶν παρὰ τοὺς πόδας νεανίου καλουμένου Σαύλου, 59 καὶ ἐλιθοβόλουν τὸν Στέφανον, ἐπικαλούμενον καὶ λέγοντα· Κύριε ᾿Ιησοῦ, δέξαι τὸ πνεῦμά μου.

Με αυτό δείχνει και συγχρόνως διδάσκει αυτούς ότι δεν χάνεται.

Πρόσεχε επίσης πως διηγείται ταυτόχρονα και τα σχτικά με τον Σαύλο για να συ δείξει το έργο του Θεού και πως αυτό υφαίνεται.

60 θεὶς δὲ τὰ γόνατα ἔκραξε φωνῇ μεγάλῃ· Κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην. Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐκοιμήθη. Σαῦλος δὲ ἦν συνευδοκῶν τῇ ἀναιρέσει αὐτοῦ.

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ (Η΄)

1 Εγένετο δὲ ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ διωγμὸς μέγας ἐπὶ τὴν ἐκκλησίαν τὴν ἐν ῾Ιεροσολύμοις·

Δεν έγινε τυχαία ο διωγμός αυτός αλλά συνέβηκε κατά Θεία παραχώρηση.

πάντες δὲ διεσπάρησαν κατὰ τὰς χώρας τῆς ᾿Ιουδαίας καὶ Σαμαρείας, πλὴν τῶν ἀποστόλων.

Βλέπεις πως επιτρέπει πάλι ο Θεός να συμβαίνουν δοκιμασίες; Αλλά πρόσεχε σε παρακαλώ από εδώ πως ρυθμίζονται τα πράγματα. Θαυμάστηκαν για τα θαύματα, ενώ μαστιγώθηκαν δεν έπαθαν τίποτα, εγκαταστάθηκαν στις χώρες και ο λόγος διδιδόταν.

2 συνεκόμισαν δὲ τὸν Στέφανον ἄνδρες εὐλαβεῖς καὶ ἐποίησαν κοπετὸν μέγαν ἐπ᾿ αὐτῷ.

Έγινε μεγάλος θρήνος για τον Στέφανο διότι ακόμη οι μαθητές ήταν ατελείς πνευματικά. Αλλά ποιος δεν θα θρηνούσε βλέποντας εκείνο το άκακο αρνί του Θεού να είναι λιθοβολημένος και να είναι κάτω νεκρός;

3 Σαῦλος δὲ ἐλυμαίνετο τὴν ἐκκλησίαν κατὰ τοὺς οἴκους εἰσπορευόμενος, σύρων τε ἄνδρας καὶ γυναῖκας παρεδίδου εἰς φυλακήν.

Μεγάλη ήταν η μανία του, το θράσος και το θάρρος του αφού ενώ ήταν μόνος του εισέρχονταν στις οικίες των χριστιανών και στις εκκλησίες και τις ρήμαζε.

4 Οἱ μὲν οὖν διασπαρέντες διῆλθον εὐαγγελιζόμενοι τὸν λόγον. 5 Φίλιππος δὲ κατελθὼν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας ἐκήρυσσεν αὐτοῖς τὸν Χριστόν. 6 προσεῖχον δὲ οἱ ὄχλοι τοῖς λεγομένοις ὑπὸ τοῦ Φιλίππου ὁμοθυμαδὸν ἐν τῷ ἀκούειν αὐτοὺς καὶ βλέπειν τὰ σημεῖα ἃ ἐποίει. 7 πολλῶν γὰρ τῶν ἐχόντων πνεύματα ἀκάθαρτα βοῶντα φωνῇ μεγάλῃ ἐξήρχετο, πολλοὶ δὲ παραλελυμένοι καὶ χωλοὶ ἐθεραπεύθησαν, 8 καὶ ἐγένετο χαρὰ μεγάλη ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ.

9 ᾿Ανὴρ δέ τις ὀνόματι Σίμων προϋπῆρχεν ἐν τῇ πόλει μαγεύων καὶ ἐξιστῶν τὸ ἔθνος τῆς Σαμαρείας, λέγων εἶναί τινα ἑαυτὸν μέγαν· 10 ᾧ προσεῖχον πάντες ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου λέγοντες· οὗτός ἐστιν ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ ἡ μεγάλη.

Πρόσεχε και άλλο πειρασμό, τον Σίμωνα.

11 προσεῖχον δὲ αὐτῷ διὰ τὸ ἱκανῷ χρόνῳ ταῖς μαγείαις ἐξεστακέναι αὐτούς. 12 ὅτε δὲ ἐπίστευσαν τῷ Φιλίππῳ εὐαγγελιζομένῳ τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ὀνόματος ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ἐβαπτίζοντο ἄνδρες τε καὶ γυναῖκες.
13 ὁ δὲ Σίμων καὶ αὐτὸς ἐπίστευσε, καὶ βαπτισθεὶς ἦν προσκαρτερῶν τῷ Φιλίππῳ, θεωρῶν τε δυνάμεις καὶ σημεῖα γινόμενα ἐξίστατο.

14 ᾿Ακούσαντες δὲ οἱ ἐν ῾Ιεροσολύμοις ἀπόστολοι ὅτι δέδεκται ἡ Σαμάρεια τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἀπέστειλαν πρὸς αὐτοὺς τὸν Πέτρον καὶ ᾿Ιωάννην· 15 οἵτινες καταβάντες προσηύξαντο περὶ αὐτῶν ὅπως λάβωσι Πνεῦμα ῞Αγιον·

Και γιατί απέστειλαν τον Πέτρο και τον Ιωάννη; - Για να τους απαλλάξουν από την μαγεία, για να τους υπενθυμίσουν την διδασκαλία, την οποία έλαβαν από τον Χριστό, όταν για πρώτη φορά πίστεψαν.

16 οὔπω γὰρ ἦν ἐπ᾿ οὐδενὶ αὐτῶν ἐπιπεπτωκός, μόνον δὲ βεβαπτισμένοι ὑπῆρχον εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ.
17 τότε ἐπετίθουν τὰς χεῖρας ἐπ᾿ αὐτούς, καὶ ἐλάμβανον Πνεῦμα ῞Αγιον. 18 ἰδὼν δὲ ὁ Σίμων ὅτι διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τῶν ἀποστόλων δίδοται τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον, προσήνεγκεν αὐτοῖς χρήματα 19 λέγων· δότε κἀμοὶ τὴν ἐξουσίαν ταύτην, ἵνα ᾧ ἐὰν ἐπιθῶ τὰς χεῖρας λαμβάνῃ Πνεῦμα ῞Αγιον.

Πως λοιπόν θα έλεγε κανείς αυτοί δεν έλαβαν Πνεύμα;  - Έλαβαν Πνεύμα για την άφεση των αμαρτιών τους, δεν είχαν λα΄βει όμως Πνεύμα για την επιτέλεση θαυμάτων.

Γιατί όμως βάπτισε ο Φίλιππος τον Σίμωνα; - Όπως καριβώς και ο Χριστός εξέλεξε τον Ιούδα.

20 Πέτρος δὲ εἶπε πρὸς αὐτόν· τὸ ἀργύριόν σου σὺν σοὶ εἴη εἰς ἀπώλειαν, ὅτι τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ ἐνόμισας διὰ χρημάτων κτᾶσθαι.

Τα λόγια του Πέτρου, δεν ήταν λόγια ανθ΄ρωπου που καταρριέται, αλλά ανθ΄ρωπου που παιδαγωγεί.

Ήταν πονηρή η πράξη του Σίμωνα και δεν ήταν από άγνοια, διότι ενώ είδε τον Πέτρο να κάνει θαύματα δίχως χρήματα, αυτός προσέφερε χρήματα.

21 οὐκ ἔστι σοι μερὶς οὐδὲ κλῆρος ἐν τῷ λόγῳ τούτῳ· ἡ γὰρ καρδία σου οὐκ ἔστιν εὐθεῖα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Αποκαλύπτει λοιπόν ο Πέτρος εκείνα που είχε ο σίμων στην καρδιά του. διότι εκείνος νόμιζε ότι αγνοούνταν οι προθέσεις του.

22 μετανόησον οὖν ἀπὸ τῆς κακίας σου ταύτης, καὶ δεήθητι τοῦ Θεοῦ εἰ ἄρα ἀφεθήσεταί σοι ἡ ἐπίνοια τῆς καρδίας σου·

«Μήπως λοιπόν σου συγχωρηθεί». Το είπε αυτό διότι γνώριζε πως ήταν αδιόρθωτος.

23 εἰς γὰρ χολὴν πικρίας καὶ σύνδεσμον ἀδικίας ὁρῶ σε ὄντα. 24 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Σίμων εἶπε· δεήθητε ὑμεῖς ὑπὲρ ἐμοῦ πρὸς τὸν Θεὸν ὅπως μηδὲν ἐπέλθῃ ἐπ᾿ ἐμὲ ὧν εἰρήκατε.

Ενώ έπρεπε να μετανοήσει από τα βάθος της καρδιάς του, ενώ έπρεπε να κλάψει, εκείνος όμως κάνει αυτό μόνο από τυπική υποχρέωση.

Ένα ερώτημα όμως μένει να απαντήσουμε: Γιατί ο Σίμως αφού βαπ΄τιστηκε έμεινε τόσο καιρό σταθερά κοντά στον Φίλιππο; - Αυτό συνέβηκε όχι εξαιτίας της πίστεως, αλλά με την προσδοκία να γίνει και εκείνος σαν τον Φίλιππο.

Και ένα ακόμη ερώτημα: Γιατί δεν τιμώρησε ο πέτρος τον Σίμωνα όπως έκανε λίγο καιρό νωρίτερα με τον Ανανία; - Για να μην γίνει η πίστη αποτέλεσαμα ανάγκης και φόβου και για να τον οδηγήσει στην μετάνοια.

 25 Οἱ μὲν οὖν διαμαρτυράμενοι καὶ λαλήσαντες τὸν λόγον τοῦ Κυρίου ὑπέστρεψαν εἰς ῾Ιερουσαλήμ, πολλάς τε κώμας τῶν Σαμαρειτῶν εὐηγγελίσαντο.

Δες σε παρακαλώ και σκέψου πόσα οικονομούνται με τον θάνατο του Στεφάνου. Διασκορπίζονται οι χριστιανοί στις χώρες της Σαμαρείας και της Ιουδαίας, κηρύττουν τον λόγο του Ευαγγελίου, κηρύττουν τον Χριστό, επιτελούν θαύματα και σιγά σιγά αυτοί λαμβάνουν την δωρεά του Αγίου Πνεύματος.

Και γιατί οι Απόστολοι επέστρεψαν στα Ιεροσόλυμα, εκεί όπου υπήρχε η τυραννία, εκεί όπου έγινε η αρχή των κακών, όπου υπήρχαν οι μεγαλύτεροι φονιάδες; - όπως ακριβώς κάνουν οι στρατηγοί στους πολέμους και αταλαμβάνουν το πλέον επικίνδυνο μέρος του μετώπου, το ίδιο και αυτοί κάνουν.

26 ῎Αγγελος δὲ Κυρίου ἐλάλησε πρὸς Φίλιππον λέγων· ἀνάστηθι καὶ πορεύου κατὰ μεσημβρίαν ἐπὶ τὴν ὁδὸν τὴν καταβαίνουσαν ἀπὸ ῾Ιερουσαλὴμ εἰς Γάζαν· αὕτη ἐστὶν ἔρημος.

Εγώ (Χρυσόστομος) νομίζω ότι έλαβε αυτές τις εντολές όταν ήταν στην Σαμάρεια, διότι δεν κατευθύνεται κανένας από τα Ιεροσόλυμα προς τον νότο, αλλά προς τον βορρά. Και δεν ρώτησε «γιατί», αλλά σηκώθηκε και πήγε στο δρόμο του.

27 καὶ ἀναστὰς ἐπορεύθη. καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ Αἰθίοψ εὐνοῦχος δυνάστης Κανδάκης τῆς βασιλίσσης Αἰθιόπων, ὃς ἦν ἐπὶ πάσης τῆς γάζης αὐτῆς, ὃς ἐληλύθει προσκυνήσων εἰς ῾Ιερουσαλήμ, 28 ἦν τε ὑποστρέφων καὶ καθήμενος ἐπὶ τοῦ ἅρματος αὐτοῦ, καὶ ἀνεγίνωσκε τὸν προφήτην ῾Ησαΐαν.

Μεγάλα εγκώμια είναι τα όσα έχουν λεχθεί γι’ αυτόν, αν και διέμενε στην Αιθιοπία και περιβαλλόταν από τόσες υποθέσεις λόγω της θέσεώς του, αν και δεν υπήρχε καμιά μεγάλη εορτή, αν και διέμενε σε δεισιδαιμονική πόλη, εν τούτοις ερχόταν για να προσκυνήσει στα Ιεροσόλυμα. Και έδειχνε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, αφού πάνω στην άμαξα που μετέβαινε διάβαζε τον προφήτη Ησαῒα.

 29 εἶπε δὲ τὸ Πνεῦμα τῷ Φιλίππῳ· πρόσελθε καὶ κολλήθητι τῷ ἅρματι τούτῳ. 30 προσδραμὼν δὲ ὁ Φίλιππος ἤκουσεν αὐτοῦ ἀναγινώσκοντος τὸν προφήτην ῾Ησαΐαν, καὶ εἶπεν· ἆρά γε γινώσκεις ἃ ἀναγινώσκεις; 31 ὁ δὲ εἶπε· πῶς γὰρ ἂν δυναίμην, ἐὰν μή τις ὁδηγήσῃ με; παρεκάλεσέ τε τὸν Φίλιππον ἀναβάντα καθίσαι σὺν αὐτῷ.

Πρόσεχε την πολύ του ευλάβεια. Πρόσεχε επίσης την συμπεριφορά του Ευνούχου, ότι δεν υπερηφανεύεται δεν λέει ότι τάχατις γνωρίζει,αλλά ομολογεί την άγνοιά του και γι’ αυτό μαθαίνει.

 32 ἡ δὲ περιοχὴ τῆς γραφῆς ἣν ἀνεγίνωσκεν ἦν αὕτη· ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν ἤχθη· καὶ ὡς ἀμνὸς ἐναντίον τοῦ κείροντος αὐτὸν ἄφωνος, οὕτως οὐκ ἀνοίγει τὸ στόμα αὐτοῦ. 33 ἐν τῇ ταπεινώσει αὐτοῦ ἡ κρίσις αὐτοῦ ἤρθη· τὴν δὲ γενεὰν αὐτοῦ τίς διηγήσεται; ὅτι αἴρεται ἀπὸ τῆς γῆς ἡ ζωὴ αὐτοῦ. 34 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ εὐνοῦχος τῷ Φιλίππῳ εἶπε· δέομαί σου, περὶ τίνος ὁ προφήτης λέγει τοῦτο; περὶ ἑαυτοῦ ἢ περὶ ἑτέρου τινός; 35 ἀνοίξας δὲ ὁ Φίλιππος τὸ στόμα αὐτοῦ καὶ ἀρξάμενος ἀπὸ τῆς γραφῆς ταύτης εὐηγγελίσατο αὐτῷ τὸν ᾿Ιησοῦν.

Βλέπεις πως ρυθμίζονται από την Θεία Πρόνοια τα σχετικά με αυτόν; Προηγουμένως διαβάζει και αγνοεί τα όσα διαβάζει, έπειτα διαβάζει αυτό το σημείο όπου αναφερόταν το πάθος του Χριστού και η Ανάσταση και η δωρεά.

36 ὡς δὲ ἐπορεύοντο κατὰ τὴν ὁδόν, ἦλθον ἐπί τι ὕδωρ, καί φησιν ὁ εὐνοῦχος· ἰδοὺ ὕδωρ· τί κωλύει με βαπτισθῆναι;

Είδες προθυμία; Είδες ακρίβεια; Και πρόσεχε πως είχε σαφή και ολοκληρωμένη τη γνώση περί των δογμάτων.

 37 εἶπε δὲ ὁ Φίλιππος· εἰ πιστεύεις ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἔξεστιν. ἀποκριθεὶς δὲ εἶπε· πιστεύω τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸν ᾿Ιησοῦν Χριστόν. 38 καὶ ἐκέλευσε στῆναι τὸ ἅρμα, καὶ κατέβησαν ἀμφότεροι εἰς τὸ ὕδωρ, ὅ τε Φίλιππος καὶ ὁ εὐνοῦχος, καὶ ἐβάπτισεν αὐτόν. 39 ὅτε δὲ ἀνέβησαν ἐκ τοῦ ὕδατος, Πνεῦμα Κυρίου ἥρπασε τὸν Φίλιππον, καὶ οὐκ εἶδεν αὐτὸν οὐκέτι ὁ εὐνοῦχος· ἐπορεύετο γὰρ τὴν ὁδὸν αὐτοῦ χαίρων.

Γιατί άρπαξε το Πνεύμα και εξαφάνισε τον Φίλιππο; - Διότι επρόκειτο να μεταβεί και σε άλλες πόλεις και να κηρύξει το Ευαγγέλιο. Και βέβαια για να προκαλέσει θαυμασμό, ώστε ο ευνούχος να μη νομίσει ότι εκείνο που συνέβηκε σ’ αυτόν ήταν ανθρώπινο, αλλά Θείο.

 40 Φίλιππος δὲ εὑρέθη εἰς ῎Αζωτον, καὶ διερχόμενος εὐηγγελίζετο τὰς πόλεις πάσας ἕως τοῦ ἐλθεῖν αὐτὸν εἰς Καισάρειαν.

Και από αυτό είναι φανερό ότι αυτός ήταν ένας από τους επτά διακόνους.

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ (Θ΄)

1 Ο δὲ Σαῦλος ἔτι ἐμπνέων ἀπειλῆς καὶ φόνου εἰς τοὺς μαθητὰς τοῦ Κυρίου, προσελθὼν τῷ ἀρχιερεῖ 2 ᾐτήσατο παρ᾿ αὐτοῦ ἐπιστολὰς εἰς Δαμασκὸν πρὸς τὰς συναγωγάς, ὅπως ἐάν τινας εὕρῃ τῆς ὁδοῦ ὄντας, ἄνδρας τε καὶ γυναῖκας, δεδεμένους ἀγάγῃ εἰς ῾Ιερουσαλήμ.

Και περιγράφεται ο ζήλος του Παύλου, για να δείξει ότι προσελκύεται από τον Χριστό ενώ διακατέχεται από ζήλο, διότι χωρίς να έχει χορτάσει με το φόνο του Στεφάνου, ούτε να έχει ικανοποιηθεί με το διωγμό της Εκκλησίας και τη διασπορά των χριστιανών, προσέρχεται στον αρχιερέα. Εδώ εκπληρώνεται εκείνο που έχει λεχθεί από τον Χριστό στους μαθητές Του «ότι έρχεται ώρα, ώστε καθένας που θα σας φονεύσει, να νομίσει ότι προσφέρει λατρεία στο Θεό».

Και γιατί πήγαινε στη Δαμασκό; -Διότι ήταν πόλη μεγάλη και βασιλική και φοβήθηκε μήπως και εκείνη προσελκυσθεί από τους χριστιανούς.

Και πρόσεχε το ζήλο και τη σφοδρή του επιθυμία, πως ενεργούσε σύμφωνα με τον νόμο. Διότι δεν προσήλθε σε άρχοντα, αλλά στον αρχιερέα.

 3 ἐν δὲ τῷ πορεύεσθαι ἐγένετο αὐτὸν ἐγγίζειν τῇ Δαμασκῷ, καὶ ἐξαίφνης περιήστραψεν αὐτὸν φῶς ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ, 4 καὶ πεσὼν ἐπὶ τὴν γῆν ἤκουσε φωνὴν λέγουσαν αὐτῷ· Σαοὺλ Σαούλ, τί με διώκεις;

Γιατί δεν έγινε αυτό στην Ιερουσαλήμ; Γιατί δεν έγινε στη Δαμασκό; - Για να μην είναι δυνατόν σε άλλους να διηγηθούν διαφορετικά τα γεγονότα, αλλά για να είναι αξιόπιστος αυτό που διηγείται.

Με το έντονο αυτό φως ο Παύλος τυφλώθηκε. Γιατί; Για να προσέξει πολύ, για να σβήσει ο θυμός του με τον φόβο. Και δεν του είπε «Σαούλ πίστεψε», αλλά «γιατί με διώκεις». Δηλαδή σαν να του έλεγε «ποια πικρή και μεγάλη αδικία έχεις πάθει από μένα και τα κάνεις αυτά»;

5 εἶπε δέ· τίς εἶ, κύριε; Πρώτα ομολόγησε τον εαυτό του δούλο.

ὁ δὲ Κύριος εἶπεν· ἐγώ εἰμι ᾿Ιησοῦς ὃν σὺ διώκεις·

Δηλαδή μη νομίζεις ότι πολεμάς εναντίον ανθρώπων.

Εκείνοι που ήταν μαζί με τον Παύλο άκουσαν μεν την φωνή του Παύλου, δεν έβλεπαν όμως κανέναν προς τον οποίο αποκρινόταν.

 6 ἀλλὰ ἀνάστηθι καὶ εἴσελθε εἰς τὴν πόλιν, καὶ λαληθήσεταί σοι τί σε δεῖ ποιεῖν.

Βλέπε πως δεν αποκαλύπτει αμέσως σ’ αυτόν τα πάντα, αλλά μόνο καταπραύνει πρώτα τη διάνοιά του και με εκείνα που τον συμβουλεύει να κάνει δίνει σ’ αυτόν αγαθές ελπίδες και ότι θα αναβλέψει.

7 οἱ δὲ ἄνδρες οἱ συνοδεύοντες αὐτῷ εἱστήκεισαν ἐνεοί, ἀκούοντες μὲν τῆς φωνῆς, μηδένα δὲ θεωροῦντες. 8 ἠγέρθη δὲ ὁ Σαῦλος ἀπὸ τῆς γῆς, ἀνεῳγμένων τε τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ οὐδένα ἔβλεπε· χειραγωγοῦντες δὲ αὐτὸν εἰσήγαγον εἰς Δαμασκόν. 9 καὶ ἦν ἡμέρας τρεῖς μὴ βλέπων, καὶ οὐκ ἔφαγεν οὐδὲ ἔπιεν.

Και το αξιοθαύμαστο είναι ότι οι πολέμιοι και εχθροί τον δήγησαν αυτόν μέσα στην πόλη, ενώ όλη η πόλη τον έβλεπε.

Και γιατί έγιναν όλα αυτά τώρα και όχι από την αρχή και πριν την θανάτωση του Στέφανου; - Για να αποδειχθεί ότι πράγματι αναστήθηκε ο Χριστός, διότι εκείνος που καταδίωκε Αυτόν και δεν πίστευε στον σταυρικό θάνατό Του και φυσικά ούτε στην Ανάστασή Του και καταδίωκε τους μαθητές Του, αυτός από πού πες μου θα πίστευε, αν δεν ήταν μεγάλη η δύναμη του Σταυρωθέντος; Έστω οι μαθητές Του ότι πίστευαν χαριζόμενοι σ’ Αυτόν, γι’ αυτός όμως τι θα πεις; Πως έγινε αυτός που έχυνε αίματα χριστιανών, αυτός που φυλάκιζε και δίωκε με τε΄τοια μανία να πιστεύει αμέσως;

Δεν έφαγε και δεν ήπιε λέει για τρεις μέρες. Με αυτόν τον τρόπο κατηγορούσε τον εαυτό του για τα όσα έγιναν, εξομολογούνταν, προσεύοχνταν, παρακαλούσε τον Θεό.

10 ῏Ην δέ τις μαθητὴς ἐν Δαμασκῷ ὀνόματι ᾿Ανανίας, καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ Κύριος ἐν ὁράματι· ᾿Ανανία. ὁ δὲ εἶπεν· ἰδοὺ ἐγώ, Κύριε· 11 ὁ δὲ Κύριος πρὸς αὐτόν· ἀναστὰς πορεύθητι ἐπὶ τὴν ρύμην τὴν καλουμένην εὐθεῖαν καὶ ζήτησον ἐν οἰκίᾳ ᾿Ιούδα Σαῦλον ὀνόματι Ταρσέα· ἰδοὺ γὰρ προσεύχεται, 12 καὶ εἶδεν ἐν ὁράματι ἄνδρα ὀνόματι ᾿Ανανίαν εἰσελθόντα καὶ ἐπιθέντα αὐτῷ χεῖρα, ὅπως ἀναβλέψῃ.

Γιατί δεν κάλεσε κανέναν από τους κορυφαίους Αποστόλους, ούτε απέστειλε αυτούς για την κατήχηση του Παύλου; - Διότι δεν έπρεπε να μεταστραφεί από ανθρώπους, αλλά από τον ίδιο τον Χριστό, αφού και ο Ανανίας δεν δίδαξε τίποτα σ’ αυτόν παρά μόνο τον βάπτισε. Μόλις λοιπόν βαπτίστηκε, απέκτησε πολύ χάρη του Πνεύματος εξ’ αιτίας του ζήλου και της πολλής του προθυμίας. Το ότι δε και ο Ανανίας ήταν από τους πολύ επίσημους, είναι φανερό και από τα όσα λέει προς αυτόν και με τα όσα πάλι εκείνος αποκρίνεται λέγοντας:

13 ἀπεκρίθη δὲ ᾿Ανανίας· Κύριε, ἀκήκοα ἀπὸ πολλῶν περὶ τοῦ ἀνδρὸς τούτου, ὅσα κακὰ ἐποίησε τοῖς ἁγίοις σου ἐν ῾Ιερουσαλήμ· 14 καὶ ὧδε ἔχει ἐξουσίαν παρὰ τῶν ἀρχιερέων δῆσαι πάντας τοὺς ἐπικαλουμένους τὸ ὄνομά σου. 15 εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Κύριος· πορεύου, ὅτι σκεῦος ἐκλογῆς μοί ἐστιν οὗτος τοῦ βαστάσαι τὸ ὄνομά μου ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ βασιλέων υἱῶν τε ᾿Ισραήλ· 16 ἐγὼ γὰρ ὑποδείξω αὐτῷ ὅσα δεῖ αὐτὸν ὑπὲρ τοῦ ὀνόματός μου παθεῖν.

Όχι μόνο θα είναι πιστός, αλλά και διδάσκαλος αυτός θα γίνει. Και η διδασκαλία του θα είναι τόσο πολύ καρποφόρα ώστε θα επικρατήσει σε όλα τα έθνη και τους βασιλείς αυτών.

Και δείτε πως τον αποκάλεσε ο Θεός: «Σκεύος εκλογής». «Σκεύος» για να δείξει ότι δεν είναι φυσική η κακία του και πρόσθεσε «εκλογής», για να δείξει ότι το κατάλληλο εκλέγουμε.

 17 ᾿Απῆλθε δὲ ᾿Ανανίας καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ ἐπιθεὶς ἐπ᾿ αὐτὸν τὰς χεῖρας εἶπε· Σαοὺλ ἀδελφέ, ὁ Κύριος ἀπέσταλκέ με, ᾿Ιησοῦς ὁ ὀφθείς σοι ἐν τῇ ὁδῷ ᾗ ἤρχου, ὅπως ἀναβλέψῃς καὶ πλησθῇς Πνεύματος ῾Αγίου. 18 καὶ εὐθέως ἀπέπεσον ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ ὡσεὶ λεπίδες, ἀνέβλεψέ τε, καὶ ἀναστὰς ἐβαπτίσθη, καὶ λαβὼν τροφὴν ἐνίσχυσεν.

Για να μη νομίσει κανείς ότι η τύφλωσή του ήταν φανταστική, γι’ αυτό υπήρχαν τα λέπια. Άρα δεν χρειάστηκε άλλη διδασκαλία, αλλά το συμβάν αυτό έγινε διδασκαλία.

19 ᾿Εγένετο δὲ ὁ Σαῦλος μετὰ τῶν ὄντων ἐν Δαμασκῷ μαθητῶν ἡμέρας τινάς, 20 καὶ εὐθέως ἐν ταῖς συναγωγαῖς ἐκήρυσσε τὸν ᾿Ιησοῦν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ.

Πρόσεχε ότι αμέσως έγινε διδάσκαλος στις συναγωγές. Δεν σιθανόταν ντροπή για την μεταστροφή του, δεν φοβόταν καταλύοντας εκείνα με τα οποία προηγουμένως ήταν λαμπρός. Και δεν ήταν απλός διδάσκαλος, αλλά διδάσκαλος στις συναγωγές.

Και πρόσεξε επίσης το περιεχόμενο της διδασκαλίας του, διότι δεν κήρυττε ότι ο Χριστός αναστήθηκε, ούτε ότι χει, αλλά τι; Με απόλυτη ακρίβεια εξέθετε το δόγμα: «Ότι αυτός είναι ο Υιός του Θεού».

21 ἐξίσταντο δὲ πάντες οἱ ἀκούοντες καὶ ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ πορθήσας ἐν ῾Ιερουσαλὴμ τοὺς ἐπικαλουμένους τὸ ὄνομα τοῦτο, καὶ ὧδε εἰς τοῦτο ἐλήλυθεν, ἵνα δεδεμένους αὐτοὺς ἀγάγῃ ἐπὶ τοὺς ἀρχιερεῖς; 22 Σαῦλος δὲ μᾶλλον ἐνεδυναμοῦτο καὶ συνέχυνε τοὺς ᾿Ιουδαίους τοὺς κατοικοῦντας ἐν Δαμασκῷ, συμβιβάζων ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός.

Επειδή ήταν νομομαθής, αποστόμωνε τους Ιουδαίους και δεν τους άφηνε να αντιλέγουν. Κι ενώ νόμιζαν ότι είχαν απαλλαγεί από τον Στέφανο, βρήκαν μπροστά τους άλλον ορμητικότερο του Στεφάνου.

 23 ὡς δὲ ἐπληροῦντο ἡμέραι ἱκαναί, συνεβουλεύσαντο οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἀνελεῖν αὐτόν·

Σοβαρές αποφάσεις παίρνουν πάλι οι Ιουδαίοι, διότι δεν επιζητούν πλέον συκοφάντες και κατήγορους και ψευδομάρτυρες, αλλά μόνοι τους πλέον προχωρούν. Γιατί; -Διότι το κήρυγμα του Ευαγγελίου εξαπλώνονταν κι έτσι πλέον ούτε δικαστήριο συγκροτούν.

24 ἐγνώσθη δὲ τῷ Σαύλῳ ἡ ἐπιβουλὴ αὐτῶν. παρετήρουν τε τὰς πύλας ἡμέρας τε καὶ νυκτὸς ὅπως αὐτὸν ἀνέλωσι·

Όλα αυτά συνέβησαν διότι η μεταστροφή του Παύλου ήταν γι’ αυτούς από τα πλέον ανυπόφορα σημεία που ως τότε είχαν γίνει. Και πρόσεχε ότι αυτός στην αρχή δεν διασώζεται με τη χάρη, αλλά από την ανθ΄ρωπινη σοφία:

25 λαβόντες δὲ αὐτὸν οἱ μαθηταὶ νυκτὸς καθῆκαν διὰ τοῦ τείχους χαλάσαντες ἐν σπυρίδι.

Και τι; Αφού διέφυγε τον κίνδυνο, άραγε σταμάτησε; -Καθόλου, αλλά αμέσως πηγαίνει εκεί όπου περισσότερο θα τους εξόργιζε.

26 Παραγενόμενος δὲ ὁ Σαῦλος εἰς ῾Ιερουσαλὴμ ἐπειρᾶτο κολλᾶσθαι τοῖς μαθηταῖς· καὶ πάντες ἐφοβοῦντο αὐτόν, μὴ πιστεύοντες ὅτι ἐστὶ μαθητής.

Δεν πλησίασε τους μαθητές για να μάθει κάτι απ’ αυτούς διότι ο ίδιος ήταν διδάσκαλος

27 Βαρνάβας δὲ ἐπιλαβόμενος αὐτὸν ἤγαγε πρὸς τοὺς ἀποστόλους, καὶ διηγήσατο αὐτοῖς πῶς ἐν τῇ ὁδῷ εἶδε τὸν Κύριον

Αυτός ο Βαρνάβας ήταν ένας πράος και ήμερος άνθρωπος. «Υιός δε παρακλήσεως» ερμηνεύεται το όνομά του γι’ αυτό και έγινε φίλος του Παύλου. Και επειδή ήταν πάρα πολύ αγαθός και ευκολοπλησίαστος δεν φοβόταν όπως οι υπόλοιποι τον Παύλο. Στον Χρυσόστομο δε φαίνεται πως ο Βαρνάβας ήταν από πριν γνωστό και φίλος του Παύλου.  και διηγείται:

 καὶ ὅτι ἐλάλησεν αὐτῷ, καὶ πῶς ἐν Δαμασκῷ ἐπαρρησιάσατο ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ ᾿Ιησοῦ.

Διότι ήταν φυσικό ο Βαρνάβας και στη Δαμασκό να είχε ακούσει τα σχετικά με τον Παύλο. Γι’αυτό αφού επιβεβαίωσε με εκείνα και αυτά, έμπρακτα επιβεβαίωσε τα λεχθέντα.

28 καὶ ἦν μετ᾿ αὐτῶν εἰσπορευόμενος καὶ ἐκπορευόμενος ἐν ῾Ιερουσαλὴμ καὶ παρρησιαζόμενος ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ, 29 ἐλάλει τε καὶ συνεζήτει πρὸς τοὺς ῾Ελληνιστάς·

Επειδή οι μαθητές φοβούνταν αυτόν, οι δε Απόστολοι δεν πίστευαν σ’ αυτόν, γι’ αυτό με αυτές τις ενέργειές του διαλύει το φόβο τους. «Μιλούσε» και «συζητούσε», λέει με τους «ελληνιστές». Ως ελληνιστές εννοεί εκείνους που μιλούσαν ελληνικά. Και μιλούσε με εκείνους διότι οι άλλοι Εβραίοι ούτε ήθελαν να δουν ούτε να ακούσουν αυτόν.

οἱ δὲ ἐπεχείρουν αὐτὸν ἀνελεῖν. Δηλαδή οι Ιουδαίοι επιχειρούσαν να τον σκοτώσουν. Αυτό αποτελούσε απόδειξη της σκληρότητα των εβραίων και της ολοκληρωτικής νίκης των χριστιανών και της υπερβολικής λύπης των ηττηθέντων.

 30 ἐπιγνόντες δὲ οἱ ἀδελφοὶ κατήγαγον αὐτὸν εἰς Καισάρειαν καὶ ἐξαπέστειλαν αὐτὸν εἰς Ταρσόν.

Αν και αυτό το έκαναν από φόβο, όμως τον απέστειλαν και για άλλη αιτία. Για να κηρύξει και να βρίσξεται σε ασφάλεια εφόσον θα ήταν στην πατρίδα του. πρόσεχε δε πως δεν γινόταν όλα με τη Θεία Χάρη, αλλά επιτρέπει ο Θεός σ’ αυτούς και με τη δική τους σοφία και κατά ανθρώπινο τρόπο να διευθετούν πολλά ζητήματα. Διότι αν αυτό έγινε στον ίδιο τον Ιησού, πολύ περισσότερο σ’ αυτούς. Επιτρέπει λοιπόν αυτό, για να εξαλείψει την πρόφαση των ραθύμων.

31 Αἱ μὲν οὖν ἐκκλησίαι καθ᾿ ὅλης τῆς ᾿Ιουδαίας καὶ Γαλιλαίας καὶ Σαμαρείας εἶχον εἰρήνην οἰκοδομούμεναι καὶ πορευόμεναι τῷ φόβῳ τοῦ Κυρίου, καὶ τῇ παρακλήσει τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ἐπληθύνοντο.

Πρόκειται να μιλήσει για τον Πέτρο και για την μετάβασή του στους πιστούς. Για να μη νομίσει λοιπόν κάποιος, ότι αυτό ήταν αποτέλεσμα φόβου, διηγείται πως ήταν οι εκκλησίες προηγουμένως, για να δείξει ότι όταν γινόταν διωγμός, ο Πέτρος ήταν στα Ιεροσόλυμα, όταν δε παντού τα πράγματα της εκκλησίας ήτασν ασφαλή, τότε πλέον αφήνει και τα Ιεροσόλυμα. Τόσο πολύ θερμός ήταν και ορμητικός.

32 ᾿Εγένετο δὲ Πέτρον διερχόμενον διὰ πάντων κατελθεῖν καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους τοὺς κατοικοῦντας Λύδδαν.

Ωσάν κάποιος στρατηγός περιερχόταν τις τάξεις του στρατεύματος επιθεωρώντας ποπιο μέρος ήταν συγκροτημένο, ποιο ήταν σε τάξη πορείας ποιο χρειαζόταν την παρουσία του. όχι δεν πρωτοστατούσε για τιμές και δόξα και αυτό φαίνετα από το ότι όπου υπήρχε ανάγκη να οδοιπορήσει να κοπαθήσει να κινδυνέψει, αυτός πάλι πρώτος τρέχει και πρωτοσταστεί.

33 εὗρε δὲ ἐκεῖ ἄνθρωπόν τινα Αἰνέαν ὀνόματι, ἐξ ἐτῶν ὀκτὼ κατακείμενον ἐπὶ κραβάττῳ, ὃς ἦν παραλελυμένος. 34 καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Πέτρος· Αἰνέα, ἰᾶταί σε ᾿Ιησοῦς ὁ Χριστός· ἀνάστηθι καὶ στρῶσον σεαυτῷ. καὶ εὐθέως ἀνέστη.

Και γιατί δεν περίμενε να εκδηλώσει την πίστη του αυτός ο άνθρωπος, ούτε τον ρώτησε αν θα ήθελε να θεραπευτεί; - Το θαύμα αυτό έγινε προπάντων και για την παρηγοριά πολλών. Άκουσε λοιπόν και για κέρδος που ακολούθησε:

35 καὶ εἶδον αὐτὸν πάντες οἱ κατοικοῦντες Λύδδαν καὶ τὸν Σάρωνα, οἵτινες ἐπέστρεψαν ἐπὶ τὸν Κύριον.

Ο τεθεραπευμένος ήταν επίσημος και πολύ γνωστός στην περιοχή και έτσι ο Πέτρος για την απόδειξη του θαύματος παρουσιάζει την δυνατότητά να σηκώσει το κρεβάτι. Έτσι έκαναν οι Απόστολοι. Δεν χάριχαν μόνο την υγεία στους ασθενείς, αλλά επι πλέον τους παρείχαν και επι πλέον σωματική δύναμη. Δικαιολογημένα επίσης δεν ζήτησε ο Πέτρος την ομολογία πίστεως από τον ασθενή διότι ακόμη δεν είχε γίνει γνωστό το περιεχόμενο του κηρύγματος. Όπως άλλωστε έκανε στην αρχή και ο Χριστός όταν έκανε θαύματα δεν ζητούσε και την ομολογία.

36 ᾿Εν ᾿Ιόππῃ δέ τις ἦν μαθήτρια ὀνόματι Ταβιθά, ἣ διερμηνευομένη λέγεται Δορκάς· αὕτη ἦν πλήρης ἀγαθῶν ἔργων καὶ ἐλεημοσυνῶν ὧν ἐποίει. 37 ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἀσθενήσασαν αὐτὴν ἀποθανεῖν· λούσαντες δὲ αὐτὴν ἔθηκαν ἐν ὑπερῴῳ. 38 ἐγγὺς δὲ οὔσης Λύδδης τῇ ᾿Ιόππῃ οἱ μαθηταὶ ἀκούσαντες ὅτι Πέτρος ἐστὶν ἐν αὐτῇ, ἀπέστειλαν δύο ἄνδρας πρὸς αὐτὸν παρακαλοῦντες μὴ ὀκνῆσαι διελθεῖν ἕως αὐτῶν.

Γιατί περίμεναν να πεθάνει; Γιατί να μην ενοχλούνταν ο Πέτρος και πριν από τον θάνατο; Διότι πλέον σκεπτόμενοι θεωρούσαν ανάξιο να ενοχλούν τους μαθητές για τέτοια θέματα και τους αποσπούν από το κήρυγμα.

 39 ἀναστὰς δὲ Πέτρος συνῆλθεν αὐτοῖς· ὃν παραγενόμενον ἀνήγαγον εἰς τὸ ὑπερῷον, καὶ παρέστησαν αὐτῶ πᾶσαι αἱ χῆραι κλαίουσαι καὶ ἐπιδεικνύμεναι χιτῶνας καὶ ἱμάτια ὅσα ἐποίει μετ᾿ αὐτῶν οὖσα ἡ Δορκάς.

Εκεί μπροστά όπου ήταν τοποθετημένη νεκρή, οδηγούν τον Πέτρο, ίσως επειδή νόμιζαν ότι παρέχουν σ’ αυτόν την ευκειρία της διδασκαλίας. Είδες πόση πρόοδος είχε γίνει; Και κοιτάξτε πως πλέκει το εγκώμιο της γυναίκας: «ήταν λέει πλήρης από αγαθοεργίες και ελεηομοσύνες που έκανε».

 40 ἐκβαλὼν δὲ ἔξω πάντας ὁ Πέτρος θεὶς τὰ γόνατα προσηύξατο, καὶ ἐπιστρέψας πρὸς τὸ σῶμα εἶπε· Ταβιθά, ἀνάστηθι. ἡ δὲ ἤνοιξε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῆς, καὶ ἰδοῦσα τὸν Πέτρον ἀνεκάθισε.

Γιατί τους έβγαλε όλους έξω; - Για να μη συγκινηθεί από τα δάκρυα και να μη ταραχθεί. «Και φού γονάτισε προσευχήθηκε» . αυτό είναι δείγμα παρατεταμένης προσευχής.

41 δοὺς δὲ αὐτῇ χεῖρα ἀνέστησεν αὐτήν, φωνήσας δὲ τοὺς ἁγίους καὶ τὰς χήρας παρέστησεν αὐτὴν ζῶσαν.

Στους αγίου (εννοεί στους πιστούς) για παρηγοριά, διότι παρέλαβαν πάλι την αδελφή, στις δε χήρες για την προστασία τους.

Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ο Πέτρος ανέστησε εκ νεκρών κάποιον αποκαλώντας τον με το όνομά του.

42 γνωστὸν δὲ ἐγένετο καθ᾿ ὅλης τῆς ᾿Ιόππης, καὶ πολλοὶ ἐπίστευσαν ἐπὶ τὸν Κύριον. 43 ᾿Εγένετο δὲ ἡμέρας ἱκανὰς μεῖναι αὐτὸν ἐν ᾿Ιόππῃ παρά τινι Σίμωνι βυρσεῖ.

Πρόσεχε την ταπεινοφροσύνη και την αγαθότητα του Πέτρου, πως δεν μένει στην Ταβιθά, ούτε σε κάποιον άλλον από τους επισήμους, αλλά στην οικία κάποιου βυρσοδέψη, οδηγώντας με όλα αυτά στην ταπεινοφροσύνη και δεν αφήνει ούτε τους απλοϊκούς να ντρέπονται, ούτε τους σπουδαίους να υπερηφανεύονται.

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ (Ι΄)

1 Ανήρ δέ τις ἐν Καισαρείᾳ ὀνόματι Κορνήλιος, ἑκατοντάρχης ἐκ σπείρης τῆς καλουμένης ᾿Ιταλικῆς, 2 εὐσεβὴς καὶ φοβούμενος τὸν Θεὸν σὺν παντὶ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ, ποιῶν τε ἐλεημοσύνας πολλὰς τῷ λαῷ καὶ δεόμενος τοῦ Θεοῦ διὰ παντός, 3 εἶδεν ἐν ὁράματι φανερῶς ὡσεὶ ὥραν ἐνάτην τῆς ἡμέρας ἄγγελον τοῦ Θεοῦ εἰσελθόντα πρὸς αὐτὸν καὶ εἰπόντα αὐτῷ· Κορνήλιε. 4 ὁ δὲ ἀτενίσας αὐτῷ καὶ ἔμφοβος γενόμενος εἶπε· τί ἐστι, κύριε; εἶπε δὲ αὐτῷ· αἱ προσευχαί σου καὶ αἱ ἐλεημοσύναι σου ἀνέβησαν εἰς μνημόσυνον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Αυτός δεν είναι Ιουδαίος, ούτε ζει σύμφωνα με το Μωσαϋκό νόμο, αλλά ήδη είχε ακολουθήσει από πριν τον τρόπο της χριστιανικής ζωής. Μεγάλο πράγματι είναι το εγκώμιο γι’ αυτόν τον ευλαβή Ιουδαίο. Διότι και αξιωματούχος ήταν και πλούσιος ήταν και πολλές ελεημοσύνες έκανε. Και δεν ήταν μόνος αυτός ευλαβής, αλλά όλη η οικογένειά του. ας το ακούσουμε αυτό όλοι όσοι παραμελούμε τους οικείους. Και δεν φρόντιζε μόνο για τους οικείους αυτός ο άνθρωπος, αλλά για τους στρατιώτες φρόντιζε και για όλο τον λαό κάνοντας ελεημοσύνες.

Και γιατί ο Κορνήλιος είδε άγγελο; Όχι τόσο για εκείνον, όσο για τον Πέτρο έγινε αυτό προς πληροφορία του κορυφαίου των Αποστόλων. Και πότε τον είδε; «Κατά την ενάτη ώρα» όταν είχε αφήσει τις φροντίδες και ησύχαζε, όταν προσευχόταν και βρισκόταν σε κατάνυξη.

5 καὶ νῦν πέμψον εἰς ᾿Ιόππην ἄνδρας καὶ μετάπεμψαι Σίμωνα τὸν ἐπικαλούμενον Πέτρον· 6 οὗτος ξενίζεται παρά τινι Σίμωνι βυρσεῖ, ᾧ ἐστιν οἰκία παρὰ θάλασσαν.

Είδες πως οι Απόστολοι επεδίωκαν τα απομακρυσμένα σημεία των πόλεων, εφ’ όσον ήταν φίλοι της ησυχίας και ερημίας; Και δεν του είπε για ποιο λόγο έπρεπε να πάει τον βρει για να μην τον κάνει να χαλαρώσει, αλλά τον άφησε να καταληφθεί από επιθυμία και πόθο να ακούσει τον Πέτρο.

 7 ὡς δὲ ἀπῆλθεν ὁ ἄγγελος ὁ λαλῶν τῷ Κορνηλίῳ, φωνήσας δύο τῶν οἰκετῶν αὐτοῦ καὶ στρατιώτην εὐσεβῆ τῶν προσκαρτερούντων αὐτῷ, 8 καὶ ἐξηγησάμενος αὐτοῖς ἅπαντα, ἀπέστειλεν αὐτοὺς εἰς τὴν ᾿Ιόππην.

Βλέπεις ότι δεν λέει αυτά απλώς, αλλά για να δείξει ότι και εκείνοι που τον υπηρετούσαν ήταν σαν αυτόν.

 9 Τῇ δὲ ἐπαύριον ὁδοιπορούντων ἐκείνων καὶ τῇ πόλει ἐγγιζόντων ἀνέβη Πέτρος ἐπὶ τὸ δῶμα προσεύξασθαι περὶ ὥραν ἕκτην.

Πρόσεχε πώς το Πνεύμα συνδυάζει τις περιστάσεις και συντελεί να γίνει το έργο αυτό ούτε νωρίτερα, ούτε αργότερα

10 ἐγένετο δὲ πρόσπεινος καὶ ἤθελε γεύσασθαι· παρασκευαζόντων δὲ ἐκείνων ἐπέπεσεν ἐπ᾿ αὐτὸν ἔκστασις,

Τι είναι η έκσταση; -Πνευματική οπτασία, θαμπορούσε να πει κάποιος πως η ψυχή του απέβαλε τις αισθήσεις της.

11 καὶ θεωρεῖ τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγμένον καὶ καταβαῖνον ἐπ᾿ αὐτὸν σκεῦός τι ὡς ὀθόνην μεγάλην, τέσσαρσιν ἀρχαῖς δεδεμένον καὶ καθιέμενον ἐπὶ τῆς γῆς, 12 ἐν ᾧ ὑπῆρχε πάντα τὰ τετράποδα τῆς γῆς καὶ τὰ θηρία καὶ τὰ ἑρπετὰ καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ. 13 καὶ ἐγένετο φωνὴ πρὸς αὐτόν· ἀναστάς, Πέτρε, θῦσον καὶ φάγε. 14 ὁ δὲ Πέτρος εἶπε· μηδαμῶς, Κύριε· ὅτι οὐδέποτε ἔφαγον πᾶν κοινὸν ἢ ἀκάθαρτον. 15 καὶ φωνὴ πάλιν ἐκ δευτέρου πρὸς αὐτόν· ἃ ὁ Θεὸς ἐκαθάρισε σὺ μὴ κοίνου. 16 τοῦτο δὲ ἐγένετο ἐπὶ τρίς, καὶ πάλιν ἀνελήφθη τὸ σκεῦος εἰς τὸν οὐρανόν.

Τι τέλος πάντων σημαίνει αυτό; -Το όραμα αυτό είναι σύμβολο όλης της οικουμένης. Ο άνθρωπος ήταν απερίτμητος και δεν είχε κανένα κοινό με τους Ιουδαίους. Επειδή λοιπόν επρόκειτο όλοι να τον κατηγορήσουν σαν παραβάτη και αυτό ήταν γι’ αυτούς πολύ προσβλητικό, αναγκάζεται να πει «ουδέποτε έφαγα», όχι διότι ο ίδιος φοβόταν, μακριά μια τέτοια σκέψη, αλλά όπως είπα επιδή καθοδηγούνταν από το Πνεύμα, για να έχει να απολογηθεί σ’ εκείνους που θα τον κατηγορούσαν ότι είχε αντιρρήσεις, διότι οι μαθητές πάρα πολύ φρόντιζαν για την τήρηση του νόμου. Στα έθνη στελλόνταν ο Πέτρος.

Και αν επιτιμήθηκε ο Πέτρος αυτό έγινε πολύ περισσότερο για τους Ιουδαίους παρά για τον Πέτρο. Το σενδόνι λοιπόν είναι η γη, τα δε θηρία που βρίσκονται σ’ αυτήν είναι οι εθνικοί το δε «σφάξε και φάε», σημαίνει ότι και εκείνοι πρέπει να προσέλθουν στη νέα πίστη, το ότι δε αυτό επαναλήφθηκε τρεις φορές σημαίνει το βάπτισμα.

17 ῾Ως δὲ ἐν ἑαυτῷ διηπόρει ὁ Πέτρος τί ἂν εἴη τὸ ὅραμα ὃ εἶδε, καὶ ἰδοὺ οἱ ἄνδρες οἱ ἀπεσταλμένοι ἀπὸ τοῦ Κορνηλίου διερωτήσαντες τὴν οἰκίαν Σίμωνος ἐπέστησαν ἐπὶ τὸν πυλῶνα, 18 καὶ φωνήσαντες ἐπυνθάνοντο εἰ Σίμων ὁ ἐπικαλούμενος Πέτρος ἐνθάδε ξενίζεται. 19 τοῦ δὲ Πέτρου διενθυμουμένου περὶ τοῦ ὁράματος εἶπεν αὐτῷ τὸ Πνεῦμα· ἰδοὺ ἄνδρες τρεῖς ζητοῦσί σε· 20 ἀλλὰ ἀναστὰς κατάβηθι καὶ πορεύου σὺν αὐτοῖς μηδὲν διακρινόμενος, διότι ἐγὼ ἀπέσταλκα αὐτούς.

Πρόσεχε. Δεν είπε διότι γι’ αυτό τον σκοπό φανερώθηκε σε σένα το όραμα, αλλά «εγώ τους απέστειλα», για να δείξει στον Πέτρο ότι έτσι πρέπει να υπακούσει και να μη ζητεί εξηγήσεις. Διότι αρκεί για κάθε πληροφορία η αξιοπιστία του Αγίου Πνεύματος.

Καθόσον εύκολα η ψυχή δέχεται τη λύση, αν προηγουμένως κυριευθεί από απορία.


21 καταβὰς δὲ Πέτρος πρὸς τοὺς ἄνδρας εἶπεν· ἰδοὺ ἐγώ εἰμι ὃν ζητεῖτε· τίς ἡ αἰτία δι᾿ ἣν πάρεστε; 22 οἱ δὲ εἶπον· Κορνήλιος ἑκατοντάρχης, ἀνὴρ δίκαιος καὶ φοβούμενος τὸν Θεόν, μαρτυρούμενός τε ὑπὸ ὅλου τοῦ ἔθνους τῶν ᾿Ιουδαίων, ἐχρηματίσθη ὑπὸ ἀγγέλου ἁγίου μεταπέμψασθαί σε εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ καὶ ἀκοῦσαι ρήματα παρὰ σοῦ.

Λέγουν τα εγκώμια του ανθρώπου ώστε να πείσουν τον Πέτρο ότι άγγελος παρουσιάστηκε σ’ αυτόν.
 

23 εἰσκαλεσάμενος οὖν αὐτοὺς ἐξένισε.

Βλέπεις από πού γίνεται η αρχή της προσελεύσεως των εθνικών στην χριστιανική πίστη; - Από άνδρα ευσεβή που αποδείχτηκε από τα έργα του άξιος.

Τῇ δὲ ἐπαύριον ἀναστὰς ἐξῆλθε σὺν αὐτοῖς, καί τινες τῶν ἀδελφῶν τῶν ἀπὸ τῆς ᾿Ιόππης συνῆλθον αὐτῷ, 24 καὶ τῇ ἐπαύριον εἰσῆλθον εἰς τὴν Καισάρειαν. ὁ δὲ Κορνήλιος ἦν προσδοκῶν αὐτοὺς συγκαλεσάμενος τοὺς συγγενεῖς αὐτοῦ καὶ τοὺς ἀναγκαίους φίλους.

Ήταν επίσημος ο άνθρωπος και σε επίσημη πόλη διέμενε. Γι’ αυτό και όλα τα σχετικά με αυτόν ρυθμίζονται συγχρόνως και το πράγμα λαμβάνει την αρχή του από την Ιουδαία. Όπως δηλαδή το να φανεί ο άγγελος ενώ δεν κοιμόταν ο Κορνήλιος αλλά βρισκόταν σε εγρήγορση, το ότι συνέβηκε αυτό την ημέρα διότι παρουσιάστηκε κατά την ενάτη ώρα, τόσο πολύ πρόσεχε τον εαυτό του.

Και είδατε ότι ο Κορνήλιος είχε λέει καλέσει τους συγγενείς του και τους στενούς του φίλους. Διότι αυτό είναι γνώρισμα φίλου, αυτό είναι γνώρισμα θεοσεβή, στα καλά αυτά γεγονότα να κάνει κοινωνούς προ πάντων τους στενούς του φίλους. Δικαιολογημένα συγκάλεσε αυτούς, με τους οποίου είχε το θάρρος βέβαια πάντοτε να συζητά για τα παρόμοια ζητήματα, τα οπόια αρχικά ήταν περιττό να ανακοινώσει σε άλλους.

 25 ῾Ως δὲ ἐγένετο τοῦ εἰσελθεῖν τὸν Πέτρον, συναντήσας αὐτῷ ὁ Κορνήλιος πεσὼν ἐπὶ τοὺς πόδας προσεκύνησεν. 26 ὁ δὲ Πέτρος αὐτὸν ἤγειρε λέγων· ἀνάστηθι· κἀγὼ αὐτὸς ἄνθρωπός εἰμι.

Το έκανε αυτό για να δείξει την ταπεινοφροσύνη του και για να διδάξει τους άλλους και για να ευχαριστήσει το Θεό και για να φανερώσει ότι αν και έλαβε εντολή, εν τούτοις είχε από μόνος του την ευλάβεια σε μεγάλο βαθμό. Τι λοιπόν του απάντησε ο Πέτρος;

 27 καὶ συνομιλῶν αὐτῷ εἰσῆλθε, καὶ εὑρίσκει συνεληλυθότας πολλούς,
28 ἔφη τε πρὸς αὐτούς· ὑμεῖς ἐπίστασθε ὡς ἀθέμιτόν ἐστιν ἀνδρὶ ᾿Ιουδαίῳ κολλᾶσθαι ἢ προσέρχεσθαι ἀλλοφύλῳ· καὶ ἐμοὶ ὁ Θεὸς ἔδειξε μηδένα κοινὸν ἢ ἀκάθαρτον λέγειν ἄνθρωπον·

Δεν υπάρχει λοιπόν κανένας άνθρωπος ακάθαρτος ή μολυσμένος, ακόμη κι αν αυτός είναι αλλοεθνής. Όμως παρόλα αυτά ο Ιουδαϊκός νόμος απαγόρευε στους Ιουδαίους να συναναστρέφονται αλλοεθνείς. Και όχι μόνο να μην συναναστραφούν, αλλά ούτε καν να πλησιάσουν.

 29 διὸ καὶ ἀναντιρρήτως ἦλθον μεταπεμφθείς. πυνθάνομαι οὖν τίνι λόγῳ μετεπέμψασθέ με;

Δεν ζητά να μάθει επειδή αγνοεί, διότι γνώριζε όλη την υπόθεση, αλλά για να κάνουν αυτούς να ομολογήσουν και να τους κάνει υπεύθυνους για την πίστη.

30 καὶ ὁ Κορνήλιος ἔφη· ἀπὸ τετάρτης ἡμέρας μέχρι ταύτης τῆς ὥρας ἤμην νηστεύων, καὶ τὴν ἐνάτην ὥραν προσευχόμενος ἐν τῷ οἴκῳ μου· καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ἔστη ἐνώπιόν μου ἐν ἐσθῆτι λαμπρᾷ, 31 καί φησι· Κορνήλιε, εἰσηκούσθη σου ἡ προσευχὴ καὶ αἱ ἐλεημοσύναι σου ἐμνήσθησαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. 32 πέμψον οὖν εἰς ᾿Ιόππην καὶ μετακάλεσαι Σίμωνα ὃς ἐπικαλεῖται Πέτρος· οὗτος ξενίζεται ἐν οἰκίᾳ Σίμωνος βυρσέως παρὰ θάλασσαν· ὃς παραγενόμενος λαλήσει σοι.
33 ἐξαυτῆς οὖν ἔπεμψα πρός σε, σύ τε καλῶς ἐποίησας παραγενόμενος. νῦν οὖν πάντες ἡμεῖς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πάρεσμεν ἀκοῦσαι πάντα τὰ προστεταγμένα σοι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ.

Μετά την διήγηση του Κορνηλίου ο Πέτρος άνοιξε το στόμα του και είπε:

34 ᾿Ανοίξας δὲ Πέτρος τὸ στόμα αὐτοῦ εἶπεν· ἐπ᾿ ἀληθείας καταλαμβάνομαι ὅτι οὐκ ἔστι προσωπολήπτης ὁ Θεός,
35 ἀλλ᾿ ἐν παντὶ ἔθνει ὁ φοβούμενος αὐτὸν καὶ ἐργαζόμενος δικαιοσύνην δεκτὸς αὐτῷ ἐστι.

Δηλαδή ο Θεός δεν διακρίνει περιτμημένους και απερίτμητους, αλλά όλους τους αποδέχεται. Δεν είναι προσωπολήπτης ο Θεός.

 36 τὸν λόγον ὃν ἀπέστειλε τοῖς υἱοῖς ᾿Ισραὴλ εὐαγγελιζόμενος εἰρήνην διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ· οὗτός ἐστι πάντων Κύριος· 37 ὑμεῖς οἴδατε τὸ γενόμενον ρῆμα καθ᾿ ὅλης τῆς ᾿Ιουδαίας, ἀρξάμενον ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας μετὰ τὸ βάπτισμα ὃ ἐκήρυξεν ᾿Ιωάννης, 38 ᾿Ιησοῦν τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ, ὡς ἔχρισεν αὐτὸν ὁ Θεὸς Πνεύματι ῾Αγίῳ καὶ δυνάμει, ὃς διῆλθεν εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος πάντας τοὺς καταδυναστευομένους ὑπὸ τοῦ διαβόλου, ὅτι ὁ Θεὸς ἦν μετ᾿ αὐτοῦ· 39 καὶ ἡμεῖς ἐσμεν μάρτυρες πάντων ὧν ἐποίησεν ἔν τε τῇ χώρᾳ τῶν ᾿Ιουδαίων καὶ ἐν ῾Ιερουσαλήμ· ὃν καὶ ἀνεῖλον κρεμάσαντες ἐπὶ ξύλου. 40 τοῦτον ὁ Θεὸς ἤγειρε τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ καὶ ἔδωκεν αὐτὸν ἐμφανῆ γενέσθαι, 41 οὐ παντὶ τῷ λαῷ, ἀλλὰ μάρτυσι τοῖς προκεχειροτονημένοις ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, ἡμῖν, οἵτινες συνεφάγομεν καὶ συνεπίομεν αὐτῶ μετὰ τὸ ἀναστῆναι αὐτὸν ἐκ νεκρῶν· 42 καὶ παρήγγειλεν ἡμῖν κηρῦξαι τῷ λαῷ καὶ διαμαρτύρασθαι ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ ὡρισμένος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ κριτὴς ζώντων καὶ νεκρῶν.
43 τούτῳ πάντες οἱ προφῆται μαρτυροῦσιν, ἄφεσιν ἁμαρτιῶν λαβεῖν διὰ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ πάντα τὸν πιστεύοντα εἰς αὐτόν.

Πρώτα δίδαξε για την κυριότητα του Ιησού και με ανωτερότητα μεγάλη όσο ήταν δυνατό, επειδή απευθύνονταν σε ψυχή που ήδη είχε γίνει υψηλή και δεχόταν με θέρμη τα παραδιδόμενα από τον Πέτρο, έπειτα παρουσιάζοντας πως είναι Κύριος όλων όχι μόνον των Ιουδαίων, αλλά κάθε καλοπροαίρετης ψυχής. Απεστάλλει βέβαια ο Ιησούς πρώτα στους Ιουδαίους και διά μέσου αυτών σε όλυς τους ανθρώπους που βασανίζονται από τον διάβολο. Έπειτα όταν απέδειξε ότι στάλθηκε από τον Θεό τότε λέγει ότι θανατώθηκε για να μη φανατστεί κανεί τίποτα το παράλογο. Βλέπεις ότι πουθενά δεν αποκρύπτει τον σταυρό; Και όχι μόνο δεν τον αποκρύπτει αλλά αναφέρει και τον τρόπο της σταυρώσεως.

Κι αφού λέει σταυρώθηκε και θανατώθηκε στη συνέχεια αναστήθηκε. Και πως αποδεικνύει ο Πέτρος την ανάσταση; -Λέγοντας ότι συνέφαγε μαζί τους. Και γιατί όταν αναστήθηκε δεν έκανε κανένα θαύμα αλλά μόνο έφαγε και ήπιε; - Διότι αυτή καθ’ εαυτή η αναστάση είναι μεγάλο θαύμα. Και δεν είπε ο πέτρος ότι αυτός που αναστήθηκε είναι ο Υιός του Θεού, αλλά αυτό κυρίως που φόβιζε τους Ιουδαίους, ότι δηλαδή είναι αυτός που θα κρίνει ζώντας και νεκρούς. Και όταν τους κατατρόμαξε με το φόβο, τότε προσθέτει τη συγχώρηση που δενα αναφέρεται από εκείνον, αλλά από τους προφήτες.

44 ῎Ετι λαλοῦντος τοῦ Πέτρου τὰ ρήματα ταῦτα ἐπέπεσε τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ἐπὶ πάντας τοὺς ἀκούοντας τὸν λόγον. 45 καὶ ἐξέστησαν οἱ ἐκ περιτομῆς πιστοὶ ὅσοι συνῆλθον τῷ Πέτρῳ, ὅτι καὶ ἐπὶ τὰ ἔθνη ἡ δωρεὰ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ἐκκέχυται· 46 ἤκουον γὰρ αὐτῶν λαλούντων γλώσσαις καὶ μεγαλυνόντων τὸν Θεόν.

Πρόσεχε την οικονομία του Θεού. Δεν άφησε να τελειώσει ο λόγος του Πέτρου, ούτε κατόπιν εντολής αυτού να τελεσθεί το βάπτισμα, αλλά όταν αυτοί που άκουγαν τον λόγο του Πέτρου έδειξαν ότι η διάνοιά τους ήταν έτοιμη να αποδεχτεί το κήρυγμα και έγινε έτσι η αρχή της διδασκαλίας, αφού πίστεψαν αυτοί ότι οπωσδήποτε το βάπτισμα παρέχει άφεση των αμαρτιών, τότε ήρθε σ’ αυτούς το Άγιο Πνεύμα. Αυτό γίνεται επειδή ο Θεός ετοίμαζε για τον Πέτρο σπουδαία απολογία. Και δεν αλαμβάνουν απλώς το Άγιο Πνεύμα, αλλά και μιλούν ξένες γλώσσες, γεγονός που προξένησε έκπληξη σε όλους εκείνους που συγκεντρώθηκαν εκεί. Και για ποιο λόγο ρυθμίζεται το θέμα έτσι; -Εξ’ αιτίας των Ιουδαίων. Οι οποίοι υπερβολικά μισούσαν και απέφευγαν να έρχονται σε σχέση με τους εθνικούς. Γι’ αυτό παντού το παν γίνεται από τον Θεό. Και ο Πέτρος παράλληλα γίνεται θεατής και διδασκόμενος ότι πρέπει πλέον οι Ιουδαίοι να έρθουν σε επαφή με τους εθνικούς και ότι αυτό πρέπει να γίνει μέσω των Αποστόλων.

 47 τότε ἀπεκρίθη ὁ Πέτρος· μήτι τὸ ὕδωρ κωλῦσαι δύναταί τις τοῦ μὴ βαπτισθῆναι τούτους, οἵτινες τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ἔλαβον καθὼς καὶ ἡμεῖς;

Τα πάντα πλέον έχουν γίνει. Το αναγκαιότερο έγινε, το βάπτισμα δηλαδή με το οποίο και εμείς βαπτιστήκαμε.

48 προσέταξέ τε αὐτοὺς βαπτισθῆναι ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου. τότε ἠρώτησαν αὐτὸν ἐπιμεῖναι ἡμέρας τινάς.

Αφού απολογήθηκε πρώτα, τότε έδωσε εντολή σ’ αυτούς να βαπτιστούν, διδάσκοντας αυτούς με τα ίδια πράγματα. Τα΄τοσο μεγάλο μίσος έτραφαν οι Ιουδαίου προς τους εθνικούς. Γι’ αυτό προηγουμένως απολογήθηκε αν και τα πράγματα μιλούσαν από μόνα τους.

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ (ΙΑ΄)

1 Ηκουσαν δὲ οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ ἀδελφοὶ οἱ ὄντες κατὰ τὴν ᾿Ιουδαίαν ὅτι καὶ τὰ ἔθνη ἐδέξαντο τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ. 2 καὶ ὅτε ἀνέβη Πέτρος εἰς ῾Ιεροσόλυμα, διεκρίνοντο πρὸς αὐτὸν οἱ ἐκ περιτομῆς 3 λέγοντες ὅτι πρὸς ἄνδρας ἀκροβυστίαν ἔχοντας εἰσῆλθες καὶ συνέφαγες αὐτοῖς.

Μετά από τόσα θαύματα σκανδαλίζονταν οι εκ περιτομής πιστοί.. όχι όμως οι Απόστολοι. Και δεν έλεγαν «γιατί κήρυξες σ’ αυτούς το Ευαγγέλιο»; , αλλά «γιατί έφαγες μαζί τους»; Ο δε Πέτρος δεν απολογείται γι’ αυτό το ασήμαντο ζήτημα, αλλά αναφέρεται σε εκείνο το σπουδάιο λέγοντας:

4 ἀρξάμενος δὲ ὁ Πέτρος ἐξετίθετο αὐτοῖς καθεξῆς λέγων·
5 ἐγὼ ἤμην ἐν πόλει ᾿Ιόππῃ προσευχόμενος, καὶ εἶδον ἐν ἐκστάσει ὅραμα, καταβαῖνον σκεῦός τι ὡς ὀθόνην μεγάλην τέσσαρσιν ἀρχαῖς καθιεμένην ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἦλθεν ἄχρις ἐμοῦ· 6 εἰς ἣν ἀτενίσας κατενόουν, καὶ εἶδον τὰ τετράποδα τῆς γῆς καὶ τὰ θηρία καὶ τὰ ἑρπετὰ καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ. 7 ἤκουσα δὲ φωνῆς λεγούσης μοι· ἀναστάς, Πέτρε, θῦσον καὶ φάγε. 8 εἶπον δέ, μηδαμῶς, Κύριε· ὅτι πᾶν κοινὸν ἢ ἀκάθαρτον οὐδέποτε εἰσῆλθεν εἰς τὸ στόμα μου. 9 ἀπεκρίθη δέ μοι φωνὴ ἐκ δευτέρου ἐκ τοῦ οὐρανοῦ· ἃ ὁ Θεὸς ἐκαθάρισε σὺ μὴ κοίνου. 10 τοῦτο δὲ ἐγένετο ἐπὶ τρίς, καὶ πάλιν ἀνεσπάσθη ἅπαντα εἰς τὸν οὐρανόν. 11 καὶ ἰδοὺ ἐξαυτῆς τρεῖς ἄνδρες ἐπέστησαν ἐπὶ τὴν οἰκίαν ἐν ᾗ ἤμην, ἀπεσταλμένοι ἀπὸ Καισαρείας πρός με. 12 εἶπε δέ μοι τὸ Πνεῦμα συνελθεῖν αὐτοῖς μηδὲν διακρινόμενον. ἦλθον δὲ σὺν ἐμοὶ καὶ οἱ ἓξ ἀδελφοὶ οὗτοι, καὶ εἰσήλθομεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ ἀνδρός. 13 ἀπήγγειλέ τε ἡμῖν πῶς εἶδε τὸν ἄγγελον ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ σταθέντα καὶ εἰπόντα αὐτῷ· ἀπόστειλον εἰς ᾿Ιόππην ἄνδρας καὶ μετάπεμψαι Σίμωνα τὸν ἐπικαλούμενον Πέτρον, 14 ὃς λαλήσει ρήματα πρός σε, ἐν οἷς σωθήσῃ σὺ καὶ πᾶς ὁ οἷκός σου. 15 ἐν δὲ τῷ ἄρξασθαί με λαλεῖν ἐπέπεσε τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ἐπ᾿ αὐτοὺς ὥσπερ καὶ ἐφ᾿ ἡμᾶς ἐν ἀρχῇ. 16 ἐμνήσθην δὲ τοῦ ρήματος Κυρίου ὡς ἔλεγεν· ᾿Ιωάννης μὲν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δὲ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ. 17 εἰ οὖν τὴν ἴσην δωρεὰν ἔδωκεν αὐτοῖς ὁ Θεὸς ὡς καὶ ἡμῖν, πιστεύσασιν ἐπὶ τὸν Κύριον ᾿Ιησοῦν Χριστόν, ἐγὼ δὲ τίς ἤμην δυνατὸς κωλῦσαι τὸν Θεόν;

Συνεπώς είναι σαν να τους λέει ο Πέτρος, «εγώ τίποτα δεν έκανα και καθόλου δεν επεδίωξα ώστε οι εθνικοί να βαπτιστούν. Τα πάντα. Και η κλήση και το Βάπτισμα έγιναν από το Πνεύμα το Άγιο. Και δεν έλαβαν οι εθνικοί λιγότερα από τους Ιουδαίους, αλλά όπως τονίζει ο Πέτρος έλαβαν «την ίδια δωρεά».

18 ἀκούσαντες δὲ ταῦτα ἡσύχασαν καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεὸν λέγοντες· ἄρα γε καὶ τοῖς ἔθνεσιν ὁ Θεὸς τὴν μετάνοιαν ἔδωκεν εἰς ζωήν.

Βλέπεις πως από την ομιλία του Πέτρου, με την οποία τους γνωστοποίησε όλα τα συμβάντα όλα τελείωσαν καλά;

19 Οἱ μὲν οὖν διασπαρέντες ἀπὸ τῆς θλίψεως τῆς γενομένης ἐπὶ Στεφάνῳ διῆλθον ἕως Φοινίκης καὶ Κύπρου καὶ ᾿Αντιοχείας, μηδενὶ λαλοῦντες τὸν λόγον εἰ μὴ μόνον ᾿Ιουδαίοις.

Δεν συνέβαλε λίγο ο διωγμός στη διάδοση του θείου λόγου. Διότι λέγει, «Σ’ εκείνους που αγαπούν το Θεό όλα συμβάλλουν για αγαθό αποτέλεσμα». (Ρωμ. 8,28). Δηλαδή στην ουσία μέσω του διωγμού διασκορπίστηκαν σε όλη την οικουμένη οι διδάσκαλοι του Ευαγγελίου. Άλλωστε σε άλλο σημείο ο Πάυλος βροντοφωνάζει: «Προς σας ανάγκη ήταν να κηρυχθεί πρώτα ο λόγος του Θεού επειδή όμως τον απορρίπτετε και δεν τον δέχεστε και δεν θεωρείτε άξιους τους ευατούς σας γι’ αυτόν, γι’ αυτό στρεφόμαστε προς τους εθνικούς». (πραξ. 13,46)

20 ῏Ησαν δέ τινες ἐξ αὐτῶν ἄνδρες Κύπριοι καὶ Κυρηναῖοι, οἵτινες εἰσελθόντες εἰς ᾿Αντιόχειαν ἐλάλουν πρὸς τοὺς ῾Ελληνιστάς, εὐαγγελιζόμενοι τὸν Κύριον ᾿Ιησοῦν.

Πρόσεχε ότι κηρύσσουν το Ευαγγέλιο στους έλληνες διότι φυσικό ήταν να γνώριζαν αυτοί τα ελληνικά και να υπήρχαν πολλοί τέτοιοι στην Αντιόχεια.

21 καὶ ἦν χεὶρ Κυρίου μετ᾿ αὐτῶν, πολύς τε ἀριθμὸς πιστεύσας ἐπέστρεψεν ἐπὶ τὸν Κύριον.

Βλέπεις για ποιο λόγο κατέστη αναγκαία η επιτέλεση θαυμάτων ώστε να πιστέψουν;

 22 ᾿Ηκούσθη δὲ ὁ λόγος εἰς τὰ ὦτα τῆς ἐκκλησίας τῆς ἐν ῾Ιεροσολύμοις περὶ αὐτῶν, καὶ ἐξαπέστειλαν Βαρνάβαν διελθεῖν ἕως ᾿Αντιοχείας·

Γιατί τέλος πάντων, ενώ μια τέτοια πόλη δέχεται τον θείο λόγο, δεν ήρθαν οι ίδιοι οι Απόστολοι, αλλά στέλνουν τον Βαρνάβα; -Εξ’ αιτίας των Ιουδαίων. Πλην όμως το θέμα τακτοποιείται πολύ σπουδαία ώστε έτσι να έρθει εδώ ο Παύλος.

23 ὃς παραγενόμενος καὶ ἰδὼν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐχάρη, καὶ παρεκάλει πάντας τῇ προθέσει τῆς καρδίας προσμένειν τῷ Κυρίῳ, 24 ὅτι ἦν ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ πλήρης Πνεύματος ῾Αγίου καὶ πίστεως καὶ προσετέθη ὄχλος ἱκανὸς τῷ Κυρίῳ. 25 ἐξῆλθε δὲ εἰς Ταρσὸν ὁ Βαρνάβας ἀναζητῆσαι Σαῦλον, καὶ εὑρὼν αὐτὸν ἤγαγεν αὐτὸν εἰς ᾿Αντιόχειαν.

Ο Βαρνάβας ήταν πολύ καλός άνθρωπος, απλοϊκός και γνωστός του Παύλου γι’ αυτό και ήρθε προς τον αθλητή, προς τον στρατηγό, προς τον μονομάχο, προς το λιοντάρι, προς το στόμα που επαρκούσε για όλη την οικουμένη. Πράγματι γι’ αυτό στην Αντιόχεια έλαβαν οι πιστοί την τακτική ονομασία «χριατιανοί», επειδή ο Παύλος διέμενε σ’ αυτήν τόσο πολύ χρόνο.

26 ἐγένετο δὲ αὐτοὺς ἐνιαυτὸν ὅλον συναχθῆναι ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ καὶ διδάξαι ὄχλον ἱκανόν, χρηματίσαι τε πρῶτον ἐν ᾿Αντιοχείᾳ τοὺς μαθητὰς Χριστιανούς.

27 ᾿Εν ταύταις δὲ ταῖς ἡμέραις κατῆλθον ἀπὸ ῾Ιεροσολύμων προφῆται εἰς ᾿Αντιόχειαν·

Επειδή έπρεπε εδώ να φυτευτεί και ο καρπός της ελεημοσύνης ρυθμίζεται προς αποκόμιση ωφέλειας να κατεβούν εδώ οι προφήτες. Συ όμως σε παρακαλώ πρόσεχε πως κανένας από τους φημισμένους δεν γίνεται δάσκαλος αυτών. Διότι είχαν δασκάλους Κυπρίους και Κυρηναίους και τον Παύλο (αν και αυτός υπερέβαινε αυτούς), όπως ακριβώς ο Πάλυος είχε τον Βαρνάβα και τον Ανανία αλλά δεν μειονεκτεί σε τίποτα ως προς υατό, είχε όμως και τον Χριστό.

 28 ἀναστὰς δὲ εἷς ἐξ αὐτῶν ὀνόματι ῎Αγαβος ἐσήμανε διὰ τοῦ Πνεύματος λιμὸν μέγαν μέλλειν ἔσεσθαι ἐφ᾿ ὅλην τὴν οἰκουμένην· ὅστις καὶ ἐγένετο ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος.

Κατ’ ανάγκη εδώ προλέγει ότι πρόκειται να συμβεί κάποια μεγάλη πείνα, η οποία βέβαια και συνέβηκε, όπωςς προλέχθηκε γι’ αυτήν. Για να μη νομίσουν δηλαδή μερικοί ότι γι’ αυτό συνέβηκε πείνα, επειδή εμφανίστηκε ο χριστιανισμός. Και γιατί ήρθε η πείνα; -Εξ’ αιτίας των κακών που συνέβηκαν στους Αποστόλους, τα οποία αν και έγιναν, στην αρχή έδειχνε ο Θεός μακροθυμία, επειδή όμως εξακολουθούσαν την καταδίωξη, πργαμτοποιείται η πείνα, προλέγοντας στους Ιουδαίους τα κακά που επρόκειτο να συμβούν. Πρόσεχε όμως το πότε συνέβη η πείνα. Όταν οι εθνικοί αποδέχτηκαν τον κήρυγμα. Γιατί;  Για τον λόγο του Χριστού: «Μέσα στον κόσμο θα έχετε θλίψη» (Ιω 16,33). Μη προτρέχει μη πεις, μη μιλήσεις πριν κατανοήσεις. Διότι η πείνα γι’ αυτούς έγινε αιτία σωτηρίας, αφορμή ελεημοσύνης και πρόξενος πολλών αγαθών.

 29 τῶν δὲ μαθητῶν καθὼς ηὐπορεῖτό τις, ὥρισαν ἕκαστος αὐτῶν εἰς διακονίαν πέμψαι τοῖς κατοικοῦσιν ἐν τῇ ᾿Ιουδαίᾳ ἀδελφοῖς·

Τόσο πολύ ωφέλησε η πείνα. Και πρόσεχε αυτούς που δεν καταφεύγουν κατά την ώρα της θλίψεως σε θρήνους και δάκρυα, όπως ακριβώς κάνουμε εμείς, αλλά παραδίδουν τους ευατούς τους σε μεγάλο και αγαθό έργο.

 30 ὃ καὶ ἐποίησαν ἀποστείλαντες πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους διὰ χειρὸς Βαρνάβα καὶ Σαύλου.

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ (ΙΒ΄)

 

Κατ’ ᾿ ἐκεῖνον δὲ τὸν καιρὸν ἐπέβαλεν ῾Ηρῴδης ὁ βασιλεὺς τὰς χεῖρας κακῶσαί τινας τῶν ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας.
2 ἀνεῖλε δὲ ᾿Ιάκωβον τὸν ἀδελφὸν ᾿Ιωάννου μαχαίρᾳ. 3 καὶ ἰδὼν ὅτι ἀρεστόν ἐστι τοῖς ᾿Ιουδαίοις, προσέθετο συλλαβεῖν καὶ Πέτρον· ἦσαν δὲ αἱ ἡμέραι τῶν ἀζύμων·

 

Ποιος είναι εκείνος ο καιρός για τον οποίο ομιλεί; -Δεν το λέει για να δηλώσει τις ημέρες που ακολουθούν, αλλά εκείνες κατά τις οποίες επρόκειτο να συμβούν αυτά που διηγείται. Αυτός ο Ηρώδης τον οποίο εδώ αναφέρει δεν υπήρχε στις ημέρες του Χριστού. Και φόνευσε αυτός με μαχαίριτον Ιάκωβο τον αδελφό του Ιωάννη έτσι απλά και χωρίς κανέναν λόγο. Και κάποιος θα μπορούσε να ρωτήσει: -Γιατί το επέτρεψε αυτό ο Θεός;  Θα απαντήσουμε ότι το επέτρεψε για χάρη αυτών των ιδίων, κατά πρώτον για να πείσει αυτούς ότι μολονότι φονεύονται υπερισχύουν, πράγμα που συνέβη και στην περίπτωση του Στέφανου, δεύτερο για να τους δώσει την ευκαιρία ν’ απαλλαχθούν από την μανία αφού ικανοποιήσουν τον θυμό τους και τρίτο για να δείξει ότι αυτό συνέβη επειδή το επέτρεψε ο ίδιος ο Θεός.

 

4 ὃν καὶ πιάσας ἔθετο εἰς φυλακήν, παραδοὺς τέσσαρσι τετραδίοις στρατιωτῶν φυλάσσειν αὐτόν, βουλόμενος μετὰ τὸ πάσχα ἀναγαγεῖν αὐτὸν τῷ λαῷ. 5 ὁ μὲν οὖν Πέτρος ἐτηρεῖτο ἐν τῇ φυλακῇ· προσευχὴ δὲ ἦν ἐκτενὴς γινομένη ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας πρὸς τὸν Θεὸν ὑπὲρ αὐτοῦ. 6 ῞Οτε δὲ ἔμελλεν αὐτὸν προάγειν ὁ ῾Ηρῴδης, τῇ νυκτὶ ἐκείνῃ ἦν ὁ Πέτρος κοιμώμενος μεταξὺ δύο στρατιωτῶν δεδεμένος ἁλύσεσι δυσί, φύλακές τε πρὸ τῆς θύρας ἐτήρουν τὴν φυλακήν. 7 καὶ ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου ἐπέστη καὶ φῶς ἔλαμψεν ἐν τῷ οἰκήματι· πατάξας δὲ τὴν πλευρὰν τοῦ Πέτρου ἤγειρεν αὐτὸν λέγων. ἀνάστα ἐν τάχει· καὶ ἐξέπεσον αὐτοῦ αἱ ἁλύσεις ἐκ τῶν χειρῶν.

 

Και γιατί ο Ηρώδης δεν έσφαξε μαζί με τον Ιάκωβο και τον Πέτρο; -Γιατί ήταν η εορτή των αζύμων και ήθελε να διαπομπεύσει περισσότερο την σφαγή του. και πρόσεξε την συμπεριφορά του λαού. Δεν στασίασαν, δεν εξεγέρθηκαν, αλλά στράφηκαν στην προσευχή.Αυτή η συμμαχία της προσευχής είναι πράγματι ακαταμάχητη! Και κανείς δεν έλεγε εγώ ο ταπεινός και ασήμαντος προσεύχομαι υπέρ εκείνου, διότι αυτό το έκαναν από αγάπη.

Και έλαμψε λέει φως μέσα στη φυλακή για να μη νομίσει ο Πέτρος ότι αυτό ήταν κάτι που φαντάστηκε.

 

8 εἶπέ τε ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτόν· περίζωσαι καὶ ὑπόδησαι τὰ σανδάλιά σου.

 

Πάλι εδώ δείχνει ότι δεν ήταν κακουργία αυτό που συνέβηκε, διότι κανένας που βιάζεται και θέλει να τρυπήσει τοίχο δεν φροντίζει τόσο πολύ ώστε και τα σανδάλια του να λάβει και ζωσθεί. Αυτός όμως έτσι ενήργησε.

 

 ἐποίησε δὲ οὕτω. καὶ λέγει αὐτῷ· περιβαλοῦ τὸ ἱμάτιόν σου καὶ ἀκολούθει μοι. 9 καὶ ἐξελθὼν ἠκολούθει αὐτῷ, καὶ οὐκ ᾔδει ὅτι ἀληθές ἐστι τὸ γινόμενον διὰ τοῦ ἀγγέλου, ἐδόκει δὲ ὅραμα βλέπειν.

10 διελθόντες δὲ πρώτην φυλακὴν καὶ δευτέραν ἦλθον ἐπὶ τὴν πύλην τὴν σιδηρᾶν τὴν φέρουσαν εἰς τὴν πόλιν, ἥτις αὐτομάτη ἠνοίχθη αὐτοῖς, καὶ ἐξελθόντες προῆλθον ρύμην μίαν, καὶ εὐθέως ἀπέστη ὁ ἄγγελος ἀπ᾿ αὐτοῦ.

 

Να δεύτερο θαύμα. Όταν έφυγε ο άγγελος, τότε αντιλήφθηκε ο Πέτρος τα όσα συνέβησαν.

 

11 καὶ ὁ Πέτρος γενόμενος ἐν ἑαυτῶ εἶπε· νῦν οἶδα ἀληθῶς ὅτι ἐξαπέστειλε Κύριος τὸν ἄγγελον αὐτοῦ καὶ ἐξείλετό με ἐκ χειρὸς ῾Ηρῴδου καὶ πάσης τῆς προσδοκίας τοῦ λαοῦ τῶν ᾿Ιουδαίων.

 

Γιατί έγινε όμως με αυτόν τον τρόπο, ώστε να μην έχει συναίσθηση ο Πέτρος για τα όσα συνέβησαν; - Θέλει ο Θεός η απαλλαγή του να γίνει κατά τρόπο ξαφνικό και αθόρυβο και αφού απαλλαγεί τότε να λάβει συναίσθηση του γεγονότος.

 

12 συνιδών τε ἦλθεν ἐπὶ τὴν οἰκίαν Μαρίας τῆς μητρὸς ᾿Ιωάννου τοῦ ἐπικαλουμένου Μάρκου, οὗ ἦσαν ἱκανοὶ συνηθροισμένοι καὶ προσευχόμενοι. 13 κρούσαντος δὲ αὐτοῦ τὴν θύραν τοῦ πυλῶνος προσῆλθε παιδίσκη ὑπακοῦσαι ὀνόματι Ρόδη, 14 καὶ ἐπιγνοῦσα τὴν φωνὴν τοῦ Πέτρου, ἀπὸ τῆς χαρᾶς οὐκ ἤνοιξε τὸν πυλῶνα, εἰσδραμοῦσα δὲ ἀπήγγειλεν ἑστάναι τὸν Πέτρον πρὸ τοῦ πυλῶνος.

 

Πρόσεχε τον Πέτρο ότι δεν φεύγει αμέσως, αλλά προηγουμένως γνωστοποιεί τη σωτηρία του στους δικούς του.

 

15 οἱ δὲ πρὸς αὐτὴν εἶπον· μαίνῃ. ἡ δὲ διισχυρίζετο οὕτως ἔχειν. οἱ δὲ ἔλεγον· ὁ ἄγγελος αὐτοῦ ἐστιν. 16 ὁ δὲ Πέτρος ἐπέμενε κρούων. ἀνοίξαντες δὲ εἶδον αὐτὸν καὶ ἐξέστησαν. 17 κατασείσας δὲ αὐτοῖς τῇ χειρὶ σιγᾶν διηγήσατο αὐτοῖς πῶς ὁ Κύριος ἐξήγαγεν αὐτὸν ἐκ τῆς φυλακῆς, εἶπε δέ· ἀπαγγείλατε ᾿Ιακώβῳ καὶ τοῖς ἀδελφοῖς ταῦτα. καὶ ἐξελθὼν ἐπορεύθη εἰς ἕτερον τόπον.

 18 Γενομένης δὲ ἡμέρας ἦν τάραχος οὐκ ὀλίγος ἐν τοῖς στρατιώταις, τί ἄρα ὁ Πέτρος ἐγένετο. 19 ῾Ηρῴδης δὲ ἐπιζητήσας αὐτὸν καὶ μὴ εὑρών, ἀνακρίνας τοὺς φύλακας ἐκέλευσεν ἀπαχθῆναι, καὶ κατελθὼν ἀπὸ τῆς ᾿Ιουδαίας εἰς τὴν Καισάρειαν διέτριβεν.

 

Πολλοί απορούν πως ο Θεός ανέχθηκε τότε εξ’ αιτίας του εαυτού του (του Χριστού) να φονευθούν τα παιδιά, και τώρα πάλι τους στρατιώτες εξ’ αιτίας του Πέτρου, αν και βέβαια ήταν δυνατό μαζί με τον Πέτρο και εκείνους να σώσει. Αλλά αν ο άγγελος έβγαζε μαζί με τον Πέτρο και τους στρατιώτες θα θεωρούνταν το πράγμα αυτό φυγή. Γιατί λοιπόν ο Θεός δεν τα ρύθμισε κατ’ άλλο τρόπο; -Ας δούμε τα γεγονότα και πάλι. Αν και ο Ηρώδης άκουσε από τους ίδιους τους στρατιώτες για το θαύμα της απελευθέρωσης του Πέτρου για το πώς δηλαδή λύθηκε, για τις αλυσίδες που αφέθηκαν εκεί, αν και έπρεπε να θαυμάσει, εκείνος αντιθέτως θανατώνει τους στρατιώτες. Ώστε λοιπόν γίνεται φανερό σε όλους με τον θάνατο αυτών και το θαύμα του Θεού και η κακία εκείνου.

20 ῏Ην δὲ ῾Ηρῴδης θυμομαχῶν Τυρίοις καὶ Σιδωνίοις· ὁμοθυμαδόν τε παρῆσαν πρὸς αὐτόν, καὶ πείσαντες Βλάστον τὸν ἐπὶ τοῦ κοιτῶνος τοῦ βασιλέως ᾐτοῦντο εἰρήνην, διὰ τὸ τρέφεσθαι αὐτῶν τὴν χώραν ἀπὸ τῆς βασιλικῆς.
21 τακτῇ δὲ ἡμέρᾳ ὁ ῾Ηρῴδης ἐνδυσάμενος ἐσθῆτα βασιλικὴν καὶ καθίσας ἐπὶ τοῦ βήματος ἐδημηγόρει πρὸς αὐτούς. 22 ὁ δὲ δῆμος ἐπεφώνει· Θεοῦ φωνὴ καὶ οὐκ ἀνθρώπου. 23 παραχρῆμα δὲ ἐπάταξεν αὐτὸν ἄγγελος Κυρίου ἀνθ᾿ ὧν οὐκ ἔδωκε τὴν δόξαν τῷ Θεῷ, καὶ γενόμενος σκωληκόβρωτος ἐξέψυξεν. 24 ῾Ο δὲ λόγος τοῦ Θεοῦ ηὔξανε καὶ ἐπληθύνετο.

Δεν είναι μικρό πράγμα ούτε αυτό. Αμέσως η Θεία δίκη τον τιμώρησε, αν και όχι εξ’ αιτίας του Πέτρου, αλλά εξ’ αιτίς της καυχησιολογίας του. ας διδαχτούν απ’ αυτό όχι μόνο αυτοί που καυχόνται, αλλά και αυτοί που κολακεύουν χωρίς λόγο. Πρόσεχε επίσης πως δεν τιμωτούνται όλοι, αλλά μόνο ο κυρίως υπεύθυνος, αφήνοντας τους υπόλοιπους να διδαχθούν και να ωφεληθούν από το γεγονός αυτό. Διότι δεν είναι τώρα καιρός κρίσεως. Αυτό απαντά και σε εκείνους που κατηγορούν τον Θεό πως τάχατις άφησε ανυπεράσπιστα τα νήπια που σφαγιάστηκαν στα χρόνια του Χριστού. Και ο λόγος του Θεού λέει αύξανε εξ’ αιτίας αυτού που έγινε. Είδες οικονομία Θεού;

25 Βαρνάβας δὲ καὶ Σαῦλος ὑπέστρεψαν ἐξ ῾Ιερουσαλὴμ πληρώσαντες τὴν διακονίαν, συμπαραλαβόντες καὶ ᾿Ιωάννην τὸν ἐπικληθέντα Μᾶρκον.

Ακόμα αναφέρει πρώτο τον Βαρνάβα, διότι ο Παύλος δεν ήταν ακόμη ξακουστός, ούτε έκανε ακόμα κανένα θαύμα.

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔEKATO TΡΙΤΟ (ΙΓ΄)

1 Ήσαν δέ τινες ἐν ᾿Αντιοχείᾳ κατὰ τὴν οὖσαν ἐκκλησίαν προφῆται καὶ διδάσκαλοι, ὅ τε Βαρνάβας καὶ Συμεὼν ὁ ἐπικαλούμενος Νίγερ, καὶ Λούκιος ὁ Κυρηναῖος, Μαναήν τε ῾Ηρῴδου τοῦ τετράρχου σύντροφος καὶ Σαῦλος. 2 λειτουργούντων δὲ αὐτῶν τῷ Κυρίῳ καὶ νηστευόντων εἶπε τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον· ἀφορίσατε δή μοι τὸν Βαρνάβαν καὶ τὸν Σαῦλον εἰς τὸ ἔργον ὃ προσκέκλημαι αὐτούς. 3 τότε νηστεύσαντες καὶ προσευξάμενοι καὶ ἐπιθέντες αὐτοῖς τὰς χεῖρας ἀπέλυσαν.

Και ποιος είπε αυτό το «ξεχωρίστε μου»; -Το Πνεύμα μέσω των προφητών. Γι’ αυτό προηγουμένως είπε ότι υπήρχαν και προφήτες που νήστευαν και εκτελούσαν όλα τα καθήκοντά τους προς τον Κύριο, για να μάθεις ότι χρειαζόταν μεγάλη επαγρύπνηση και προσευχή. Βλέπεις πόσο σπουδαίο πράγμα είναι η νηστεία;

Τι σημαίνει «λειτουργούντων»; Σημαίνει ενώ κήρυτταν. Τι σημαίνει «ξεχωρίστε μου»; Σημαίνει να μου τους ξεχωρίσετε για το έργο, για την αποστολή. Πρόσεχε πάλι από ποιους γίνεται η χειροτονία, από τον Λούκιο τον Κυρηναίο και τον Μαναή, ή καλύτερα από το Πνεύμα, διότι όσο κατώτερα είναι τα πρόσωπα, τόσο περισσότερο αποκαλύπτεται η Χάρη του Θεού. Χειροτονούνται πλέον για την αποστολή, ώστε με εξουσία να κηρύττουν. Πως λοιπόν αυτός λέγει «δεν έλαβα το αξίωμα του αποστόλου από ανθ΄ρωπους, ούτε μέσω των ανθρώπων»; (Γαλ. 13, 2-3). Το μεν «όχι από ανθρώπους», το είπε για να δείξει ότι δεν τον προσκάλεσε ούτε τον οδήγησε στο αξίωμα του Αποστόλου άνθρωπος, ενώ το «δι ανθρώπων», το είπε για να δείξει ότι δεν στάλθηκε από αυτόν, αλλά από το Πνεύμα.

4 Οὗτοι μὲν οὖν ἐκπεμφθέντες ὑπὸ τοῦ Πνεύματος τοῦ ῾Αγίου κατῆλθον εἰς τὴν Σελεύκειαν, ἐκεῖθεν τε ἀπέπλευσαν εἰς τὴν Κύπρον, 5 καὶ γενόμενοι ἐν Σαλαμῖνι κατήγγελλον τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ἐν ταῖς συναγωγαῖς τῶν ᾿Ιουδαίων· εἶχον δὲ καὶ ᾿Ιωάννην ὑπηρέτην.

Βλέπεις  που καταβάλλουν κάθε φροντίδα να κηρύξουν το λόγο του Θεού πρώτα στους Ιουδαίους ώστε να μη αυξήσουν περισσότερο τις διαθέσεις τους για φιλονικείες;         

 6 Διελθόντες δὲ τὴν νῆσον ἄχρι Πάφου εὗρόν τινα μάγον ψευδοπροφήτην ᾿Ιουδαῖον ᾧ ὄνομα Βαριησοῦς, 7 ὃς ἦν σὺν τῷ ἀνθυπάτῳ Σεργίῳ Παύλῳ, ἀνδρὶ συνετῷ. οὗτος προσκαλεσάμενος Βαρνάβαν καὶ Σαῦλον ἐπεζήτησεν ἀκοῦσαι τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ·
8 ἀνθίστατο δὲ αὐτοῖς ᾿Ελύμας ὁ μάγος
–οὕτω γὰρ μεθερμηνεύεται τὸ ὄνομα αὐτοῦ– ζητῶν διαστρέψαι τὸν ἀνθύπατον ἀπὸ τῆς πίστεως.

Πάλι μάγος Ιουδαίος όπως ακριβώς ο Σίμων. Και πρόσεχε αυτόν, όταν μεν κήρυτταν στους άλλους, δεν έδειχνε υπερβολική αγανάκτηση, όταν όμως προσήλθαν στον ανθύπατο, τότε έδειξε. Το άξιο θαυμασμού όμως του ανθύπατου είναι, ότι, αν και ήταν προκατειλημμένος από τη μαγεία εκείνου, ήθελε ν’ ακούσει τους Αποστόλους.

9 Σαῦλος δέ, ὁ καὶ Παῦλος, πλησθεὶς Πνεύματος ἁγίου καὶ ἀτενίσας πρὸς αὐτὸν 10 εἶπεν· ὦ πλήρης παντὸς δόλου καὶ πάσης ραδιουργίας, υἱὲ διαβόλου, ἐχθρὲ πάσης δικαιοσύνης, οὐ παύσῃ διαστρέφων τὰς ὁδοὺς Κυρίου τὰς εὐθείας; 11 καὶ νῦν ἰδοὺ χεὶρ Κυρίου ἐπὶ σέ, καὶ ἔσῃ τυφλὸς μὴ βλέπων τὸν ἥλιον ἄχρι καιροῦ.

Εδώ το όνομα του Σαύλου γίνεται Πάυλος συγρόνως με τη χειροτονία, πράγμα που συνέβη και με τον Πέτρο. Και πρόσεχε, η ενέργειά του αυτή δεν αποτελεί ύβρη, αλλά επίπληξη διότι οι αδιάντροποι και αναίσχυντοι έτσι πρέπει να επιπλήσσονται. Αποκαλύπτει ο Πάλους τα όσα υπήρχαν μέσα στη σκέψη του, διότι με το πρόσχημα της σωτηρίας οδηγούσε τον ανθύπατο στην απώλεια. Δεν πολεμάς εμάς, λέγει, ούτε μάχεσαι εμάς, αλλά διαστρέφεις τις ευθείες οδούς του Κυρίου.

«Και τώρα να το χέρι του Κυρίου θα πέσει πάνω σου». Άρα δεν ήταν τιμωρία, αλλά θεραπεία. Και δες την σεμνότητα του Παύλου, είναι σαν να του λέει αυτό δεν το κάνω εγώ αλλά το χέρι του Θεού.

Και με το ίδιο θαύμα που οδηγήθηκε ο ίδιος στην πίστη, με το ίδιο θέλησε και αυτόν να τον οδηγήσει. Και με το «μέχρι ένα ορισμένο καιρό», δεν ήταν λόγος που απέβλεπε στην τιμωρία αλλά στην επιστροφή. Διότι αν αποσκοπούσε στην τιμωρία, θα τον τύφλωνε για πάντα, τώρα όμως δεν συμβάινει αυτό, αλλά για ορισμένο καιρό για να κερδίσει τον ανθύπατο.

παραχρῆμα δὲ ἔπεσεν ἐπ᾿ αὐτὸν ἀχλὺς καὶ σκότος, καὶ περιάγων ἐζήτει χειραγωγούς. 12 τότε ἰδὼν ὁ ἀνθύπατος τὸ γεγονὸς ἐπίστευσεν, ἐκπλησσόμενος ἐπὶ τῇ διδαχῇ τοῦ Κυρίου.

Πολύ σωστά· διότι εκείνον που είχε κυριευθεί από τη μαγεία αυτή έπρεπε να τον διδάξει με την τιμωρία. Κατά τον ίδιο τρόπο και οι μάγοι στην Αίγυπτο διδάσκονταν προηγουμένως από τις φλυκτίδες.

13 ᾿Αναχθέντες δὲ ἀπὸ τῆς Πάφου οἱ περὶ τὸν Παῦλον ἦλθον εἰς Πέργην τῆς Παμφυλίας· ᾿Ιωάννης δὲ ἀποχωρήσας ἀπ᾿ αὐτῶν ὑπέστρεψεν εἰς ῾Ιεροσόλυμα. 14 Αὐτοὶ δὲ διελθόντες ἀπὸ τῆς Πέργης παρεγένοντο εἰς ᾿Αντιόχειαν τῆς Πισιδίας, καὶ εἰσελθόντες εἰς τὴν συναγωγὴν τῇ ἡμέρᾳ τῶν σαββάτων ἐκάθισαν.

Εξακολουθούσαν να μπαίνουν στις συναγωγές με εμδυμασία Ιουδαϊκή, για να μη πολεμούνται ούτε να διώχνονται, και με τον τρόπο αυτό κατόρθωναν το παν. Γιατί όμως αναχώρησε από κοντά τους Ιωάννης (Μάρκος); -Επειδή αναχωρούσαν πλέον για μακρότερη αποστολή, αν και βέβαια εκείνος ήταν υπηρέτης, ενώ αυτοί διέτρεχαν τον κίνδυνο.

15 μετὰ δὲ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν ἀπέστειλαν οἱ ἀρχισυνάγωγοι πρὸς αὐτοὺς λέγοντες· ἄνδρες ἀδελφοί, εἰ ἔστι λόγος ἐν ὑμῖν παρακλήσεως πρὸς τὸν λαόν, λέγετε.

Από δω πλέον μαθαίνουμε τα όσα έχουν σχέση με τον Παύλο, καθόσον δεν είναι λίγα εκείνα που μάθαμε προηγουμένως σχετικά με τον Πέτρο.

16 ἀναστὰς δὲ Παῦλος καὶ κατασείσας τῇ χειρὶ εἶπεν· ἄνδρες ᾿Ισραηλῖται καὶ οἱ φοβούμενοι τὸν Θεόν, ἀκούσατε.

Εδώ για πρώτη φορά κηρύττει ο Παύλος. Και πρόσεχε πως ο Βαρνάβας παραχώρησε τον λόγο στον Παύλο.

17 ὁ Θεὸς τοῦ λαοῦ τούτου ᾿Ισραὴλ ἐξελέξατο τοὺς πατέρας ἡμῶν, καὶ τὸν λαὸν ὕψωσεν ἐν τῇ παροικίᾳ ἐν γῇ Αἰγύπτῳ, καὶ μετὰ βραχίονος ὑψηλοῦ ἐξήγαγεν αὐτοὺς ἐξ αὐτῆς,

Και πρόσεχε πως προσπερνά τους καιρούς των συμφορών και πουθενά δεν αναφέρει τα εγκλήματά τους, αλλά τη φιλανθρωπία του Θεού αφήνοντας εκείνα να τα σκεφτούν αυτοί.

 18 καὶ ὡς τεσσαρακονταετῆ χρόνον ἐτροποφόρησεν αὐτοὺς ἐν τῇ ἐρήμῳ, 19 καὶ καθελὼν ἔθνη ἑπτὰ ἐν γῇ Χαναὰν κατεκληρονόμησεν αὐτοῖς τὴν γῆν αὐτῶν. 20 καὶ μετὰ ταῦτα ὡς ἔτεσι τετρακοσίοις καὶ πεντήκοντα ἔδωκε κριτὰς ἕως Σαμουὴλ τοῦ προφήτου. 21 κἀκεῖθεν ᾐτήσαντο βασιλέα, καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς ὁ Θεὸς τὸν Σαοὺλ υἱὸν Κίς, ἄνδρα ἐκ φυλῆς Βενιαμίν, ἔτη τεσσαράκοντα·

Βλέπεις αυτό που είπαμε παραπάνω; Ότι πουθενά δεν αναφέρει την αγνωμοσύνη αυτών, αλλά παντού αναφέρει τη φιλανθρωπία του Θεού.

 22 καὶ μεταστήσας αὐτὸν ἤγειρεν αὐτοῖς τὸν Δαυῒδ εἰς βασιλέα, ᾧ καὶ εἶπε μαρτυρήσας· εὗρον Δαυῒδ τὸν τοῦ ᾿Ιεσσαί, ἄνδρα κατὰ τὴν καρδίαν μου, ὃς ποιήσει πάντα τὰ θελήματά μου. 23 τούτου ὁ Θεὸς ἀπὸ τοῦ σπέρματος κατ᾿ ἐπαγγελίαν ἤγαγε τῷ ᾿Ισραὴλ σωτηρίαν, 24 προκηρύξαντος ᾿Ιωάννου πρὸ προσώπου τῆς εἰσόδου αὐτοῦ βάπτισμα μετανοίας παντὶ τῷ λαῷ ᾿Ισραήλ. 25 ὡς δὲ ἐπλήρου ὁ ᾿Ιωάννης τὸν δρόμον, ἔλεγε· τίνα με ὑπονοεῖτε εἶναι; οὐκ εἰμὶ ἐγώ, ἀλλ᾿ ἰδοὺ ἔρχεται μετ᾿ ἐμὲ οὗ οὐκ εἰμὶ ἄξιος τὸ ὑπόδημα τῶν ποδῶν λῦσαι.

Και ο Ιωάννης δίνει την μαρτυρία αυτή όχι έτσι στην τύχη, αλλά αποκρούοντας την δόξα για τον εαυτό του.

26 ῎Ανδρες ἀδελφοί, υἱοὶ γένους ᾿Αβραὰμ καὶ οἱ ἐν ὑμῖν φοβούμενοι τὸν Θεόν, ὑμῖν ὁ λόγος τῆς σωτηρίας ταύτης ἀπεστάλη. 27 οἱ γὰρ κατοικοῦντες ἐν ῾Ιερουσαλὴμ καὶ οἱ ἄρχοντες αὐτῶν τοῦτον ἀγνοήσαντες, καὶ τὰς φωνὰς τῶν προφητῶν τὰς κατὰ πᾶν σάββατον ἀναγινωσκομένας κρίναντες ἐπλήρωσαν, 28 καὶ μηδεμίαν αἰτίαν θανάτου εὑρόντες ᾐτήσαντο Πιλᾶτον ἀναιρεθῆναι αὐτόν.

«Αυτόν» λέει τον αγνόησαν, ώστε από άγνοια διαπράχθηκε το έγκλημα. Πρόσεχε πως με ήρεμο τρόπο απολογείται υπέρ εκείνων. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και προσθέτει ότι έτσι έπρεπε να γίνει.


29 ὡς δὲ ἐτέλεσαν πάντα τὰ περὶ αὐτοῦ γεγραμμένα, καθελόντες ἀπὸ τοῦ ξύλου ἔθηκαν εἰς μνημεῖον. 30 ὁ δὲ Θεὸς ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν· 31 ὃς ὤφθη ἐπὶ ἡμέρας πλείους τοῖς συναναβᾶσιν αὐτῷ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας εἰς ῾Ιερουσαλήμ, οἵτινές εἰσι μάρτυρες αὐτοῦ πρὸς τὸν λαόν. 32 καὶ ἡμεῖς ὑμᾶς εὐαγγελιζόμεθα τὴν πρὸς τοὺς πατέρας ἐπαγγελίαν γενομένην, ὅτι ταύτην ὁ Θεὸς ἐκπεπλήρωκε τοῖς τέκνοις αὐτῶν, ἡμῖν, ἀναστήσας ᾿Ιησοῦν, 33 ὡς καὶ ἐν τῷ ψαλμῷ τῷ δευτέρῳ γέγραπται· υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε. 34 ὅτι δὲ ἀνέστησεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν μηκέτι μέλλοντα ὑποστρέφειν εἰς διαφθοράν, οὕτως εἴρηκεν, ὅτι δώσω ὑμῖν τὰ ὅσια Δαυῒδ τὰ πιστά. 35 διὸ καὶ ἐν ἑτέρῳ λέγει· οὐ δώσεις τὸν ὅσιόν σου ἰδεῖν διαφθοράν. 36 Δαυῒδ μὲν γὰρ ἰδίᾳ γενεᾷ ὑπηρετήσας τῇ τοῦ Θεοῦ βουλῇ ἐκοιμήθη καὶ προσετέθη πρὸς τοὺς πατέρας αὐτοῦ καὶ εἶδε διαφθοράν· 37 ὃν δὲ ὁ Θεὸς ἤγειρεν, οὐκ εἶδε διαφθοράν. 38 γνωστὸν οὖν ἔστω ὑμῖν, ἄνδρες ἀδελφοί, ὅτι διὰ τούτου ὑμῖν ἄφεσις ἁμαρτιῶν καταγγέλλεται, 39 καὶ ἀπὸ πάντων ὧν οὐκ ἠδυνήθητε ἐν τῷ νόμῳ Μωϋσέως δικαιωθῆναι, ἐν τούτῳ πᾶς ὁ πιστεύων δικαιοῦται.

Έπειτα λέγει και το φοβερό:

40 βλέπετε οὖν μὴ ἐπέλθῃ ἐφ᾿ ὑμᾶς τὸ εἰρημένον ἐν τοῖς προφήταις· 41 ἴδετε, οἱ καταφρονηταί, καὶ θαυμάσατε καὶ ἀφανίσθητε, ὅτι ἔργον ἐγὼ ἐργάζομαι ἐν ταῖς ἡμέραις ὑμῶν, ἔργον ᾧ οὐ μὴ πιστεύσητε ἐάν τις ἐκδιηγῆται ὑμῖν.

Πρόσεχε πως πλέκει τον λόγο από τα παρόντα, από τους προφήτες, από το σπέρμα που υποσχέθηκε να στείλει ο Θεός.


42 ᾿Εξιόντων δὲ αὐτῶν ἐκ τῆς συναγωγῆς τῶν ᾿Ιουδαίων παρεκάλουν τὰ ἔθνη εἰς τὸ μεταξὺ σάββατον λαληθῆναι αὐτοῖς τὰ ρήματα ταῦτα.

Είδες τη σύνεση του Παύλου; Δεν θαυμάστηκε μόνο τότε, αλλά έβαλε μέσα τους την επιθυμία για δεύτερη ακρόαση, λέγοντας μερικά μόνο σπέρματα της αληθείας και μη εξηγώντας αυτά, ούτε και ολοκληρώνοντας το λόγο, ώστε να καταστήσει πλήρη σ’ αυτούς τη διδασκαλία και να τους εξοικειώσει με τον εαυτό του και χωρίς να να τους κάνει περισσότερο αδιάφορους ρίχνοντας μέσα στις ψυχές τους όλα με τη μία φορά.

43 λυθείσης δὲ τῆς συναγωγῆς ἠκολούθησαν πολλοὶ τῶν ᾿Ιουδαίων καὶ τῶν σεβομένων προσηλύτων τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Βαρνάβᾳ, οἵτινες προσλαλοῦντες αὐτοῖς ἔπειθον αὐτοὺς προσμένειν τῇ χάριτι τοῦ Θεοῦ.

44 Τῷ τε ἐρχομένῳ σαββάτῳ σχεδὸν πᾶσα ἡ πόλις συνήχθη ἀκοῦσαι τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ. 45 ἰδόντες δὲ οἱ ᾿Ιουδαῖοι τοὺς ὄχλους ἐπλήσθησαν ζήλου καὶ ἀντέλεγον τοῖς ὑπὸ τοῦ Παύλου λεγομένοις ἀντιλέγοντες καὶ βλασφημοῦντες.

Πρόσεχε την κακία που δέχεται πλήγματα τη στιγμή ακριβώς που πλήττει άλλους. Αυτό τους έκανε περισσότερο λαμπρούς, το ότι δηλαδή εκείνοι πρόβαλλαν αντιρήσεις. Στην αρχή βέβαια μόνοι τους παρακάλεσαν  να ομιλήσει. «Προβάλλοντας», λέει, «αντιρήσεις και βρίζοντάς τους». Πω, πω μέγεθος αδιαντροπιάς! Εκείνα από τα οποία έπρεπε ν’ αποδεχτούν αυτούς, σ’ αυτά αυτοί προβάλλουν αντιρήσεις.

 46 παρρησιασάμενοι δὲ ὁ Παῦλος καὶ ὁ Βαρνάβας εἶπον· ὑμῖν ἦν ἀναγκαῖον πρῶτον λαληθῆναι τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ· ἐπειδὴ δὲ ἀπωθεῖσθε αὐτὸν καὶ οὐκ ἀξίους κρίνετε ἑαυτοὺς τῆς αἰωνίου ζωῆς, ἰδοὺ στρεφόμεθα εἰς τὰ ἔθνη.

Βλέπεις πως με το ότι φιλονείκησαν συνετέλεσαν στη διάδοση του κηρύγματος και περισσότερο παρέδωσαν  τους ευατούς τους στα έθνη, αφού απολογήθηκαν και παρουσίασαν τους ευατούς τους στους δικούς τους ανεύθυνους των κατηγοριών; Και δεν είπε «είστε ανάξιοι», αλλά «κριίνατε τους εαυτούς σας ανάξιους», κάνοντας το λόγο υποφερτό.

47 οὕτω γὰρ ἐντέταλται ἡμῖν ὁ Κύριος· τέθεικά σε εἰς φῶς ἐθνῶν τοῦ εἶναί σε εἰς σωτηρίαν ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. 48 ἀκούοντα δὲ τὰ ἔθνη ἔχαιρον καὶ ἐδέξαντο τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, καὶ ἐπίστευσαν ὅσοι ἦσαν τεταγμένοι εἰς ζωὴν αἰώνιον·

Δηλαδή όσοι ήταν ξεχωρισμένοι για το Θεό. Πρόσεχε πως δείχνει την ταχύτητα της ωφέλειας.

 49 διεφέρετο δὲ ὁ λόγος τοῦ Κυρίου δι᾿ ὅλης τῆς χώρας.

Δηλαδή διαδιδόταν. Είναι σαν να έλεγε: Δεν αρκέστηκαν μόνο στο ζήλο, αλλά πρόσθεσαν και έργα.. πρόσεχε πάλι πως ενώ καταδιώκονται, κατορθώνουν με το ζήλο αλλά σπουδαία πράγματα.

50 οἱ δὲ ᾿Ιουδαῖοι παρώτρυναν τὰς σεβομένας γυναῖκας καὶ τὰς εὐσχήμονας καὶ τοὺς πρώτους τῆς πόλεως καὶ ἐπήγειραν διωγμὸν ἐπὶ τὸν Παῦλον καὶ τὸν Βαρνάβαν, καὶ ἐξέβαλον αὐτοὺς ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν.

Βλέπεις πόσο συνέβαλαν εκείνοι που αντιτίθονταν στο κήρυγμα, στη διάδοσή του; σε πόση απρέπεια οδήγησαν τις γυναίκες;

 

51 οἱ δὲ ἐκτιναξάμενοι τὸν κονιορτὸν τῶν ποδῶν αὐτῶν ἐπ᾿ αὐτοὺς ἦλθον εἰς ᾿Ικόνιον.

Εδώ πλέον κάνουν τη φοβερή εκείνη ενέργεια, που πρόσταξε ο Χριστός λέγοντας «κι αν κάποιος δεν σας δειχθεί, φεύγοντας τινάξατε τη σκόνη από τα πόδια σας» (Ματθ. 10,14). Αυτοί δε δεν το έκαναν αυτό έτσι στην τύχη, αλλά επειδή διώχθηκαν απ’ αυτούς. Πλην όμως ούτε αυτό έβλαψε τους μαθητές, αλλά επέμεναν περισσότερο στο κήρυγμα του Θείου λόγου. Γι’ αυτό και για να δηλώσει αυτό προσθέτει:

 52 οἱ δὲ μαθηταὶ ἐπληροῦντο χαρᾶς καὶ Πνεύματος ῾Αγίου.

Διότι το κακοπάθημα δεν εμποδίζει το θάρρος του δασκάλου, αλλά κάνει πιο πρόθυμο τον μαθητή.

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔEKATO TΕΤΑΡΤΟ (ΙΔ΄)

1 Εγένετο δὲ ἐν ᾿Ικονίῳ κατὰ τὸ αὐτὸ εἰσελθεῖν αὐτοὺς εἰς τὴν συναγωγὴν τῶν ᾿Ιουδαίων καὶ λαλῆσαι οὕτως ὥστε πιστεῦσαι ᾿Ιουδαίων τε καὶ ῾Ελλήνων πολὺ πλῆθος.

Πάλι μπαίνουν μέσα στις συναγωγές. Πρόσεχε πως δεν έγινα πιο δειλοί, όταν είπαν ότι «Στρεφόμαστε προς τα έθνη». Με μεγάλη υπεροχή όμως αναιρούν την απολογία αυτών «ώστε να πιστέψει» λέει «μεγάλο πλήθος και από τους Ιουδαίους και από τους Έλληνες». Διότι φυσικό ήταν αυτοί να μιλούσαν και προς τους Έλληνες.

 2 οἱ δὲ ἀπειθοῦντες ᾿Ιουδαῖοι ἐπήγειραν καὶ ἐκάκωσαν τὰς ψυχὰς τῶν ἐθνῶν κατὰ τῶν ἀδελφῶν.

Κατά τον ίδιο τρόπο ξεσήκωσαν εναντίον τους και τους εθνικούς σαν να μην επαρκούσαν οι ίδιοι. Γιατί λοιπόν δεν έφυγαν από κει; Διότι δεν καταδιώκονταν, αλλά μόνο πολεμούνταν.

 3 ἱκανὸν μὲν οὖν χρόνον διέτριψαν παρρησιαζόμενοι ἐπὶ τῷ Κυρίῳ μαρτυροῦντι τῷ λόγῳ τῆς χάριτος αὐτοῦ, διδόντι σημεῖα καὶ τέρατα γίνεσθαι διὰ τῶν χειρῶν αὐτῶν.

Αυτό δημιουργούσε το θάρρος ή καλύτερα το μεν θάρρος το δημιουργούσε η προθυμία αυτών, το να πιστέψουν όμως οι ακροατές τους οφειλόταν στα θαύματα.

 4 ἐσχίσθη δὲ τὸ πλῆθος τῆς πόλεως, καὶ οἱ μὲν ἦσαν σὺν τοῖς ᾿Ιουδαίοις, οἱ δὲ σὺν τοῖς ἀποστόλοις.

Δεν ήταν μικρό πράγμα και αυτή η διαίρεση του πλήθους για να κατηγορηθούν. Αυτό ήταν εκείνο που έλεγε ο Χριστός «Δεν ήρθα να βάλω ειρήνη, αλλά μάχαιρα». (Ματθ. 10,34)

5 ὡς δὲ ἐγένετο ὁρμὴ τῶν ἐθνῶν τε καὶ ᾿Ιουδαίων σὺν τοῖς ἄρχουσιν αὐτῶν ὑβρίσαι καὶ λιθοβολῆσαι αὐτούς, 6 συνιδόντες κατέφυγον εἰς τὰς πόλεις τῆς Λυκαονίας Λύστραν καὶ Δέρβην καὶ τὴν περίχωρον, 7 κἀκεῖ ἦσαν εὐαγγελιζόμενοι.

Πάλι σαν να ήθελαν εξεπίτηδες να διαδώσουν το κήρυγμα του Ευαγγελίου, πάλι, μετά την αύξηση αυτού εκεί, τους διώχνουν. Πρόσεχε παντού τους διωγμούς που επιφέρουν μεγάλα αγαθά, και αποδεικνύουν εκείνους μεν  που τους καταδίωκαν νκημένους, ενώ εκείνους που διώκονταν λαμπρούς. Διότι αφού ήρθε στα Λύστρα, κάνει εκεί μεγάλο θαύμα, ανασταίνοντας το χωλό και με δυνατή φωνή και άκου πως έγινε αυτό.

8 Καί τις ἀνὴρ ἐν Λύστροις ἀδύνατος τοῖς ποσὶν ἐκάθητο, χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ ὑπάρχων, ὃς οὐδέποτε περιπεπατήκει. 9 οὗτος ἤκουσε τοῦ Παύλου λαλοῦντος· ὃς ἀτενίσας αὐτῷ καὶ ἰδὼν ὅτι πίστιν ἔχει τοῦ σωθῆναι, 10 εἶπε μεγάλῃ τῇ φωνῇ· ἀνάστηθι ἐπὶ τοὺς πόδας σου ὀρθός. καὶ ἥλατο καὶ περιεπάτει.

Γιατί το είπε με μεγάλη φωνή; -Με σκοπό να πιστέψουν τα πλήθη. Αλλά δες και την προθυμία του ανδρός που αν και ήταν χωλός δεν αποτέλεσε αυτό εμπόδιο στο να ακούσει το κήρυγμα του Παύλου. Και πρόσεξε και πάλι αυτόν τον άνδρα ότι αν και στους άλλους πρώτα θεραπεύονταν τα σώματά τους και μετά πίστευαν, σ’ αυτόν συνέβη το αντίθετο.

11 οἱ δὲ ὄχλοι ἰδόντες ὃ ἐποίησεν ὁ Παῦλος ἐπῆραν τὴν φωνὴν αὐτῶν Λυκαονιστὶ λέγοντες· οἱ θεοὶ ὁμοιωθέντες ἀνθρώποις κατέβησαν πρὸς ἡμᾶς· 12 ἐκάλουν τε τὸν μὲν Βαρνάβαν Δία, τὸν δὲ Παῦλον ῾Ερμῆν, ἐπειδὴ αὐτὸς ἦν ὁ ἡγούμενος τοῦ λόγου. 13 ὁ δὲ ἱερεὺς τοῦ Διὸς τοῦ ὄντος πρὸ τῆς πόλεως αὐτῶν, ταύρους καὶ στέμματα ἐπὶ τοὺς πυλῶνας ἐνέγκας, σὺν τοῖς ὄχλοις ἤθελε θύειν.14 ἀκούσαντες δὲ οἱ ἀπόστολοι Βαρνάβας καὶ Παῦλος, διαρρήξαντες τὰ ἱμάτια αὐτῶν εἰσεπήδησαν εἰς τὸν ὄχλον κράζοντες 15 καὶ λέγοντες· ἄνδρες, τί ταῦτα ποιεῖτε; καὶ ἡμεῖς ὁμοιοπαθεῖς ἐσμεν ὑμῖν ἄνθρωποι, εὐαγγελιζόμενοι ὑμᾶς ἀπὸ τούτων τῶν ματαίων ἐπιστρέφειν ἐπὶ τὸν Θεὸν τὸν ζῶντα, ὃς ἐποίησε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς·

Πρόσεχε αυτούς που παντού είναι καθαροί από δόξα, που όχι μόνο δεν την ποθούν αλλά και την αποκρούουν όταν τους δίνεται.

16 ὃς ἐν ταῖς παρῳχημέναις γενεαῖς εἴασε πάντα τὰ ἔθνη πορεύεσθαι ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν 17 καίτοι γε οὐκ ἀμάρτυρον ἑαυτὸν ἀφῆκεν ἀγαθοποιῶν, οὐρανόθεν ὑμῖν ὑετοὺς διδοὺς καὶ καιροὺς καρποφόρους, ἐμπιπλῶν τροφῆς καὶ εὐφροσύνης τὰς καρδίας ὑμῶν.

Πρόσεχε  ότι  δεν θέλει ν’ αυξήσει την σε βάρος τους κατηγορία, αλλά τους διδάσκει αποδίδοντας τα πάντα στον Θεό. Πρόσεχε επίσης πως με τρόπο μη αντιληπτό διατυπώνει την κατηγορία εναντίον τους.

18 καὶ ταῦτα λέγοντες μόλις κατέπαυσαν τοὺς ὄχλους τοῦ μὴ θύειν αὐτοῖς.

Και γι’ αυτό θαυμάστηκαν πάρα πολύ. Βλέπεις ότι η όλη τους προσπάθεια σ’ αυτό απέβλεπε, στο να ανατρέψει την μανία εκείνη;

19 ᾿Επῆλθον δὲ ἀπὸ ᾿Αντιοχείας καὶ ᾿Ικονίου ᾿Ιουδαῖοι καὶ πείσαντες τοὺς ὄχλους καὶ λιθάσαντες τὸν Παῦλον ἔσυραν ἔξω τῆς πόλεως, νομίσαντες αὐτὸν τεθνάναι.

Εδώ βρίσκει εκπλήρωση το «Σου αρκεί η χάρη μου διότι η δύναμή μου αποδεικνύεται τέλεια εκεί όπου υπάρχει αδυναμία» (Β΄κορ. 12,9). Αυτό είναι σπουδαιότερο από το να κάνει τον χωλό να περπατήσει. Πρόσεχε ότι στην πόλη που θαυμάστηκαν τόσο πολύ, σ’ αυτήν πάσχουν τα δεινά. Και αυτό όμως ωφελούσε εκείνους που τους έβλεπαν.

 20 κυκλωσάντων δὲ αὐτὸν τῶν μαθητῶν ἀναστὰς εἰσῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ τῇ ἐπαύριον ἐξῆλθε σὺν τῷ Βαρνάβᾳ εἰς Δέρβην.

Βλέπεις προθυμία; Βλέπεις πόθο θερμό και φλογερό; Στην ίδια πάλι πόλη μπήκε για να γίνει φανερό, ότι και κάποτε απομακρυνόταν, το έκανε επειδή ήθελε να σπείρει το λόγο του Ευαγγελίου και για να μην ανάβει τον θυμό τους. Και πουθενά αλλού δεν γέμιζαν από τόση χαρά, παρά όταν κακοπαθούσαν στο όνομα του Χριστού. Διότι η πραγματική και ειλικρινής χαρά αυτή είναι, το να πάσχουν κάτι για τον Χριστό. Στην συνέχεια επισκέφθηκαν όλες τις πόλεις στις οποίες κινδύνεψαν.

21 Εὐαγγελισάμενοί τε τὴν πόλιν ἐκείνην καὶ μαθητεύσαντες ἱκανοὺς ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Λύστραν καὶ ᾿Ικόνιον καὶ ᾿Αντιόχειαν, 22 ἐπιστηρίζοντες τὰς ψυχὰς τῶν μαθητῶν, παρακαλοῦντες ἐμμένειν τῇ πίστει, καὶ ὅτι διὰ πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.

Αυτό που κήρυτταν, αυτό και οι ίδιοι έπρατταν. Και πρόλεγαν τις θλίψεις για να ετοιμάσουν τους ακροατές να υποστούν κι εκείνοι τα ίδια προς δόξαν Θεού.

23 χειροτονήσαντες δὲ αὐτοῖς πρεσβυτέρους κατ᾿ ἐκκλησίαν καὶ προσευξάμενοι μετὰ νηστειῶν παρέθεντο αὐτοὺς τῷ Κυρίῳ, εἰς ὃν πεπιστεύκασι.

Είδες τη θερμότητα του Παύλου; «Με προσευχές», λέει, «και νηστείες αφιέρωναν αυτούς στον Κύριο. Πρόσεχε λοιπόν πως χειροτονίες γίνονται με νηστείες.

 24 καὶ διελθόντες τὴν Πισιδίαν ἦλθον εἰς Παμφυλίαν, 25 καὶ λαλήσαντες ἐν Πέργῃ τὸν λόγον κατέβησαν εἰς ᾿Αττάλειαν,

Για να μη καταπέσει δηλαδή το φρόνιμα των μαθητών, ότι αυτοί που θεωρούνταν θεοί πάσχουν τέτοια, επισκέφθηκαν αυτούς και συνομίλησαν μαζί τους. Και πρόσεχε ότι πρώτα στη Δέρβη πηγαίνει, δίνοντάς τους χρόνο ώστε να περάσει ο θυμός τους και μετά πηγαίνει πάλι στα Λύστρα, το Ικόνιο και στην Αντιόχεια. Και έτσι ότνα μεν αυτοί είναι οργισμένοι φεύγει, μόλις δε καταπαύσει η οργή τους ορμά προς αυτούς. Βλέπεις ότι δεν τα έκαναν όλα με τη χάρη του Θεού, αλλά και με τη δική τους προθυμία.

26 κἀκεῖθεν ἀπέπλευσαν εἰς ᾿Αντιόχειαν, ὅθεν ἦσαν παραδεδομένοι τῇ χάριτι τοῦ Θεοῦ εἰς τὸ ἔργον ὃ ἐπλήρωσαν.

Γιατί πάλι έρχονται στην Αντιόχεια; -Για να αναγγείλουν τα όσα συνέβηκαν εκεί.

 27 Παραγενόμενοι δὲ καὶ συναγαγόντες τὴν ἐκκλησίαν ἀνήγγειλαν ὅσα ἐποίησεν ὁ Θεὸς μετ᾿ αὐτῶν, καὶ ὅτι ἤνοιξε τοῖς ἔθνεσι θύραν πίστεως. 28 διέτριβον δὲ ἐκεῖ χρόνον οὐκ ὀλίγον σὺν τοῖς μαθηταῖς.

Πολύ σωστά διότι η πόλη, επειδή ήταν μεγάλη είχε ανάγκη από δασκάλους.

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔEKATO ΠΕΜΠΤΟ (ΙΕ΄)

1 Και τινες κατελθόντες ἀπὸ τῆς ᾿Ιουδαίας ἐδίδασκον τοὺς ἀδελφοὺς ὅτι ἐὰν μὴ περιτέμνησθε τῷ ἔθει Μωϋσέως, οὐ δύνασθε σωθῆναι.

Και δεν δίδασκαν απλώς περιτομή, αλλά και ότι δεν μπορούν να σωθούν. και δεν είπε ο Παύλος τι λοιπόν; Δεν είμαι αξιόποιστος από τα τόσα θαύματα;

 2 γενομένης οὖν στάσεως καὶ ζητήσεως οὐκ ὀλίγης τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Βαρνάβᾳ πρὸς αὐτούς, ἔταξαν ἀναβαίνειν Παῦλον καὶ Βαρνάβαν καί τινας ἄλλους ἐξ αὐτῶν πρὸς τοὺς ἀποστόλους καὶ πρεσβυτέρους εἰς ῾Ιερουσαλὴμ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. 3 Οἱ μὲν οὖν προπεμφθέντες ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας διήρχοντο τὴν Φοινίκην καὶ Σαμάρειαν ἐκδιηγούμενοι τὴν ἐπιστροφὴν τῶν ἐθνῶν, καὶ ἐποίουν χαρὰν μεγάλην πᾶσι τοῖς ἀδελφοῖς. 4 παραγενόμενοι δὲ εἰς ῾Ιερουσαλὴμ ἀπεδέχθησαν ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας καὶ τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν πρεσβυτέρων, ἀνήγγειλάν τε ὅσα ὁ Θεὸς ἐποίησε μετ᾿ αὐτῶν, καὶ ὅτι ἤνοιξε τοῖς ἔθνεσι θύραν πίστεως. 5 ᾿Εξανέστησαν δέ τινες τῶν ἀπὸ τῆς αἱρέσεως τῶν Φαρισαίων πεπιστευκότες, λέγοντες ὅτι δεῖ περιτέμνειν αὐτοὺς παραγγέλλειν τε τηρεῖν τὸν νόμον Μωϋσέως.

6 Συνήχθησαν δὲ οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ πρεσβύτεροι ἰδεῖν περὶ τοῦ λόγου τούτου. 7 Πολλῆς δὲ συζητήσεως γενομένης ἀναστὰς Πέτρος εἶπε πρὸς αὐτούς· ἄνδρες ἀδελφοί, ὑμεῖς ἐπίστασθε ὅτι ἀφ᾿ ἡμερῶν ἀρχαίων ὁ Θεὸς ἐν ἡμῖν ἐξελέξατο διὰ τοῦ στόματός μου ἀκοῦσαι τὰ ἔθνη τὸν λόγον τοῦ εὐαγγελίου καὶ πιστεῦσαι.

Πρόσεχε τον Πέτρο που από την αρχή έχει διαχωρίσει τον εαυτό του από το όλο θέμα και ιουδαῒζει μέχρι και τώρα. «Σεις γνωρίζετε» λέει. Ίσως παραβρίσκονταν και εκείνοι που παλιά στην περίπτωση του Κορνηλίου τον κατηγόρησαν και είχαν εισέλθει μαζί με αυτόν γι’ αυτό προβάλλει αυτούς σαν μάρτυρες. «Από τις πρώτες ημέρες ο Θέός διάλεξε εμένα από ανάμεσά σας». Τι σημαίνει «Εν υμίν»; Ή εννοεί στην Παλαιστίνη, ή ενώ ήσασταν παρόντες εσείς.  «Μέσω του στόματός μου». Πρόσεχε πως δείχνει το Θεό να ομιλεί μέσω αυτού και τίποτα το ανθρώπινο δεν λέει.

 8 καὶ ὁ καρδιογνώστης Θεὸς ἐμαρτύρησεν αὐτοῖς δοὺς αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον καθὼς καὶ ἡμῖν, 9 καὶ οὐδὲν διέκρινε μεταξὺ ἡμῶν τε καὶ αὐτῶν τῇ πίστει καθαρίσας τὰς καρδίας αὐτῶν.

Παντού εξισώνει τους εθνικούς με τους Ιουδαίους. Από την πίστη λεει, μόνο, έλαβαν τα ίδια. Αυτά είναι ικανά και εκείνους να ελέγξουν και να τους κάνουν να νοιώσουν ντροπή ή καλύτερα μπορούν και εκείνους να διδάξουν ότι η πίστη μόνο χρειάζεται και όχι τα έργα και η περιτομή. Δεν τα λένε δηλαδή αυτά απολογούμενοι μόνο υπέρ των εθνικών, αλλά διδάσκοντας και εκείνους ν’ απομακρυνθούν από το νόμο. Όμως στην αρχή αυτό δεν το λένε.

10 νῦν οὖν τί πειράζετε τὸν Θεόν, ἐπιθεῖναι ζυγὸν ἐπὶ τὸν τράχηλον τῶν μαθητῶν, ὃν οὔτε οἱ πατέρες ἡμῶν οὔτε ἡμεῖς ἰσχύσαμεν βαστάσαι; 11 ἀλλὰ διὰ τῆς χάριτος τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ πιστεύομεν σωθῆναι καθ᾿ ὃν τρόπον κἀκεῖνοι.

Τι σημαίνει «πειράζετε το Θεό»;  Γιατί λέει απιστείτε στο Θεό; Γιατί περιρ΄ζετε αυτόν ότι τάχα δεν μπορεί να σώσει με την πίστη; Επόμένως είναι δείγμα απιστίας το να προβάλλουν αναγκαίο το νόμο. Έπειτα δείχνει ότι και αυτοί δεν έχουν καμιά ωφέλεια και το παν στρέφει προς το νόμο και όχι προς αυτούς, μετριάζοντας έτσι την κατηγορία. Από εδώ μαθαίνουμε ότι και αν ακόμα ήθελαν να μην οδηγηθούν  στην πίστη οι εθνικοί, δεν έπρεπε αυτοί ν’ αδιαφορούν γι’ αυτούς.

 12 ᾿Εσίγησε δὲ πᾶν τὸ πλῆθος καὶ ἤκουον Βαρνάβα καὶ Παύλου ἐξηγουμένων ὅσα ἐποίησεν ὁ Θεὸς σημεῖα καὶ τέρατα ἐν τοῖς ἔθνεσι δι᾿ αὐτῶν. 13 Μετὰ δὲ τὸ σιγῆσαι αὐτοὺς ἀπεκρίθη ᾿Ιάκωβος λέγων· ἄνδρες ἀδελφοί, ἀκούσατέ μου. 14 Συμεὼν ἐξηγήσατο καθὼς πρῶτον ὁ Θεὸς ἐπεσκέψατο λαβεῖν ἐξ ἐθνῶν λαὸν ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ. 15 καὶ τούτῳ συμφωνοῦσιν οἱ λόγοι τῶν προφητῶν, καθὼς γέγραπται·

 

Αυτός ήταν επίσκοπος της εκκλησίας των Ιεροσολύμων, γι’ αυτό ομιλέι τελευταίος και έτσι πραγματοποιείται  εδώ «Με τη μαρτυρία δύο ή τριών μαρτύρων θα επιβεβαιωθεί η αλήθεια κάθε λόγου». Πρόσεχε λοιπόν και τη σύνεση του Ιακώβου που επειβεβαιώνει το λόγο του από τα λεγόμενα και των νέων και των παλαιών προφητών. Και πολύ σωστά ρυθμίζεται από τη Θεία πρόνοια να γίνουν αυτά από εκείνους που δεν επρόκειτο να τους συναναστρέφονται στο μέλλον, ώστε αυτός που ήταν δάσκαλός τους να μη είναι υπεύθυνος, ούτε βέβαια ν’ απορρίψει την απόφαση.

16 μετὰ ταῦτα ἀναστρέψω καὶ ἀνοικοδομήσω τὴν σκηνὴν Δαυῒδ τὴν πεπτωκυῖαν, καὶ τὰ κατεσκαμμένα αὐτῆς ἀνοικοδομήσω καὶ ἀνορθώσω αὐτήν, 17 ὅπως ἂν ἐκζητήσωσιν οἱ κατάλοιποι τῶν ἀνθρώπων τὸν Κύριον, καὶ πάντα τὰ ἔθνη ἐφ᾿ οὓς ἐπικέκληται τὸ ὄνομά μου ἐπ᾿ αὐτούς, λέγει Κύριος ὁ ποιῶν ταῦτα πάντα.

Τι λοιπόν; Ανοικοδομήθηκαν τα Ιεροσόλυμα; Δεν καταστράφηκαν ακόμη περισσότερο; Αυτά δεν λέχτηκαν απ’ αυτόν γι’ αυτά. Ποια λοιπόν αναοικοδόμηση εννοεί; Την αναοικοδόμηση μετά από την επιστροφή τους από τη Βαβυλώνα.

 18 γνωστὰ ἀπ᾿ αἰῶνός ἐστι τῷ Θεῷ πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ. 19 διὸ ἐγὼ κρίνω μὴ παρενοχλεῖν τοῖς ἀπὸ τῶν ἐθνῶν ἐπιστρέφουσιν ἐπὶ τὸν Θεόν, 20 ἀλλὰ ἐπιστεῖλαι αὐτοῖς τοῦ ἀπέχεσθαι ἀπὸ τῶν ἀλισγημάτων τῶν εἰδώλων καὶ τῆς πορνείας καὶ τοῦ πνικτοῦ καὶ τοῦ αἵματος. 21 Μωϋσῆς γὰρ ἐκ γενεῶν ἀρχαίων κατὰ πόλιν τοὺς κηρύσσοντας αὐτὸν ἔχει ἐν ταῖς συναγωγαῖς κατὰ πᾶν σάββατον ἀναγινωσκόμενος.

Επειδή δεν είχαν ακούσει το νόμο, πολύ εύλογα δίνει αυτή την εντολή, για να μη φανεί ότι καταργεί αυτόν. και πρόσεχε πως δεν αφήνει αυτούς να ακούσουν αυτά από το νόμο, αλλά απ’ αυτόν τον ίδιο λέγοντας «κρίνω εγώ», δηλαδή από μόνος μου και όχι ότι το άκουσα αυτό από το νόμο. Στη συνέχεια πλέον η απόφαση γίνεται κοινή:

22 Τότε ἔδοξε τοῖς ἀποστόλοις καὶ τοῖς πρεσβυτέροις σὺν ὅλῃ τῇ ἐκκλησίᾳ ἐκλεξαμένους ἄνδρας ἐξ αὐτῶν πέμψαι εἰς ᾿Αντιόχειαν σὺν τῷ Παύλῳ καὶ Βαρνάβᾳ, ᾿Ιούδαν τὸν ἐπικαλούμενον Βαρσαββᾶν καὶ Σίλαν, ἄνδρας ἡγουμένους ἐν τοῖς ἀδελφοῖς, 23 γράψαντες διὰ χειρὸς αὐτῶν τάδε

Πρόσεχε αυτούς που δεν νομοθετούν αυτά έτσι στην τύχη. Με σκοπό να γίνει αξιόπιστη η απόφαση, στέλνουν ανθ΄ρωπους από τον κύκλο τους και για να μην υπάρχουν πλέον υπόνοιες στους ανθρώπους γύρω από τον Παύλο. Και πρόσεχε πως γράφοντας την επιστολή σ’ αυτούς, τους προσάπτουν και βαριά κατηγορία.

 · Οἱ ἀπόστολοι καὶ οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ ἀδελφοὶ τοῖς κατὰ τὴν ᾿Αντιόχειαν καὶ Συρίαν καὶ Κιλικίαν ἀδελφοῖς τοῖς ἐξ ἐθνῶν χαίρειν.

24 ᾿Επειδὴ ἠκούσαμεν ὅτι τινὲς ἐξ ἡμῶν ἐξελθόντες ἐτάραξαν ὑμᾶς λόγοις ἀνασκευάζοντες τὰς ψυχὰς ὑμῶν, λέγοντες περιτέμνεσθαι καὶ τηρεῖν τὸν νόμον, οἷς οὐ διεστειλάμεθα,

Είναι αρκετή αυτή η κατηγορία για τη θρασύτητα εκείνων, και άξια της επιείκιας των Αποστόλων, καθόσον τίποτα περισσότερο δεν είπαν εναντίον εκείνων.

25 ἔδοξεν ἡμῖν γενομένοις ὁμοθυμαδόν, ἐκλεξαμένους ἄνδρας πέμψαι πρὸς ὑμᾶς σὺν τοῖς ἀγαπητοῖς ἡμῶν Βαρνάβᾳ καὶ Παύλῳ, 26 ἀνθρώποις παραδεδωκόσι τὰς ψυχὰς αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ·

Αυτά τα γράφουν για να δείξουν ότι δεν τα γράφουν με εξουσιαστικό τρόπο, ότι όλοι έχουν την ίδια γνώμη και ότι τα γράφουν μετά από προσεκτική εξέταση του θέματος.

27 ἀπεστάλκαμεν οὖν ᾿Ιούδαν καὶ Σίλαν καὶ αὐτοὺς διὰ λόγου ἀπαγγέλλοντας τὰ αὐτά. 28 ἔδοξε γὰρ τῷ ῾Αγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν μηδὲν πλέον ἐπιτίθεσθαι ὑμῖν βάρος πλὴν τῶν ἐπάναγκες τούτων,

Πάλι ονομάζει το νόμο βάρος και στη συνέχεια απολογείται και γι’ αυτούς τους ίδιους.

 29 ἀπέχεσθαι εἰδωλοθύτων καὶ αἵματος καὶ πνικτοῦ καὶ πορνείας· ἐξ ὧν διατηροῦντες ἑαυτοὺς εὖ πράξετε. ἔρρωσθε.

Αυτές τις εντολές δεν τις έδωσε η Καινή Διαθήκη (διότι πουθενά ο Χριστός δεν μίλησε γι’ αυτά), αλλά τα παίρνουν από τον νόμο. Και «πνικτό» λέει. Με αυτά έδωσε εμπόδιο στο φόνο.

30 Οἱ μὲν οὖν ἀπολυθέντες ἦλθον εἰς ᾿Αντιόχειαν, καὶ συναγαγόντες τὸ πλῆθος ἐπέδωκαν τὴν ἐπιστολήν. 31 ἀναγνόντες δὲ ἐχάρησαν ἐπὶ τῇ παρακλήσει. 32 ᾿Ιούδας τε καὶ Σίλας, καὶ αὐτοὶ προφῆται ὄντες, διὰ λόγου πολλοῦ παρεκάλεσαν τοὺς ἀδελφοὺς καὶ ἐπεστήριξαν. 33 ποιήσαντες δὲ χρόνον ἀπελύθησαν μετ᾿ εἰρήνης ἀπὸ τῶν ἀδελφῶν πρὸς τοὺς ἀποστόλους.

Δεν συμβαίνουν πλέον αντιρρήσεις και φιλονεικίες και αφού τους σταθεροποίησαν στην πίστη, αναχώρησαν εν ειρήνη. Πρόσεξε ότι παντού υπάρχει ευταξία στην Εκκλησία. Μετά τον Πέτρο ομιλεί ο Πάυλος και κανένας δεν προβάλλει αντίρρηση, ο Ιάκωβος δείχνει ανοχή και δεν διαφωνεί διότι σ’ εκείνον είχε ανατεθεί η εξουσία. Τίποτα δεν λέει εδώ ο Ιωάννη, τίποτα οι άλλοι Απόστολοι, αλλά σιωπούν και δεν αγανακτούν. Τόσο πολύ καθαρή ήταν η ψυχή τους από φιλοδοξία.

34 ἔδοξε δὲ τῷ Σίλᾳ ἐπιμεῖναι αὐτοῦ.
35 Παῦλος δὲ καὶ Βαρνάβας διέτριβον ἐν ᾿Αντιοχείᾳ διδάσκοντες καὶ εὐαγγελιζόμενοι μετὰ καὶ ἑτέρων πολλῶν τὸν λόγον τοῦ Κυρίου.36 Μετὰ δέ τινας ἡμέρας εἶπε Παῦλος πρὸς Βαρνάβαν· ἐπιστρέψαντες δὴ ἐπισκεψώμεθα τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν κατὰ πᾶσαν πόλιν ἐν αἷς κατηγγείλαμεν τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, πῶς ἔχουσι. 37 Βαρνάβας δὲ ἐβουλεύσατο συμπαραλαβεῖν τὸν ᾿Ιωάννην τὸν ἐπικαλούμενον Μᾶρκον·
38 Παῦλος δὲ ἠξίου, τὸν ἀποστάντα ἀπ᾿ αὐτῶν ἀπὸ Παμφυλίας καὶ μὴ συνελθόντα αὐτοῖς εἰς τὸ ἔργον, μὴ συμπαραλαβεῖν τοῦτον. 39 ἐγένετο οὖν παροξυσμός, ὥστε ἀποχωρισθῆναι αὐτοὺς ἀπ᾿ ἀλλήλων, τόν τε Βαρνάβαν παραλαβόντα τὸν Μᾶρκον ἐκπλεῦσαι εἰς Κύπρον. 40 Παῦλος δὲ ἐπιλεξάμενος Σίλαν ἐξῆλθε, παραδοθεὶς τῇ χάριτι τοῦ Θεοῦ ὑπὸ τῶν ἀδελφῶν,

Άρα λοιπόν και στους προφήτες βρίσκουμε να υπάρχουν διάφορες γνώμες και διάφοροι χαρακτήρες. Όπως ο Ηλίας ήταν αυστηρός, ο Μωϋσής πράος. Κι εδώ λοιπόν ο Πάυλος είναι αυστηρότερος. Αλλά πρόσεχε και την επιείκια αυτού. «Είχε την αξίωση» λέει, «να μην πάρουν μαζί τουςεκείνον που τους εγκατέλειψε στην Παμφυλία». Όπως ακριβώς δηλαδή κάποιος στρατηγός δεν θα μπορούσε να έχει πάντοτε τον σκευοφόρο σκληρό, έτσι ούτε ο Απόστολος. Αυτό και τους άλλους δίδασκε και εκείνον τον ίδιο τον έκανε να ενεργεί σωστά.

Ο Βαρνάβας δηλαδή ήταν κακός; -Καθόλου, αλλά είναι και πάρα πολύ μεγάλη απρέπεια να το νομίζουμε αυτό. Άλλωστε πρόσεχε ότι δεν συνέβηκε κανένα κακό με το ότι αυτοί οι δύο αποχωρίστηκαν. Συ όμως θαύμασε αυτόν για το ότι δεν έκρυψε αυτό.  Δες επίσης ότι κανένας απ’ αυτούς δεν εξοργίστηκε επιζητώντας το δικό του και την τιμή για τον εαυτό του. Σκέψου επίσης πως πολλές ενέργειές τους γίνονταν και με ανθ΄ρωπινη σκέψη, διότι δεν ήταν λίθοι ή ξύλα. Το ποιος όμως τελικά σκέφθηκε ορθότερα, αυτό δεν μπορούμε να το πούμε εμείς, κατ’ αρχήν όμως μπορούμε να πούμε ότι δείχτηκε μεγάλα πρόνοια από τον Θεό, εφόσον βέβαια αυτοί μεν επρόκειτο να αξιωθούν για δεύτερη φορά να επισκεφτούν τις εκκλησίες που ίδρυσαν, ενώ εκείνοι ούτε μία φορά.

Και ας δούμε, τι λοιπόν; Αποχωρίστηκαν σαν εχθροί; - Μακριά μια τέτοια σκέψη. Διότι βλέπεις μετά απ’ αυτό τον Βαρνάβα ν’ απολαμβάνει από τον Παύλο στις επιστολές του πολλά εγκώμια. Και πρόσεχε τη σύνεση του Παύλου, δεν μεταβαίνει προηγουμένως σε άλλες πόλεις, προτού επισκεφτεί τις πόλεις που δέχτηκαν το λόγο του Θεού:

41 διήρχετο δὲ τὴν Συρίαν καὶ Κιλικίαν ἐπιστηρίζων τὰς ἐκκλησίας.

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔEKATO ΕΚΤΟ (ΙΣΤ΄)

1 Κατήντησε δὲ εἰς Δέρβην καὶ Λύστραν. καὶ ἰδοὺ μαθητής τις ἦν ἐκεῖ ὀνόματι Τιμόθεος, υἱὸς γυναικός τινος ᾿Ιουδαίας πιστῆς, πατρὸς δὲ ῞Ελληνος, 2 ὃς ἐμαρτυρεῖτο ὑπὸ τῶν ἐν Λύστροις καὶ ᾿Ικονίῳ ἀδελφῶν. 3 τοῦτον ἠθέλησεν ὁ Παῦλος σὺν αὐτῷ ἐξελθεῖν, καὶ λαβὼν περιέτεμεν αὐτὸν διὰ τοὺς ᾿Ιουδαίους τοὺς ὄντας ἐν τοῖς τόποις ἐκείνοις· ᾔδεισαν γὰρ ἅπαντες τὸν πατέρα αὐτοῦ ὅτι ῞Ελλην ὑπῆρχεν.

Αξίζει να νιώσουμε έκπληξη με τη σύνεση του Παύλου. Αυτός που τόσο πολύ αγωνίστηκε για την περιτομή που όλα τα μέσα μεταχειρίστηκε και δεν σταμάτησε τον αγώνα του μέχρι που πέτυχε το σκοπό του, αυτός, ενώ ηαπόφαση γι’ αυτήν επικυρώθηκε, περιτέμνει τον μαθητή. Όχι μόνο δεν εμποδίζει άλλους, αλλά και ο ίδιος το κάνει αυτό. Δεν υπάρχει τίποτα πιο συνετό απ’ αυτό που κάνει ο Παύλος, διότι όλα τα έβλεπε προς το συμφέρον της Εκκλησίας, τίποτα δεν έκανε στην τύχη και από προκατάληψη. Και το περιέτεμνε, διότι οι Ιουδαίοι δεν θα ανέχονταν με τίποτα να ακούσουν κήρυγμα από κάποιον που δεν είχε προηγουμένως περιτμηθεί. Και τι; Πρόσεχε το κατόρθωμα· τον περιέτεμνε, για να καταργήσει την περιτομή.

 4 ῾Ως δὲ διεπορεύοντο τὰς πόλεις, παρεδίδουν αὐτοῖς φυλάσσειν τὰ δόγματα τὰ κεκριμένα ὑπὸ τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν πρεσβυτέρων τῶν ἐν ῾Ιερουσαλήμ. 5 αἱ μὲν οὖν ἐκκλησίαι ἐστερεοῦντο τῇ πίστει καὶ ἐπερίσσευον τῷ ἀριθμῷ καθ᾿ ἡμέραν.

Είδες τώρα το κέρδος της περιτομής;

6 Διελθόντες δὲ τὴν Φρυγίαν καὶ τὴν Γαλατικὴν χώραν, κωλυθέντες ὑπὸ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος λαλῆσαι τὸν λόγον ἐν τῇ ᾿Ασίᾳ, 7 ἐλθόντες κατὰ τὴν Μυσίαν ἐπείραζον κατὰ τὴν Βιθυνίαν πορεύεσθαι· καὶ οὐκ εἴασεν αὐτοὺς τὸ Πνεῦμα.

Γιατί βέβαια εμποδίστηκαν δεν το λέει, το ότι όμως εμποδίστηκαν μας το είπε, για να μας διδάξει να δείχνουμε μόνο υπακοή και να μη ζητάμε να βρούμε τις αιτίες και για να δείξει ότι πολλά τα έκαναν και με την ανθρώπινη  μόνο δύναμη.

8 παρελθόντες δὲ τὴν Μυσίαν κατέβησαν εἰς Τρῳάδα. 9 καὶ ὅραμα διὰ τῆς νυκτὸς ὤφθη τῷ Παύλῳ· ἀνήρ τις ἦν Μακεδὼν ἑστώς, παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων· διαβὰς εἰς Μακεδονίαν βοήθησον ἡμῖν.

Γιατί βλέπει όραμα και δεν τον πρόσταξε το Άγιο Πνεύμα; - Ήθελε αυτούς και έτσι να τους καθοδηγεί. Και τον μετέφερε προς τα εκεί για να συνεχιστεί η διάδοση του Ευαγγελίου. Άλλωστε γι’ αυτό εμποδίστηκε να παραμείνει σε άλλες πόλεις διότι ο Χριστός τον ωθούσε προς τα εκεί.

Καιθ πως του παρουσιάστηκε το Πνεύμα; -Σαν άνδρας Μακεδόνας και δεν τον διέταξε, αλλά τον παρακαλούσε.

10 ὡς δὲ τὸ ὅραμα εἶδεν, εὐθέως ἐζητήσαμεν ἐξελθεῖν εἰς τὴν Μακεδονίαν, συμβιβάζοντες ὅτι προσκέκληται ἡμᾶς ὁ Κύριος εὐαγγελίσασθαι αὐτούς. 11 ᾿Αναχθέντες οὖν ἀπὸ τῆς Τρῳάδος εὐθυδρομήσαμεν εἰς Σαμοθρᾴκην, τῇ δὲ ἐπιούσῃ εἰς Νεάπολιν, 12 ἐκεῖθέν τε εἰς Φιλίππους, ἥτις ἐστὶ πρώτη τῆς μερίδος τῆς Μακεδονίας πόλις κολωνία. ῏Ημεν δὲ ἐν αὐτῇ τῇ πόλει διατρίβοντες ἡμέρας τινάς,

Περιγράφει τώρα και τους τόπους, επειδή διηγείται ιστορία και για να δείξει ότι έμεινε περισσότερο χρόνο στις μεγάλες πόλεις, ενώ τις άλλες τις προσπερνούσε.

13 τῇ τε ἡμέρᾳ τῶν σαββάτων ἐξήλθομεν ἔξω τῆς πόλεως παρὰ ποταμὸν οὗ ἐνομίζετο προσευχὴ εἶναι, καὶ καθίσαντες ἐλαλοῦμεν ταῖς συνελθούσαις γυναιξί. 14 καί τις γυνὴ ὀνόματι Λυδία, πορφυρόπωλις πόλεως Θυατείρων, σεβομένη τὸν Θεόν, ἤκουεν, ἧς ὁ Κύριος διήνοιξε τὴν καρδίαν προσέχειν τοῖς λαλουμένοις ὑπὸ τοῦ Παύλου.

Πρόσεχε πάλι τον Παύλο που και από τον χρόνο και από τον τρόπο ενεργεί με Ιουδαϊκό τρόπο. «Σε μέρος που θεωρούνταν» λέγει, «σαν τόπος προσευχής», διότι δεν προσευχόταν παντού, παρά μόσο στην συναγωγή, αλλά και έξω απ’ αυτήν, ξεχωρίζοντας κατά κάποιο τρόπο έναν τόπο, καθόσον οι Ιουδαίοι απέδιδαν περισσότερη προσοχή στα σωματικά.  «Κατά την ημέρα του Σαββάτου», κατά την οποία φυσικό ήταν να συγκεντρωθεί πλήθος. Και ας προσέξουμε την αρετή αυτής:

15 ὡς δὲ ἐβαπτίσθη καὶ ὁ οἶκος αὐτῆς, παρεκάλεσε λέγουσα· εἰ κεκρίκατέ με πιστὴν τῷ Κυρίῳ εἶναι, εἰσελθόντες εἰς τὸν οἶκόν μου μείνατε· καὶ παρεβιάσατο ἡμᾶς.

«Μόλις βαπτίστηκε», λέγει, «αυτή και η οικογένειά της». Πρόσεχε πως τους έπεισε όλους· έπειτα πρόσεχε σύνεση, πως παρακαλεί τους Αποστόλους, από πόση ταπεινοφροσύνη είναι γεμάτα τα λόγια της, από πόση σοφία.

16 ᾿Εγένετο δὲ πορευομένων ἡμῶν εἰς προσευχὴν παιδίσκην τινὰ ἔχουσαν πνεῦμα πύθωνος ἀπαντῆσαι ἡμῖν, ἥτις ἐργασίαν πολλὴν παρεῖχε τοῖς κυρίοις αὐτῆς μαντευομένη.

Πες μου όμως ποιος ήταν αυτός ο δαίμονας; «Πύθωνας», από τον τόπο έτσι ονομάζεται, βλέπεις ότι και ο Απόλλωνας δαίμονας είναι;

 17 αὕτη κατακολουθήσασα τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ ἔκραζε λέγουσα· οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἵτινες καταγγέλλουσιν ἡμῖν ὁδὸν σωτηρίας. 18 τοῦτο δὲ ἐποίει ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. διαπονηθεὶς δὲ ὁ Παῦλος καὶ ἐπιστρέψας τῷ πνεύματι εἶπε· παραγγέλλω σοι ἐν τῷ ὀνόματι ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῆς. καὶ ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ.

Και γιατί ενώ αυτή έλεγε αυτά ο Παύλος την εμπόδισε; -Διότι αν ο Παύλος δεχόταν την μαρτυρία της πολλοί θα θεωρούσαν από τους πιστούς ότι τους εξαπατούσε. Στην αρχή λοιπόν δεν αποδέχτηκε μεν την μαρτυρία αυτής ο Παύλος, αλλά αδιαφόρησε γι’ αυτήν μη θέλοντας να καταφύγει στην επιτέλεση θαύματος, όταν όμως αυτή επέμενε να το κάνει αυτό επί πολλές μέρες και φανέρωνε το έργο αυτών, λέγοντας «Αυτοί οι άνθρωποι είναι δούλοι του Θεού του Υψίστου, οι οποίοι κηρύττουν σ’εμάς οδό σωτηρίας, τότε διέταξε το δαιμόνιο να εξέλθει.

19 ᾿Ιδόντες δὲ οἱ κύριοι αὐτῆς ὅτι ἐξῆλθεν ἡ ἐλπὶς τῆς ἐργασίας αὐτῶν, ἐπιλαβόμενοι τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν εἵλκυσαν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας, 20 καὶ προσαγαγόντες αὐτοὺς τοῖς στρατηγοῖς εἶπον· οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ἐκταράσσουσιν ἡμῶν τὴν πόλιν ᾿Ιουδαῖοι ὑπάρχοντες.
21 καὶ καταγγέλλουσιν ἔθη ἃ οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν παραδέχεσθαι οὐδὲ ποιεῖν Ρωμαίοις οὖσι.

Παντού τα χρήματα είναι η αιτία των κακών. Πω, πω μέγεθος ελληνικής απανθρωπιάς! Ήθελαν το κορίτσι να διατελεί κάτω από την εξουσία του δαίμονα, ώστε να κερδίζουν αυτοί χρήματα. Και παρουσίασαν το θέμα ως ζήτημα εσχάτης προδοσίας. Και πρόσεχε ότι αυτοί ούτε στα λόγια του δαίμονος προσέχουν, αλλά σε ένα μόνο αποβλέπουν, τη φιλαργυρία.

22 καὶ συνεπέστη ὁ ὄχλος κατ᾿ αὐτῶν. καὶ οἱ στρατηγοὶ περιρρήξαντες αὐτῶν τὰ ἱμάτια ἐκέλευον ραβδίζειν,

Πω, πω μέγεθος παραφροσύνης! Δεν τους εξέτασαν, δεν τους επέτρεψαν να μιλήσουν, αν και βέβαια εφόσον έγινε τέτοιο θαύμα, έπρεπε να τους προσκυνήσουν. Κι αν ακόμη ήθελαν χρήματα, εφόσον βρήκαν τέτοιο πλούτο γιατί δεν έτρεξαν προς αυτόν; Αλλά ότι οι Ιουδαίοι έκαναν στον Χριστό, τα ίδια και οι έλληνες στον Παύλο..

23 πολλάς τε ἐπιθέντες αὐτοῖς πληγὰς ἔβαλον εἰς φυλακήν, παραγγείλαντες τῷ δεσμοφύλακι ἀσφαλῶς τηρεῖν αὐτούς· 24 ὃς παραγγελίαν τοιαύτην εἰληφὼς ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσωτέραν φυλακὴν καὶ τοὺς πόδας αὐτῶν ἠσφαλίσατο εἰς τὸ ξύλον.

Και το ίτι τους έριξαν στην πιο βαθειά φυλακή ήταν Θεία οικονομία, για να γίνει έτσι ακόμη πιο μεγάλο το θαύμα.

25 Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον Παῦλος καὶ Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεόν· ἐπηκροῶντο δὲ αὐτῶν οἱ δέσμιοι. 26 ἄφνω δὲ σεισμὸς ἐγένετο μέγας, ὥστε σαλευθῆναι τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου, ἀνεῴχθησάν τε παραχρῆμα αἱ θύραι πᾶσαι καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη.

Τι θα μπορούσε να υπάρξει ισάξιο με τις ψυχές αυτές; Μαστιγώθηκαν, δέχτηκαν χτυπήματα, βρίστηκαν, κινδύνεψαν μέχρι θανάτου, ήταν δεμένοι στο ξύλο και κλεισμένοι μέσα σε βαθιά φυλακή, κι όμως, ούτε έτσι μπορούσαν να ησυχάσουν, αλλά έμεναν ξάγρυπνοι όλη την νύχτα προσευχόμενοι. Βλέπετε πόσο μεγάλο αγαθό είναι η θλίψη; Εμείς όμως ούτε κι ενώ είμαστε ξαπλωμένοι σε απαλά στρώματα δεν φοβόμαστε τον Θεό, αλλά όλη την νύχτα κοιμόμαστε. Κι έγινε λέει σεισμός μεγάλος ενώ αυτοί έψαλλαν μελλωδικά και οι λοιποί φυλακισμένοι τους άκουγαν. Αυτά προφανώς οι φύλακες δεν τα έβλεπαν διότι αλλιώς θα έφευγαν.

27 ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ δεσμοφύλαξ καὶ ἰδὼν ἀνεῳγμένας τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, σπασάμενος μάχαιραν ἔμελλεν ἑαυτὸν ἀναιρεῖν, νομίζων ἐκπεφευγέναι τοὺς δεσμίους. 28 ἐφώνησε δὲ φωνῇ μεγάλῃ ὁ Παῦλος λέγων· μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν· ἅπαντες γάρ ἐσμεν ἐνθάδε.

Θαύμασε περισσότερο τη φιλανθρωπία του Παύλου, μείνε κατάπληκτος από την ανδρεία του, διότι ενώ μπορούσε να φύγει δεν έφυγε αλλά έμεινε εκεί να προφυλλάξει από την απελπισία τον δεσμοφύλακα.

 29 αἰτήσας δὲ φῶτα εἰσεπήδησε, καὶ ἔντρομος γενόμενος προσέπεσε τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ,
30 καὶ προαγαγὼν αὐτοὺς ἔξω ἔφη· κύριοι, τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ; 31 οἱ δὲ εἶπον· πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον ᾿Ιησοῦν Χριστόν, καὶ σωθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου. 32 καὶ ἐλάλησαν αὐτῷ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. 33 καὶ παραλαβὼν αὐτοὺς ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τῆς νυκτὸς ἔλουσεν ἀπὸ τῶν πληγῶν, καὶ ἐβαπτίσθη αὐτὸς καὶ οἱ αὐτοῦ πάντες παραχρῆμα, 34 ἀναγαγών τε αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ παρέθηκε τράπεζαν, καὶ ἠγαλλιάσατο πανοικὶ πεπιστευκὼς τῷ Θεῷ.

Να λοιπόν γιατί παρέμεινε ο Πάλυος και δεν έφυγε.

35 ῾Ημέρας δὲ γενομένης ἀπέστειλαν οἱ στρατηγοὶ τοὺς ραβδούχους λέγοντες· ἀπόλυσον τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους.

Έμαθαν ίσως οι στρατηγοί το γεγονός και δεν τολμούσαν από μόνοι τους να τους απολύσουν.

36 ἀπήγγειλε δὲ ὁ δεσμοφύλαξ τοὺς λόγους τούτους πρὸς τὸν Παῦλον, ὅτι ἀπεστάλκασιν οἱ στρατηγοὶ ἵνα ἀπολυθῆτε. νῦν οὖν ἐξελθόντες πορεύεσθε ἐν εἰρήνῃ. 37 ὁ δὲ Παῦλος ἔφη πρὸς αὐτούς· δείραντες ἡμᾶς δημοσίᾳ ἀκατακρίτους, ἀνθρώπους Ρωμαίους ὑπάρχοντας, ἔβαλον εἰς φυλακήν· καὶ νῦν λάθρᾳ ἡμᾶς ἐκβάλλουσιν; οὐ γάρ, ἀλλὰ ἐλθόντες αὐτοὶ ἡμᾶς ἐξαγαγέτωσαν.
38 ἀνήγγειλαν δὲ τοῖς στρατηγοῖς οἱ ραβδοῦχοι τὰ ρήματα ταῦτα· καὶ ἐφοβήθησαν ἀκούσαντες ὅτι Ρωμαῖοί εἰσι,
39 καὶ ἐλθόντες παρεκάλεσαν αὐτούς, καὶ ἐξαγαγόντες ἠρώτων ἐξελθεῖν τῆς πόλεως. 40 ἐξελθόντες δὲ ἐκ τῆς φυλακῆς εἰσῆλθον πρὸς τὴν
Λυδίαν, καὶ ἰδόντες τοὺς ἀδελφοὺς παρεκάλεσαν αὐτοὺς καὶ ἐξῆλθον.

Αν και οι στρατηγοί τους ειδοποίησαν να εξέλθουν , όμως ο Παύλος δεν εξέρχεται, ίσως για χάρη της Λυδίας και των άλλων αδελφών. Τριπλό αγαπητοί ήταν το αδίκημα, και ότι ήταν Ρωμαίοι πολίτες, και ότι δεν δικάστηκαν και ότι τους έβαλαν στη φυλακή δημόσια.

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔEKATO ΕΒΔΟΜΟ (ΙΖ΄)

Διοδεύσαντες δὲ τὴν ᾿Αμφίπολιν καὶ ᾿Απολλωνίαν ἦλθον εἰς Θεσσαλονίκην, ὅπου ἦν ἡ συναγωγὴ τῶν ᾿Ιουδαίων. 2 κατὰ δὲ τὸ εἰωθὸς τῷ Παύλῳ εἰσῆλθε πρὸς αὐτούς, καὶ ἐπὶ σάββατα τρία διελέγετο αὐτοῖς ἀπὸ τῶν γραφῶν, 3 διανοίγων καὶ παρατιθέμενος ὅτι τὸν Χριστὸν ἔδει παθεῖν καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν, καὶ ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός, ᾿Ιησοῦς ὃν ἐγὼ καταγγέλλω ὑμῖν.

Πάλι τις μικρές πόλεις τις προσπερνούν, βιάζονται για να επισκεπτούν τις μεγαλύτερες, από τις οποίες σαν ακριβώς κάποια πηγή, να διασκορπιστεί ο λόγος σ’ εκείνες που βρίσκονται κοντά σ’ αυτές. Όπως συνήθιζε ο Παύλος εισήλθε στην συναγωγή των Ιουδαίων, αν και είπε βέβαια «Στρεφόμαστε προς τα έθνη» (Πραξ. 13,48), όμως παρόλα αυτά ούτε αυτούς τους άφηνε, διότι έτρεφε μεγάλο πόθο γι’ αυτούς, διότι άκουσε αυτόν που λέγει: «Αδελφοί, η επιθυμία της καρδιάς μου και η προσευχή μου προς το Θεό είναι να σωθούν οι Ισραηλίτες» (Ρωμ. 10,1).

Και τι κήρυξε πρώτα πρώτα σ’ αυτούς; -Για το πάθος του Χριστού και την Ανάσταση.

4 καί τινες ἐξ αὐτῶν ἐπείσθησαν καὶ προσεκληρώθησαν τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ, τῶν τε σεβομένων ῾Ελλήνων πολὺ πλῆθος γυναικῶν τε τῶν πρώτων οὐκ ὀλίγαι. 5 Προσλαβόμενοι δὲ οἱ ἀπειθοῦντες ᾿Ιουδαῖοι τῶν ἀγοραίων τινὰς ἄνδρας πονηροὺς καὶ ὀχλοποιήσαντες ἐθορύβουν τὴν πόλιν, ἐπιστάντες τε τῇ οἰκίᾳ ᾿Ιάσονος ἐζήτουν αὐτοὺς ἀγαγεῖν εἰς τὸν δῆμον· 6 μὴ εὑρόντες δὲ αὐτοὺς ἔσυρον τὸν ᾿Ιάσονα καί τινας ἀδελφοὺς ἐπὶ τοὺς πολιτάρχας, βοῶντες ὅτι οἱ τὴν οἰκουμένην ἀναστατώσαντες οὗτοι καὶ ἐνθάδε πάρεισιν, 7 οὓς ὑποδέδεκται ᾿Ιάσων· καὶ οὗτοι πάντες ἀπέναντι τῶν δογμάτων Καίσαρος πράσσουσι, βασιλέα ἕτερον λέγοντες εἶναι, ᾿Ιησοῦν.

Πω, πω κατηγορία! Πάλι τους κατηγορούσαν για έσχατη προδοσία, λέγοντας ότι υπάρχει άλλος βασιλιάς, ο Ιησούς.

 8 ἐτάραξαν δὲ τὸν ὄχλον καὶ τοὺς πολιτάρχας ἀκούοντας ταῦτα, 9 καὶ λαβόντες τὸ ἱκανὸν παρὰ τοῦ ᾿Ιάσονος καὶ τῶν λοιπῶν ἀπέλυσαν αὐτούς.

Είναι άξιος θαυμασμού ο Ιάσονας, διότι ο ίδιος κινδύνεψε, αφήνοντας του Αποστόλους να φύγουν.

10 Οἱ δὲ ἀδελφοὶ εὐθέως διὰ τῆς νυκτὸς ἐξέπεμψαν τόν τε Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν εἰς Βέροιαν, οἵτινες παραγενόμενοι εἰς τὴν συναγωγὴν ἀπῄεσαν τῶν ᾿Ιουδαίων. 11 οὗτοι δὲ ἦσαν εὐγενέστεροι τῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ, οἵτινες ἐδέξαντο τὸν λόγον μετὰ πάσης προθυμίας, τὸ καθ᾿ ἡμέραν ἀνακρίνοντες τὰς γραφὰς εἰ ἔχοι ταῦτα οὕτως.

Και πρόσεχε, ερευνούσαν τις Γραφές όχι επιπόλαια, αλλά με μεγάλη προσοχή, θέλοντας απ’ αυτές να λάβουν περισσότερες πληροφορίες για το πάθος του Χριστού, διότι ήδη είχαν πιστέψει.

 12 πολλοὶ μὲν οὖν ἐξ αὐτῶν ἐπίστευσαν, καὶ τῶν ῾Ελληνίδων γυναικῶν τῶν εὐσχημόνων καὶ ἀνδρῶν οὐκ ὀλίγοι. 13 ῾Ως δὲ ἔγνωσαν οἱ ἀπὸ τῆς Θεσσαλονίκης ᾿Ιουδαῖοι ὅτι καὶ ἐν τῇ Βεροίᾳ κατηγγέλη ὑπὸ τοῦ Παύλου ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἦλθον κἀκεῖ σαλεύοντες τοὺς ὄχλους. 14 εὐθέως δὲ τότε τὸν Παῦλον ἐξαπέστειλαν οἱ ἀδελφοὶ πορεύεσθαι ὡς ἐπὶ τὴν θάλασσαν· ὑπέμενον δὲ ὅ τε Σίλας καὶ ὁ Τιμόθεος ἐκεῖ.

Πρόσεχε τον Παύλο, ο οποίος και υποχωρεί και προβάλλει αντίσταση και πολλά πράγματα κάνει κατά τρόπο ανθρώπινο.

 15 οἱ δὲ καθιστῶντες τὸν Παῦλον ἤγαγον αὐτὸν ἕως ᾿Αθηνῶν, καὶ λαβόντες ἐντολὴν πρὸς τὸν Σίλαν καὶ Τιμόθεον ἵνα ὡς τάχιστα ἔλθωσι πρὸς αὐτόν, ἐξῄεσαν.

16 ᾿Εν δὲ ταῖς ᾿Αθήναις ἐκδεχομένου αὐτοὺς τοῦ Παύλου, παρωξύνετο τὸ πνεῦμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ θεωροῦντι κατείδωλον οὖσαν τὴν πόλιν. 17 διελέγετο μὲν οὖν ἐν τῇ συναγωγῇ τοῖς ᾿Ιουδαίοις καὶ τοῖς σεβομένοις καὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ κατὰ πᾶσαν ἡμέραν πρὸς τοὺς παρατυγχάνοντας.

Πρόσεχε πάλι με τους Ιουδαίους συνομιλεί, αποστομόνωντας με κάθε τρόπο εκείνους που λένε ότι τους εγκατέλειψε, επειδή είχε στραφεί προς τα έθνη.

 18 τινὲς δὲ τῶν ᾿Επικουρείων καὶ τῶν Στοϊκῶν φιλοσόφων συνέβαλλον αὐτῷ, καί τινες ἔλεγον· τί ἂν θέλοι ὁ σπερμολόγος οὗτος λέγειν; οἱ δέ· ξένων δαιμονίων δοκεῖ καταγγελεὺς εἶναι· ὅτι τὸν ᾿Ιησοῦν καὶ τὴν ἀνάστασιν εὐηγγελίζετο αὐτοῖς.

Καθόσον θεωρούσαν την ανάσταση σα κάποιο θεό, επειδή υπήρχε συνήθεια σ’ αυτούς και θηλυκές θεότητες να πιστεύουν.

19 ἐπιλαβόμενοί τε αὐτοῦ ἐπὶ τὸν ῎Αρειον πάγον ἤγαγον λέγοντες· δυνάμεθα γνῶναι τίς ἡ καινὴ αὕτη ἡ ὑπὸ σοῦ λαλουμένη διδαχή; 20 ξενίζοντα γάρ τινα εἰσφέρεις εἰς τὰς ἀκοὰς ἡμῶν· βουλόμεθα οὖν γνῶναι τί ἂν θέλοι ταῦτα εἶναι.

Τον οδήγησαν στον Άρειο Πάγο, όχι με σκοπό να μάθουν, αλλά για τον τιμωρήσουν, εκεί όπου γίνονταν οι δίκες για φόνους. Πόλη φλύαρων ήταν η πόλη εκείνων.

21 ᾿Αθηναῖοι δὲ πάντες καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες ξένοι εἰς οὐδὲν ἕτερον εὐκαίρουν ἢ λέγειν τι καὶ ἀκούειν καινότερον.

22 Σταθεὶς δὲ ὁ Παῦλος ἐν μέσῳ τοῦ ᾿Αρείου πάγου ἔφη· ἄνδρες ᾿Αθηναῖοι, κατὰ πάντα ὡς δεισιδαιμονεστέρους ὑμᾶς θεωρῶ. 23 διερχόμενος γὰρ καὶ ἀναθεωρῶν τὰ σεβάσματα ὑμῶν εὗρον καὶ βωμὸν ἐν ᾧ ἐπεγέγραπτο, ἀγνώστῳ Θεῷ. ὃν οὖν ἀγνοοῦντες εὐσεβεῖτε, τοῦτον ἐγὼ καταγγέλλω ὑμῖν.

Φαίνεται σα να τους εγκωμιάζει μη λέγοντας τίποτα το βαρύ. Και γιατί είχαν άγλαμα με «άγνωστο θεό»; - Επειδή κατά διάφορους καιρούς αποδέχτηκαν πολλούς θεούς και από τις χώρερς έξω από τα σύνορά τους, όπως το ιερό της Αθηνάς τον Πάνα, και άλλους από άλλα μέρη, φοβούμενοι μη τυχόν υπάρχει κάποιος άλλος που σ’ αυτούς μεν δεν ήταν γνωστός μέχρι τότε, λατρεύονταν όμως σε άλλα μέρη, για περισσότερη δήθεν ασφάλεια έστησαν βωμό και γι’ αυτόν.

24 ὁ Θεὸς ὁ ποιήσας τὸν κόσμον καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῷ, οὗτος οὐρανοῦ καὶ γῆς Κύριος ὑπάρχων οὐκ ἐν χειροποιήτοις ναοῖς κατοικεῖ,

Με αυτόν τον λόγο κατέστρεψε όλα τα διδάγματα των φιλοσόφων, διότι οι μεν Επικούρειοι έλεγαν  ότι τα πάντα είναι αυτόματα και ότι αποτελούνται από άτομα, ενώ οι Στωικοί ότι αποτελούνται από ύλη και πυρ, ο δε Παύλος λέει ότι ο κόσμος είναι έργο του Θεού και όλα όσα υπάρχουν μέσα σ’ αυτόν. βλέπεις συντομία και μέσα στη συντομία σαφήνεια;  Έπειτα, για να μη νομίσουν ότι είναι ένας από τους πολλούς θεούς αυτός που κηρύττει, συμπληρώνει στη συνέχεια αυτό που είπε, προσθέτοντας:

25 οὐδὲ ὑπὸ χειρῶν ἀνθρώπων θεραπεύεται προσδεόμενός τινος, αὐτὸς διδοὺς πᾶσι ζωὴν καὶ πνοὴν κατὰ πάντα· 26 ἐποίησέ τε ἐξ ἑνὸς αἵματος πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων κατοικεῖν ἐπὶ πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς, ὁρίσας προστεταγμένους καιροὺς καὶ τὰς ὁροθεσίας τῆς κατοικίας αὐτῶν,

Βλέπεις πως σιγά-σιγά εισάγει την χριστιανική φιλοσοφία; Πώς χλευάζει την ελληνική πλάνη; Δες επίσης ότι αυτά που σήμερα τα γνωρίζουν και μερικοί από τους τυχόντες, αυτά δεν τα γνώριζαν οι Αθηναίοι και μάλιστα οι σοφοί των Αθηναίων. Διότι αν τα δημιούργησε, είναι φανερό ότι είναι και Κύριος. Και πρόσεχε ποιο λέγει ότι είναι το γνώρισμα της θεότητας, το δημιουργικό, πράγμα που έχει και ο Υιός.

27 ζητεῖν τὸν Κύριον, εἰ ἄρα γε ψηλαφήσειαν αὐτὸν καὶ εὕροιεν, καί γε οὐ μακρὰν ἀπὸ ἑνὸς ἑκάστου ἡμῶν ὑπάρχοντα. 28 ἐν αὐτῷ γὰρ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν, ὡς καί τινες τῶν καθ᾿ ὑμᾶς ποιητῶν εἰρήκασι· τοῦ γὰρ καὶ γένος ἐσμέν.

Αυτό το είπε ο ποιητής Άρατος. Πρόσεχε που παρουσιάζει τις αποδείξεις και από τα όσα συμβαίνουν σ’ αυτούς και από τα όσα λέχθηκαν.

29 γένος οὖν ὑπάρχοντες τοῦ Θεοῦ οὐκ ὀφείλομεν νομίζειν χρυσῷ ἢ ἀργύρῳ ἢ λίθῳ, χαράγματι τέχνης καὶ ἐνθυμήσεως ἀνθρώπου, τὸ θεῖον εἶναι ὅμοιον.

Καθόλου δεν είμαστε εμείς όμοιοι, ούτε και οι ψυχές μας. Γιατί τέλος πάντων δεν μίλησε προς τους φιλοσόφους με ευθύτητα και δεν είπε «Ο Θεός είναι εκ φύσεως ασώματος, αόρατος και χωρίς μορφή»; - Διότι θεωρούσε ότι είναι περιττό στην αρχή να λέει αυτά προς ανθ΄ρωπους που δεν γνώριζαν ότι υπάρχει μόνο ένας Θεός. Γι’ αυτό, αφού παρέλειψε να μιλήσει για εκείνα, αναφέρεται σ’ αυτό που ήταν ο στόχος του και λέει:

30 τοὺς μὲν οὖν χρόνους τῆς ἀγνοίας ὑπεριδὼν ὁ Θεὸς τανῦν παραγγέλλει τοῖς ἀνθρώποις πᾶσι πανταχοῦ μετανοεῖν, 31 διότι ἔστησεν ἡμέραν ἐν ᾗ μέλλει κρίνειν τὴν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ, ἐν ἀνδρὶ ᾧ ὥρισε, πίστιν παρασχὼν πᾶσιν ἀναστήσας αὐτὸν ἐκ νεκρῶν.

Πρόσεχε, αφού προξένησε ανησυχία στη σκέψη αυτών με το να πει: «Όρισε ημέρα» και φόβησε αυτούς, τότε την κατάλληλη στιγμή προσθέτι αυτό το «ανασταίνοντας αυτόν από τους νεκρούς».

32 ἀκούσαντες δὲ ἀνάστασιν νεκρῶν οἱ μὲν ἐχλεύαζον, οἱ δὲ εἶπον· ἀκουσόμεθά σου πάλιν περὶ τούτου. 33 καὶ οὕτως ὁ Παῦλος ἐξῆλθεν ἐκ μέσου αὐτῶν.

Γιατί όμως βιάστηκε να φύγει; -Ίσως γνώριζε ότι δεν θα τους ωφελήσει και πολύ, άλλωστε οδηγούνταν από το Πνεύμα στην Κόρινθο.

 34 τινὲς δὲ ἄνδρες κολληθέντες αὐτῷ ἐπίστευσαν, ἐν οἷς καὶ Διονύσιος ὁ ᾿Αρεοπαγίτης καὶ γυνὴ ὀνόματι Δάμαρις καὶ ἕτεροι σὺν αὐτοῖς.

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔEKATO ΟΓΔΟΟ (ΙΗ΄)

1 Μετά δὲ ταῦτα χωρισθεὶς ὁ Παῦλος ἐκ τῶν ᾿Αθηνῶν ἦλθεν εἰς Κόρινθον· 2 καὶ εὑρών τινα ᾿Ιουδαῖον ὀνόματι ᾿Ακύλαν, Ποντικὸν τῷ γένει, προσφάτως ἐληλυθότα ἀπὸ τῆς ᾿Ιταλίας, καὶ Πρίσκιλλαν γυναῖκα αὐτοῦ, διὰ τὸ διατεταχέναι Κλαύδιον χωρίζεσθαι πάντας τοὺς ᾿Ιουδαίους ἀπὸ τῆς Ρώμης, προσῆλθεν αὐτοῖς, 3 καὶ διὰ τὸ ὁμότεχνον εἶναι ἔμεινε παρ᾿ αὐτοῖς καὶ εἰργάζετο· ἦσαν γὰρ σκηνοποιοὶ τῇ τέχνῃ.

Πολύ σωστά είπαμε προηγουμένως, ότι οδηγούνταν από το Πνέυμα στην Κόρινθο, στην οποία έπρεπε να μείνει, διότι οι Αθηναίοι αν και αγαπούσαν ν’ ακούν παράξενα πράγματα, όμως δεν πρόσεχαν, διότι δεν φρόντιζαν γι’ αυτό, αλλά με σκοπό να έχουν κάτι να πουν πάντοτε, πράγμα που τους έκανε ν’ απομακρυνθούν. Ευτυχώς όμως έπεισε τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη και μερικούς άλλους, διότι εκείνοι μεν που φρόντιζαν για τη ζωή τους αμέσως αποδέχτηκαν τον λόγο, ενώ οι υπόλοιποι όχι ακόμα.

4 διελέγετο δὲ ἐν τῇ συναγωγῇ κατὰ πᾶν σάββατον, ἔπειθέ τε ᾿Ιουδαίους καὶ ῞Ελληνας. 5 ῾Ως δὲ κατῆλθον ἀπὸ τῆς Μακεδονίας ὅ τε Σίλας καὶ ὁ Τιμόθεος, συνείχετο τῷ πνεύματι ὁ Παῦλος διαμαρτυρόμενος τοῖς ᾿Ιουδαίοις τὸν Χριστὸν ᾿Ιησοῦν.

Δηλαδή τον ενοχλούσαν, του πρόβαλλαν εμπόδια στο έργο του. τι έκανε τότε ο Παύλος; Απομακρύνθηκε απ’ αυτούς και με πολύ μάλιστα φόβο.

6 ἀντιτασσομένων δὲ αὐτῶν καὶ βλασφημούντων ἐκτιναξάμενος τὰ ἱμάτια εἶπε πρὸς αὐτούς· τὸ αἷμα ὑμῶν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν ὑμῶν· καθαρὸς ἐγώ· ἀπὸ τοῦ νῦν εἰς τὰ ἔθνη πορεύσομαι. 7 καὶ μεταβὰς ἐκεῖθεν ἦλθεν εἰς οἰκίαν τινὸς ὀνόματι ᾿Ιούστου, σεβομένου τὸν Θεόν, οὗ ἡ οἰκία ἦν συνομοροῦσα τῇ συναγωγῇ. 8 Κρίσπος δὲ ὁ ἀρχισυνάγωγος ἐπίστευσε τῷ Κυρίῳ σὺν ὅλῳ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ, καὶ πολλοὶ τῶν Κορινθίων ἀκούοντες ἐπίστευον καὶ ἐβαπτίζοντο.

Πρόσεχε πως πάλι, λεγοντας, «Από τώρα» ούτε και έτσι δείχνει αδιαφορία γι’ αυτούς, διόιτι αυτό το είπε για να τους διεγείρει. Το ότι ο αρχησυνάγωγος Κρίσπος πίστεψε και βαπτίστηκε, αυτός και η οικογένειά του, ήταν αρκετό και ικανό για να τους πείσει. Αργότερα σε επιστολή του αναφέρει τον Κρίσπο λέγοντας: «Κανέναν άλλο δεν βάπτισα παρά μόνο τον Κρίσπο και τον Γάϊο» (Α΄Κορ. 1,14)

9 Εἶπε δὲ ὁ Κύριος δι᾿ ὁράματος ἐν νυκτὶ τῷ Παύλῳ· μὴ φοβοῦ, ἀλλὰ λάλει καὶ μὴ σιωπήσῃς, 10 διότι ἐγώ εἰμι μετὰ σοῦ, καὶ οὐδεὶς ἐπιθήσεταί σοι τοῦ κακῶσαί σε, διότι λαὸς ἐστί μοι πολὺς ἐν τῇ πόλει ταύτῃ.

Πρόσεχε με πόσα πείθει αυτόν και πως εκείνο που κατ’ εξοχήν τον ενδυνάμωνε, αυτό του το λέει τελευταίο.

11 ἐκάθισέ τε ἐνιαυτὸν καὶ μῆνας ἓξ διδάσκων ἐν αὐτοῖς τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ.12 Γαλλίωνος δὲ ἀνθυπατεύοντος τῆς ᾿Αχαΐας κατεπέστησαν ὁμοθυμαδὸν οἱ ᾿Ιουδαῖοι τῷ Παύλῳ καὶ ἤγαγον αὐτὸν ἐπὶ τὸ βῆμα, 13 λέγοντες ὅτι παρὰ τὸν νόμον οὗτος ἀναπείθει τοὺς ἀνθρώπους σέβεσθαι τὸν Θεόν.

Βλέπεις γιατί εκείνοι έπλεκαν πάντοτε δημόσια τις κατηγορίες τους;

 14 μέλλοντος δὲ τοῦ Παύλου ἀνοίγειν τὸ στόμα εἶπεν ὁ Γαλλίων πρὸς τοὺς ᾿Ιουδαίους· εἰ μὲν οὖν ἦν ἀδίκημά τι ἢ ρᾳδιούργημα πονηρόν, ὦ ᾿Ιουδαῖοι, κατὰ λόγον ἂν ἠνεσχόμην ὑμῶν·

Ο Γαλλίων φαίνεται ότι είναι ένας άνθρωπος με πολλή καλοσύνη και γίνεται αυτό φανερό από εκείνα που σύνεση αποκρίνεται.

15 εἰ δὲ ζήτημά ἐστι περὶ λόγου καὶ ὀνομάτων καὶ νόμου τοῦ καθ᾿ ὑμᾶς, ὄψεσθε αὐτοί· κριτὴς γὰρ ἐγὼ τούτων οὐ βούλομαι εἶναι. 16 καὶ ἀπήλασεν αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ βήματος. 17 ἐπιλαβόμενοι δὲ πάντες οἱ ῞Ελληνες Σωσθένην τὸν ἀρχισυνάγωγον ἔτυπτον ἔμπροσθεν τοῦ βήματος· καὶ οὐδὲν τούτων τῷ Γαλλίωνι ἔμελεν.

Και από δω πάλι φαίνεται η επιείκια του ανθρώπου, διότι ενώ αυτός δεχόταν χτυπήματα, δεν το θεωρούσε αυτό καθόλου σαν δική του προβολή, τόσο πολύ αδιάντροποι ήταν οι Ιουδαίοι. Αλλά και πόσο μέγεθο ντροπής δοκίμασαν οι Ιουδαίοι!

18 ῾Ο δὲ Παῦλος ἔτι προσμείνας ἡμέρας ἱκανάς, τοῖς ἀδελφοῖς ἀποταξάμενος ἐξέπλει εἰς τὴν Συρίαν, καὶ σὺν αὐτῷ Πρίσκιλλα καὶ ᾿Ακύλας, κειράμενος τὴν κεφαλὴν ἐν Κεγχρεαῖς· εἶχε γὰρ εὐχήν.

Πρόσεχε πως ο Μωσαϊκός νόμος καταργείται, πρόσεχε πως εξουσιάζονταν από τη συνείδηση. Αυτό ήταν ιουδαϊκή συνήθεια, το να κουρέβουν τα κεφάλια τους σύμφωνα με το τάμα που έκαναν

19 κατήντησε δὲ εἰς ῎Εφεσον, κἀκείνους κατέλιπεν αὐτοῦ, αὐτὸς δὲ εἰσελθὼν εἰς τὴν συναγωγὴν διελέχθη τοῖς ᾿Ιουδαίοις. 20 ἐρωτώντων δὲ αὐτῶν ἐπὶ πλείονα χρόνον μεῖναι παρ᾿ αὐτοῖς οὐκ ἐπένευσεν, 21 ἀλλ᾿ ἀπετάξατο αὐτοῖς εἰπών· δεῖ με πάντως τὴν ἑορτὴν τὴν ἐρχομένην ποιῆσαι εἰς ῾Ιεροσόλυμα, πάλιν δὲ ἀνακάμψω πρὸς ὑμᾶς τοῦ Θεοῦ θέλοντος. καὶ ἀνήχθη ἀπὸ τῆς ᾿Εφέσου, 22 καὶ κατελθὼν εἰς Καισάρειαν, ἀναβὰς καὶ ἀσπασάμενος τὴν ἐκκλησίαν κατέβη εἰς ᾿Αντιόχειαν,

Επιθυμούσε πάρα πολύ να δει την πόλη, νιώθοντας κάτι το ανθ΄ρωπινο προς αυτήν, διότι εδώ οι μαθητές πήραν εντολή να ονομάζονται χριστιανοί, εδώ παραδόθηκε στη χάρη του Θεού, εδώ κατόρθωσε τα θαυμαστά εκείνα αποτελέσματα του κηρύγματος.

23 καὶ ποιήσας χρόνον τινὰ ἐξῆλθε διερχόμενος καθεξῆς τὴν Γαλατικὴν χώραν καὶ Φρυγίαν, ἐπιστηρίζων πάντας τοὺς μαθητάς.

24 ᾿Ιουδαῖος δέ τις ᾿Απολλὼς ὀνόματι, ᾿Αλεξανδρεὺς τῷ γένει, ἀνὴρ λόγιος, κατήντησεν εἰς ῎Εφεσον, δυνατὸς ὢν ἐν ταῖς γραφαῖς.

Να και λόγιοι άνθρωποι εκδήλωναν όλη την προθυμία τους για να κηρύττουν, και αναχωρούν πλέον οι μαθητές από τον τόπο τους με σκοπό να κηρύξουν. Βλέπεις πρόοδο του κηρύγματος; Για τον δε Απολλώ γράφει αργότερα ο Πάυλος: «Σχετικά δε με τον αδελφό Απολλώ» Α΄Κορ. 16,12)

25 οὗτος ἦν κατηχημένος τὴν ὁδὸν τοῦ Κυρίου, καὶ ζέων τῷ πνεύματι ἐλάλει καὶ ἐδίδασκεν ἀκριβῶς τὰ περὶ τοῦ Κυρίου, ἐπιστάμενος μόνον τὸ βάπτισμα ᾿Ιωάννου· 26 οὗτός τε ἤρξατο παρρησιάζεσθαι ἐν τῇ συναγωγῇ. ἀκούσαντες δὲ αὐτοῦ ᾿Ακύλας καὶ Πρίσκιλλα προσελάβοντο αὐτὸν καὶ ἀκριβέστερον αὐτῷ ἐξέθεντο τὴν ὁδὸν τοῦ Θεοῦ.

Εάν αυτός γνώριζε μόνο το βάπτισμα του Ιωάννη, πως διακατεχόνταν από τη θέρμη του Πνεύματος; -Διότι το Πνεύμα δεν χορηγούνταν έτσι. Εάν δε και οι μετά από αυτόν χρειάστηκαν το βάπτισμα του Χριστού πολύ περισσότερο το είχε ανάγκη αυτός. Εγώ δε (Χρυσόστομος) νομίζω ότι αυτός είναι ένας από τους εκατόν είκοσι που βαπτίστηκαν μαζί με τους Αποστόλους ή αν δεν είναι αυτό, εκείνο ακριβώς που συνέβηκε στην περίπτωση του Κορνηλίου, έχει συμβεί και στην περίπτωση αυτού. Αλλά δεν βαπτίζεται, αλλά όταν του ανέπτυξαν με μεγαλύτερη ακρίβεια την διδασκαλία.

27 βουλομένου δὲ αὐτοῦ διελθεῖν εἰς τὴν ᾿Αχαΐαν προτρεψάμενοι οἱ ἀδελφοὶ ἔγραψαν τοῖς μαθηταῖς ἀποδέξασθαι αὐτόν· ὃς παραγενόμενος συνεβάλετο πολὺ τοῖς πεπιστευκόσι διὰ τῆς χάριτος. 28 εὐτόνως γὰρ τοῖς ᾿Ιουδαίοις διακατηλέγχετο δημοσίᾳ ἐπιδεικνὺς διὰ τῶν γραφῶν εἶναι τὸν Χριστὸν ᾿Ιησοῦν.

 

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔEKATO ΕΝΑΤΟ (ΙΘ΄)

1 Εγένετο δὲ ἐν τῷ τὸν ᾿Απολλὼ εἶναι ἐν Κορίνθῳ Παῦλον διελθόντα τὰ ἀνωτερικὰ μέρη ἐλθεῖν εἰς ῎Εφεσον· καὶ εὑρὼν μαθητάς τινας 2 εἶπε πρὸς αὐτούς· εἰ Πνεῦμα ῞Αγιον ἐλάβετε πιστεύσαντες; οἱ δὲ εἶπον πρὸς αὐτόν· ἀλλ᾿ οὐδὲ εἰ Πνεῦμα ῞Αγιόν ἐστιν ἠκούσαμεν. 3 εἶπέ τε πρὸς αὐτούς· εἰς τί οὖν ἐβαπτίσθητε; οἱ δὲ εἶπον· εἰς τὸ ᾿Ιωάννου βάπτισμα. 4 εἶπε δὲ Παῦλος· ᾿Ιωάννης μὲν ἐβάπτισε βάπτισμα μετανοίας, τῷ λαῷ λέγων εἰς τὸν ἐρχόμενον μετ᾿ αὐτὸν ἵνα πιστεύσωσι, τοῦτ᾿ ἔστιν εἰς τὸν ᾿Ιησοῦν Χριστόν. 5 ἀκούσαντες δὲ ἐβαπτίσθησαν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ.
6 καὶ ἐπιθέντος αὐτοῖς τοῦ Παύλου τὰς χεῖρας ἦλθε τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ἐπ᾿ αὐτούς, ἐλάλουν τε γλώσσαις καὶ προεφήτευον. 7 ἦσαν δὲ οἱ πάντες ἄνδρες ὡσεὶ δεκαδύο.

Και δεν τους είπε «δεν είναι τίποτα το βάπτισμα του Ιωάννου», αλλά ότι είναι ατελές. Και ούτε αυτό το πρόσθεσε στην τύχη, αλλά για να τους διδάξει και να τους πείσει να βαπτιστούν στο όνομα του Ιησού, πράγμα που έκαναν και έλαβαν το Πνέυμα με την τοποθέτηση των χειρών του Παύλου πάνω τους. Και πολύ σωστά τους είπε ότι το βάπτισμα του Ιωάννη ήταν βάπτισμα μετανοίας, διότι δεν ήταν βάπτισμα συγχωρήσεως. Διότι η συγχώρηση των αμαρτημάτων υπήρξε έργο του βαπτίσματος που δόθηκε αργότερα.

8 Εἰσελθὼν δὲ εἰς τὴν συναγωγὴν ἐπαρρησιάζετο ἐπὶ μῆνας τρεῖς διαλεγόμενος καὶ πείθων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Πάλι πρόσεχε τον μέγα Παύλο να εισέρχεται πρώτα στις συναγωγές και από κει ν’ αρχίζει το έργο του. Διότι παντού απ’ αυτούς ήθελε ν’ αρχίσει το έργο του γιατί έτσι των εθνικών ο ζήλος αύξανε και με προθυμία αποδέχονταν αυτόν, και οι Ιουδαίοι επειδή τον δέχονταν οι εθνικοί μετανοούσαν.

9 ὡς δέ τινες ἐσκληρύνοντο καὶ ἠπείθουν κακολογοῦντες τὴν ὁδὸν ἐνώπιον τοῦ πλήθους, ἀποστὰς ἀπ᾿ αὐτῶν ἀφώρισε τοὺς μαθητάς, καθ᾿ ἡμέραν διαλεγόμενος ἐν τῇ σχολῇ Τυράννου τινός. 10 τοῦτο δὲ ἐγένετο ἐπὶ ἔτη δύο, ὥστε πάντας τοὺς κατοικοῦντας τὴν ᾿Ασίαν ἀκοῦσαι τὸν λόγον τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ, ᾿Ιουδαίους τε καὶ ῞Ελληνας.

Βλέπεις πόσα κατόρθωσε η συνεχής φροντίδα; Και Ιουδαίοι και Έλληνες άκουγαν το κήρυγμά του.

 11 Δυνάμεις τε οὐ τὰς τυχούσας ἐποίει ὁ Θεὸς διὰ τῶν χειρῶν Παύλου, 12 ὥστε καὶ ἐπὶ τοὺς ἀσθενοῦντας ἐπιφέρεσθαι ἀπὸ τοῦ χρωτὸς αὐτοῦ σουδάρια ἢ σιμικίνθια καὶ ἀπαλλάσσεσθαι ἀπ᾿ αὐτῶν τὰς νόσους, τά τε πνεύματα τὰ πονηρὰ ἐξέρχεσθαι ἀπ᾿ αὐτῶν.

Όχι μόνο τον άγγιζαν φορώντας αυτά, αλλά και τα έπαιρναν απ΄αυτόν και τα τοποθετούσαν επάνω τους. Γι’ αυτό δεν τον άφηνε ο Χριστός να μεταβεί στην Ασία, φυλάσσοντας αυτόν τον καιρό.

13 ᾿Επεχείρησαν δέ τινες ἀπὸ τῶν περιερχομένων ᾿Ιουδαίων ἐξορκιστῶν ὀνομάζειν ἐπὶ τοὺς ἔχοντας τὰ πνεύματα τὰ πονηρὰ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ λέγοντες· ὁρκίζομεν ὑμᾶς τὸν ᾿Ιησοῦν ὃν ὁ Παῦλος κηρύσσει.

Ώστε όλα τα έκαναν φροντίζοντας ν’ αποκομίσουν κέρδος. Να πιστέψουν μεν δεν ήθελαν, όμως να διώξουν τα δαιμόνια στο όνομα του Παύλου ήθελαν. Πω, πω! Πόση ήταν η δύναμη του ονόματος του Παύλου!!!

14 ἦσαν δέ τινες υἱοὶ Σκευᾶ ᾿Ιουδαίου ἀρχιερέως ἑπτὰ οἱ τοῦτο ποιοῦντες. 15 ἀποκριθὲν δὲ τὸ πνεῦμα τὸ πονηρὸν εἶπε· τὸν ᾿Ιησοῦν γινώσκω καὶ τὸν Παῦλον ἐπίσταμαι· ὑμεῖς δὲ τίνες ἐστέ; 16 καὶ ἐφαλλόμενος ἐπ᾿ αὐτοὺς ὁ ἄνθρωπος, ἐν ᾧ ἦν τὸ πνεῦμα τὸ πονηρόν, καὶ κατακυριεύσας αὐτῶν ἴσχυσε κατ᾿ αὐτῶν, ὥστε γυμνοὺς καὶ τετραυματισμένους ἐκφυγεῖν ἐκ τοῦ οἴκου ἐκείνου. 17 τοῦτο δὲ ἐγένετο γνωστὸν πᾶσιν ᾿Ιουδαίοις τε καὶ ῞Ελλησι τοῖς κατοικοῦσι τὴν ῎Εφεσον, καὶ ἐπέπεσε φόβος ἐπὶ πάντας αὐτούς, καὶ ἐμεγαλύνετο τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ·
18 πολλοί τε τῶν πεπιστευκότων ἤρχοντο ἐξομολογούμενοι καὶ ἀναγγέλλοντες τὰς πράξεις αὐτῶν.

Επειδή δηλαδή είχαν τόση μεγάλη δύναμη, ώστε με τα δαιμόνια να κάνουν τέτοια πράγματα, πολύ σωστά γίνονται αυτά. Είναι όμως άξιο απορίας το πώς ο δαίμονας δεν συνέπραξε μαζί με την πλάνη των εξορκιστών, αλλά έλεγξε αυτούς και φανέρωσε την σκηνοθεσία τους. Εγώ νομίζω (Παύλος) επειδή θύμωσε υπερβολικά, όπως ακριβώς, αν κάποιος, διατρέχοντας τον έσχατο κίνδυνο, ελεγχόνταν πολύ αυστηρά από κάποιον ελεεινό και ταλαίπωρο και ήθελε να χύσει όλο το θυμό του σ’ εκείνον. Για να μη φανεί λοιπόν ότι περιφρονείται το όνομα του Ιησού,α φού προηγουμένως το ομολόγησε, έλαβε αυτό σαν εξουσία. Διότι το ότι η αδυναμία δεν οφειλόταν στο όνομα, αλλά το παν οφειλόταν στην απάτη εκείνων, στην περίπτωση του Παύλου γιατί δεν έγιναν αυτά;

Σε δε θαύμασε ευχάριστη διήγηση του συγγραφέα, και πως ιστορία μόνο γράφει χωρίς να κατηγορεί.

Και γιατί έστω και μεταγενέστερα δεν πίστεψαν τούτοι οι Ιουδαίοι; -Διότι την κακία τίποτα δεν την πείθει.

Αυτά όλα δίδαξαν επίσης κανένας πλέον να μην επικαλείται στα καλά καθούμενα το όνομα του Ιησού. Και πολύ σωστά, διότι όταν οι δαίμονες που τους βοηθούσαν γίνονται κατήγοροι αυτών και όχι σύμμαχοι, ποια πλέον άλλη ελπίδα υπάρχει, παρά η εξομολόγηση με τα έργα;

«Τον Ιησού τον γνωρίζω και τον Παύλο τον γνωρίζω πολύ καλά», είναι σαν έλεγε ο δαίμονας «σεις δεν πιστεύετε, αλλά τα λέτε αυτά χρησιμοποιώντας προς ώφελός σας το όνομά του, έρημος λοιπόν είναι ο ναός και ευκολοκίνητο το σκεύος, άρα λοιπόν δεν είστε κήρυκες, αλλά δικοί μου». Μεγάλος ο θυμός του δαίμονα! Τον Ιησού λέει τον γνωρίζει, ντραπείτε όλοι εσείς που δεν τον γνωρίζετε…

19 ἱκανοὶ δὲ τῶν τὰ περίεργα πραξάντων συνενέγκαντες τὰς βίβλους κατέκαιον ἐνώπιον πάντων· καὶ συνεψήφισαν τὰς τιμὰς αὐτῶν καὶ εὗρον ἀργυρίου μυριάδας πέντε. 20 Οὕτω κατὰ κράτος ὁ λόγος τοῦ Κυρίου ηὔξανε καὶ ἴσχυεν.

Είδαν λοιπόν ότι απ’ αυτά τα βιβλία δεν είχαν κανένα όφελος  τα έκαψαν.

21 ῾Ως δὲ ἐπληρώθη ταῦτα, ἔθετο ὁ Παῦλος ἐν τῷ πνεύματι διελθὼν τὴν Μακεδονίαν καὶ ᾿Αχαΐαν πορεύεσθαι εἰς ῾Ιερουσαλήμ, εἰπὼν ὅτι μετὰ τὸ γενέσθαι με ἐκεῖ δεῖ με καὶ Ρώμην ἰδεῖν. 22 ἀποστείλας δὲ εἰς τὴν Μακεδονίαν δύο τῶν διακονούντων αὐτῷ, Τιμόθεον καὶ ῎Εραστον, αὐτὸς ἐπέσχε χρόνον εἰς τὴν ᾿Ασίαν.

23 ᾿Εγένετο δὲ κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον τάραχος οὐκ ὀλίγος περὶ τῆς ὁδοῦ.

Αφού έμεινε αρκετό χρόνο στην πόλη, θέλει πάλι να φύγει γι’ αυτό και στέλνει τον Τιμόθεο και τον Έραστο στη Μακεδονία, ενώ αυτός μένει στην Έφεσο. Πως δε ενώ στην αρχή προτίμησε να φύγει για τη Συρία, πάλι επιστρέφει στην Μακεδονία; Για να δείξει ότι όλα δεν τα έκανε αυτός με τη δική του δύναμη. Ήδη προφητεύει λέγοτνας «πρέπει να δω και την Ρώμη». Μου φαίνεται (Χρυσόστομος)πως εδώ, από την Έφεσο γράφει την επιστολή του προς Κορινθίους και λέγει «Δεν θέλω ν’ αγνοείτε τη θλίψη που μας βρήκε στην Ασία». (Β΄κορ. 1,8)

 24 Δημήτριος γάρ τις ὀνόματι, ἀργυροκόπος, ποιῶν ναοὺς ἀργυροῦς ᾿Αρτέμιδος παρείχετο τοῖς τεχνίταις ἐργασίαν οὐκ ὀλίγην· 25 οὓς συναθροίσας καὶ τοὺς περὶ τὰ τοιαῦτα ἐργάτας εἶπεν· ἄνδρες, ἐπίστασθε ὅτι ἐκ ταύτης τῆς ἐργασίας ἡ εὐπορία ἡμῶν ἐστι, 26 καὶ θεωρεῖτε καὶ ἀκούετε ὅτι οὐ μόνον ᾿Εφέσου, ἀλλὰ σχεδὸν πάσης τῆς ᾿Ασίας ὁ Παῦλος οὗτος πείσας μετέστησεν ἱκανὸν ὄχλον, λέγων ὅτι οὐκ εἰσὶ θεοὶ οἱ διὰ χειρῶν γινόμενοι. 27 οὐ μόνον δὲ τοῦτο κινδυνεύει ἡμῖν τὸ μέρος εἰς ἀπελεγμὸν ἐλθεῖν, ἀλλὰ καὶ τὸ τῆς μεγάλης θεᾶς ᾿Αρτέμιδος ἱερὸν εἰς οὐθὲν λογισθῆναι, μέλλειν τε καὶ καθαιρεῖσθαι τὴν μεγαλειότητα αὐτῆς, ἣν ὅλη ἡ ᾿Ασία καὶ ἡ οἰκουμένη σέβεται.

Και πως είναι δυνατόν αυτός ο Δημήτριος να κατασκεύαζε ναούς; Ίσως να τους κατασκεύαζε σαν μικρά κιβώτια, διότι τιμούσαν αυτήν στην Έφεσο πάρα πολύ, ώστε όταν κάηκε ο ναός της Αρτέμιδος εκεί, τόσο πολύ τους λύπησε ώστε έδωσαν διαταγή ούτε καν να αναφέρεται το όνομα του εμπρηστή. Πρόσεχε την ειδωλολατρία, που έχει παντού σαν κίνητρο τα χρήματα και εκείνοι για τα χρήματα και αυτός για τα χρήματα. Και πρόσεχε κακία ανθρώπου. Πλούσιος ήταν αυτός και σ’ αυτόν μεν δεν επρόκειτο να συμβεί απ’ αυτό τόση μεγάλη βλάβη, σ’ εκείνους όμως ήταν η μεγάλη βλάβη, επειδή ήταν φτωχοί και τρέφονταν από την καθημερινή εργασία του. κι όμως αυτοί δεν λένε τίποτα, αλλά αυτός τους είχε συνεργάτες στην τέχνη του, τους παίρνει συνεργάτες και στην ταραχή.

Και πρόσεχ για ποιο πράγμα αγανακτούν οι έλληνες, επειδή είπε: Δεν είναι θεοί εκείνοι που κατασκευάζονται από χέρια ανθρώπινα».

 28 ἀκούσαντες δὲ καὶ γενόμενοι πλήρεις θυμοῦ ἔκραζον λέγοντες· μεγάλη ἡ ῎Αρτεμις ᾿Εφεσίων.

Διότι τέτοια είναι η συμπεριφορά των ανθ΄ρωπων της αγοράς από τα τυχαία συναρπάζονται και εξάπτονται. Γι’ αυτό πρέπει όλα να τα κάνουμε μετά από εξέταση.

29 καὶ ἐπλήσθη ἡ πόλις τῆς συγχύσεως, ὥρμησάν τε ὁμοθυμαδὸν εἰς τὸ θέατρον συναρπάσαντες Γάϊον καὶ ᾿Αρίσταρχον Μακεδόνας, συνεκδήμους Παύλου.

Πάλι χωρίς σοβαρό λόγο επιτίθενται εναντίον τους όπως οι Ιουδαίοι στην περίπτωση του Ιάσονα και παντού είναι εκτεθειμένοι σ’ αυτούς.

30 τοῦ δὲ Παύλου βουλομένου εἰσελθεῖν εἰς τὸν δῆμον οὐκ εἴων αὐτὸν οἱ μαθηταί. 31 τινὲς δὲ καὶ τῶν ᾿Ασιαρχῶν, ὄντες αὐτῷ φίλοι, πέμψαντες πρὸς αὐτὸν παρεκάλουν μὴ δοῦναι ἑαυτὸν εἰς τὸ θέατρον.

Δεν άφησαν οι μαθητές τον Παύλο να εισέλθει στην συνέλευση για να τον προστατέψουν μη τυχόν δεχτεί κάποιο θανάσιμο χτύπημα. Τόση φροντίδα έδειχναν για τον δάσκαλό τους.και τον παρακαλούσαν να μην συμμετάχει, διότι ήταν απείθαρχος ο λαός κι επικίνδυνος και όλα τα έκαναν με ασυλλόγιστη ορμή. Και ο Παύλος πείθεται και δεν συμμετέχει διότι δεν ήταν ματαιόδοξος ούτε φιλόδοξος.

32 ἄλλοι μὲν οὖν ἄλλο τι ἔκραζον· ἦν γὰρ ἡ ἐκκλησία συγκεχυμένη, καὶ οἱ πλείους οὐκ ᾔδεισαν τίνος ἕνεκεν συνεληλύθεισαν.

Τον παρουσίασαν οι Ιουδαίοι σκόπιμα, για να μη μπορούν αργότερα να προβάλλουν καμιά αντίρρηση. Αυτός και παρουσιάζεται και ομιλεί και τι λέει άκου:

33 ἐκ δὲ τοῦ ὄχλου προεβίβασαν ᾿Αλέξανδρον, προβαλλόντων αὐτὸν τῶν ᾿Ιουδαίων· ὁ δὲ ᾿Αλέξανδρος κατασείσας τὴν χεῖρα ἤθελεν ἀπολογεῖσθαι τῷ δήμῳ. 34 ἐπιγνόντες δὲ ὅτι ᾿Ιουδαῖός ἐστι, φωνὴ ἐγένετο μία ἐκ πάντων, ὡς ἐπὶ ὥρας δύο κραζόντων· μεγάλη ἡ ῎Αρτεμις ᾿Εφεσίων.

Πράγματι είναι παιδική η σκέψη· κραύγαζαν συνέχεια σαν να φοβούνταν μήπως σβήσει αυτό που λάτρευαν. Δυο χρόνια κάθισε εκεί και πρόσεχε πόσοι ακόμα Έλληνες υπήρχαν.

 35 καταστείλας δὲ ὁ γραμματεὺς τὸν ὄχλον φησίν· ἄνδρες ᾿Εφέσιοι, τίς γάρ ἐστιν ἄνθρωπος ὃς οὐ γινώσκει τὴν ᾿Εφεσίων πόλιν νεωκόρον οὖσαν τῆς μεγάλης θεᾶς ᾿Αρτέμιδος καὶ τοῦ Διοπετοῦς;

Με αυτό πρώτα έσβησε τον θυμό αυτών.

 36 ἀναντιρρήτων οὖν ὄντων τούτων δέον ἐστὶν ὑμᾶς κατεσταλμένους ὑπάρχειν καὶ μηδὲν προπετὲς πράσσειν.
37 ἠγάγετε γὰρ τοὺς ἄνδρας τούτους οὔτε ἱεροσύλους οὔτε βλασφημοῦντας τὴν θεὰν ὑμῶν.

Επομένως όλα ήταν ψέμματα, αυτά δε τα λέει προς τον λαό για να γίνουν κι εκείνοι πιο επιεικείς.

 38 εἰ μὲν οὖν Δημήτριος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ τεχνῖται ἔχουσι πρός τινα λόγον, ἀγοραῖοι ἄγονται καὶ ἀνθύπατοί εἰσιν, ἐγκαλείτωσαν ἀλλήλοις. 39 εἰ δέ τι περὶ ἑτέρων ἐπιζητεῖτε, ἐν τῇ ἐννόμῳ ἐκκλησίᾳ ἐπιλυθήσεται. 40 καὶ γὰρ κινδυνεύομεν ἐγκαλεῖσθαι στάσεως περὶ τῆς σήμερον, μηδενὸς αἰτίου ὑπάρχοντος περὶ οὗ δυνησόμεθα ἀποδοῦναι λόγον τῆς συστροφῆς ταύτης. 41 καὶ ταῦτα εἰπὼν ἀπέλυσε τὴν ἐκκλησίαν.

Ομιλεί για νόμιμη συνέλευση, διότι κάθε μήνα γίνονταν τρεις νόμιμες συνελεύσεις , ενώ αυτή ήταν παράνομη. Έπειτα και φόβησε αυτούς λέγοντας «κινδυνεύουμε να κατηγορηθούμε για στάση».

 

 

 

 

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ (Κ΄)

 

1 Μετά δὲ τὸ παύσασθαι τὸν θόρυβον προσκαλεσάμενος ὁ Παῦλος τοὺς μαθητὰς καὶ ἀσπασάμενος ἐξῆλθε πορευθῆναι εἰς Μακεδονίαν.

Χρειάζονταν πολλή παρηγοριά εξ’ αιτίας της ταραχής εκείνης. Αυτό λοιπόν και κάνει, και για να παρηγορήσει τους μαθητές, έρχεται στη Μακεδονία και στη συνέχεια στην Ελλάδα. Και το ότι τους παρηγόρησε πάρα πολύ άκουσε:

 2 διελθὼν δὲ τὰ μέρη ἐκεῖνα καὶ παρακαλέσας αὐτοὺς λόγῳ πολλῷ ἦλθεν εἰς τὴν ῾Ελλάδα· 3 ποιήσας τε μῆνας τρεῖς, γενομένης αὐτῷ ἐπιβουλῆς ὑπὸ τῶν ᾿Ιουδαίων μέλλοντι ἀνάγεσθαι εἰς τὴν Συρίαν, ἐγένετο γνώμη τοῦ ὑποστρέφειν διὰ Μακεδονίας.
4 συνείπετο δὲ αὐτῷ ἄχρι τῆς ᾿Ασίας Σώπατρος Βεροιαῖος, Θεσσαλονικέων δὲ ᾿Αρίσταρχος καὶ Σεκοῦνδος, καὶ Γάϊος Δερβαῖος καὶ Τιμόθεος, ᾿Ασιανοὶ δὲ Τυχικὸς καὶ Τρόφιμος.
5 οὗτοι προελθόντες ἔμενον ἡμᾶς ἐν Τρῳάδι

Πάλι διώχνονται από τους Ιουδαίους και έρχεται στη Μακεδονία. Γιατί όμως ονομάζει τον Τιμόθεο Θεσσαλονικέα; Δεν λέγει αυτό, άλλα «Έφθασαν λέγει, αυτοί πιο μπροστά στην Τρωάδα, προετοιμάζοντάς του την οδό..

 · 6 ἡμεῖς δὲ ἐξεπλεύσαμεν μετὰ τὰς ἡμέρας τῶν ἀζύμων ἀπὸ Φιλίππων καὶ ἤλθομεν πρὸς αὐτοὺς εἰς τὴν Τρῳάδα ἄχρις ἡμερῶν πέντε, οὗ διετρίψαμεν ἡμέρας ἑπτά.

Διότι έχω τη γνώμη ότι φρόντιζε τις εορτές να τις εορτάζει στις μεγάλες πόλεις.. αναχωρεί με πλοίο από τους Φιλίππους, όπου συνέβηκαν τα σχετικά με την εκεί φυλακή. Αυτή είναι η Τρίτη φορά που ήρθε στη Μακεδονία και παρέχει πολλές διαβεβαιώσεις στους Φιλίππους, γι’ αυτό και μένει εκεί.

7 ᾿Εν δὲ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων συνηγμένων τῶν μαθητῶν κλάσαι ἄρτον, ὁ Παῦλος διελέγετο αὐτοῖς, μέλλων ἐξιέναι τῇ ἐπαύριον, παρέτεινέ τε τὸν λόγον μέχρι μεσονυκτίου.

Πρόσεχε πως όλα ήταν γι’ αυτόν δευτερευούσης σημασίας μπροστά στο κήρυγμα. Πεντηκοστή ήταν τότε, και μάλιστα ήταν Κυριακή, αυτός όμως παρατείνει τη διδασκαλία μέχρι τα μεσάνυχτα· τόσο πολύ ποθούσε τη σωτηρία των μαθητών, ώστε ούτε τη νύχτα σταματούσε την ομιλία, αλλά τότε πολύ περισσότερο μιλούσε, επειδή υπάρχει ησυχία. Πρόσεχε και πολλές ακόμη ομιλίες έκανε και κατά την ώρα ακόμη του δείπνου. Αλλά συντάραξε ο διάβολος την εορτή, βυθίζοντας τον ακροατή στον ύπνο και ρίχνοντάς τον κα΄τω, χωρίς όμως να κατόρθωσε εκείνο που ήθελε. Και πως συνέβηκε το γεγονός το ερμήνευσε προσθέτοντας τα εξής:

8 ἦσαν δὲ λαμπάδες ἱκαναὶ ἐν τῷ ὑπερῴῳ οὗ ἦμεν συνηγμένοι. 9 καθήμενος δέ τις νεανίας ὀνόματι Εὔτυχος ἐπὶ τῆς θυρίδος, καταφερόμενος ὕπνῳ βαθεῖ διαλεγομένου τοῦ Παύλου ἐπὶ πλεῖον, κατενεχθεὶς ἀπὸ τοῦ ὕπνου ἔπεσεν ἀπὸ τοῦ τριστέγου κάτω καὶ ἤρθη νεκρός. 10 καταβὰς δὲ ὁ Παῦλος ἐπέπεσεν αὐτῷ καὶ συμπεριλαβὼν εἶπε· μὴ θορυβεῖσθε· ἡ γὰρ ψυχὴ αὐτοῦ ἐν αὐτῷ ἐστιν. 11 ἀναβὰς δὲ καὶ κλάσας ἄρτον καὶ γευσάμενος, ἐφ᾿ ἱκανόν τε ὁμιλήσας ἄχρις αὐγῆς, οὕτως ἐξῆλθεν. 12 ἤγαγον δὲ τὸν παῖδα ζῶντα, καὶ παρεκλήθησαν οὐ μετρίως.

Πρόσεχε όμως σε παρακαλώ πως ήταν συνθρησμένοι οι ακροατές και ποιο ήταν το μέρος (διότι λέει καθόταν στο παράθυρο) και σε πολύ προχωρημένη ώρα της νύχτας, τόσο πολύ μεγάλος ήταν ο πόθος για την ακρόαση του θείου λόγου. Ας νιώσουμς ντροπή εμείς που δεν κάνουμε αυτό ούτε και κατά την διάρκεια της ημέρας. Αλλά θα πείς «ναι, αλλά τότε μιλούσε ο Πάυλος». Τι λες; Και τώρα ο Παύλος ομιλεί, ή καλύτερα ούτε τότε μιλούσε ο Πάυλος, ούτε και τώρα, αλλά ο Χριστός, και κανένας δεν ακούει. Δεν καθόμαστε τώρα σε παράθυρο, ούτε πείνα υπάρχει, ούτε ύπνος ενοχλεί και όμως δεν ακούμε. Και το αξιοθαύμαστο βέβαια είναι ότι αν και εκείνος ήταν νέος, δεν ήταν αδιάφορος, αν και κυριεύθηκε από ύπνο, δεν έφυγε, ούτε φοβήθηκε τον κίνδυνο μήπως πέσει κάτω. Αν δε νύστα και έπεσε μην απορείς. Διότι δεν νύσταξε από αδιαφορία, αλλά από φυσική ανάγκη. Πρόσεχε ακόμη την προθυμία τους,α φού ήταν συγκεντρωμένοι στον τρίτο όροφο, διότι δεν υπήρχε ακόμη η εκκλησία.

«Μην ανησυχείτε», λέει, «διότι η ψυχή του του βρίσκεται μέσα του». δεν είπε «θα αναστηθεί», αλλά τι; «Μην ανησυχείτε». Πρόσεχε την έλλειψη υπερηφάνειας και την παρηγοριά που δίνει.

«Αφού ανέβηκε πάνω, λέει, έκανε την κάση του άρτου και έφαγε». Αυτό διέκοψε το λόγο, αλλά όμως δεν έβλαψε. Βλέπεις του δείπνου την απλότητα;

13 ῾Ημεῖς δὲ προελθόντες ἐπὶ τὸ πλοῖον ἀνήχθημεν εἰς τὴν ῎Ασσον, ἐκεῖθεν μέλλοντες ἀναλαμβάνειν τὸν Παῦλον· οὕτω γὰρ ἦν διατεταγμένος, μέλλων αὐτὸς πεζεύειν. 14 ὡς δὲ συνέβαλεν ἡμῖν εἰς τὴν ῎Ασσον, ἀναλαβόντες αὐτὸν ἤλθομεν εἰς Μυτιλήνην·

Σε πολλές περιπτώσει ο Παύλος αποχωρίζεται από τους μαθητές. Και πήγαινε λέει πεζός, επιλέγοντας το δυσκολότερο, ενώ το ελαφρότερο το παραχωρεί σ’ εκείνους.

 15 κἀκεῖθεν ἀποπλεύσαντες τῇ ἐπιούσῃ κατηντήσαμεν ἀντικρὺ Χίου, τῇ δὲ ἑτέρᾳ παρεβάλομεν εἰς Σάμον, καὶ μείναντες ἐν Τρωγυλίῳ τῇ ἐχομένῃ ἤλθομεν εἰς Μίλητον.

Πρόσεχε πως αποπλέουν, επειδή βιάζεται ο Πάυλος και δεν χρονοτριβούν, αλλά προσπερνούν τα νησιά.

16 ἔκρινε γὰρ ὁ Παῦλος παραπλεῦσαι τὴν ῎Εφεσον, ὅπως μὴ γένηται αὐτῷ χρονοτριβῆσαι ἐν τῇ ᾿Ασίᾳ· ἔσπευδε γάρ, εἰ δυνατὸν ἦν αὐτῷ, τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς γενέσθαι εἰς ῾Ιεροσόλυμα.

Ποιο σκοπό είχε αυτή η βιασύνη; Δεν βιαζόταν για την εορτή, αλλά για το πλήθος. Αφενός μεν έπειθε με αυτό τους Ιουδαίους, διότι φαίνονταν να τιμά τις εορτές, αφ’ ετέρου δε, βιαζόταν να κηρύξει το λόγο, θέλοντας να κερδίσει τους εχθρούς.

17 ᾿Απὸ δὲ τῆς Μιλήτου πέμψας εἰς ῎Εφεσον μετεκαλέσατο τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας. 18 ὡς δὲ παρεγένοντο πρὸς αὐτόν, εἶπεν αὐτοῖς· ὑμεῖς ἐπίστασθε, ἀπὸ πρώτης ἡμέρας ἀφ᾿ ἧς ἐπέβην εἰς τὴν ᾿Ασίαν, πῶς μεθ᾿ ὑμῶν τὸν πάντα χρόνον ἐγενόμην, 19 δουλεύων τῷ Κυρίῳ μετὰ πάσης ταπεινοφροσύνης καὶ πολλῶν δακρύων καὶ πειρασμῶν τῶν συμβάντων μοι ἐν ταῖς ἐπιβουλαῖς τῶν ᾿Ιουδαίων, 20 ὡς οὐδὲν ὑπεστειλάμην τῶν συμφερόντων τοῦ μὴ ἀναγγεῖλαι ὑμῖν καὶ διδάξαι ὑμᾶς δημοσίᾳ καὶ κατ᾿ οἴκους, 21 διαμαρτυρόμενος ᾿Ιουδαίοις τε καὶ ῞Ελλησι τὴν εἰς τὸν Θεὸν μετάνοιαν καὶ πίστιν τὴν εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν ᾿Ιησοῦν Χριστόν.

Είναι άξιο θαυμασμού πως, αν και χρειάστηκε να πει μερικά σπουδαία πράγματα για τον εαυτό του, προσπαθεί να φανεί μετριόφρονας. Και παρουσιάζει την μαρτυρία αυτών, για να μη νομίσεις σαν καύχηση τα λόγια του και για τα όσα λέει καλεί ως μάρτυρες τους ίδιους τους ακροατές διότι δεν θα έλεγε ψέμματα μπροστά τους. Αυτή είναι η αρετή του δασκάλου, όταν έχει μάρτυρες των κατορθωμάτων του τους μαθητές. Και το αξιοθαύμαστο είναι, ότι δεν συνέχισε να το κάνει αυτό ούτε μία μέρα, ούτε δυο. Αλλά πλήθος ετών. Θέλει λοιπόν να παρηγορήσει τους μαθητές του, ώστε και αυτοί να τα υπομένουν όλα με γενναιότητα.

Και θα πρέπει να προσέξεις τη φράση του «πως έζησα μαζί σας υπηρετώντας τον Κύριο, με κάθε ταπεινοφροσύνη». Πρόσεξε τι κατ’ εξοχήν ταιριάζει στους προϊσταμένους. «Να μισούν, λέγει, «την υπερηφάνεια». Και ταιράζει αυτό στους προϊσταμένους επειδή είναι απαραίτητο να υψώνονται πάνω από την παράφρονη αυτή ενέργεια. Αυτό είναι η ρίζα των αγαθών, όπως ακριβώς βέβαια και ο Χριστός έλεγε «Μακάριοι είναι οι ταπεινόφρονες».

Θέλω να προσέξεις ακόμη το τι τους λέει: «Έζησα λέει μαζί σας υπηρετώντας τον Κύριο», παρουσιάζοντας έτσι αυτούς συμμέτοχους στα κατορθώματά του. Τόσο μεγάλο καλό είναι παντού η συμμετοχή. Παρουσιάζει λοιπόν κοινά τα κατορθώματα και δεν αναφέρει τίποτα το εξαιρετικό για τον εαυτό του.

Έπειτα αναφέρει την ανδρεία, την οποία και μειώνει: «Με πολλά δάκρυα και δοκιμασίες, που μου συνέβηκαν εξαιτίας των συκοφαντιών των Ιουδαίων». Βλέπεις ότι πονά υπερβολικά για τα όσα γίνονται; Εδώ φαίνεται ότι δείχνει και τη συμπάθειά του· διότι έπασχε για χάρη εκείνων που είχαν χαθεί, για χάρη εκείνω που του προξενούσαν αυτά. Καθόσον για εκείνα που έπασχε για τον ευατό του χαιρόταν.

Και από πού προέρχονταν όλα αυτά τα κακοπαθήματα; -Αυτό είναι το φοβερό. Από τους Ιουδαίους..

Και για ποιο λόγο θα ρωτήσει τα λέγει όλα αυτά; Γιατί μας τα υπενθυμίζει; - Για να πει τα επόμενα:

 22 καὶ νῦν ἰδοὺ ἐγὼ δεδεμένος τῷ πνεύματι πορεύομαι εἰς ῾Ιερουσαλήμ, τὰ ἐν αὐτῇ συναντήσοντά μοι μὴ εἰδώς, 23 πλὴν ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον κατὰ πόλιν διαμαρτύρεται λέγον ὅτι δεσμά με καὶ θλίψεις μένουσιν. 24 ἀλλ᾿ οὐδενὸς λόγον ποιοῦμαι οὐδὲ ἔχω τὴν ψυχήν μου τιμίαν ἐμαυτῷ, ὡς τελειῶσαι τὸν δρόμον μου μετὰ χαρᾶς καὶ τὴν διακονίαν ἣν ἔλαβον παρὰ τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ, διαμαρτύρασθαι τὸ εὐαγγέλιον τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ.

Τους τα είπε λοιπόν όλα αυτά προηγουμένως, για να τους προετοιμάσει να είναι πάντοτε έτοιμοι προς τους κινδύνους, τους φανερούς και τους μη φανερούς και ως προς όλα να υπακούουν στο Πνεύμα. Και παράλληλα δείχνει πως κατευθύνται για μεγάλα πράγματα.

Και πρόσεξε την γενναιότητα και τον υπερβολικό ζήλο: «Δεν αγαπώ, λέει, τη ζωή μου περισσότερο από την υπηρεσία που έλαβα, προτιμότερο θεωρώ το να τελειώσω τον δρόμο μου, το να ομολογήσω με θάρρος το ευαγγέλιο». Και δεν είπε  «να κηρύξω, να διδάξω», αλλά τι λέεις; «το να διακηρύξω με θάρρος το ευαγγέλιο της χάριτος του Θεού».

25 καὶ νῦν ἰδοὺ ἐγὼ οἶδα ὅτι οὐκέτι ὄψεσθε τὸ πρόσωπόν μου ὑμεῖς πάντες, ἐν οἷς διῆλθον κηρύσσων τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. 26 διὸ μαρτύρομαι ὑμῖν ἐν τῇ σήμερον ἡμέρᾳ ὅτι καθαρὸς ἐγὼ ἀπὸ τοῦ αἵματος πάντων·

Αυτό ήθελε  να πει, αυτό ήθελε να προετοιμάσει το να πει τα δυσάρεστα: «είμαι αθώοος από το αίμα όλων σας». Επειδή λοιπόν επρόκειτο ν’ αναθέσει πάνω σ’ αυτούς όλο το βάρος και το φορτίο, προηγουμένως μαλάκωσε τη σκέψη τους λέγοντας «και τώρα να γνωρίζω ότι δεν θα δείτε πλέον το πρόσωπό μου».

Είναι λοιπόν διπλή η λύπη, και το πρόσωπο αυτού δεν θα δουν πλέον και ότι υατό θα συμβεί σε όλους αυτούς «δεν θα δείτε πλέον το πρόσωπό μου όλοι εσείς από τους οποίους πέρασα και κήρυξα τη βασιλεία του Θεού». Ώστε λοιπόν, πολύ σωστά βεβαιώνω σε σας (επειδή πλέον δεν θα ξανάρθω κοντά σας) «ότι είμαι καθαρός από το αίμα όλων, διότι δεν παρέλειψα να σας κηρύξω ολόκληρο το σχέδιο του Θεού». Βλέπεις πως φοβίζει αυτούς, και ενθαρρύνει τις πονεμένες και θλιμμένες ψυχές αυτών;  Επομε΄νως αδελφοί μου, εκείνος που δεν κηρύττει είναι υπεύθυνος του αίματος, δηλαδή της σφαγής. Τίποτα πιο φοβερό δεν υπάρχει απ’ αυτό. Δείχνει λοιπόν ότι και εκείνοι αν δεν κάνουν αυτό, είναι υπεύθυνοι του αίματος.

 27 οὐ γὰρ ὑπεστειλάμην τοῦ μὴ ἀναγγεῖλαι ὑμῖν πᾶσαν τὴν βουλὴν τοῦ Θεοῦ. 28 προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος.

Βλέπεις; Δύο εντολές έδωσε. Ούτε δηλαδή παρέχει κάποια ωφέλεια το να οδηγεί κανείς σε πνευματική προκοπή μόνο τους άλλους (διότι λέγει, φοβάμαι μήπως, ενώ κήρυξα σ’ άλλους βρεθώ εγώ ο ίδιος ότι απέτυχα) (Α΄κορ. 9,27). Ούτε όμως το να φροντίζει κανεί μόνο τον εαυτό του, διότι παρόμοιος άνθρωπος αγαπά τον εαυτό του και φροντίζει μόνο για τον εαυτό του, και είναι όμοιος με εκείνον που παράχωσε το τάλαντο μέσα στη γη.

«Στο οποίο το άγιο Πνεύμα τοποθέτησε εσάς επισκόπους για να ποιμένετε την Εκκλησία του Θεού»: Να τώρα και η δεύτερη ευθύνη τους. Από το Άγιο Πνέυμα, λέει, έχετε λάβει την χειροτονία.

 29 ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου·

Πάλι άλλη αιτία κάνει αυτούς να αυξήσουν την προσοχή τους από εκείνα που πρόκειται να συμβούν. Διπλό το κακό και πάλι. Πρώτον ότι αυτός δεν θα βρίσκεται εκεί, και ότι άλλοι θα κάνουν την επίθεσή τους. Γιατί λοιπόν αναχωρείς, εφόσον γνωρίζεις αυτό από πριν; - Το Πνεύμα με σύρει, λέγει.

Και πρόσεχε, δεν λέει απλώς « λύκοι», αλλά και «φοβεροί», υπονοώντας την θρασύτητα και την αγριότητα αυτών. Το «προσέχετε» δεικνύει ότι το πράγμα είναι πάρα πολύ σοβαρό.

30 καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν.

Και πως λοιπόν θα προφυλαχτούν οι μαθητές αφού έτσι είναι τα πράγματα;

31 διὸ γρηγορεῖτε, μνημονεύοντες ὅτι τριετίαν νύκτα καὶ ἡμέραν οὐκ ἐπαυσάμην μετὰ δακρύων νουθετῶν ἕνα ἕκαστον.

Πρόσεχε πόσε υπερβολές «με δάκρυα», «νύχτα και ημέρα» και «τον καθένα σας ξεχωριστά». Με αυτόν τον επίπονο τρόπο τους σφυρηλάτησε.

«Με δάκρυα», λέει. Βλέπεις ότι γι’ αυτό έχυνε τα δάκρυα; Αυτό να κάνουμε κι εμείς. Δεν πονά ο κακός· πόνεσε συ, ίσως πονέσει κι εκείνος.

«Μη γνωρίζοντας», λέει «τι θα μου συμβεί». Τι λοιπόν; Γι’ αυτό φεύγεις; -Καθόλου., αλλά και πάρα πού καλά γνωρίζω ότι με περιμένουν δοκιμασίες, το γνωρίζω. Ποιες δοκιμασίες όμως δεν το γνωρίζω, πράγμα που ήταν φοβερότερο. Μη νομίζετε όμως τα λέω θρηνώντας. Όχι. Διότι δεν θεωρώ πολύτιμη τη ζωή μου.

Και θέλω επίσης να προσέξεις την αιτία της εξεγέρσεως των «λύκων». «Για να παρασύρουν τους μαθητές». Ώστε για τίποτα άλλο δεν δημιουργούνταν οι αιρέσεις, παρά γι’ αυτό.

«Νύχτα και ημέρα», λέει, «δεν έπαυσα να σας συμβουλεύω με δάκρυα». Αυτά πολύ σωστά θα μπορούσαν να ειπωθούν και προς εμάς. Και φαίνεται πως τα λόγια αυτά ταιριάζουν στους δασκάλους, όμως ταιριάζουν οπωσδήποτε και στους μαθητές. Διότι ποιο το όφελος, αν εγώ διδάσκω μεν, και δακρύζω νύχτα και ημέρα, ο δε μαθητής δεν υπακούει;

«Δεν παρέλειψα να σας αποκαλύψω ολόκληρο το σχεδιο του Θεού». Άρα αυτό μόνο είναι το γνώρισμα του δασκάλου, το να εξαγγείλει, το να κηρύξει, το να διδάξει, να μη παραλείψει νύχτα και ημέρα να παρακαλεί, όταν δε, αφού γίνουν όλα αυτά, δεν προκύψει κανένα όφελος, να έχει υπ’ όψη εκείνο που υπολείπεται.

32 καὶ τὰ νῦν παρατίθεμαι ὑμᾶς, ἀδελφοί, τῷ Θεῷ καὶ τῷ λόγῳ τῆς χάριτος αὐτοῦ τῷ δυναμένῳ ἐποικοδομῆσαι καὶ δοῦναι ὑμῖν κληρονομίαν ἐν τοῖς ἡγιασμένοις πᾶσιν.

Εκείνο ακριβώς που κάνει στέλνοντα ς επιστολές, αυτό κάνει και συμβουλεύοντας. Μετά τη συμβουλή εύχεται. «Αφιερώνω, αδελφοί, εσάς στο Θεό και στο λόγο της χάριτός αυτού», δηλαδή, στη χάρη Του. και πολύ σωστά το είπε αυτό, διότι γνωρίζει ότι η χάρη σώζει.

«Εποικοδομήσει», δεν είπε «οικοδομήσει», αλλά «να επικοδομήσει», για να δείξει ότι ήδη είχαν οικοδομηθεί.

33 ἀργυρίου ἢ χρυσίου ἢ ἱματισμοῦ οὐδενὸς ἐπεθύμησα·

Καταστρέφει τώρα τη ρίζα των κακών, τη φιλαργυρία, «χρήματα», «χρυσάφι», δεν είπε δεν έλαβα, αλλά ούτε καν επιθύμησα. Δεν είναι ακόμη αυτό που λέει σπουδαίο, αλλά εκείνο που ακολουθεί:

34 αὐτοὶ γινώσκετε ὅτι ταῖς χρείαις μου καὶ τοῖς οὖσι μετ᾿ ἐμοῦ ὑπηρέτησαν αἱ χεῖρες αὗται. 35 πάντα ὑπέδειξα ὑμῖν ὅτι οὕτω κοπιῶντας δεῖ ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ἀσθενούντων,

Αυτό το λέει σαν προτροπή, και πρόσεχε πως το λέει με τρόπο κατάλληλο, διότι δεν είπε  «να γίνετε ανώτεροι χρημάτων», αλλά τι; «Να βοηθάτε τους αδυνάτους». Όχι απλώς όλους, αλλά τους αδυνάτους.

μνημονεύειν τε τῶν λόγων τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ, ὅτι αὐτὸς εἶπε· μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἢ λαμβάνειν.36 καὶ ταῦτα εἰπών, θεὶς τὰ γόνατα αὐτοῦ σὺν πᾶσιν αὐτοῖς προσηύξατο.

Δεν προσευχήθηκε έτσι απλά, αλλά με κατάνυξη.

37 ἱκανὸς δὲ ἐγένετο κλαυθμὸς πάντων, καὶ ἐπιπεσόντες ἐπὶ τὸν τράχηλον τοῦ Παύλου κατεφίλουν αὐτόν, 38 ὀδυνώμενοι μάλιστα ἐπὶ τῷ λόγῳ ᾧ εἰρήκει, ὅτι οἰκέτι μέλλουσι τὸ πρόσωπον αὐτοῦ θεωρεῖν. προέπεμπον δὲ αὐτὸν εἰς τὸ πλοῖον.

Το ότι δεν θα έβλεπαν ξανά το πρόσωπό του, το ότι θα εμφανίζονταν λύκοι άρπαγες, ήταν φοβερά και ικανά να τους λυπήσουν, πολύ περισσότερο όμως απ’ όλα αυτό που τους λύπησε, ήταν ότι δεν θα τον ξαναέβλεπαν.

 

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΡΩΤΟ (ΚΑ΄)

1 Ως δὲ ἐγένετο ἀναχθῆναι ἡμᾶς ἀποσπασθέντας ἀπ᾿ αὐτῶν, εὐθυδρομήσαντες ἤλθομεν εἰς τὴν Κῶ, τῇ δὲ ἑξῆς εἰς τὴν Ρόδον, κἀκεῖθεν εἰς Πάταρα. 2 καὶ εὑρόντες πλοῖον διαπερῶν εἰς Φοινίκην ἐπιβάντες ἀνήχθημεν. 3 ἀναφανέντες δὲ τὴν Κύπρον καὶ καταλιπόντες αὐτὴν εὐώνυμον ἐπλέομεν εἰς Συρίαν, καὶ κατήχθημεν εἰς Τύρον·

Πρόσεχε, ήρθε στη Λυκία, και έχοντας σκοπό να περάσει στη Φοινίκη, αφού άφησε την Κύπρο, κατέπλευσε στην Τύρο διότι εκεί το πλοίο επρόκειτο να ξεφορτώσει το εμπόρευμα. Αυτή ήταν η αιτία του να μεταβεί στην Τύρο.

 ἐκεῖσε γὰρ ἦν τὸ πλοῖον ἀποφορτιζόμενον τὸν γόμον. 4 καὶ ἀνευρόντες τοὺς μαθητὰς ἐπεμείναμεν αὐτοῦ ἡμέρας ἑπτά· οἵτινες τῷ Παύλῳ ἔλεγον διὰ τοῦ Πνεύματος μὴ ἀναβαίνειν εἰς ῾Ιεροσόλυμα.

Προφητεύουν και εκείνοι τις θλίψεις. Ρυθμίζεται από την πρόνοια του Θεού και από κείνους να λεχθούν, για να μη νομίσει κάποιος ότι αυτά τα λέει ο Πάυλος τυχαία για να καυχηθεί. Πάλι δε, αφού προσευχήθηκαν εκεί, αποχωρίζονται αναμεταξύ τους.

 5 ὅτε δὲ ἐγένετο ἡμᾶς ἐξαρτίσαι τὰς ἡμέρας, ἐξελθόντες ἐπορευόμεθα προπεμπόντων ἡμᾶς πάντων σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις ἕως ἔξω τῆς πόλεως, καὶ θέντες τὰ γόνατα ἐπὶ τὸν αἰγιαλὸν προσηυξάμεθα, 6 καὶ ἀσπασάμενοι ἀλλήλους ἐπέβημεν εἰς τὸ πλοῖον, ἐκεῖνοι δὲ ὑπέστρεψαν εἰς τὰ ἴδια.7 ῾Ημεῖς δὲ τὸν πλοῦν διανύσαντες ἀπὸ Τύρου κατηντήσαμεν εἰς Πτολεμαΐδα, καὶ ἀσπασάμενοι τοὺς ἀδελφοὺς ἐμείναμεν ἡμέραν μίαν παρ᾿ αὐτοῖς. 8 τῇ δὲ ἐπαύριον ἐξελθόντες ἤλθομεν εἰς Καισάρειαν, καὶ εἰσελθόντες εἰς τὸν οἶκον Φιλίππου τοῦ εὐαγγελιστοῦ, ὄντος ἐκ τῶν ἑπτά, ἐμείναμεν παρ᾿ αὐτῷ.

Στην Καισάρεια, λέει, ήρθαμε και μείναμε κοντά στον Φίλιππο, που ήταν ένας από τους εφτά.

 9 τούτῳ δὲ ἦσαν θυγατέρες παρθένοι τέσσαρες προφητεύουσαι.

 

Όμως δεν προλέγουν στον Παύλο αυτές, αν και προφητεύουν, αλλά ο Άγαβος, και πως άκουσε:

10 ἐπιμενόντων δὲ ἡμῶν ἡμέρας πλείους κατῆλθέ τις ἀπὸ τῆς ᾿Ιουδαίας προφήτης ὀνόματι ῎Αγαβος, 11 καὶ ἐλθὼν πρὸς ἡμᾶς καὶ ἄρας τὴν ζώνην τοῦ Παύλου, δήσας τε αὐτοῦ τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας εἶπε· τάδε λέγει τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον· τὸν ἄνδρα οὗ ἐστιν ἡ ζώνη αὕτη, οὕτω δήσουσιν εἰς ῾Ιερουσαλὴμ οἱ ᾿Ιουδαῖοι καὶ παραδώσουσιν εἰς χεῖρας ἐθνῶν.

Εκείνος που παλιότερα προείπε την πείνα, αυτός λέει, «ότι έτσι θα δέσουν τον άνδρα αυτόν, στον οποίο ανήκει αυτή η ζώνη». Εκείνο ακριβώς που έκαναν οι προφήτες, περιγράφοντας με όραμα εκείνα που θα γινόταν, όταν μιλούσαν για αιχμαλωσία, όπως ο Ιεζεκιήλ, αυτό και αυτός έκανε. Και το φοβερό βέβαια είναι που είπε ότι «θα τον παραδώσουν στα χέρια των εθνικών».

 12 ὡς δὲ ἠκούσαμεν ταῦτα, παρεκαλοῦμεν ἡμεῖς τε καὶ οἱ ἐντόπιοι τοῦ μὴ ἀναβαίνειν αὐτὸν εἰς ῾Ιερουσαλήμ.

Και πολλοί τον παρακαλούσαν να μην αναχωρήσει και ούτε και έτσι υπάκουε.

 13 ἀπεκρίθη τε ὁ Παῦλος· τί ποιεῖτε κλαίοντες καὶ συνθρύπτοντές μου τὴν καρδίαν; ἐγὼ γὰρ οὐ μόνον δεθῆναι, ἀλλὰ καὶ ἀποθανεῖν εἰς ῾Ιερουσαλὴμ ἑτοίμως ἔχω ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ. 14 μὴ πειθομένου δὲ αὐτοῦ ἡσυχάσαμεν εἰπόντες· τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου γινέσθω.

Βλέπεις; Για να μην νομίσεις ακούγοντας, «εγώ δεμένος από το Πνεύμα πηγαίνω» (πραξ. 20,22) ότι αυτό γίνεται αναγκαστικά, ούτε ότι περιέρχεται στους κινδύνους αγνοώντας αυτούς, γι’ αυτό προλέγει αυτά. Αλλά εκείνοι μεν έκλαιγαν, ενώ αυτός τους παρηγορεί, υποφέροντας για τα δάκρυα εκείνων, διότι λεει: «ποιο το όφελος που κλαίτε και μου ραγίζετε την καρδιά»;  Δεν υπάρχει τίποτα πιο φιλόστοργο από τον Παύλο επειδή τους έβλεπε να δακρύζουν πονούσε υπερβολικά εκείνος που δεν λυπόταν για τις δικές του δοκιμασίες. Εμένα λέει, αδικείτε κάνοντας αυτό· διότι μήπως εγώ πονώ; Τότε σταμάτησα όταν είπε: «Τι είναι αυτό που κάνετε και μουραγίζετε την καρδιά;  «Για σας κλαίω, λέει, όχι για τα παθήματά μου. Διότι εκείνα επιθυμώ και να πεθάνω επιθυμώ για χάρη του Χριστού.Εγώ δε νομίζω πως στον αποχωρισμό αυτό και ο Πάυλος έκλαιγε (Χρυσόστομος).

15 Μετὰ δὲ τὰς ἡμέρας ταύτας ἐπισκευασάμενοι ἀνεβαίνομεν εἰς ῾Ιερουσαλήμ·

Δηλαδή, αφού πήραμε τα αναγκαία για την οδοιπορία.

16 συνῆλθον δὲ καὶ τῶν μαθητῶν ἀπὸ Καισαρείας σὺν ἡμῖν, ἄγοντες παρ᾿ ᾧ ξενισθῶμεν Μνάσωνί τινι Κυπρίῳ, ἀρχαίῳ μαθητῇ. 17 Γενομένων δὲ ἡμῶν εἰς ῾Ιεροσόλυμα ἀσμένως ἐδέξαντο ἡμᾶς οἱ ἀδελφοί.

Άρα δεν θα φιλοξενούνταν στην Εκκλησία, διότι τότε μεν, όταν πήγαιναν να διδάξουν, φιλοξενούνταν στην Εκκλησία, ενώ τώρα σε κάποιον παλιό μαθητή. Δείχνει πλέον ότι υπήρξε πολύς ο χρόνος του κηρύγματος. Από αυτό μου φαίνεται ότι αυτός παραλείπει στις Πράξεις πολλά έτη, αναφέροντας μόνο τα πιο επείγοντα.

18 Τῇ δὲ ἐπιούσῃ εἰσῄει ὁ Παῦλος σὺν ἡμῖν πρὸς ᾿Ιάκωβον, πάντες τε παρεγένοντο οἱ πρεσβύτεροι. 19 καὶ ἀσπασάμενος αὐτοὺς ἐξηγεῖτο καθ᾿ ἓν ἕκαστον ὧν ἐποίησεν ὁ Θεός ἐν τοῖς ἔθνεσι διὰ τῆς διακονίας αὐτοῦ.

Αυτός ήταν ο αδελφός του Κυρίου και επίσκοπος Ιεροσολύμων, άνδρας μεγάλος και θαυμαστός. Προς αυτόν πηγαίνει ο Παύλος, όπως ακριβώς και πριν απ’ αυτό και στέλνεται προς αυτόν, και πώς στέλλεται άκου: «την επόμενη μέρα πήγε ο Παύλος μαζί με μας να επισκεφθεί τον Ιάκωβο». Πρόσεχε την έλλειψη υπερηφάνειας. «Και ήρθαν όλοι οι πρεσβύτεροι». Και τι έκαναν εκεί; -Διηγήθηκαν, λέει, όσα έκανε στους εθνικούς. Όχι από ματαιοδοξία, μακριά μια τέτοια σκέψη. Αλλά θέλοντας να δέιξει την φιλανθρωπία του Θεού και να τους γεμίσει με μεγάλη χαρά.

20 οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐδόξαζον τὸν Κύριον, εἶπόν τε αὐτῷ· θεωρεῖς, ἀδελφέ, πόσαι μυριάδες εἰσὶν ᾿Ιουδαίων τῶν πεπιστευκότων, καὶ πάντες ζηλωταὶ τοῦ νόμου ὑπάρχουσι. 21 κατηχήθησαν δὲ περὶ σοῦ ὅτι ἀποστασίαν διδάσκεις ἀπὸ Μωϋσέως τοὺς κατὰ τὰ ἔθνη πάντας ᾿Ιουδαίους, λέγων μὴ περιτέμνειν αὐτοὺς τὰ τέκνα μηδὲ τοῖς ἔθεσι περιπατεῖν.

Πρόσεχε και αυτοί με πόση συστολή μιλούν.Δεν ομιλέι σαν επίσκοπος με τρόπο αυθεντικό, αλλά παίρνουν και αυτόν συμμέτοχο της γνώμης τους. Διότι λέγουν: «Βλέπεις πόσες χιλιάδες από τους Ιουδαίους έχουν πιστέψει» και δεν είπαν «πόσες χιλιάδες κατηχήσαμε». Και όλοι αυτοί, λέγει, «είναι ζηλωτές του νόμου». Δύο αιτίες αναφέρονται. Και το πλήθος και η γνώμη. Διότι ούτε αν ήταν λίγοι, έπρεπε να τους περιφρονείτε, ούτε αν ήταν πολλοί  και δεν ήταν όλοι προσηλωμένοι στο νόμο, να τους περιβάλλετε με τόση φροντίδα. Στη συνέχεια αναφέρεται και τρίτη αιτία. «Και όλοι αυτοί», λέγει, «πληροφορήθηκαν για σένα, ότι διδάσκεις σ’ λοους τους Ιουδαίους, που ζουν μεταξύ των εθνικών, αποστασία από τον Μωυσή, λέγοτνας σ’ αυτούς να μη περιτέμνουν τα τέκνα τους, ούτε να τηρούν τα έθιμα».

22 τί οὖν ἐστι; πάντως δεῖ πλῆθος συνελθεῖν· ἀκούσονται γὰρ ὅτι ἐλήλυθας. 23 τοῦτο οὖν ποίησον ὅ σοι λέγομεν·

 Αφού είπε αυτό, πρόσθεσε «τι συμβαίνει λοιπόν»; «Οπωσδήποτε θα μαζευτεί πλήθος, διότι θ’ ακούσουν ότι ήρθες. Κάνε λοιπόν αυτό που σου λέμε». Αυτά τα λένε με την πρόσθεση να συμβουλέψουν και όχι σαν προσταγή.

εἰσὶν ἡμῖν ἄνδρες τέσσαρες εὐχὴν ἔχοντες ἐφ᾿ ἑαυτῶν· 24 τούτους παραλαβὼν ἁγνίσθητι σὺν αὐτοῖς καὶ δαπάνησον ἐπ᾿ αὐτοῖς ἵνα ξυρήσωνται τὴν κεφαλήν, καὶ γνῶσι πάντες ὅτι ὧν κατήχηνται περὶ σοῦ οὐδέν ἐστιν, ἀλλὰ στοιχεῖς καὶ αὐτὸς τὸν νόμον φυλάσσων.

Έμπρακτα τον συμβουλεύουν ν’ απολογηθεί και όχι με λόγια.

 25 περὶ δὲ τῶν πεπιστευκότων ἐθνῶν ἡμεῖς ἐπεστείλαμεν κρίναντες μηδὲν τοιοῦτον τηρεῖν αὐτούς, εἰ μὴ φυλάσσεσθαι αὐτοὺς τό τε εἰδωλόθυτον καὶ τὸ αἷμα καὶ πνικτὸν καὶ πορνείαν.

Εδώ τα λένε αυτά σαν προτροπή. Αυτό που λέγει σημαίνει το εξής: όπως ακριβώς εμείς δώσαμε παραγγελία σ’ εκείνους, αν και βέβαια κηρύττουμε στους Ιουδαίους, έτσι κι εσύ, αν και κηρύττεις στους εθνικούς, συνεργάσου μ’ εμάς. Πρόσεχε τον Παύλο, δεν λέει, «και βέβαια μπορώ να σας παρουσιάσω τον Τιμόθεο, που τον περιέτεμνα, και βέβαια μπορώ να σας πείσω με το λόγο, αλλά πείστηκε σ’ αυτούς και όλα τα έκανε, καθόσον έτσι συνέφερε, διότι δεν ήταν το ίδιο να θελήσει ν’ απολογηθεί, και να κάνει αυτά, ενώ κανένας δεν γνώριζε. Χωρίς υποψία ήταν και το να υποβληθεί στην δαπάνη του ξυρίσματος.

Ο Πάυλος κατ’ οικονομία ενεργεί, ενώ γι’ αυτό που ό ίδιος έκανε, κατηγόρησε αργότερα τον Πέτρο και αυτό δεν το κάνει άσκοπα, διότι αυτό ακριβώς που έκανε αυτός εδώ, αυτό έκανε και ο Πέτρος εκεί, σιωπώντας και σταματώντας τη διδασκαλία του.

26 τότε ὁ Παῦλος παραλαβὼν τοὺς ἄνδρας τῇ ἐχομένῃ ἡμέρᾳ σὺν αὐτοῖς ἁγνισθεὶς εἰσῄει εἰς τὸ ἱερόν, διαγγέλλων τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἡμερῶν τοῦ ἁγνισμοῦ, ἕως οὗ προσηνέχθη ὑπὲρ ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν ἡ προσφορά. 27 ῾Ως δὲ ἔμελλον αἱ ἑπτὰ ἡμέραι συντελεῖσθαι,

Πρόσεχε πως παρατείνει πάρα πολύ το χρόνο διαμονής του εκεί.

οἱ ἀπὸ τῆς ᾿Ασίας ᾿Ιουδαῖοι θεασάμενοι αὐτὸν ἐν τῷ ἱερῷ συνέχεον πάντα τὸν ὄχλον, καὶ ἐπέβαλον τὰς χεῖρας ἐπ᾿ αὐτὸν 28 κράζοντες· ἄνδρες ᾿Ισραηλῖται, βοηθεῖτε· οὗτός ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ κατὰ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ νόμου καὶ τοῦ τόπου τούτου πάντας πανταχοῦ διδάσκων· ἔτι τε καὶ ῞Ελληνας εἰσήγαγεν εἰς τὸ ἱερὸν καὶ κεκοίνωκε τὸν ἅγιον τόπον τοῦτον·

πρόσεχε που παντού η συμπεριφορά τους είναι γεμάτη από ταραχές και στα καλά καθούμενα φωνάζουν στο μέσο της πόλεως.

 29 ἦσαν γὰρ ἑωρακότες Τρόφιμον τὸν ᾿Εφέσιον ἐν τῇ πόλει σὺν αὐτῷ, ὃν ἐνόμιζον ὅτι εἰς τὸ ἱερὸν εἰσήγαγεν ὁ Παῦλος.
30 ἐκινήθη τε ἡ πόλις ὅλη καὶ ἐγένετο συνδρομὴ τοῦ λαοῦ, καὶ ἐπιλαβόμενοι τοῦ Παύλου εἷλκον αὐτὸν ἔξω τοῦ ἱεροῦ, καὶ εὐθέως ἐκλείσθησαν αἱ θύραι.

Εκείνα που προπάντων τους θορυβούσαν, δηλαδή ο ναός και ο νόμος, αυτά προβάλλουν εκείνοι. Και για τίποτα δεν κατηγόρησε τους Αποστόλους ο Παύλος, αν κει έπαθε τόσα πολλά, ότι δηλαδή αυτοί έγιναν αιτία για να πάθει αυτό όλα αυτά. Τόσο μεγαλόψυχος ήταν. «Και έσυραν αυτόν» έξω από τον ναό και έκλεισαν τις πόρτες. Διότι ήθελαν να τον φονεύσουν και γι’ αυτό τον έσυραν έξω, ώστε να το κάνουν αυτό με μεγαλύτερη ασφάλεια.

31 ζητούντων δὲ αὐτὸν ἀποκτεῖναι ἀνέβη φάσις τῷ χιλιάρχῳ τῆς σπείρης ὅτι ὅλη συγκέχυται ῾Ιερουσαλήμ· 32 ὃς ἐξαυτῆς παραλαβὼν στρατιώτας καὶ ἑκατοντάρχους κατέδραμεν ἐπ᾿ αὐτούς. οἱ δὲ ἰδόντες τὸν χιλίαρχον καὶ τοὺς στρατιώτας ἐπαύσαντο τύπτοντες τὸν Παῦλον. 33 ἐγγίσας δὲ ὁ χιλίαρχος ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ ἐκέλευσε δεθῆναι ἁλύσεσι δυσί, καὶ ἐπυνθάνετο τίς ἂν εἴη καὶ τί ἐστι πεποιηκώς. 34 ἄλλοι δὲ ἄλλο τι ἐβόων ἐν τῷ ὄχλῳ·

Και για ποιο λόγο ενώ επρόκειτο να τον ανακρίνει «διέταξε να δεθεί με δύο αλυσίδες»; - Για ν’ ανακουφίσει τον θυμό του πλήθους.

μὴ δυνάμενος δὲ γνῶναι τὸ ἀσφαλὲς διὰ τὸν θόρυβον, ἐκέλευσεν ἄγεσθαι αὐτὸν εἰς τὴν παρεμβολήν.
35 ὅτε δὲ ἐγένετο ἐπὶ τοὺς ἀναβαθμούς, συνέβη βαστάζεσθαι αὐτὸν ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν διὰ τὴν βίαν τοῦ ὄχλου·
36 ἠκολούθει γὰρ τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ κράζον· αἶρε αὐτόν.

Τι σημαίνει «αίρε αυτόν»;  - Υπήρχε συνήθεια στους Ιουδαίους να το λένε αυτό για εκείνους που αποφάσιζαν κάτι εναντίον τους, όπως και στην περίπτωση του Χριστού φαίνονται να κάνουν το ίδιο και να λένε «Άρον αυτόν», δηλαδή «εξαφάνισέ τον από τους ζωντανούς».

 37 Μέλλων τε εἰσάγεσθαι εἰς τὴν παρεμβολὴν ὁ Παῦλος λέγει τῷ χιλιάρχῳ· εἰ ἔξεστί μοι εἰπεῖν τι πρός σε;

Αναεβαίνοντας τα σκαλοπάτια ζητά από τον χιλίαρχο να του πει κατι. Και πρόσεχε με πόση ηπιότητα το λέγει «επιτρέπεται», λέγει, «να σου πω κάτι»; Και εκείνος είπε:

ὁ δὲ ἔφη· ῾Ελληνιστὶ γινώσκεις; 38 οὐκ ἄρα σὺ εἶ ὁ Αἰγύπτιος ὁ πρὸ τούτων τῶν ἡμερῶν ἀναστατώσας καὶ ἐξαγαγὼν εἰς τὴν ἔρημον τοὺς τετρακισχιλίους ἄνδρας τῶν σικαρίων;

Αυτός ο Αιγύπτιος ήταν κάποιος νεωτεριστής και στρατιώτης. Γι’ αυτό λοιπόν απολογείται ο Παύλος και με εκείνα που είπε απαλάσσει αυτόν από την υποψία.

39 εἶπε δὲ ὁ Παῦλος· ἐγὼ ἄνθρωπος μέν εἰμι ᾿Ιουδαῖος Ταρσεύς, τῆς Κιλικίας οὐκ ἀσήμου πόλεως πολίτης· δέομαι δέ σου, ἐπίτρεψόν μοι λαλῆσαι πρὸς τὸν λαόν. 40 ἐπιτρέψαντος δὲ αὐτοῦ ὁ Παῦλος ἑστὼς ἐπὶ τῶν ἀναβαθμῶν κατέσεισε τῇ χειρὶ τῷ λαῷ· πολλῆς δὲ σιγῆς γενομένης προσεφώνησε τῇ ῾Εβραΐδι διαλέκτῳ λέγων·

Αλλάζει τώρα τις διαθέσεις του χιλιάρχου αναφέροντας το όνομα της πόλεως. Και πρόσεχε άνθρωπο που είναι έτοιμος για όλα, γιατί το ότι θέλει να απολογηθεί ενώπιον όλων είναι απόδειξη ότι δεν είναι υπεύθυνος για τίποτα.

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ (ΚΒ΄)

Τι θα μπορούσε αδελφοί μου να εξισωθεί με το θέαμα αυτό, το να βλέπει κανείς τον Παύλο να μιλά δεμένος με δύο αλυσίδες!!! Πως δεν ταράχτηκε, πως δεν συγχύστηκε, βλέποντας τόσο πλήθος να είναι έτοιμο να τον πολεμήσει και τον άρχοντα να είναι εκεί παρών; Πρώτα απάλλαξε αυτούς από τον θυμό κι ύστερα ομιλεί προς αυτούς. Και τι έκανε δηλαδή; Πρώτα προσέλκυσε τους Εβραίους με τη συγγένεια της γλώσσας κι ύστερα με τον ήπιο τρόπο γι’ αυτό και προσθέτει συγγραφέας: «Όταν έγινε ησυχία τότε μίλησε». Και να τι είπε:

1 Άνδρες ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἀκούσατέ μου τῆς πρὸς ὑμᾶς νυνὶ ἀπολογίας.

Πρόσεχε τον λόγο που είναι απαλλαγμένος από κολακεία και γεμάτος από επιείκια, διότι δεν είπε «δεσπότες», ούτε «κύριοι», αλλά «αδελφοί». Πράγμα που περισσότερο ποθούσαν σαν δηλαδή να έλεγε: «Δεν είμαι ξένος από σας, ούτε εναντίον σας.

 2 ἀκούσαντες δὲ ὅτι τῇ ῾Εβραΐδι διαλέκτῳ προσεφώνει αὐτοῖς, μᾶλλον παρέσχον ἡσυχίαν.

Βλέπεις πως μαλάκωσε την καρδιά η ομοιότητα της γλώσσας; Διότι έτρεφαν κάποιο σεβασμό προς τη γλώσσας εκείνη.

3 καί φησιν· ἐγὼ μέν εἰμι ἀνὴρ ᾿Ιουδαῖος,

Αυτό περισσότερο απ’ όλα ποθούσαν ν’ ακούσουν.

 γεγεννημένος ἐν Ταρσῷ τῆς Κιλικίας,

Για να μη νομίσουν πάλι ότι είναι διαφορετικού γένους, πρόσθεσε τη θρησκεία.

ἀνατεθραμμένος δὲ ἐν τῇ πόλει ταύτῃ

Παρουσιάζει το μεγάλο ζήλο του για τη λατρεία, τη στιγμή βέβαια που αφού άφησε τόσο ξακουστή πατρίδα και βρισκόμενη σε τόση απόσταση, προτίμησε να ανατραφεί εδώ εξ’ αιτίας του νόμου. Και όλα αυτά τα λέει κυρίως για να δείξει ότι δεν οδηγήθηκε στο κήρυγμα από ανθ΄ρωπινο σκοπό, αλλά από θεία δύναμη. Πως μεταστράφηκε ; Έτσι στα καλά καθούμενα; Πρόσεθεσε μάλιστα:

παρὰ τοὺς πόδας Γαμαλιήλ, πεπαιδευμένος κατὰ ἀκρίβειαν τοῦ πατρῴου νόμου, ζηλωτὴς ὑπάρχων τοῦ Θεοῦ καθὼς πάντες ὑμεῖς ἐστε σήμερον.

Και δεν διδάχτηκε απλώς τον νόμο, αλλά τον πατρώο νόμο. Αυτά φαίνεται να είναι υπέρ εκείνων, ήταν όμως εναντίον εκείνων, εφόσον βέβαια τον εγκατέλειψε, αν και τον γνώριζε.

Έπειτα για να μη πει κανείς «Γιατί λοιπόν εφόσον γνωρίζεις με ακρίβεια το νόμο, δεν τον υπερασπίζεσαι και ούτε τον αγαπάς»; -«Ήμουν», λέει, «ζηλωτής», δηλαδή όχι απλώς τον γνώριζα, αλλά έδειχνα υπερβολικό ζήλο γι’ αυτόν. «Όπως ακριβώς είστε σήμερα όλοι εσείς». Δείχνει δηλαδή σ’ αυτούς ότι αυτό το κάνουν όχι από ανθρώπινο σκοπό, αλλά από θείο ζήλο. Αυτό το λέει χαριζόμενος προς αυτούς και κερδίζοντας τη σκέψη τους από την αρχή. Έπειταπαρουσιάζει και αποδείξεις λέγοντας:

 4 ὃς ταύτην τὴν ὁδὸν ἐδίωξα ἄχρι θανάτου, δεσμεύων καὶ παραδιδοὺς εἰς φυλακὰς ἄνδρας τε καὶ γυναῖκας, 5 ὡς καὶ ὁ ἀρχιερεὺς μαρτυρεῖ μοι καὶ πᾶν τὸ πρεσβυτέριον·

Για να μη πει κάποιος και από πού είναι αυτό φανερό; Παρουσιάζει μάρτυρες τον ίδιο τον αρχιερέα και τους πρεσβυτέρους. Και λέει βέβαια μαλακώνοντάς τους «ήμουν ζηλωτής όπως κι εσείς», δηλαδή όμοιος με σας. Δείχνει όμως με τα έργα ότι ήταν περισσότερο απ’ αυτούς, διότι δεν περίμενα να τους συλλάβω, αλλά και τους ιερείς ξεσήκωνα, και στελλόμουν σε ξένους τόπους, και δεν προχωρούσα μόνο μέχρι τη σύλληψη ανδρών, όπως ακριβώς κάνετε εσείς, αλλά και γυναικών, δένοντας όλους και ρίχνοντάς τους σε φυλακές. Αναμφισβήτητη η μαρτυρία, αδικαιολόγητα τα των Ιουδαίων. Πρόσεχε πόσους μάρτυρες παρουσιάζει, το πρεβυτέριο, τον αρχιερέα, τους ανθρώπους της πόλεως.

παρ᾿ ὧν καὶ ἐπιστολὰς δεξάμενος πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς εἰς Δαμασκὸν ἐπορευόμην ἄξων καὶ τοὺς ἐκεῖσε ὄντας δεδεμένους εἰς ῾Ιερουσαλὴμ ἵνα τιμωρηθῶσιν. 6 ᾿Εγένετο δέ μοι πορευομένῳ καὶ ἐγγίζοντι τῇ Δαμασκῷ περὶ μεσημβρίαν ἐξαίφνης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ περιαστράψαι φῶς ἱκανὸν περὶ ἐμέ, 7 ἔπεσόν τε εἰς τὸ ἔδαφος καὶ ἤκουσα φωνῆς λεγούσης μοι· Σαοὺλ Σαούλ, τί με διώκεις; 8 ἐγὼ δὲ ἀπεκρίθην· τίς εἶ, Κύριε; εἶπέ τε πρός με· ἐγώ εἰμι ᾿Ιησοῦς ὁ Ναζωραῖος ὃν σὺ διώκεις.

Βέβαια και αυτό έπρεπε να είναι αξιόπιστο απ’ όσα προηγήθηκαν, διότι δεν θα ήταν δυνατόν αλλιώς να μεταστραφεί. Πες μου λοιπόν, γιατί τόσο ξαφνικά εγκατέλειψε τον ζήλο; Περιμένοντας τιμή; Κι όμως τα αντίθετα υπέμεινε. Μήπως άνεση; Ούτε αυτό. Αλλά τι άλλο; Τίποτα δεν είναι δυνατόν να βρούμε με τη σκέψη. Αφήνοντας λοιπόν αυτά να τα συμπεράνουν διηγείται τα γεγονότα.

«Ενώ πλησίαζα» λέει, στη Δαμασκό «ξαφνικά κατά το μεσημέρι άστραψε γύρω μου από τον ουρανό ένα μεγάλο φως κι έπεσα στο έδαφος».  Πρόσεχε το υπερβολικό μέγεθος του φωτός. Και ότι δεν καυχιέται, το επιβεβαιώνουν εκείνοι που βρίσκονταν μαζί του, εκείνοι που τον οδηγούν, εκείνοι που είδαν το φως.

 9 οἱ δὲ σὺν ἐμοὶ ὄντες τὸ μὲν φῶς ἐθεάσαντο καὶ ἔμφοβοι ἐγένοντο, τὴν δὲ φωνὴν οὐκ ἤκουσαν τοῦ λαλοῦντός μοι.

Μη παραξενευτείς, εάν εδώ λέει αυτά, ενώ αλλού λέει ότι «στάθηκαν οι άνδρες ακούγοντας μεν την φωνή, μη βλέποντας όμως κανέναν» (Πραξ. 9,5). Δεν είναι αυτό αντίθετο, διότι δύο φωνές ακούγονταν, η φωνή του Παύλου και η του Κυρίου. Εκεί λοιπόν  εννοεί τη φωνή του Παύλου.

Και πολύ σωστά συνέβηκε αυτό, διότι μόνο αυτός έπρεπε ν’ αξιωθεί ν’ ακούσει τη φωνή εκείνη, διότι αν την άκουγαν κι εκείνοι δεν θα ήταν τόσο μεγάλο το θαύμα. Επειδή λοιπόν οι πνευματικά παχύτεροι πείθονται ευκολότερα αφού δουν, γι’ αυτό κι εκείνοι , είδαν μόνο το φως, πράγμα που ήταν ικανό να τους πείσει και γι’ αυτό και κυριέυτηκαν από φόβο.

Εγώ βέβαια νομίζω (Χρυσόστομος) ότι κατά θεία οικονομία εκείνοι δεν πίστεψαν, ώστε να είναι αξιόπιστοι μάρτυρες.

Και είπε: «Εγώ είμαι ο Ιησούς ο Ναζωραίος τον οποίο συ διώκεις». Πολύ σωστά και η πόλη αναφέρεται για να τον αναγνωρίσουν. Και οι Απόστολοι τα ίδια έλεγαν: «Τον Ιησού από τη Ναζαρέτ». Πρόσεχε και ο ίδιος βεβαιώνει ότι διωκόταν.

 10 εἶπον δέ· τί ποιήσω, Κύριε; ὁ δὲ Κύριος εἶπε πρός με· ἀναστὰς πορεύου εἰς Δαμασκόν, κἀκεῖ σοι λαληθήσεται περὶ πάντων ὧν τέτακταί σοι ποιῆσαι. 11 ὡς δὲ οὐκ ἐνέβλεπον ἀπὸ τῆς δόξης τοῦ φωτὸς ἐκείνου, χειραγωγούμενος ὑπὸ τῶν συνόντων μοι ἦλθον εἰς Δαμασκόν. 12 ᾿Ανανίας δέ τις, ἀνὴρ εὐσεβὴς κατὰ τὸν νόμον, μαρτυρούμενος ὑπὸ πάντων τῶν κατοικούντων ἐν Δαμασκῷ ᾿Ιουδαίων,
13 ἐλθὼν πρός με καὶ ἐπιστὰς εἶπέ μοι· Σαοὺλ ἀδελφέ, ἀνάβλεψον. κἀγὼ αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἀνέβλεψα εἰς αὐτόν.

Να πάλι άλλος μάρτυρας και πρόσεχε πως αυτόν παρουσιάζει αξιόπιστο. Διότι λέει «κάποιος με το όνομα Ανανίας, που ήταν άνθρωπος ευσεβής και σύμφωνα με το νόμο, και υπήρχαν γι’ αυτόν καλές μαρτυρίες απ’ όλους τους Ιουδαίους, αφού ήρθε και στάθηκε μπροστά μου, μου είπε: «Απόκτησε το φως σου». Τίποτα δηλαδή ξένο δεν υπάρχει. «Κι εγώ την ίδια ώρα απέκτησα το φως μου». Στη συνέχεια ακολουθεί η μαρτυρία  με τα ίδια γεγονότα. Και πρόσεχε που αυτή πλέκεται και με πρόσωπα και με γεγονότα, με πρόσωπα και φιλικά και ξένα. Πρόσωπα είναι οι ιερείς, οι πρεσβύτεροι, εκείνοι που τον συνόδευαν, ενώ γεγονότα είναι εκείνα που έκανε κι εκείνα που έπαθε. Και τα γεγονότα επιβεβαιώνουν τα γεγονότα και όχι μόνο τα πρόσωπα.

 14 ὁ δὲ εἶπεν· ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν προεχειρίσατό σε γνῶναι τὸ θέλημα αὐτοῦ καὶ ἰδεῖν τὸν δίκαιον καὶ ἀκοῦσαι φωνὴν ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ,

Σωστά είπε «των πατέρων», για να δείξει ότι αυτοί δεν είναι Ιουδαίοι, αλλά ξένοι προς τον νόμο και ότι αυτά τα κάνουν, όχι από ζήλο, αλλά από φθόνο.

«Να γνωρίσεις», λέει, «το θέλημα αυτού και να δεις τον Δίκαιο». Άρα αυτό ήταν θέλημα αυτού. Πρόσεχε πως η διδασκαλία παρέχεται υπό μορφή διηγήσεως. Εάν είναι δίκαιος, τότε αυτοί είναι υπεύθυνοι. «και ν’ ακούσεις φωνή από το στόμα αυτού». Πρόσεχε πως μεγαλοποιεί το γεγονός. «Διότι λέγει, θα γίνεις μάρτυρας αυτού».

15 ὅτι ἔσῃ μάρτυς αὐτῷ πρὸς πάντας ἀνθρώπους ὧν ἑώρακας καὶ ἤκουσας. 16 καὶ νῦν τί μέλλεις; ἀναστὰς βάπτισαι καὶ ἀπόλουσαι τὰς ἁμαρτίας σου, ἐπικαλεσάμενος τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου.

Εδώ είπε κάτι το σπουδαίο. Διότι δεν είπε βαπτίσου στο όνομα αυτού, αλλά «αφού επικαλεσθείς το όνομα αυτού». Με αυτά τα λόγια ήθελε να δείξει ότι αυτός είναι Θεός. Διότι δεν είναι δυνατό να επικαλεσθεί κανείς κάποιον, παρά μόνο τον Θεό.

Έπειτα δείχνει με αυτά που λέει ότι και ο ίδιος δεν αναγκάστηκε. «Τότε ο Κύριος μου είπε πήγαινε στη Δαμασκό κι εκεί θα σου πουν τι πρέπει να κάνεις». Τίποτα δεν υπάρχει χωρίς μαρτυρία, αλλά παρουσιάζει τη μαρτυρία ολόκληρης της πόλεως, η οποία ασφαλώς τον είδε να οδηγείται τυφλός. Και πρόσεχε και την προφητεία που ολοκληρώθηκε, που άκουσε δηλαδή ότι θα γίνει μάρτυρας του Κυρίου. διότι πραγματικά έγινε μάρτυρας αυτού. Και μάρτυρας όπως πρέπει και με εκείνα που έκανε και με εκείνα που είπε. Τέτοιοι μάρτυρες πρέπει κι εμείς να είμαστε. Και να μη προδίδουμε αυτά που μας εμπιστεύτηκε ο Θεός. Δεν εννοώ μόνο τις αλήθειες της πίστεως, αλλά και τον τρόπο της ζωής.

17 ᾿Εγένετο δέ μοι ὑποστρέψαντι εἰς ῾Ιερουσαλὴμ καὶ προσευχομένου μου ἐν τῷ ἱερῷ γενέσθαι με ἐν ἐκστάσει καὶ ἰδεῖν αὐτὸν λέγοντά μοι· 18 σπεῦσον καὶ ἔξελθε ἐν τάχει ἐξ ῾Ιερουσαλήμ, διότι οὐ παραδέξονταί σου τὴν μαρτυρίαν περὶ ἐμοῦ.  19 κἀγὼ εἶπον· Κύριε, αὐτοὶ ἐπίστανται ὅτι ἐγὼ ἤμην φυλακίζων καὶ δέρων κατὰ τὰς συναγωγὰς τοὺς πιστεύοντας ἐπὶ σέ· 20 καὶ ὅτε ἐξεχεῖτο τὸ αἷμα Στεφάνου τοῦ μάρτυρός σου, καὶ αὐτὸς ἤμην ἐφεστὼς καὶ συνευδοκῶν τῇ ἀναιρέσει αὐτοῦ καὶ φυλάσσων τὰ ἱμάτια τῶν ἀναιρούντων αὐτόν.

Πρόσεχε πως σμπρώχνει τον εαυτό του μέσα στους κινδύνους. Διότι προσθέτει: «Μου συνέβηκε όταν επέστρεψα στην Ιερουσαλήμ», δηλαδή επέστρεψα στην Ιερουσαλήμ μετά από το όραμα εκείνο που είδα.

«Και ενώ προσευχόμουν στο ναό συνέβηκε να περιπέσω σε έκσταση και να, είδα αυτόν που μου έλεγε· Τρέξε και φύγε γρήγορα, διότι δεν θα δεχτούν τη μαρτυρία σου για μένα». Πρόσεχε ότι ούτε αυτό είναι χωρίς μαρτυρία, αλλά η μαρτυρία προέρχεται από το ίδιο το αποτέλεσμα. Είπε ότι «δεν θα δεχτούν τη μαρτυρία σου», και δεν τη δέχτηκαν και όμως έπρεπε βάσει των συλλογισμών να σκεφτεί ότι οπωσδήποτε θα τη δεχτούν, διότι, λέγει «εγώ φυλάκιζα και έδερνα εκείνους». Ώστε γι’ αυτό έπρεπε να δεχτούν τη μαρτυρία του. Με τα λόγια αυτά δύο πράγματα υπονοεί, και ότι αυτοί θα είναι αδικαιολόγητοι διότι δεν τον δίωκαν συνετά, ούτε και δικαιολογημένα, και ότι ο Χριστός ήταν Θεός, προφητεύοντας εκείνα που δεν τα περίμενε κανείς και βλέποντας όχι σ’ εκείνα που συνέβηκαν, αλλά προγνωρίζοντας εκείνα που πρόκειται να συμβούν.

«Και όταν χυνόταν το αίμα του Στεφάνου, του μάρυρά σου, ήμουν κι εγώ παρών, δείχνοντας συγκατάθεση στο φόνο αυτού». Πρόσεχε ότι πάλι τελειώνει ο λόγος στο πιο σπουδαίο γεγονός, διότι δείχνε ότι αυτός ήταν διώκτης, αλλά κι εκείνος που με άπειρα χέρια φόνευε το Στέφανο. Υπενθύμισε σ’ αυτούς τρομερή ανθρωποκτονία. Τότε βέβαια δεν τον ανέχτηκαν, επειδή αυτός τους έλεγχε και ήδη η προφητεία εκπληρωνόταν. Ο ζήλος λοιπόν μεγάλος, η κατηγορία βαριά, και οι μάρτυρες της αλήθειας του Χριστού ομιλούν με παρρησία. Όμως οι Ιουδαίοι δεν ανέχονταν πλέον ν’ ακούσουν όλη την ομιλία, αλλ’ αφού άναψαν από το μεγάλο τους θυμό, φώναζαν δυνατά.

21 καὶ εἶπε πρός με· πορεύου, ὅτι ἐγὼ εἰς ἔθνη μακρὰν ἐξαποστελῶ σε.

Μέχρι αυτό το σημείο του λόγου τον άκουγαν, αλλά στη συνέχεια άρχισαν να φωνάζουν δυνατά και να λένε

22 ῎Ηκουον δὲ αὐτοῦ ἄχρι τούτου τοῦ λόγου, καὶ ἐπῆραν τὴν φωνὴν αὐτῶν λέγοντες· αἶρε ἀπὸ τῆς γῆς τὸν τοιοῦτον· οὐ γὰρ καθῆκεν αὐτὸν ζῆν. 23 κραυγαζόντων δὲ αὐτῶν καὶ ριπτόντων τὰ ἱμάτια καὶ κονιορτὸν βαλλόντων εἰς τὸν ἀέρα, 24 ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ χιλίαρχος ἄγεσθαι εἰς τὴν παρεμβολήν, εἰπὼν μάστιξιν ἀνετάζεσθαι αὐτόν, ἵνα ἐπιγνῷ δι᾿ ἣν αἰτίαν οὕτως ἐπεφώνουν αὐτῶ.

Έπρεπε και ο Χιλίαρχος να εξετάσει εάν αυτά έχουν έτσι, κι εκείνοι οι ίδιοι, εκείνος όμως χωρίς να κάνει τίποτα παραπάνω, έδωσε εντολή να τον ανακρίνουν μαστιγώνοντάς τον. Βέβαια, έπρεπε από κείνουν που φώναζαν δυνατά να ζητήσει πληροφορίες, ρωτώντας τους εάν συμφωνούσαν με κάτι από κείνα που λέχτηκαν. Αλλά όμως κάνει μόνο χρήση της εξουσίας του και ενεργεί προς χάρη εκείνων, διότι η επιδίωξή του δεν ήταν αυτή, αν ενεργήσει δηλαδή δίκαια, αλλά πώς να σταματήσει το θυμό εκείνων, που ήταν άδικος.

25 ὡς δὲ προέτειναν αὐτὸν τοῖς ἱμᾶσιν, εἶπε πρὸς τὸν ἑστῶτα ἑκατόνταρχον ὁ Παῦλος· εἰ ἄνθρωπον Ρωμαῖον καὶ ἀκατάκριτον ἔξεστιν ὑμῖν μαστίζειν;

Δεν είπε ψέμματα ο Πάυλος. (μακριά μια τέτοια σκέψη), ονόμασε τον ευατό του ρωμαίο, διότι ήταν Ρωμαίος, γι’ αυτό και ο χιλίαρχος φοβήθηκε ακούγοντας αυτό. Και για ποιο λόγο φοβήθηκε; - Οπωσδήποτε για τίποτα άλλο δεν φοβήθηκε, απρά για να μη συλληφθεί και υποστεί μεγαλύτερη τιμωρία. Και πρόσεχε δεν ομιλέι απλώς, αλλά λέγει «επιτρέπεται σε σας»; Δύο είναι οι κατηγορίες, και το ότι μαστιγώνεται χωρίς ν’ απολογηθεί, κι ενώ είναι Ρωμαίος. Ήταν μεγάλο προνόμιο να είναι κανείς Ρωμαίος πολίτης.

 26 ἀκούσας δὲ ὁ ἑκατόνταρχος, προσελθὼν ἀπήγγειλε τῷ χιλιάρχῳ λέγων· ὅρα τί μέλλεις ποιεῖν· ὁ γὰρ ἄνθρωπος οὗτος Ρωμαῖός ἐστι. 27 προσελθὼν δὲ ὁ χιλίαρχος εἶπεν αὐτῷ· λέγε μοι εἰ σὺ Ρωμαῖος εἶ. ὁ δὲ ἔφη· ναί. 28 ἀπεκρίθη τε ὁ χιλίαρχος· ἐγὼ πολλοῦ κεφαλαίου τὴν πολιτείαν ταύτην ἐκτησάμην. ὁ δὲ Παῦλος ἔφη· ἐγὼ δὲ καὶ γεγέννημαι.

Είδες; Ο Χιλίαρχος απόκτησε το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη δαπανώντας πολλά χρήματα.  Η δε εμφάνιση του Παύλου δεν έπειθε τον χιλίαρχο.


29 εὐθέως οὖν ἀπέστησαν ἀπ᾿ αὐτοῦ οἱ μέλλοντες αὐτὸν ἀνετάζειν· καὶ ὁ χιλίαρχος δὲ ἐφοβήθη ἐπιγνοὺς ὅτι Ρωμαῖός ἐστι, καὶ ὅτι ἦν αὐτὸν δεδεκώς.

Είμαι Ρωμαίος εκ γενετής δήλωσε ο Πάυλος. Άρα ο πατέρας του ήταν Ρωμαίος. Τι λοιπόν γίνεται μετά απ’ αυτό; -Αφού τον έλυσε τον κατέβασε στους Ιουδαίους. Άρα δεν ήταν ψέμα που είπε ότι είναι Ρωμαίος πολίτης, διότι και ωφελήθηκε απ’ αυτό, αφού λύθηκε από τα δεσμά και άκου πως συνέβηκε αυτό:

30 Τῇ δὲ ἐπαύριον βουλόμενος γνῶναι τὸ ἀσφαλές, τὸ τί κατηγορεῖται παρὰ τῶν ᾿Ιουδαίων, ἔλυσεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν δεσμῶν καὶ ἐκέλευσεν ἐλθεῖν τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ ὅλον τὸ συνέδριον αὐτῶν, καὶ καταγαγὼν τὸν Παῦλον ἔστησεν εἰς αὐτούς.

 

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΤΡΙΤΟ (ΚΓ΄)

1 Ατενίσας δὲ ὁ Παῦλος τῷ συνεδρίῳ εἶπεν· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ πάσῃ συνειδήσει ἀγαθῇ πεπολίτευμαι τῷ Θεῷ ἄχρι ταύτης τῆς ἡμέρας.

Αυτό που λέει σημαίνει το εξής: «Δεν βλέπω να σας έχω αδικήσει σε κάτι, ούτε κάνω κάτι που είναι άξιο για τα δεσμά αυτά». Τι κάνει λοιπόν τότε ο αρχιερέας; Ενώ έπρεπε να συγκινηθεί που εξ’ αιτίας τους είχε δεθεί άδικα, αυτός αντίθετα και επιτίθεται περισσότερο εναντίον του και διατάζει να τον χτυπούν, πράγμα που γίνεται φανερό από κείνα που πρόσθεσε.

2 ὁ δὲ ἀρχιερεὺς ᾿Ανανίας ἐπέταξε τοῖς παρεστῶσιν αὐτῷ τύπτειν αὐτοῦ τὸ στόμα. 3 τότε ὁ Παῦλος πρὸς αὐτὸν εἶπε· τύπτειν σε μέλλει ὁ Θεός, τοῖχε κεκονιαμένε· καὶ σὺ κάθῃ κρίνων με κατὰ τὸν νόμον, καὶ παρανομῶν κελεύεις με τύπτεσθαι! 4 οἱ δὲ παρεστῶτες εἶπον· τὸν ἀρχιερέα τοῦ Θεοῦ λοιδορεῖς; 5 ἔφη τε ὁ Παῦλος· οὐκ ᾔδειν, ἀδελφοί, ὅτι ἐστὶν ἀρχιερεύς· γέγραπται γάρ· ἄρχοντα τοῦ λαοῦ σου οὐκ ἐρεῖς κακῶς.

Μερικοί βέβαια ισχυρίζονται ότι τον ειρωνεύεται, γνωρίζοντας ότι είναι αρχιερέας, όμως εγώ έχω τη γνώμη ότι δεν γνώριζε ότι ήταν αρχιερέας, διότι οπωσδήποτε αν το γνώριζε, θα έδειχνε σεβασμό προς αυτόν. γι’ αυτό και απολογείται, σαν να κατηγορήθηκε και προσθέτει. «Δεν θα κακολογήσεις άρχοντα του λαού σου».

Σε άλλη περίπτωση ο Πάυλος νουθετεί λέγοντας: «Όταν μας βρίζουν, ευλογούμε, όταν μας διώκουν, δείχνουμε ανοχή» (Α΄κορ. 4,12). Εδώ όμως κάνει το αντίθετο, και όχι μόνο βρίζει, αλλά και καταριέται. – Μακριά μια τέτοια σκέψη! Τίποτα απ’ αυτά φαίνεται ότι δεν έχει κάνει, αλλά για κείνον που εξετάζει τα πράγματα με προσοχή, τα λόγια αυτά είναι αποτέλεσμα μάλλον θάρρους, παρά θυμού, άλλωστε δεν ήθελε να φανεί ευκαταφρόνητος στο χιλίαρχο. Διότι αν αυτός απέφυγε να τον μαστιγώσει και προτίμησε να τον παραδώσει στους Ιουδαίους, το να δέρνεται από τους υπηρέτες αυτό θα έκανε θρασύτερο εκείνον, γι’ αυτό και δεν απευθύνεται προς τον υπηρέτη, αλλά προς εκείνον που έδωσε την διαταγή, θέλοντας να επιτύχει αυτό. Το «τοίχε ασβεστωμένε, κάθεσαι εκεί για να με κρίνεις σύμφωνα με το νόμο», το είπε, θέλοντας κατά κάποιο τρόπο να πει το εξής σ’ αυτόν. είσαι υπεύθυνος και άξιος απείρων τιμωριών.

Πρόσεχε πως το πλήθος εξεπλάγη από το θάρρος του Παύλου, διότι ενώ έπρεπε να ανατρέψουν τα πάντα, αυτοί όμως συμπεριφέρονται με μεγάλη απρέπεια. Αυτός όμως και το νόμο αναφέρει, επειδή θέλει να δείξει, ότι αυτά τα είπε έτσι, όχι επειδή φοβήθηκε, ούτε επειδή δεν ήταν άξιος να τα ακούσει, αλλά υπακούοντας κι εδώ στο νόμο. Και είμαι απόλυτα πεπεισμένος, λέει ο Ιερός Χρυσόστομος ότι αυτός δεν γνώριζε ότι εκείνος ήταν αρχιερέας, καθόσον επέστρεψε εδώ μετά από πολύ χρόνο και δεν συναναστρεφόταν με τους Ιουδαίους, κι έτσι είδε κι εκείνον ανάμεσα στους πολλούς. Διότι ο αρχιερέας δεν ήταν γνωστός, επειδή υπήρχαν πολλοί και διάφοροι.

«Ο Θεός θα σε χτυπήσει τοίχε ασβεστωμένε»!!! Πω πω, μέγεθος παρρησίας! Τον κατηγορεί για υποκρισία και παρανομία, γι’ αυτό λοιπόν και συγκρατείται. Κι αυτός βέβαια επειδή βρέθηκε σε αμηχανία δεν τολμά να πει τίποτα, αλλά οι ευρισκόμενοι καοντά σ’ αυτόν, μη υποφέροντας το θάρρος του. είδαν άνθρωπο που ήθελε τόσο πολύ να πεθάνει και δεν μπόρεσαν να υποφέρουν.

Αδελφοί μου τι είναι η επιείκια και τι η ανανδρία; Όταν δεν υπερασπιζόμαστε άλλους που αδικούνται, αλλά σιωπούμε, αυτό είναι ανανδρία, ενώ όταν εμείς οι ίδιοι κακοπαθούμε και δείχνουμε υπομονή, αυτό είναι επιείκια. Τι είναι θάρρος; Πάλι το ίδιο, όταν αγωνιζόμαστε για τους άλλους. Και τι είναι θρασύτητα; Όταν θέλουμε να υπερασπιζόμαστε τον εαυτό μας. Ώστε η μεγαλοψυχία συνυπάρχει με το θάρρος, και η θρασύτητα πάλι με την ανανδρία, καθόσον εκείνος που δεν πονάει για τον εαυτό του, δύσκολα θα πονέσει για τους άλλους, ενώ εκείνος που δεν υπερασπίζεται τον εαυατό του, δύσκολα δεν θα υποερασπιστεί τους άλλους. Διότι όταν το ήθος μας είναι καθαρό από τα πάθη, δέχεται την αρετή. Όπως ακριβώς το σώμα που είναι καθαρό από πυρετό έχει δύναμη, έτσι λοιπόν και η ψυχή, εάν δεν διαφθαρεί από τα πάθη έχει δύναμη.

Η επιείκια είναι γνώρισμα μεγάλης δυνάμεως. Για την επιείκεια χρειάζεται γενναία και νεανική και πάρα πολύ ανώτερη ψυχή. Ή νομίζεις ότι είναι μικρό πράγμα το να κακοπαθείς και να μην οργίζεσαι; Και δεν έσφαλλε κάποιος αν ονόμαζε ανδρεία τη φροντίδα για τους συνανθρώπους του διότι εκείνος που απέκτησε τόση δύναμη, ώστε να μπορέσει να υπερνικήσει ένα τόσο μεγάλο πάθος, θα μπορέσει και άλλα να υπερνικήσει. Δύο λοιπόν είναι αυτά τα πάθη. Η δειλία και ο θυμός. Αν κατανικήσεις τον θυμό, είναι ολοφάνερο ότι θα κατανικήσεις και τη δειλία, θα γίνεις ανδρείος. Πάλι, αν δεν κατανικήσει τον θυμό, έγινες τότε θρασύς. Αφού δεν μπόρεσες να νικήσεις αυτόν, δεν μπορείς ούτε τον φόβο να νικήσεις, επομένως θα είσαι και δειλός.

Κοντά σ’ αυτά βρίσκεται και η ασωτία και η οικονομία. Διότι η οικονομία είναι αρετή, καθώς και το να είναι κανείς οικονόμος. Κοντά σ’ αυτή βρίσκεται η φιλαργυρία και η τσιγγουνιά.

Πραγματικά ο άσωτος δεν είναι μεγαλόψυχος. Γιατί; -διότι εκείνος που κυριεύεται από αμέτρητα πάθη πως θα μπορούσε να είναι μεγαλόψυχος; Διότι η ασωτία δεν αποτελεί περιφρόνηση των χρημάτων, αλλά εξουσιάζεται από άλλα πάθη· όπως ακριβώς δεν θα ήταν κάποιος ελεύθερος, εάν διατάσσονταν από τους ληστές να υπακούει σ’ εκείνους· διότι η σπατάλη δεν γίνεται από περιφρόνηση προς τα χρήματα, αλλά επειδή δεν γνωρίζει κανείς να κάνει σωστή διαχείριση· διότι, αν μπορούσε και να έχει χρήματα και ν’ απολαμβάνει αυτά, οπωσδήποτε θα το ήθελε. Ενώ εκείνος που ξοδεύει σωστά τα χρήματα, αυτός είναι μεγαλόψυχος· διότι πραγματικά μεγάλη ψυχή είναι εκείνη που δεν είναι δούλη των παθών, που δεν θεωρεί τίποτα τα χρήματα. Επίσης η οικονομία είναι καλό πράγμα· κατά την ίδια σκέψη και ο οικονόμος θα ήταν άριστος αν ξόδευε σωστά τα χρήματα και όχι άσκοπα και χωρίς σωστή διαχείριση. Η τσιγγουνιά όμως δεν είναι το ίδιο. Διότι ο οικονόμος όλα τα ξοδεύει όπως πρέπει, ενώ ο τσιγγούνης ούτε και όταν το απαιτεί κάποια απαραίτητη ανάγκη απλώνει το χέρι του στα χρήματα. Η οικονόμος λοιπόν θα μπορούσε να θεωρηθεί αδελφός του μεγαλόψυχου. Ας τοποθετήσουμε λοιπόν τον μεγαλόψυχο μαζί με τον οικονόμο και τον άσωτο μαζί με τον τσιγγούνη. Διότι και οι δύο αυτοί το παθαίνουν αυτό από μικροψυχία, όπως βέβαια κι εκείνοι από μεγαλοψυχία.

Ας ονομάσουμε λοιπόν μεγαλόψυχο όχι εκείνον που ξοδεύει απερίσκεπτα, αλλά εκείνον που ξοδεύει εκεί που πρέπει, ούτε τον οικονόμο να τον ονομάσουμε τσιγγούνη και φιλάργυρο, αλλά εκείνον που τσιγγουνεύεται τα χρήματα εκεί που δεν πρέπει.

 6 γνοὺς δὲ ὁ Παῦλος ὅτι τὸ ἓν μέρος ἐστὶ Σαδδουκαίων, τὸ δὲ ἕτερον Φαρισαίων, ἔκραξεν ἐν τῷ συνεδρίῳ· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ Φαρισαῖός εἰμι, υἱὸς Φαρισαίου· περὶ ἐλπίδος καὶ ἀναστάσεως νεκρῶν ἐγὼ κρίνομαι. 7 τοῦτο δὲ αὐτοῦ λαλήσαντος ἐγένετο στάσις τῶν Φαρισαίων καὶ τῶν Σαδδουκαίων, καὶ ἐσχίσθη τὸ πλῆθος. 8 Σαδδουκαῖοι μὲν γὰρ λέγουσι μὴ εἶναι ἀνάστασιν μήτε ἄγγελον μήτε πνεῦμα, Φαρισαῖοι δὲ ὁμολογοῦσι τὰ ἀμφότερα.

Πάλι ανθρώπινα ομιλεί και δεν απολαμβάνει παντού τη χάρη του Θεού, αλλά επιτρέπεται και από τον εαυτό του να συνεισφέρει, απολογούμενος και στην περίπτωση αυτή και στη συνέχεια, θέλοντας να διχάσει το πλήθος, που κακώς ομονοεί εναντίον του. και ούτε εδώ λέει ψέμματα, ονομάζοντας τον ευατό του Φαρισαίο, διότι ήταν Φαρισαίος  από προγόνους. Επειδή λοιπόν αυτοί που τον δίκαζαν δεν ήθελαν να πουν το γιατί τον δικάζουν, αναγκάζεται πλέον να το πει ο ίδιος. Και πρόσεχε όταν πήρε το μέρος τους, τότε απολογούνται υπέρ αυτού διότι λέγει:

 9 ἐγένετο δὲ κραυγὴ μεγάλη, καὶ ἀναστάντες οἱ γραμματεῖς τοῦ μέρους τῶν Φαρισαίων διεμάχοντο λέγοντες· οὐδὲν κακὸν εὑρίσκομεν ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τούτῳ· εἰ δὲ πνεῦμα ἐλάλησεν αὐτῷ ἢ ἄγγελος, μὴ θεομαχῶμεν.

Και γιατί πριν απ’ αυτό δεν απολογήθηκαν υπέρ αυτού; Διότι δεν συνανστρέφονταν μέχρι τότε αυτούς, ούτε ήταν φανερό, προτού απολογηθεί, ότι είναι Φαρισαίος από την αρχή. Βλέπεις όταν τα πάθη υποχωρούν, πως βρίσκεται η αλήθεια;

10 πολλῆς δὲ γενομένης στάσεως εὐλαβηθεὶς ὁ χιλίαρχος μὴ διασπασθῇ ὁ Παῦλος ὑπ᾿ αὐτῶν, ἐκέλευσε τὸ στράτευμα καταβῆναι καὶ ἁρπάσαι αὐτὸν ἐκ μέσου αὐτῶν ἄγειν τε εἰς τὴν παρεμβολήν.

Φοβάται λοιπόν  ο χιλίαρχος μήπως κατασπαραχθεί ο Παύλος απ’ αυτούς επειδή είπε ότι είναι Ρωμαίος. Βλέπεις δίκαια είπε ότι είναι Ρωμαίος; Διότι αλλιώς δεν θα φοβόταν τώρα ο χιλίαρχος.

 11 Τῇ δὲ ἐπιούσῃ νυκτὶ ἐπιστὰς αὐτῷ ὁ Κύριος εἶπε· θάρσει, Παῦλε· ὡς γὰρ διεμαρτύρω τὰ περὶ ἐμοῦ εἰς ῾Ιερουσαλήμ, οὕτω σὲ δεῖ καὶ εἰς Ρώμην μαρτυρῆσαι. 12 Γενομένης δὲ ἡμέρας ποιήσαντές τινες τῶν ᾿Ιουδαίων συστροφὴν ἀνεθεμάτισαν ἑαυτούς, λέγοντες μήτε φαγεῖν μήτε πιεῖν ἕως οὗ ἀποκτείνωσι τὸν Παῦλον. 13 ἦσαν δὲ πλείους τεσσαράκοντα οἱ ταύτην τὴν συνωμοσίαν πεποιηκότες·

«Ορκίστηκαν», λέει. Βλέπεις πως είναι γεμάτοι από βιαιότητα και έτοιμοι να διαπράξουν την κακία;  Τι σημαίνει «αναθεμάτισαν»; - Λέχθηκε αντί του είπαν να είναι έξω από την πίστη στο Θεό, εάν δεν κάνουν εκείνο που σκέφτηκαν έναν΄τιον του Παύλου. Άρα για πάντα  εκείνοι είναι αναθεματισμένοι διότι δεν φόνευσαν τον Παύλο. Και συγκεντρώνονται σαράντα μαζί. Διότι τέτοιο είναι το έθνος αυτό, όταν χρειάζεται να συμφωνήσουν για το καλό, δεν πηγαίνουν ούτε δύο, όταν όμως για το κακό, τότε τρέχει όλος ο λαός.

 14 οἵτινες προσελθόντες τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ τοῖς πρεσβυτέροις εἶπον· ἀναθέματι ἀνεθεματίσαμεν ἑαυτοὺς μηδενὸς γεύσασθαι ἕως οὗ ἀποκτείνωμεν τὸν Παῦλον.
15 νῦν οὖν ὑμεῖς ἐμφανίσατε τῷ χιλιάρχῳ σὺν τῷ συνεδρίῳ, ὅπως αὔριον αὐτὸν καταγάγῃ πρὸς ὑμᾶς, ὡς μέλλοντας διαγινώσκειν ἀκριβέστερον τὰ περὶ αὐτοῦ· ἡμεῖς δὲ πρὸ τοῦ ἐγγίσαι αὐτὸν ἕτοιμοί ἐσμεν τοῦ ἀνελεῖν αὐτόν. 16 ἀκούσας δὲ ὁ υἱὸς τῆς ἀδελφῆς Παύλου τὸ ἔνεδρον, παραγενόμενος καὶ εἰσελθὼν εἰς τὴν παρεμβολὴν ἀπήγγειλε τῷ Παύλῳ. 17 προσκαλεσάμενος δὲ ὁ Παῦλος ἕνα τῶν ἑκατοντάρχων ἔφη· τὸν νεανίαν τοῦτον ἀπάγαγε πρὸς τὸν χιλίαρχον· ἔχει γάρ τι ἀπαγγεῖλαι αὐτῷ. 18 ὁ μὲν οὖν παραλαβὼν αὐτὸν ἤγαγε πρὸς τὸν χιλίαρχον καί φησιν· ὁ δέσμιος Παῦλος προσκαλεσάμενός με ἠρώτησε τοῦτον τὸν νεανίαν ἀγαγεῖν πρός σε, ἔχοντά τι λαλῆσαί σοι.

Πάλι σώζεται με ανθρώπινη φροντίδα. Και πρόσεχε. Ο Παύλος δεν αφήνει να το μάθει κανείς, ούτε και ο εκατόνταρχος, για να μη γίνει φανερό το πράγμα.

19 ἐπιλαβόμενος δὲ τῆς χειρός αὐτοῦ ὁ χιλίαρχος καὶ ἀναχωρήσας κατ᾿ ἰδίαν ἐπυνθάνετο, τί ἐστιν ὃ ἔχεις ἀπαγγεῖλαί μοι; 20 εἶπε δὲ ὅτι οἱ ᾿Ιουδαῖοι συνέθεντο τοῦ ἐρωτῆσαί σε ὅπως αὔριον εἰς τὸ συνέδριον καταγάγῃς τὸν Παῦλον, ὡς μελλόντων τι ἀκριβέστερον πυνθάνεσθαι περὶ αὐτοῦ. 21 σὺ οὖν μὴ πεισθῇς αὐτοῖς· ἐνεδρεύουσι γὰρ αὐτὸν ἐξ αὐτῶν ἄνδρες πλείους τεσσαράκοντα, οἵτινες ἀνεθεμάτισαν ἑαυτοὺς μήτε φαγεῖν μήτε πιεῖν ἕως οὗ ἀνέλωσιν αὐτόν, καὶ νῦν ἕτοιμοί εἰσι προσδεχόμενοι τὴν ἀπὸ σοῦ ἐπαγγελίαν. 22 ὁ μὲν οὖν χιλίαρχος ἀπέλυσε τὸν νεανίαν, παραγγείλας μηδενὶ ἐκλαλῆσαι ὅτι ταῦτα ἐνεφάνισας πρός με.

Πολύ σωστά ο χιλίαρχος τον διατάσσει να το αποκρύψει, για να μη γίνει γνωστό. Και τότε το λέγει στους εκατόνταρχους, όταν έπρεπε αυτό να γίνει. Και στέλλεται στη συνέχεια στην Καισάρεια, για να μιλήσει και εκεί σε μεγαλύτερο θέατρο και σπουδαιότερο ακροατήριο, για να μη μπορούν να λένε οι Ιουδαίοι, ότι αν βλέπαμε τον Παύλο και αν τον ακούγαμε να διδάσκει, θα πιστεύαμε. Και αυτή λοιπόν η απολογία γι’ αυτούς από εδώ αφαιρείται.

Θέλω να δεις και κάτι ακόμα. Να , που εδώ η νηστεία γίνεται μητέρα ανθρωποκτονίας. Όπως ακριβώς ο Ηρώδης επέβαλε στον ευατό του την υποχρέωση που προέρχονταν από τον όρκο, έτσι λοιπόν κι αυτοί. Διότι τέτοιες είναι οι διαβολικές παγίδες, με το πρόσχημα της δήθεν ευλάβειας τοποθετούν παγίδες.

23 Καὶ προσκαλεσάμενος δύο τινὰς τῶν ἑκατοντάρχων εἶπεν· ἑτοιμάσατε στρατιώτας διακοσίους ὅπως πορευθῶσιν ἕως Καισαρείας, καὶ ἱππεῖς ἑβδομήκοντα καὶ δεξιολάβους διακοσίους, ἀπὸ τρίτης ὥρας τῆς νυκτός, 24 κτήνη τε παραστῆσαι, ἵνα ἐπιβιβάσαντες τὸν Παῦλον διασώσωσι πρὸς Φήλικα τὸν ἡγεμόνα, 25 γράψας ἐπιστολὴν περιέχουσαν τὸν τύπον τοῦτον· 26 Κλαύδιος Λυσίας τῷ κρατίστῳ ἡγεμόνι Φήλικι χαίρειν. 27 τὸν ἄνδρα τοῦτον συλληφθέντα ὑπὸ τῶν ᾿Ιουδαίων καὶ μέλλοντα ἀναιρεῖσθαι ὑπ᾿ αὐτῶν ἐπιστὰς σὺν τῷ στρατεύματι ἐξειλόμην αὐτόν, μαθὼν ὅτι Ρωμαῖός ἐστι. 28 βουλόμενος δὲ γνῶναι τὴν αἰτίαν δι᾿ ἣν ἐνεκάλουν αὐτῷ, κατήγαγον αὐτὸν εἰς τὸ συνέδριον αὐτῶν·
29 ὃν εὗρον ἐγκαλούμενον περὶ ζητημάτων τοῦ νόμου αὐτῶν, μηδὲν δὲ ἄξιον θανάτου ἢ δεσμῶν ἔγκλημα ἔχοντα. 30 μηνυθείσης δέ μοι ἐπιβουλῆς εἰς τὸν ἄνδρα μέλλειν ἔσεσθαι ὑπὸ τῶν ᾿Ιουδαίων, ἐξαυτῆς ἔπεμψα πρός σε, παραγγείλας καὶ τοῖς κατηγόροις λέγειν τὰ πρὸς αὐτὸν ἐπὶ σοῦ. ἔρρωσο.

Πρόσεχε και την επιστολή που αποτελεί απολογία υπέρ αυτού. Διότι λέει, καμμιά κατηγορία δεν βρήκα άξια θανάτου. Και συμπληρώνει: «Τον έσωσα ενώεπρόκειτο να φονευθεί από τους Ιουδαίους». Έπειτα προσθέτει ότι «τον οδήγησα προς αυτούς» και ούτε έτσι βρήκαν εκείνοι να τον κατηγορήσουν για κάτι. Κι ενώ έπρεπε να νιώσουν κατάπληξη και να ντραπούν για τα προηγούμενα, αυτοί πάλι επιχειρούν να τον φονεύσουν.

Και γιατί τέλος πάντων στέλνει εκεί και τους κατηγόρους; Για να αθωωθεί στο δικαστήριο, όπου αυτά κρίνονται με μεγαλύτερη προσοχή.

31 Οἱ μὲν οὖν στρατιῶται κατὰ τὸ διατεταγμένον αὐτοῖς ἀναλαβόντες τὸν Παῦλον ἤγαγον διὰ τῆς νυκτὸς εἰς τὴν ᾿Αντιπατρίδα, 32 τῇ δὲ ἐπαύριον ἐάσαντες τοὺς ἱππεῖς πορεύεσθαι σὺν αὐτῷ, ὑπέστρεψαν εἰς τὴν παρεμβολήν·
33 οἵτινες εἰσελθόντες εἰς τὴν Καισάρειαν καὶ ἀναδόντες τὴν ἐπιστολὴν τῷ ἡγεμόνι παρέστησαν καὶ τὸν Παῦλον αὐτῷ.

Σαν ακριβώς να ήταν κάποιος βασιλιάς, τον συνόδευαν σωματοφύλακες μαζί με τόσο πλήθος και κατά τη διάρκεια της νύχτας, επειδή φοβούνταν την επίθεση του οργσμένου πλήθους.

 34 ἀναγνοὺς δὲ ὁ ἡγεμὼν καὶ ἐπερωτήσας ἐκ ποίας ἐπαρχίας ἐστί, καὶ πυθόμενος ὅτι ἀπὸ Κιλικίας, 35 διακούσομαί σου, ἔφη, ὅταν καὶ οἱ κατήγοροί σου παραγένωνται· ἐκέλευσέ τε αὐτὸν ἐν τῷ πραιτωρίῳ τοῦ ῾Ηρῴδου φυλάσσεσθαι.

Ήδη απολογήθηκε υπέρ αυτού Λυσίας, αλλ’ όμως και ακόμη οι Ιουδαίοι επιτίθενται και επηρεάζουν από την αρχή τη γνώμη του ακροατή κι έτσι ρίχνεται και πάλι στη φυλακή και άκου πως…

 

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ (ΚΔ΄)

1 Μετά δὲ πέντε ἡμέρας κατέβη ὁ ἀρχιερεὺς ᾿Ανανίας μετὰ τῶν πρεσβυτέρων καὶ ρήτορος Τερτύλλου τινός, οἵτινες ἐνεφάνισαν τῷ ἡγεμόνι κατὰ τοῦ Παύλου.

Και πάλι λοιπόν έρχονται, αν και εμποδίζονται από άπειρα εμπόδια, ώστε και εκεί να καταντροπιαστούν.

2 κληθέντος δὲ αὐτοῦ ἤρξατο κατηγορεῖν ὁ Τέρτυλλος λέγων·
3 πολλῆς εἰρήνης τυγχάνοντες διὰ σοῦ καὶ κατορθωμάτων γινομένων τῷ ἔθνει τούτῳ διὰ τῆς σῆς προνοίας, πάντῃ τε καὶ πανταχοῦ ἀποδεχόμεθα, κράτιστε Φῆλιξ, μετὰ πάσης εὐχαριστίας. 4 ἵνα δὲ μὴ ἐπὶ πλεῖόν σε ἐγκόπτω, παρακαλῶ ἀκοῦσαί σε ἡμῶν συντόμως τῇ σῇ ἐπιεικείᾳ.

Μα αυτό το έχετε κάνει εσείς, ο δικηγόρος λοιπόν τι χρειαζόταν; Πρόσεχε πως και αυτός αμέσως και από την αρχή θέλει να τον παραδώσει σαν νεωτεριστή και επαναστάτη, και επηρεάζει τη γνώμη του δικαστή και τους επαίνους. Στη συνέχεια, σαν να ήθελε να πει πολλά, τα παρατρέχει και λέγει μόνο αυτό: «Για να μη σε κουράσω όμως περισσότερο». Και το κάνει αυτό θέλοντας να δημιουργήσει στον δικαστή την επιθυμία για τιμωρία.

5 εὑρόντες γὰρ τὸν ἄνδρα τοῦτον λοιμὸν καὶ κινοῦντα στάσιν πᾶσι τοῖς ᾿Ιουδαίοις τοῖς κατὰ τὴν οἰκουμένην, πρωτοστάτην τε τῆς τῶν Ναζωραίων αἱρέσεως, 6 ὃς καὶ τὸ ἱερὸν ἐπείρασε βεβηλῶσαι, ὃν καὶ ἐκρατήσαμεν καὶ κατὰ τὸν ἡμέτερον νόμον ἠθελήσαμεν κρίνειν· 7 παρελθὼν δὲ Λυσίας ὁ χιλίαρχος μετὰ πολλῆς βίας ἐκ τῶν χειρῶν ἡμῶν ἀπήγαγε, 8 κελεύσας τοὺς κατηγόρους αὐτοῦ ἔρχεσθαι ἐπὶ σέ· παρ᾿ οὗ δυνήσῃ αὐτὸς ἀνακρίνας περὶ πάντων τούτων ἐπιγνῶναι ὧν ἡμεῖς κατηγοροῦμεν αὐτοῦ. 9 συνεπέθεντο δὲ καὶ οἱ ᾿Ιουδαῖοι φάσκοντες ταῦτα οὕτως ἔχειν.

Σαν καταστροφέα λοιπόν και κοινό εχθρό των Ιουδαίων όλου του κόσμου τον κατηγορούν καθώς και ως πρωτοστάτη της αιρέσεως των Ναζωραίων, και από αυτό πάλι τον κατηγορούν διότι η Ναζαρέτ ήταν πόλη ασήμαντη.

Τι κάνει λοιπόν ο Παύλος; Άραγε σιωπά ακούγοντας αυτά; Καθόλου· αλλά δείχνει και πάλι το θάρρος του με την απάντηση που δίνει. Και αυτό έγινε με τη θέληση του ηγεμόνα.

10 ᾿Απεκρίθη δὲ ὁ Παῦλος, νεύσαντος αὐτῷ τοῦ ἡγεμόνος λέγειν· ἐκ πολλῶν ἐτῶν ὄντα σε κριτὴν τῷ ἔθνει τούτῳ ἐπιστάμενος εὐθυμότερον τὰ περὶ ἐμαυτοῦ ἀπολογοῦμαι, 11 δυναμένου σου γνῶναι ὅτι οὐ πλείους εἰσί μοι ἡμέραι δεκαδύο ἀφ᾿ ἧς ἀνέβην προσκυνήσων εἰς ῾Ιερουσαλήμ· 12 καὶ οὔτε ἐν τῷ ἱερῷ εὗρόν με πρός τινα διαλεγόμενον ἢ ἐπισύστασιν ποιοῦντα ὄχλου, οὔτε ἐν ταῖς συναγωγαῖς οὔτε κατὰ τὴν πόλιν· 13 οὔτε παραστῆσαι δύνανται περὶ ὧν νῦν κατηγοροῦσί μου.

Τα λόγια αυτά δεν είναι λόγια κολακείας, το να ομολογήσει ότι είναι δίκαιος ο δικαστής, αλλά εκείνα μάλλον, το ότι είπαν «Χάρη σε σένα απολαμβάνουμε αδιάκοπη ειρήνη». Γιατί λοιπόν άδικα φιλονικείτε; Πρόσεχε λοιπόν εκείνοι τον παρακινούσαν για αδικία, ενώ αυτός ζητούσε το δίκαιο, γι’ αυτό έλεγε: «Απολογούμαι με μαγαλύτερη προθυμία για τον εαυτό μου», «επειδή γνωρίζω ότι πολλά χρόνια είσαι δικαστής». Και τι αποδεικνύει αυτό; -Αποτελεί μεγάλη απόδειξη, διότι δείχνει ότι αυτός γνωρίζει ότι τίποτα δεν έχει κάνει από κείνα για τα οποία κατηγορείται. Εάν προξενούσε κάποτε εξέγερση, θα το γνώριζε, αφού ήταν δικαστής, και δεν θα του διέφευγε της προσοχής. Έπειτα επειδή ο κατήγορος δεν είχε να παρουσιάσει τίποτα εναντίον του στα Ιεροσόλυμα, πρόσεχε τι λέει: «Μεταξύ όλων τοων Ιουδαίοων όλου του κόσμου»., προσθέτοντας ψέμα απάνω στο ψέμα..

Ο δε Πάλυος λέει: «Ανέβηκα να προσκυνήσω». Που λοιπόν η εξέγερση; Και προσθέτει: «Και ούτε στο ναό, ούτε στην πόλη, ούτε στη συναγωγή με βρήκαν να συζητώ με κάποιον», πράγμα που ήταν αληθές. Ο δε κατήγορος τον κατηγορούσε για πρωτοστάτη.

14 ὁμολογῶ δὲ τοῦτό σοι, ὅτι κατὰ τὴν ὁδὸν ἣν λέγουσιν αἵρεσιν οὕτω λατρεύω τῷ πατρῴῳ Θεῷ, πιστεύων πᾶσι τοῖς κατὰ τὸν νόμον καὶ τοῖς ἐν τοῖς προφήταις γεγραμμένοις, 15 ἐλπίδα ἔχων εἰς τὸν Θεὸν ἣν καὶ αὐτοὶ οὗτοι προσδέχονται, ἀνάστασιν μέλλειν ἔσεσθαι νεκρῶν, δικαίων τε καὶ ἀδίκων·

Πρόσεχε, εκείνοι τον αποχώριζαν από τον νόμο, ενώ αυτός με αυτά που απολογείται παρουσιάζει τον εαυτό του φίλο με τον νόμο. Και προσθέτει:

16 ἐν τούτῳ δὲ καὶ αὐτὸς ἀσκῶ ἀπρόσκοπτον συνείδησιν ἔχειν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τοὺς ἀνθρώπους διὰ παντός. 17 δι᾿ ἐτῶν δὲ πλειόνων παρεγενόμην ἐλεημοσύνας ποιήσων εἰς τὸ ἔθνος μου καὶ προσφοράς· 18 ἐν οἷς εὗρόν με ἡγνισμένον ἐν τῷ ἱερῷ, οὐ μετὰ ὄχλου οὐδὲ μετὰ θορύβου

Γιατί λοιπόν ανέβηκες; Γιατί ήρθες; «Για να προσκυνήσω», λέει, «για να φέρω βοήθεια στο έθνος μου». Επομένως αυτό δεν ήταν έργο στασιαστή. Έπειτα αφαιρεί και το προσωπείο αυτών, λέγοντας απροσδιόριστα:

, τινὲς ἀπὸ τῆς ᾿Ασίας ᾿Ιουδαῖοι, 19 οὓς ἔδει ἐπὶ σοῦ παρεῖναι καὶ κατηγορεῖν εἴ τι ἔχοιεν πρός με. 20 ἢ αὐτοὶ οὗτοι εἰπάτωσαν τί εὗρον ἐν ἐμοὶ ἀδίκημα στάντος μου ἐπὶ τοῦ συνεδρίου, 21 ἢ περὶ μιᾶς ταύτης φωνῆς ἧς ἔκραξα ἑστὼς ἐν αὐτοῖς, ὅτι περὶ ἀναστάσεως νεκρῶν ἐγὼ κρίνομαι σήμερον ὑφ᾿ ὑμῶν.

Αυτό αποτελεί το μέγιστο δικαίωμα, το να μη αποφεύγει κανείς τους κατηγόρους, αλλά να είναι έτοιμος ν’ απολογηθεί σ’ όλους. «Για την ανάσταση των νεκρών», λέει, «εγώ σήμερα δικάζομαι». Και τίποτα δεν είπε από κείναι που ήταν φυσικό να πεί. Ότι δηλαδή έκαναν κακά σχέδια εναντίον του, ότι τον συνέλαβαν, ότι του έστησαν ενέδρα, αλλά σιωπά και μόνο απολογείται, αν και μπορεί πάρα πολλά να πεί. Αυτό έκανε αυτόν ένδοξο και στην Καισάρεια, το ότι δηλαδή ήρθε εκεί με τόση μεγάλη στρατιωτική δύναμη.

***Δες λοιπόν την λεπτότητα της ψυχής και την ευγένεια του Παύλου και σκέψου εκείνον που υβρίστηκε κι όμως τίποτα δεν ανταπόδωσε. Και πως λέγει είναι δυνατόν να υποφέρει κανείς όταν βρίζεται; Και πως δεν είναι δυνατόν; Πες μου δημιουργείται μήπως τραύμα από τα λόγια; Μας δημιουργούνται μώλωπες στο σώμα; Ποια λοιπόν βλάβη μας γίνεται; ‘Ώστε αν θέλουμε, μπορούμε να την υποφέρουμε. Ας θέσουμε νόμο στον εαυτό μας να μη πονάει, και θα την υποφέρουμε την ύβρη. Ας πούμε στον εαυτό μας. Δεν είναι αποτέλεσμα έχθρας, αλλ’ αποτέλεσμα ασθένειας. Διότι το ότι δεν είναι αποτέλεσμα έχθρας ούτε κακοήθειας, γίνεται φανερό από το ότι και εκείνος ήθελε να τους συγκρατήσει, αν και είχε υποστεί αμέτρητα αδικήματα. Αν σκεφτούμε μόνο αυτό, ότι είναι αποτέλεσμα ασθένειας, θα το υποφέρουμε, και συγχωρήσουμε τότε εκείνον, ενώ θα προσπαθήσουμε να μη υποπέσουμε στα ίδια εμείς. Διότι ερωτώ όλους τους παρόντες. Άραγε, αν θελήσετε να δείξετε τέτοια φιλοσοφικότητα, θα μπορέσετε να υποφέρετε εκείνους που σας βρίζουν; Εγώ βέβαια το πιστεύω. Σε έβρισε λοιπόν απερίσκεπτα και χωρίς να το θέλει, αλλά αναγκαζόμενος από το πάθος του. Επομένως συγκρατήσου. Δεν βλέπεις τους δαιμονισμενους; Όπως ακριβώς εκείνος το υπομένει αυτό όχι τόσο από έχθρα, όσο από ασθένεια, έτσι κι εμείς δεν υποκινούμαστε τόσο από την φύση των ύβρεων, όσο από τον ίδιο τον εαυτό μας. Διότι πως υποφέρουμε τις ίδιες ύβρεις που προέρχονται από τους μανιακούς; Πάλι, αν είναι φίλοι εκείνοι που μας βρίζουν ή και ανώτεροί μας, και τότε υποφέρουμε τις ύβρεις. Πως λοιπόν δεν είναι παράλογο, όταν αυτοί που μας βρίζουν είναι ένας από τους τρεις, φίλοι, μανιακοί και ανώτεροι, να υποφέρουμε τις ύβρεις, να μην υποφέρουμε όμως αυτές όταν αυτοί είναι κατώτεροι; Πολλές φορές είπα. Το πράγμα αυτό είναι κάποια ροπή προς αυτό και υπερβολική αγανάκτηση. Ας δείξουμε λοιπόν λίγη υπομονή και κατορθώσαμε το παν. Όσο περισσότερο βρίζει κανείς, τόσο περισσότερο ασθενής είναι.

Ξέρεις πότε πρέπει να στενοχωριέσαι; Όταν εκείνος σιωπήσει, ενώ τον βρίσαμε εμείς. Διότι τότε εκείνος είναι ισχυρός, ενώ εμείς ασθενείς. Εάν όμως γίνει το αντίθετο, τότε πρέπει να χαιρόμαστε.

22 ᾿Ακούσας δὲ ταῦτα ὁ Φῆλιξ ἀνεβάλετο αὐτούς, ἀκριβέστερον εἰδὼς τὰ περὶ τῆς ὁδοῦ, εἰπών· ὅταν Λυσίας ὁ χιλίαρχος καταβῇ, διαγνώσομαι τὰ καθ᾿ ὑμᾶς, 23 διαταξάμενός τε τῷ ἑκατοντάρχῃ τηρεῖσθαι τὸν Παῦλον ἔχειν τε ἄνεσιν καὶ μηδένα κωλύειν τῶν ἰδίων αὐτοῦ ὑπηρετεῖν ἢ προσέρχεσθαι αὐτῷ.

Πρόσεχε πόσο αυστηρή εξέταση γίνεται. Κατά πρώτο ανακρίνεται από πολλούς, έπειτα η ανάκριση διαρκεί επί μακρό χρόνο, ώστε να μη πουν ότι εξαπατήθηκε από το δικαστήριο. Επειδή ο ρήτορας ανέφερε το Λυσία, λέγοντας ότι απέσπασε αυτόν απ’ αυτούς με βία, πρόσθεσε με τρόπο ευκαιριακό τα σχετικά με το Φήλικα, και λέγει «Ανέβαλε ο Φήλικας τη δίκη, διότι γνώριζε με μεγαλύτερη ακρίβεια τα σχετικά με τη διδασκαλία». Δηλαδή επίτηδες ανέβαλε τη δίκη, όχι επειδή χρειαζόταν να μάθει, αλλά θέλοντας ν’ αποφύγει τους Ιουδαίους. Να τον αφήσει ελεύθερο δεν ήθελε εξαιτίας εκείνων, να τον τιμωρήσει πάλι δεν ήταν δυνατό, διότι ήταν αδιαντροπιά. Γι’ αυτό αναβάλλει τη δίκη λέγοντας: «Όταν θα κατεβεί ο Λυσίας ο χιλίαρχος, θ’ αποφασίσω για την υπόθεσή σας. Διέταξε τότε τον εκατόνταρχο να επιτηρεί τον Πάυλο, να του παρέχει ευκολίες και να μην εμποδίζει κανένα από τους φίλους του να τον υπηρετεί ή να τον επισκέπτεται».

«Να τον υπηρετεί». Άρα τον απάλλαξε κι αυτός από τις κατηγορίες. Γιατί όμως τον κρατεί, αφού τον απάλλαξε; - Για το χατήρι εκείνων ή ακόμα περιμένοντας να πάρει χρήματα. Γι’ αυτό καλέι και πάλι τον Παύλο:

24 Μετὰ δὲ ἡμέρας τινὰς παραγενόμενος ὁ Φῆλιξ σὺν Δρουσίλλῃ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ, οὔσῃ ᾿Ιουδαίᾳ, μετεπέμψατο τὸν Παῦλον καὶ ἤκουσεν αὐτοῦ περὶ τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως. 25 διαλεγομένου δὲ αὐτοῦ περὶ δικαιοσύνης καὶ ἐγκρατείας καὶ τοῦ κρίματος τοῦ μέλλοντος ἔσεσθαι, ἔμφοβος γενόμενος ὁ Φῆλιξ ἀπεκρίθη· τὸ νῦν ἔχον πορεύου, καιρὸν δὲ μεταλαβὼν μετακαλέσομαί σε, 26 ἅμα δὲ καὶ ἐλπίζων ὅτι χρήματα δοθήσεται αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Παύλου ὅπως λύσῃ αὐτόν· διὸ καὶ πυκνότερον αὐτὸν μεταπεμπόμενος ὡμίλει αὐτῷ.

Πρόσεχε πως τα γραφόμενα λένε την αλήθεια. Έστελνε και καλούσε αυτόν συχνά, όχι επειδή θαύμαζε, ούτε επειδή επιδοκίμαζε τα λεγόμενά του, ούτε επειδή ήθελε να πιστέψει. Αλλά γιατί; «Περιμένοντας», λέει, «να του δοθούν χρήματα». Να λοιπόν που δεν κρύβει εδώ ο συγγραφέας την επιθυμία του δικαστή. Αν και βέβαια, αν τον είχε καταδικάσει, δεν θα το έκανε αυτό, ούτε θα ήθελε ν’ ακούσει από κατάδικο και κακό άνθρωπο. Και πρόσεχε τον Πάυλο, αν και ομιλεί προς άρχοντα δεν λέει τίποτα από κείνα που ήταν δυνατόν να μαλακώσει την ψυχή του, αλλά τέτοια λέει, με τα οποία συνταράσσει τη σκέψη του διότι λέει: «ενώ μιλούσε για ζητήματα δικαιοσύνης, εγκράτειας και της μελλοντικής κρίσεως, κυριεύθηκε ο Φήλικας από φόβο». Τόσο μεγάλη ήταν η δύναμη των λόγων του Παύλου, ώστε να φοβίζουν τον άρχοντα.

Οι Ιουδαίοι βέβαια κατά την συνήθειά του, όπως και στην περίπτωση του Χριστού, ήθελαν ν’ απολογηθεί ο Πάυλος για τα αδικήματά του, απέναντι στον Καίσαρα. Και αυτό ακριβώς ερμηνεύοντας ο συγγραφέας προσθέτει:

 27 Διετίας δὲ πληρωθείσης ἔλαβε διάδοχον ὁ Φῆλιξ Πόρκιον Φῆστον· θέλων δὲ χάριν καταθέσθαι τοῖς ᾿Ιουδαίοις ὁ Φῆλιξ κατέλιπε τὸν Παῦλον δεδεμένον.

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΕΜΠΤΟ (ΚΕ΄)

1 Φήστος οὖν ἐπιβὰς τῇ ἐπαρχίᾳ μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἀνέβη εἰς ῾Ιεροσόλυμα ἀπὸ Καισαρείας· 2 ἐνεφάνισαν δὲ αὐτῷ ὁ ἀρχιερεὺς καὶ οἱ πρῶτοι τῶν ᾿Ιουδαίων κατὰ τοῦ Παύλου, καὶ παρεκάλουν αὐτόν, 3 αἰτούμενοι χάριν κατ᾿ αὐτοῦ, ὅπως μεταπέμψηται αὐτὸν εἰς ῾Ιερουσαλήμ, ἐνέδραν ποιοῦντες ἀνελεῖν αὐτὸν κατὰ τὴν ὁδόν. 4 ὁ μὲν οὖν Φῆστος ἀπεκρίθη τηρεῖσθαι τὸν Παῦλον ἐν Καισαρείᾳ, ἑαυτὸν δὲ μέλλειν ἐν τάχει ἐκπορεύεσθαι· 5 οἱ οὖν δυνατοὶ ἐν ὑμῖν, φησί, συγκαταβάντες, εἴ τί ἐστιν ἐν τῷ ἀνδρὶ τούτῳ, κατηγορείτωσαν αὐτοῦ. 6 Διατρίψας δὲ ἐν αὐτοῖς ἡμέρας πλείους ἢ δέκα, καταβὰς εἰς Καισάρειαν, τῇ ἐπαύριον καθίσας ἐπὶ τοῦ βήματος ἐκέλευσε τὸν Παῦλον ἀχθῆναι.
7 παραγενομένου δὲ αὐτοῦ περιέστησαν οἱ ἀπὸ ῾Ιεροσολύμων καταβεβηκότες ᾿Ιουδαῖοι, πολλὰ καὶ βαρέα αἰτιώματα φέροντες κατὰ τοῦ Παύλου, ἃ οὐκ ἴσχυον ἀποδεῖξαι,
8 ἀπολογουμένου αὐτοῦ ὅτι οὔτε εἰς τὸν νόμον τῶν ᾿Ιουδαίων οὔτε εἰς τὸ ἱερὸν οὔτε εἰς Καίσαρά τι ἥμαρτον. 9 ὁ Φῆστος δὲ θέλων τοῖς ᾿Ιουδαίοις χάριν καταθέσθαι, ἀποκριθεὶς τῷ Παύλῳ εἶπε· θέλεις εἰς ῾Ιερουσαλὴμ ἀναβὰς ἐκεῖ περὶ τούτων κρίνεσθαι ἐπ᾿ ἐμοῦ;

Πρόσεχε πως και αυτός χαρίζεται στους Ιουδαίους, σ’ ολόκληρο το λαό και στην πόλη. Γι’ αυτό και πάλι αυτόν τον εκφοβίζει, χρησιμοποιώντας ανθρώπινο όπλο και άκου πως:

10 εἶπε δὲ ὁ Παῦλος· ἐπὶ τοῦ βήματος Καίσαρος ἑστώς εἰμι, οὗ με δεῖ κρίνεσθαι. ᾿Ιουδαίους οὐδὲν ἠδίκησα, ὡς καὶ σὺ κάλλιον ἐπιγινώσκεις· 11 εἰ μὲν γὰρ ἀδικῶ καὶ ἄξιον θανάτου πέπραχά τι, οὐ παραιτοῦμαι τὸ ἀποθανεῖν· εἰ δὲ οὐδέν ἐστιν ὧν οὗτοι κατηγοροῦσί μου, οὐδείς με δύναται αὐτοῖς χαρίσασθαι· Καίσαρα ἐπικαλοῦμαι.

Αλλά θα μπορούσε να πει κανείς εδώ. Και για ποιο λόγο ενώ άκουσε ότι «Πρέπει συ να δώσεις μαρτυρία για μένα και στη Ρώμη», έκανε αυτά σαν να μη πίστευε;  Μακριά μια τέτοια σκέψη! Αλλά το έκανε και μάλιστα πιστεύοντας πάρα πολύ. Το να πιστεύει σε κείνη την απόφαση και να ρίχνει τον εαυτό του σε άπειρους κινδύνους και να λέγει «Ας δούμε αν μπορεί ο Θεός κι έτσι να με σώσει», θα ήταν ανοησία. Αλλά τι κάνει ο Πάυλος; Προσφέρει όλα όσα εξαρτώνταν απ’ αυτόν, αναθέτοντας τα πάντα στον Θεό. Με ηρεμία επιτίθεται στον άρχοντα, απολογούμενος λέγοντας: «Εάν μεν αδικώ, σωστά, εάν δεν αδικώ, γιατί με παραδίδεις»;

12 τότε ὁ Φῆστος συλλαλήσας μετὰ τοῦ συμβουλίου ἀπεκρίθη· Καίσαρα ἐπικέκλησαι, ἐπὶ Καίσαρα πορεύσῃ. 13 ῾Ημερῶν δὲ διαγενομένων τινῶν ᾿Αγρίππας ὁ βασιλεὺς καὶ Βερνίκη κατήντησαν εἰς Καισάρειαν ἀσπασόμενοι τὸν Φῆστον. 14 ὡς δὲ πλείους ἡμέρας διέτριβον ἐκεῖ, ὁ Φῆστος τῷ βασιλεῖ ἀνέθετο τὰ κατὰ τὸν Παῦλον λέγων· ἀνήρ τίς ἐστι καταλελειμμένος ὑπὸ Φήλικος δέσμιος, 15 περὶ οὗ γενομένου μου εἰς ῾Ιεροσόλυμα ἐνεφάνισαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τῶν ᾿Ιουδαίων αἰτούμενοι κατ᾿ αὐτοῦ δίκην· 16 πρὸς οὓς ἀπεκρίθην ὅτι οὐκ ἔστιν ἔθος Ρωμαίοις χαρίζεσθαί τινα ἄνθρωπον εἰς ἀπώλειαν πρὶν ἢ ὁ κατηγορούμενος κατὰ πρόσωπον ἔχοι τοὺς κατηγόρους τόπον τε ἀπολογίας λάβοι περὶ τοῦ ἐγκλήματος. 17 συνελθόντων οὖν αὐτῶν ἐνθάδε ἀναβολὴν μηδεμίαν ποιησάμενος τῇ ἑξῆς καθίσας ἐπὶ τοῦ βήματος ἐκέλευσα ἀχθῆναι τὸν ἄνδρα· 18 περὶ οὗ σταθέντες οἱ κατήγοροι οὐδεμίαν αἰτίαν ἐπέφερον ὧν ὑπενόουν ἐγώ, 19 ζητήματα δέ τινα περὶ τῆς ἰδίας δεισιδαιμονίας εἶχον πρὸς αὐτὸν καὶ περί τινος ᾿Ιησοῦ τεθνηκότος, ὃν ἔφασκεν ὁ Παῦλος ζῆν. 20 ἀπορούμενος δὲ ἐγὼ τὴν περὶ τούτου ζήτησιν ἔλεγον εἰ βούλοιτο πορεύεσθαι εἰς ῾Ιεροσόλυμα κἀκεῖ κρίνεσθαι περὶ τούτων.

Πρόσεχε, πάλι κατηγορία εναντίον των Ιουδαίων, όχι από τον Παύλο, αλλά από τον άρχοντα. «Διατύπωσαν», λέγει, «κατηγορίες εναντίον των Ιουδαίων, όχι από τον Πάυλο, αλλά από τον άρχοντα. «Διατύπωσαν», λέει, «κατηγορίες εναντίον του οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι των Ιουδαίων, ζητώντας την καταδίκη του, προς τους οποίους αποκρίθηκα εγώ». Πρόσεχε και τι απάντηση δίνει καταντροπιάζοντας αυτούς: «Δεν συνηθίζεται από τους Ρωμαίους να παραδίνουν έναν άνθρωπο σε θάνατο». Δηλαδή, προτού απολογηθεί αυτός, είναι αδύνατο να παραδωθεί στα καλά καθούμενα. Αφού ανήργησε όπως συνηθιζόταν, δεν βρήκε καμιά αιτία, γι’ αυτό και δεν ξέρει τι να κάνει στην περίπτωση αυτή. Και αυτό γίνεται φανερό με εκείνα που πρόσθεσε, λέγοντας: «Μη ξέροντας πώς να εκετάσω τέτοια ζητήματα». Μίλησε έτσι, καλύπτοντας το δικό του σφάλμα. Κι εκείνος βέβαια το καλύπτει, ο Αγρίππας όμως επιθυμεί να δει αυτόν. πρόσεχε τους άρχοντες που πάντοτε προσπαθούν ν’ αποφύγουν την Ιουδαϊκή ενόχληση, και πολλές φορές αναγκάζονται να ενεργούν αντίθετα με το δίκαιο, προσπαθώντας να βρουν δικαιολογίες για την αναβολή. Διότι βέβαια ανέβαλε τη δίκη όχι από άγνοια, αλλά γνωρίζοντας πολύ καλά. Ο Αγρίππας όμως, όχι μόνο δεν αποφεύγει, αλλά και θέλει να τον ακούσει, πράγμα που είναι άξιο απορίας, από πού δηλαδή οδηγήθηκε στην επιθυμία να θέλει να δει τον άνθρωπο, που αν και άδικα, ήταν όμως κατηγορούμενος. Άρα και αυτό ήταν έργο της πρόνοιας του Θεού. Γι’ αυτό και η γυναίκα του τον ακούει μαζί του, και δεν απουσιάζει από την ακρόαση. Και όχι απλώς τον ακούει, αλλά και δείχνοντας μεγάλη εκτίμηση προς αυτόν.

23 Τῇ οὖν ἐπαύριον ἐλθόντος τοῦ ᾿Αγρίππα καὶ τῆς Βερνίκης μετὰ πολλῆς φαντασίας καὶ εἰσελθόντων εἰς τὸ ἀκροατήριον σύν τε τοῖς χιλιάρχοις καὶ ἀνδράσι τοῖς κατ᾿ ἐξοχὴν οὖσι τῆς πόλεως, καὶ κελεύσαντος τοῦ Φήστου ἤχθη ὁ Παῦλος.

Αυτός ο Αγρίππας, που ονομαζόταν και Ηρώδης, μου φαίνεται ότι είναι άλλος, ότι είναι ο τέταρτος μετά από εκείνον που έζησε στα χρόνια του Ιακώβου. Πρόσεχε τους εχθρούς που συνεργάζονται χωρίς να το θέλουν. Με σκοπό να γίνει μεγάλο το ακροατήριο. Κυριεύθηκε ο Αγρίππας από την επιθυμία ν’ ακούσει τον Παύλο, και όχι απλώς τον ακούει, αλλά και με μεγάλη προετοιμασία. Και πρόσεξε την απολογία που διατυπώνει ο άρχοντας.

21 τοῦ δὲ Παύλου ἐπικαλεσαμένου τηρηθῆναι αὐτὸν εἰς τὴν τοῦ Σεβαστοῦ διάγνωσιν, ἐκέλευσα τηρεῖσθαι αὐτὸν ἕως οὗ πέμψω αὐτὸν πρὸς Καίσαρα. 22 ᾿Αγρίππας δὲ πρὸς τὸν Φῆστον ἔφη· ἐβουλόμην καὶ αὐτὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀκοῦσαι. ὁ δέ, αὔριον, φησίν, ἀκούσῃ αὐτοῦ.

Αυτά γράφει ο Φήστος και αποκαλύπτεται η Ιουδαϊκή απανθρωπιά, διότι όταν ο άρχοντας λέγει αυτά, είναι πέρα από κάθε υποψία. Και γι’ αυτό τα λέγει αυτά, ώστε απ’ αυτά να καταδικαστούν οι Ιουδαίοι και μετά την καταδίκη αυτών, από όλους. Και πρόσεχε. Τους καταδίκασε ο Λυσίας, τους καταδίκασε ο Φήλικας, τους καταδίκασε ο Φήστος και εκείνοι που έκαναν χάρη σ’ αυτούς, τους καταδίκασε και ο Αγρίππας. Τι λοιπόν; Τους καταδίκασαν και οι Φαρισαίοι.  Και ότι τους καταδίκασε ο Φήστος, άκου αυτόν να λέγει:

 24 καί φησιν ὁ Φῆστος· ᾿Αγρίππα βασιλεῦ καὶ πάντες οἱ συμπαρόντες ἡμῖν ἄνδρες, θεωρεῖτε τοῦτον περὶ οὗ πᾶν τὸ πλῆθος τῶν ᾿Ιουδαίων ἐνέτυχόν μοι ἔν τε ῾Ιεροσολύμοις καὶ ἐνθάδε, ἐπιβοῶντες μὴ δεῖν ζῆν αὐτὸν μηκέτι. 25 ἐγὼ δὲ καταλαβόμενος μηδὲν ἄξιον θανάτου αὐτὸν πεπραχέναι, καὶ αὐτοῦ δὲ τούτου ἐπικαλεσαμένου τὸν Σεβαστόν, ἔκρινα πέμπειν αὐτόν. 26 περὶ οὗ ἀσφαλές τι γράψαι τῷ κυρίῳ οὐκ ἔχω· διὸ προήγαγον αὐτὸν ἐφ᾿ ὑμῶν καὶ μάλιστα ἐπὶ σοῦ, βασιλεῦ ᾿Αγρίππα, ὅπως τῆς ἀνακρίσεως γενομένης σχῷ τι γράψαι. 27 ἄλογον γάρ μοι δοκεῖ πέμποντα δέσμιον μὴ καὶ τὰς κατ᾿ αὐτοῦ αἰτίας σημᾶναι.

Πρόσεχε πως κατηγορεί εκείνους, ενώ αυτόν τον απαλλάσει από την κατηγορία. Πω, πω μέγεθος δικαιώσεως! Δεν βρίσκει ο άρχοντας αιτία να οτν δικάσει, αν και έγινε τόσο μεγάλη ανάκριση, εκείνοι όμως ισχυρίζοντας ότι είναι άξιος θανάτου. Γι’ αυτό και έλεγε «Εγώ όμως δεν βρήκα να έχει κάνει τίποτα άξιο θανάτου». Και «μου φαίνεται παράλογο να στείλω κάποιον αλυσοδεμένο χωρίς ν’ αναφέρω τις κατηγορίες εναντίον του».

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΕΚΤΟ (ΚΣΤ΄)

1 Αγρίππας δὲ πρὸς τὸν Παῦλον ἔφη· ἐπιτρέπεταί σοι ὑπὲρ σεαυτοῦ λέγειν. τότε ὁ Παῦλος ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἀπελογεῖτο· 2 περὶ πάντων ὧν ἐγκαλοῦμαι ὑπὸ ᾿Ιουδαίων, βασιλεῦ ᾿Αγρίππα, ἥγημαι ἐμαυτὸν μακάριον ἐπὶ σοῦ μέλλων ἀπολογεῖσθαι σήμερον, 3 μάλιστα γνώστην ὄντα σε πάντων τῶν κατὰ ᾿Ιουδαίους ἐθῶν τε καὶ ζητημάτων· διὸ δέομαί σου μακροθύμως ἀκοῦσαί μου.

Αν βέβαια αισθάνονταν κάποια ενοχήγια τον εαυτό του, έπρεπε να φοβηθεί δικαζόμενος μπροστά σ’ εκείνον που τα γνώριζε όλα, αλλά αυτό αποτελεί απόδειξη της καθαρής συνειδήσεώς του.

4 Τὴν μὲν οὖν βίωσίν μου τὴν ἐκ νεότητος τὴν ἀπ᾿ ἀρχῆς γενομένην ἐν τῷ ἔθνει μου ἐν ῾Ιεροσολύμοις ἴσασι πάντες οἱ ᾿Ιουδαῖοι, 5 προγινώσκοντές με ἄνωθεν, ἐὰν θέλωσι μαρτυρεῖν, ὅτι κατὰ τὴν ἀκριβεστάτην αἵρεσιν τῆς ἡμετέρας θρησκείας ἔζησα Φαρισαῖος.

 

Αυτό που λέει σημαίνει το εξής: «Πως θα μπορούσα να γίνω επαναστάτης, εγώ που από νέος ήμουν τέτοιος και επιβεβαιώνεται αυτό απ’ όλους»;

 6 καὶ νῦν ἐπ᾿ ἐλπίδι τῆς πρὸς τοὺς πατέρας ἐπαγγελίας γενομένης ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἕστηκα κρινόμενος, 7 εἰς ἣν τὸ δωδεκάφυλον ἡμῶν ἐν ἐκτενείᾳ νύκτα καὶ ἡμέραν λατρεῦον ἐλπίζει καταντῆσαι· περὶ ἧς ἐλπίδος ἐγκαλοῦμαι, βασιλεῦ ᾿Αγρίππα, ὑπὸ τῶν ᾿Ιουδαίων. 8 τί ἄπιστον κρίνεται παρ᾿ ὑμῖν εἰ ὁ Θεὸς νεκροὺς ἐγείρει;

Δύο συλλογισμούς παραθέτει για την ανάσταση, έναν από τους προφήτες (και δεν αναφέρει προφήτη, αλλά την ίδια την πίστη των Ιουδαίων) και τον άλλο, που είναι ισχυρότερος από τα ίδια τα γεγονότα. Ποιος λοιπόν είναι αυτός; Ότι συνομίλησε μ’ αυτόν ο Χριστός που αναστήθηκε από τους νεκρούς. Και αυτόν τον συλλογισμό τον συνθέτει από συλλογισμούς, διηγούμενος με λεπτομέρεια την προηγούμενη μανία του. Έπειτα εγκωμιάζοντας και τους Ιουδαίους «Ελπίζοντας» λέει, «να καταλήξουν σ’ αυτήν, λατρεύοντας αδιάκοπα το Θεό νύχτα και ημέρα».  Έπειτα παραθέτει και άλλο συλλογισμό: «Γιατί; Δεν πιστεύετε ότι ο Θεός ανασταίνει νεκρούς»;

Έπειτα λέγει πως δίωκε τον Χριστό (και αυτό το παρουσιάζει σαν αποδεικτικό στοιχείο)

9 ἐγὼ μὲν οὖν ἔδοξα ἐμαυτῷ πρὸς τὸ ὄνομα ᾿Ιησοῦ τοῦ Ναζωραίου δεῖν πολλὰ ἐναντία πρᾶξαι· 10 ὃ καὶ ἐποίησα ἐν ῾Ιεροσολύμοις, καὶ πολλοὺς τῶν ἁγίων ἐγὼ ἐν φυλακαῖς κατέκλεισα τὴν παρὰ τῶν ἀρχιερέων ἐξουσίαν λαβών, ἀναιρουμένων τε αὐτῶν κατήνεγκα ψῆφον, 11 καὶ κατὰ πάσας τὰς συναγωγὰς πολλάκις τιμωρῶν αὐτοὺς ἠνάγκαζον βλασφημεῖν, περισσῶς τε ἐμμαινόμενος αὐτοῖς ἐδίωκον ἕως καὶ εἰς τὰς ἔξω πόλεις.


12 ᾿Εν οἷς καὶ πορευόμενος εἰς τὴν Δαμασκὸν μετ᾿ ἐξουσίας καὶ ἐπιτροπῆς τῆς παρὰ τῶν ἀρχιερέων, 13 ἡμέρας μέσης κατὰ τὴν ὁδὸν εἶδον, βασιλεῦ, οὐρανόθεν ὑπὲρ τὴν λαμπρότητα τοῦ ἡλίου περιλάμψαν με φῶς καὶ τοὺς σὺν ἐμοὶ πορευομένους· 14 πάντων δὲ καταπεσόντων ἡμῶν εἰς τὴν γῆν ἤκουσα φωνὴν λαλοῦσαν πρός με καὶ λέγουσαν τῇ ῾Εβραΐδι διαλέκτῳ· Σαοὺλ Σαούλ, τί με διώκεις; σκληρόν σοι πρὸς κέντρα λακτίζειν.

Παρουσιάζει εδώ και τη φιλανθρωπία του Θεού, διότι παρουσιάστηκε σ’ αυτόν αν και διωκότα απ’ αυτόν. και όχι μόνο αυτό, αλλά με έκανε και δάσκαλο άλλων. Και αναφέρει και την προφητεί που άκουσε:

15 ἐγὼ δὲ εἶπον· τίς εἶ, Κύριε; ὁ δὲ εἶπεν· ἐγώ εἰμι ᾿Ιησοῦς ὃν σὺ διώκεις. 16 ἀλλὰ ἀνάστηθι καὶ στῆθι ἐπὶ τοὺς πόδας σου· εἰς τοῦτο γὰρ ὤφθην σοι, προχειρίσασθαί σε ὑπηρέτην καὶ μάρτυρα ὧν τε εἶδες ὧν τε ὀφθήσομαί σοι, 17 ἐξαιρούμενός σε ἐκ τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἐθνῶν, εἰς οὓς ἐγώ σε ἀποστέλλω 18 ἀνοῖξαι ὀφθαλμοὺς αὐτῶν, τοῦ ἐπιστρέψαι ἀπὸ σκότους εἰς φῶς καὶ τῆς ἐξουσίας τοῦ σατανᾶ ἐπὶ τὸν Θεόν, τοῦ λαβεῖν αὐτοὺς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ κλῆρον ἐν τοῖς ἡγιασμένοις πίστει τῇ εἰς ἐμέ.
 

19 ῞Οθεν, βασιλεῦ ᾿Αγρίππα, οὐκ ἐγενόμην ἀπειθὴς τῇ οὐρανίῳ ὀπτασίᾳ, 20 ἀλλὰ τοῖς ἐν Δαμασκῷ πρῶτον καὶ ῾Ιεροσολύμοις, εἰς πᾶσάν τε τὴν χώραν τῆς ᾿Ιουδαίας καὶ τοῖς ἔθνεσιν ἀπαγγέλλω μετανοεῖν καὶ ἐπιστρέφειν ἐπὶ τὸν Θεόν, ἄξια τῆς μετανοίας ἔργα πράσσοντας.

Εγώ λοιπόν που διδάσκω στους άλλους για άριστο τρόπο ζωής, πως θα ήταν δυνατόν να γίνω αρχηγός επαναστάσεως και φιλονεικίας;

 21 ἕνεκα τούτων με οἱ ᾿Ιουδαῖοι συλλαβόμενοι ἐν τῷ ἱερῷ ἐπειρῶντο διαχειρίσασθαι. Πρόσεχε πως ο λόγος αυτός αυτού είναι απαλλαγμένος από κολακεία και το παν αποδίδει στο Θεό. Έπειτα το θάρρος, αλλά ούτε και τώρα παραιτούμαι από το έργο αυτό, και το βέβαιο των λόγων του, διότι τους ισχυρισμούς αυτούς τους  στηρίζω στους προφήτες.

22 ἐπικουρίας οὖν τυχὼν τῆς παρὰ τοῦ Θεοῦ ἄχρι τῆς ἡμέρας ταύτης ἕστηκα μαρτυρόμενος μικρῷ τε καὶ μεγάλῳ, οὐδὲν ἐκτὸς λέγων ὧν τε οἱ προφῆται ἐλάλησαν μελλόντων γενέσθαι καὶ Μωϋσῆς, 23 εἰ παθητὸς ὁ Χριστός, εἰ πρῶτος ἐξ ἀναστάσεως νεκρῶν φῶς μέλλει καταγγέλλειν τῷ λαῷ καὶ τοῖς ἔθνεσι.

 24 Ταῦτα δὲ αὐτοῦ ἀπολογουμένου ὁ Φῆστος μεγάλῃ τῇ φωνῇ ἔφη· μαίνῃ, Παῦλε· τὰ πολλά σε γράμματα εἰς μανίαν περιτρέπει. 25 ὁ δέ, οὐ μαίνομαι, φησί, κράτιστε Φῆστε, ἀλλὰ ἀληθείας καὶ σωφροσύνης ρήματα ἀποφθέγγομαι.

Έπειτα αναφέρει και την αιτία για την οποία απηύθυνε λόγο προς τον βασιλιά. Δεν είμαι λοιπόν όπως συ λέγεις βασιλιά Φήστε::

26 ἐπίσταται γὰρ περὶ τούτων ὁ βασιλεύς, πρὸς ὃν καὶ παρρησιαζόμενος λαλῶ· λανθάνειν γὰρ αὐτόν τι τούτων οὐ πείθομαι οὐδέν· οὐ γάρ ἐστιν ἐν γωνίᾳ πεπραγμένον τοῦτο. 27 πιστεύεις, βασιλεῦ ᾿Αγρίππα, τοῖς προφήταις; οἶδα ὅτι πιστεύεις.

Αυτό το είπε έτσι, σαν κάτα κάποιο τρόπο να εμπαίζει και να λέγει προς αυτούς: Γνωρίζω πολύ καλά ότι τα γνωρίζει όλα με λεπτομέρεια και έπρεπε βέβαια αυτά πρώτα να τα γνωρίζετε σεις, καθόσον εκείνο που προσθέτει αυτό φανερώνει, δηλαδή το «διότι αυτά δεν έγιναν στα κρυφά», αλλά δεν θελήσατε.

 28 ὁ δὲ ᾿Αγρίππας πρὸς τὸν Παῦλον ἔφη· ἐν ὀλίγῳ με πείθεις Χριστιανὸν γενέσθαι. 29 ὁ δὲ Παῦλος εἶπεν· εὐξαίμην ἂν τῷ Θεῷ καὶ ἐν ὀλίγῳ καὶ ἐν πολλῷ οὐ μόνον σέ, ἀλλὰ καὶ πάντας τοὺς ἀκούοντάς μου σήμερον γενέσθαι τοιούτους ὁποῖος κἀγώ εἰμι, παρεκτὸς τῶν δεσμῶν τούτων.

Δεν το λέγει αυτό δυσανασχετώντας για τα δεσμά, ούτε νοιώθοντας ντροπή για το ότι ήταν φυλακισμένος, αλλά το είπε αυτό  έχοντας υπόψη του την αντίληψη εκείνων.

30 Καὶ ταῦτα εἰπόντος αὐτοῦ ἀνέστη ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ ἡγεμὼν ἥ τε Βερνίκη καὶ οἱ συγκαθήμενοι αὐτοῖς, 31 καὶ ἀναχωρήσαντες ἐλάλουν πρὸς ἀλλήλους λέγοντες ὅτι οὐδὲν θανάτου ἄξιον ἢ δεσμῶν πράσσει ὁ ἄνθρωπος οὗτος. 32 ᾿Αγρίππας δὲ τῷ Φήστῳ ἔφη· ἀπολελύσθαι ἐδύνατο ὁ ἄνθρωπος οὗτος, εἰ μὴ ἐπεκέκλητο Καίσαρα.

Πρόσεχε πως και πάλι αποφασίζουν υπέρ αυτού και μετά από εκείνο που είπαν «είσαι τρελλός», απαλλάσσουν αυτόν όχι μόνο από το θάνατο, αλλά και από τα δεσμά. Και θα τον ελευθέρωναν εξ’ ολοκλήρου, αν δεν είχε επικαλεσθεί τον Καίσαρα. Αλλά και αυτό ρυθμίστηκε από την πρόνοια του Θεού και όχι μόνο αυτό, αλλά και το να φύγει από κει αλυσοδεμένος. Γι’ αυτό και έλεγε «ακόμη και αλυσοδεμένος και κακούργος». Διότι αν ο Κύριος αυτού συμπεριελήφθηκε μεταξύ ανόμων, πολύ περισσότερο αυτός. Αλλ’ όπως ακριβώς Εκείνος δεν είχε σχέση με την κρίση εκείνη, έτσι ούτε κι αυτός. Διότι το θαυμαστό τότε φαίνεται, το να έχει αναμειχθεί κανείς με αυτούς, χωρίς όμως να βλάπτεται καθόλου απ’ αυτούς.

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΕΒΔΟΜΟ (ΚΖ΄)

1 Ως δὲ ἐκρίθη τοῦ ἀποπλεῖν ἡμᾶς εἰς τὴν ᾿Ιταλίαν, παρεδίδουν τόν τε Παῦλον καί τινας ἑτέρους δεσμώτας ἑκατοντάρχῃ ὀνόματι ᾿Ιουλίῳ σπείρης Σεβαστῆς. 2 ἐπιβάντες δὲ πλοίῳ ᾿Αδραμυττηνῷ μέλλοντες πλεῖν τοὺς κατὰ τὴν ᾿Ασίαν τόπους ἀνήχθημεν, ὄντος σὺν ἡμῖν ᾿Αριστάρχου Μακεδόνος Θεσσαλονικέως, 3 τῇ τε ἑτέρᾳ κατήχθημεν εἰς Σιδῶνα·

Πρόσεχε μέχρι που πηγαίνει ο Αρίσταρχος μαζί με τον Παύλο. Πολύ καλά και χρήσιμα παρευρίσκεται και ο Αρίσταρχος, ο οποίος πρόκειται να τα γνωστοποιήσει όλα στη Μακεδονία.

φιλανθρώπως τε ὁ ᾿Ιούλιος τῷ Παύλῳ χρησάμενος ἐπέτρεψε πρὸς τοὺς φίλους πορευθέντα ἐπιμελείας τυχεῖν. 4 κἀκεῖθεν ἀναχθέντες ὑπεπλεύσαμεν τὴν Κύπρον διὰ τὸ τοὺς ἀνέμους εἶναι ἐναντίους,

Ο Ιούλιος, λέει, φέρθηκε με ευγένεια προς τον Παύλο και τον επέτρεψε να μεταβεί στους φίλους του για να τον περιποιηθούν. Διότι φυσικό ήταν να είχε πολλές κακώσεις από τις αλυσίδες, από το φόβο και από το να οδηγείται εδώ κι εκεί. Πρόσεχε πως ούτε αυτό κρύβει, πως ήθελε να τύχει περιποιήσεως.

5 τό τε πέλαγος τὸ κατὰ τὴν Κιλικίαν καὶ Παμφυλίαν διαπλεύσαντες κατήλθομεν εἰς Μύρα τῆς Λυκίας. 6 Κἀκεῖ εὑρὼν ὁ ἑκατοντάρχης πλοῖον ᾿Αλεξανδρῖνον πλέον εἰς τὴν ᾿Ιταλίαν ἐνεβίβασεν ἡμᾶς εἰς αὐτό.

«Βρήκε», λέει, πλοίο Αλεξανδρινό. Πολύ σωστά βρίσκεται το πλοίο, ώστε κι εκείνοι να γνωστοποιήσουν τα σχετικά με τον Παύλο στην Ασία, κι αυτοί στη Λυκία. Πρόσεχε πως ο Θεός τίποτα νέο δεν επιννοεί, ούτε μεταβάλλει τα πράγματα, αλλά αφήνει αυτόν να πλέει με αντίθετους ανέμους. Όμως κι έτσι θαύμα πραγματοποιεί διότι, για να πλέουν μεασφάλεια, δεν τους άφησε στο πέλαγος, αλλά συνέχεια έπλεαν δίπλα στην ξηρά.

7 ἐν ἱκαναῖς δὲ ἡμέραις βραδυπλοοῦντες καὶ μόλις γενόμενοι κατὰ τὴν Κνίδον, μὴ προσεῶντος ἡμᾶς τοῦ ἀνέμου, ὑπεπλεύσαμεν τὴν Κρήτην κατὰ Σαλμώνην, 8 μόλις τε παραλεγόμενοι αὐτὴν ἤλθομεν εἰς τόπον τινὰ καλούμενον Καλοὺς λιμένας, ᾧ ἐγγὺς ἦν πόλις Λασαία. 9 ῾Ικανοῦ δὲ χρόνου διαγενομένου καὶ ὄντος ἤδη ἐπισφαλοῦς τοῦ πλοὸς διὰ τὸ καὶ τὴν νηστείαν ἤδη παρεληλυθέναι, παρῄνει ὁ Παῦλος

Νομίζω ότι εδώ εννοεί τη νηστεία των Ιουδαίων. Διότι αναχώρησαν από κει μετά την Πεντηκοστή και αφού είχε περάσει πολύς χρόνος, ώστε σχεδόν κατά τη διάρκεια του χειμώνα να φθάσουν στα μέρη της Κρήτης. Κι αυτό δεν είναι μικρό θαύμα το να σωθούν εξαιτίας αυτού κι εκείνοι.

 10 λέγων αὐτοῖς· ἄνδρες, θεωρῶ ὅτι μετὰ ὕβρεως καὶ πολλῆς ζημίας οὐ μόνον τοῦ φόρτου καὶ τοῦ πλοίου, ἀλλὰ καὶ τῶν ψυχῶν ἡμῶν μέλλειν ἔσεσθαι τὸν πλοῦν.

Ο Παύλος λοιπόν συμβούλεψε να παραμείνουν, προλέγοντας εκείνα που επρόκειτο να συμβούν, εκείνοι όμως βιάζονται, κι ενώ εμποδίζονταν από το μέρος, ήθελαν να περάσουν το χειμώνα στο Φοίνικα. Και πρόσεχε την πρόνοια του Θεού. Στην αρχή πήραν το σκάφος και απέπλευσαν, έπειτα όμως, μόλις σηκώθηκε δυνατός άνεμος, το άφησαν στην τύχη και μόλις και μετά βίας σώθηκαν.

 11 ὁ δὲ ἑκατοντάρχης τῷ κυβερνήτῃ καὶ τῷ ναυκλήρῳ ἐπείθετο μᾶλλον ἢ τοῖς ὑπὸ τοῦ Παύλου λεγομένοις. 12 ἀνευθέτου δὲ τοῦ λιμένος ὑπάρχοντος πρὸς παραχειμασίαν οἱ πλείους ἔθεντο βουλὴν ἀναχθῆναι κἀκεῖθεν, εἴ πως δύναιντο καταντήσαντες εἰς Φοίνικα παραχειμάσαι, λιμένα τῆς Κρήτης βλέποντα κατὰ λίβα καὶ κατὰ χῶρον. 13 ῾Υποπνεύσαντος δὲ νότου δόξαντες τῆς προθέσεως κεκρατηκέναι, ἄραντες ἆσσον παρελέγοντο τὴν Κρήτην.
14 μετ᾿ οὐ πολὺ δὲ ἔβαλε κατ᾿ αὐτῆς ἄνεμος τυφωνικὸς ὁ καλούμενος Εὐροκλύδων. 15 συναρπασθέντος δὲ τοῦ πλοίου καὶ μὴ δυναμένου ἀντοφθαλμεῖν τῷ ἀνέμῳ ἐπιδόντες ἐφερόμεθα. 16 νησίον δέ τι ὑποδραμόντες καλούμενον Κλαύδην μόλις ἰσχύσαμεν περικρατεῖς γενέσθαι τῆς σκάφης, 17 ἣν ἄραντες βοηθείας ἐχρῶντο ὑποζωννύντες τὸ πλοῖον· φοβούμενοί τε μὴ εἰς τὴν Σύρτιν ἐκπέσωσι, χαλάσαντες τὸ σκεῦος οὕτως ἐφέροντο. 18 σφοδρῶς δὲ χειμαζομένων ἡμῶν τῇ ἑξῆς ἐκβολὴν ἐποιοῦντο, 19 καὶ τῇ τρίτῃ αὐτόχειρες τὴν σκευὴν τοῦ πλοίου ἐρρίψαμεν. 20 μήτε δὲ ἡλίου μήτε ἄστρων ἐπιφαινόντων ἐπὶ πλείονας ἡμέρας, χειμῶνός τε οὐκ ὀλίγου ἐπικειμένου, λοιπὸν περιῃρεῖτο πᾶσα ἐλπὶς τοῦ σῴζεσθαι ἡμᾶς. 21 Πολλῆς δὲ ἀσιτίας ὑπαρχούσης τότε σταθεὶς ὁ Παῦλος ἐν μέσῳ αὐτῶν εἶπεν·

Πρόσεχε μετά από τόση τρικυμία ομιλεί προς αυτούς, χωρίς να θέλει να τους κατηγορήσει, αλλά θέλοντας να γίνει πιστευτός έστω και στο μέλλον. Γι’ αυτό και προβάλλει τα όσα συνέβηκαν σαν επιβεβαίωση της αληθείας εκείνων που θα λεχθούν. Και προλέγει δύο πράγματα, και ότι πρόκειται να αποβιβαστούν σε κάποιο νησί, και ότι το μεν πλοίο θα καταστραφεί, οι επιβάτες όμως θα σωθούν, πράγμα που δεν ήταν σκέψη, αλλά προφητεία και ότι αυτό πρέπει να παρουσιαστεί στον Καίσαρα. Να τα λόγια που είπε:

ἔδει μέν, ὦ ἄνδρες, πειθαρχήσαντάς μοι μὴ ἀνάγεσθαι ἀπὸ τῆς Κρήτης κερδῆσαί τε τὴν ὕβριν ταύτην καὶ τὴν ζημίαν. 22 καὶ τὰ νῦν παραινῶ ὑμᾶς εὐθυμεῖν· ἀποβολὴ γὰρ ψυχῆς οὐδεμία ἔσται ἐξ ὑμῶν πλὴν τοῦ πλοίου. 23 παρέστη γάρ μοι τῇ νυκτὶ ταύτῃ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ οὗ εἰμι, ᾧ καὶ λατρεύω,
24 λέγων· μὴ φοβοῦ, Παῦλε· Καίσαρί σε δεῖ παραστῆναι· καὶ ἰδοὺ κεχάρισταί σοι ὁ Θεὸς πάντας τοὺς πλέοντας μετὰ σοῦ. 25 διὸ εὐθυμεῖτε, ἄνδρες· πιστεύω γὰρ τῷ Θεῷ ὅτι οὕτως ἔσται καθ᾿ ὃν τρόπον λελάληταί μοι. 26 εἰς νῆσον δέ τινα δεῖ ἡμᾶς ἐκπεσεῖν. 27 ῾Ως δὲ τεσσαρεσκαιδεκάτη νὺξ ἐγένετο διαφερομένων ἡμῶν ἐν τῷ ᾿Αδρίᾳ, κατὰ μέσον τῆς νυκτὸς ὑπενόουν οἱ ναῦται προσάγειν τινὰ αὐτοῖς χώραν.
28 καὶ βολίσαντες εὗρον ὀργυιὰς εἴκοσι, βραχὺ δὲ διαστήσαντες καὶ πάλιν βολίσαντες εὗρον ὀργυιὰς δεκαπέντε·
29 φοβούμενοί τε μήπως εἰς τραχεῖς τόπους ἐκπέσωμεν, ἐκ πρύμνης ρίψαντες ἀγκύρας τέσσαρας ηὔχοντο ἡμέραν γενέσθαι. 30 Τῶν δὲ ναυτῶν ζητούντων φυγεῖν ἐκ τοῦ πλοίου καὶ χαλασάντων τὴν σκάφην εἰς τὴν θάλασσαν, προφάσει ὡς ἐκ πρῴρας μελλόντων ἀγκύρας ἐκτείνειν, 31 εἶπεν ὁ Παῦλος τῷ ἑκατοντάρχῃ καὶ τοῖς στρατιώταις· ἐὰν μὴ οὗτοι μείνωσιν ἐν τῷ πλοίῳ, ὑμεῖς σωθῆναι οὐ δύνασθε.

Το λέει αυτό για να τους συγκρατήσει και να μη διαψευτεί η προφητεία. Πρόσεχε που αυτοί διδάσκονται σαν μέσα σε εκκλησία την ευσέβεια του Παύλου, τους οποίους σώζει και μέσα από τους ίδιους κινδύνους. Και κατ’ οικονομία ο Πάυλος δεν γίνεται πιστευτός για να γίνει πιστευτός αφού πραγματοποιηθούν τα λεγόμενά του. και τους προτρέπει πάλι να φάνε και υπακούουν. Και ο ίδιος τρώει, πείθοντάς τους όχι μόνο με τα λόγια, αλλά και με τα έργα, ότι σε τίποτα δεν τους έβλαψε η τρικυμία, αλλά μάλλον ωφέλησε τις ψυχές τους.

32 τότε οἱ στρατιῶται ἀπέκοψαν τὰ σχοινία τῆς σκάφης καὶ εἴασαν αὐτὴν ἐκπεσεῖν. 33 ῎Αχρι δὲ οὗ ἔμελλεν ἡμέρα γίνεσθαι, παρεκάλει ὁ Παῦλος ἅπαντας μεταλαβεῖν τροφῆς λέγων· τεσσαρεσκαιδεκάτην σήμερον ἡμέραν προσδοκῶντες ἄσιτοι διατελεῖτε, μηδὲν προσλαβόμενοι. 34 διὸ παρακαλῶ ὑμᾶς μεταλαβεῖν τροφῆς· τοῦτο γὰρ πρὸς τῆς ὑμετέρας σωτηρίας ὑπάρχει· οὐδενὸς γὰρ ὑμῶν θρὶξ ἐκ τῆς κεφαλῆς πεσεῖται. 35 εἰπὼν δὲ ταῦτα καὶ λαβὼν ἄρτον εὐχαρίστησε τῷ Θεῷ ἐνώπιον πάντων, καὶ κλάσας ἤρξατο ἐσθίειν.
36 εὔθυμοι δὲ γενόμενοι πάντες καὶ αὐτοὶ προσελάβοντο τροφῆς· 37 ἦμεν δὲ ἐν τῷ πλοίῳ αἱ πᾶσαι ψυχαὶ διακόσιαι ἑβδομήκοντα ἕξ. 38 κορεσθέντες δὲ τροφῆς ἐκούφιζον τὸ πλοῖον ἐκβαλλόμενοι τὸν σῖτον εἰς τὴν θάλασσαν. 39 ῞Οτε δὲ ἡμέρα ἐγένετο, τὴν γῆν οὐκ ἐπεγίνωσκον, κόλπον δέ τινα κατενόουν ἔχοντα αἰγιαλόν, εἰς ὃν ἐβουλεύσαντο, εἰ δύναιντο, ἐξῶσαι τὸ πλοῖον. 40 καὶ τὰς ἀγκύρας περιελόντες εἴων εἰς τὴν θάλασσαν ἅμα ἀνέντες τὰς ζευκτηρίας τῶν πηδαλίων, καὶ ἐπάραντες τὸν ἀρτέμωνα τῇ πνεούσῃ κατεῖχον εἰς τὸν αἰγιαλόν. 41 περιπεσόντες δὲ εἰς τόπον διθάλασσον ἐπώκειλαν τὴν ναῦν, καὶ ἡ μὲν πρῷρα ἐρείσασα ἔμεινεν ἀσάλευτος, ἡ δὲ πρύμνα ἐλύετο ὑπὸ τῆς βίας τῶν κυμάτων.

Πάλι προσπαθεί ο διάβολος να εμποδίσει την πραγματοποίηση της προφητείας και σκέφτονταν να φονεύσει μερικούς, αλλά δεν άφησε ο εκατόνταρχος, για να σώσει τον Παύλο, τόσο πολύ φίλος του είχε γίνει:

 42 τῶν δὲ στρατιωτῶν βουλὴ ἐγένετο ἵνα τοὺς δεσμώτας ἀποκτείνωσι, μή τις ἐκκολυμβήσας διαφύγοι. 43 ὁ δὲ ἑκατοντάρχης βουλόμενος διασῶσαι τὸν Παῦλον ἐκώλυσεν αὐτοὺς τοῦ βουλήματος, ἐκέλευσέ τε τοὺς δυναμένους κολυμβᾶν ἀπορρίψαντας πρώτους ἐπὶ τὴν γῆν ἐξιέναι, 44 καὶ τοὺς λοιποὺς οὓς μὲν ἐπὶ σανίσιν, οὓς δὲ ἐπί τινων τῶν ἀπὸ τοῦ πλοίου. καὶ οὕτως ἐγένετο πάντας διασωθῆναι ἐπὶ τὴν γῆν.

Βλέπεις πόσο μεγάλο καλό προέκυψε από την κακοκαιρία; Άρα η κακοκαιρία δεν ήταν δείγμα εγκατάλειψης. Και πως λέγει υπέφεραν ενώ ήταν νηστικοί και δεν είχαν φάει τίποτα; Ήταν κυριευμένοι από τον φόβο και δεν τους άφηνε να επιθυμήσουν τροφή, επειδή αντιμετώπιζαν κίνδυνο μέχρι θανάτου. Και εκείνο λοιπόν που έγινε συνέβηκε εξ’ αιτίας του καιρού, το θαύμα όμως είναι μεγαλύτερο, διότι ενώ επικρατούσε τέτοιος καιρός, σώθηκαν μέσα από τους κινδύνους και αυτός και εξ’ αιτίας αυτού και οι υπόλοιποι.

Αλλά θα μπορούσε κάποιος να πει. Γιατί δεν έσωσε ο Θεός και το πλοίο; -Για να μάθουν από τι κίνδυνο διέφυγαν. Ότι το παν δεν ήταν έργο της ανθρώπινης βοήθειας, αλλά της χάριτος του Θεού, που σώζει χωρίς πλοίο. Ώστε οι δίκαιοι και αν ακόμη βρίσκονται μέσα σε τρικυμία, και αν ακόμη μέσα σε θάλασσα ή σε πέλαγος, δεν παθαίνουν κανένα κακό, αλλά και άλλους σώζουν μαζί με τον εαυτό τους. Εάν πλοίο που κινδύευε και αντιμετώπιζε ναυάγιο και φυλακισμένοι σώθηκαν εξ’ αιτίας του Παύλου, σκέψου τι σημαίνει να υπάρχει στο σπίτι άγιος άνθρωπος, διότι πολλές τρικυμίες συμβαίνουν και σε μας και είναι πολύ πιο φονερότερες απ’ αυτές, αλλά έχει αυτός τη δύναμη και εμάς να σώσει, αρκεί μόνο να δείχνουμε υπακοή στους αγίους, όπως ακριβώς εκείνοι, αν κάνουμε εκείνα που προστάζουν, διότι δεν σώζονται απλώς, αλλά και οι ίδιοι πίστεψαν. Και αν ακόμη ο άγιος είναι φυλακισμένος, κατορθώνει μεγαλύτερα πράγματα από τους ελεύθερους. Και πρόσεχε που υατό συνέβηκε στην περίπτωση αυτή. Ο ελεύθερος εκατόνταρχος είχε την ανάγκη αυτού που ήταν φυλακισμένος. Ο έμπειρος κυβερνήτης είχε την ανάγκη εκείνου που δεν ήταν κυβερνήτης, ή καλύτερα εκείνου που ήταν πργματικά κυβερνήτης. Διότι δεν κυβερνούσε τέτοιο σκάφος, αλλά την Εκκλησία της οικουμένης.

 

 

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΟΓΔΟΟ (ΚΗ΄)

1 Και διασωθέντες τότε ἐπέγνωσαν ὅτι Μελίτη ἡ νῆσος καλεῖται. 2 οἱ δὲ βάρβαροι παρεῖχον οὐ τὴν τυχοῦσαν φιλανθρωπίαν ἡμῖν· ἀνάψαντες γὰρ πυρὰν προσελάβοντο πάντας ἡμᾶς διὰ τὸν ὑετὸν τὸν ἐφεστῶτα καὶ διὰ τὸ ψῦχος. 3 συστρέψαντος δὲ τοῦ Παύλου φρυγάνων πλῆθος καὶ ἐπιθέντος ἐπὶ τὴν πυράν, ἔχιδνα ἀπὸ τῆς θέρμης διεξελθοῦσα καθῆψε τῆς χειρὸς αὐτοῦ. 4 ὡς δὲ εἶδον οἱ βάρβαροι κρεμάμενον τὸ θηρίον ἐκ τῆς χειρὸς αὐτοῦ, ἔλεγον πρὸς ἀλλήλους· πάντως φονεύς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος οὗτος, ὃν διασωθέντα ἐκ τῆς θαλάσσης ἡ Δίκη ζῆν οὐκ εἴασεν.

Πολύ σωστά και αυτό επιτράπηκε να γίνει, ώστε και να το δουν αυτοί και να πουν αυτά, ώστε, όταν γίνει το θαύμα, να μην απιστήσουν σ’ αυτό.

 5 ὁ μὲν οὖν ἀποτινάξας τὸ θηρίον εἰς τὸ πῦρ ἔπαθεν οὐδὲν κακόν· 6 οἱ δὲ προσεδόκων αὐτὸν μέλλειν πίμπρασθαι ἢ καταπίπτειν ἄφνω νεκρόν. ἐπὶ πολὺ δὲ αὐτῶν προσδοκώντων καὶ θεωρούντων μηδὲν ἄτοπον εἰς αὐτὸν γινόμενον, μεταβαλλόμενοι ἔλεγον θεὸν αὐτὸν εἶναι.

Βλέποντας το θαύμα, άλλαξαν γνώμη και από αμαρτωλό τον ονόμασαν θεό όπως ακριβώς έκαναν και οι κάτοικοι της Λυκαονίας.

 7 ᾿Εν δὲ τοῖς περὶ τὸν τόπον ἐκεῖνον ὑπῆρχε χωρία τῷ πρώτῳ τῆς νήσου ὀνόματι Ποπλίῳ, ὃς ἀναδεξάμενος ἡμᾶς τρεῖς ἡμέρας φιλοφρόνως ἐξένισεν.

Να, πάλι άλλος φιλόξενος, ο Πόπλιος, και πλούσιος και πολύ ευκατάστατος. Αυτός, χωρίς να είδε τίποτα, τους δέχτηκε και τους περιποιήθηκε, δείχνοντας προς αυτούς ευσπλαχνία μόνο από τη συμφορά τους.

 8 ἐγένετο δὲ τὸν πατέρα τοῦ Ποπλίου πυρετοῖς καὶ δυσεντερίῳ συνεχόμενον κατακεῖσθαι· πρὸς ὃν ὁ Παῦλος εἰσελθὼν καὶ προσευξάμενος καὶ ἐπιθεὶς τὰς χεῖρας αὐτῷ ἰάσατο αὐτόν. 9 τούτου οὖν γενομένου καὶ οἱ λοιποὶ οἱ ἔχοντες ἀσθενείας ἐν τῇ νήσῳ προσήρχοντο καὶ ἐθεραπεύοντο· 10 οἳ καὶ πολλαῖς τιμαῖς ἐτίμησαν ἡμᾶς καὶ ἀναγομένοις ἐπέθεντο τὰ πρὸς τὴν χρείαν.

Δηλαδή και σε μας έδωσαν τα αναγκαία τρόφιμα, όταν φύγαμε από κει, και στους άλλους. Πρόσεχε αυτούς που δεν μένουν χωρίς περιποίηση αφού απαλλάχτηκαν από την κακοκαιρία, αλλά έτυχαν εξ’ αιτίας αυτού πολύ γενναιώδορης υποδοχής. Δύο, τρεις μήνες έμειναν εκεί.

11 Μετὰ δὲ τρεῖς μῆνας ἀνήχθημεν ἐν πλοίῳ παρακεχειμακότι ἐν τῇ νήσῳ, ᾿Αλεξανδρίνῳ, παρασήμῳ Διοσκούροις, 12 καὶ καταχθέντες εἰς Συρακούσας ἐπεμείναμεν ἡμέρας τρεῖς· 13 ὅθεν περιελθόντες κατηντήσαμεν εἰς Ρήγιον, καὶ μετὰ μίαν ἡμέραν ἐπιγενομένου νότου δευτεραῖοι ἤλθομεν εἰς Ποτιόλους· 14 οὗ εὑρόντες ἀδελφοὺς παρεκλήθημεν ἐπ᾿ αὐτοῖς ἐπιμεῖναι ἡμέρας ἑπτά, καὶ οὕτως εἰς τὴν Ρώμην ἤλθομεν. 15 κἀκεῖθεν οἱ ἀδελφοὶ ἀκούσαντες τὰ περὶ ἡμῶν ἐξῆλθον εἰς ἀπάντησιν ἡμῖν ἄχρις ᾿Αππίου φόρου καὶ Τριῶν Ταβερνῶν, οὓς ἰδὼν ὁ Παῦλος εὐχαριστήσας τῷ Θεῷ ἔλαβε θάρσος.

Πρόσεχε που όλα αυτά γίνονται εξ’ αιτίας του Παύλου, ώστε να πιστέψουν οι φυλακισμένοι, οι στρατιώτες, και ο εκατόνταρχος. Διότι και αν ακόμη αυτοί ήταν αναίσθητοι και μετα όσα άκουσαν συμβουλεύοντάς τους, και με τα όσα απόλαυσαν τρεφόμενοι εξαιτίας του, θα φαντάζονταν μεγάλα πράγματα γι’ αυτόν.

Και παρόλα αυτά, αν και έκανε τόσα θαύματα, να πότε πήρε μεγαλύτερο θάρρος, όταν είδε λέει τους αδελφούς. Απ’ αυτό μαθαίνουμε ότι τα ανθρώπινα και παρηγορούνται και αντίθετα παρηγορούσε.

16 ῞Οτε δὲ ἤλθομεν εἰς Ρώμην, ὁ ἑκατοντάρχης παρέδωκε τοὺς δεσμίους τῷ στρατοπεδάρχῃ· τῷ δὲ Παύλῳ ἐπετράπη μένειν καθ᾿ ἑαυτὸν σὺν τῷ φυλάσσοντι αὐτὸν στρατιώτῃ.

Βλέπεις; Επιτράπηκε σ’ αυτόν να μένει μόνος του. Δεν είναι και αυτό μικρή απόδειξη το ότι αυτός θαυμάστηκε πάρα πολύ. Διότι δεν τον απαριθμούσαν μεταξύ των άλλων.

17 ᾿Εγένετο δὲ μετὰ ἡμέρας τρεῖς συγκαλέσασθαι τὸν Παῦλον τοὺς ὄντας τῶν ᾿Ιουδαίων πρώτους·

Και τι κοινό είχε με εκείνους; Διότι αυτοί δεν επρόκειτο να τον κατηγορήσουν. Και για να τους προλάβει να μην ακούσουν άλλα από άλλους. Οι Ιουδαίοι λοιπόν, αν και έβλεπαν τόσα θαύματα τον καταδίωκαν, επιτίθονταν εναντίοντου, ενώ οι βάρβαροι, αν και δεν είδαν τίποτα, έδειχναν φιλανθρωπία προς αυτόν εξ’ αιτίας της συμφοράς του και μόνο.

συνελθόντων δὲ αὐτῶν ἔλεγε πρὸς αὐτούς· ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ οὐδὲν ἐναντίον ποιήσας τῷ λαῷ ἢ τοῖς ἔθεσι τοῖς πατρῴοις δέσμιος ἐξ ῾Ιεροσολύμων παρεδόθην εἰς τὰς χεῖρας τῶν Ρωμαίων· 18 οἵτινες ἀνακρίναντές με ἐβούλοντο ἀπολῦσαι διὰ τὸ μηδεμίαν αἰτίαν θανάτου ὑπάρχειν ἐν ἐμοί. 19 ἀντιλεγόντων δὲ τῶν ᾿Ιουδαίων ἠναγκάσθην ἐπικαλέσασθαι Καίσαρα, οὐχ ὡς τοῦ ἔθνους μου ἔχων τι κατηγορῆσαι. 20 διὰ ταύτην οὖν τὴν αἰτίαν παρεκάλεσα ὑμᾶς ἰδεῖν καὶ προσλαλῆσαι· ἕνεκεν γὰρ τῆς ἐλπίδος τοῦ ᾿Ισραὴλ τὴν ἅλυσιν ταύτην περίκειμαι.

Πολύ καλά και προς το συμφέρον του το κάνει αυτό, προσκαλώντας σε συνομιλία τους Ιουδαίους. Διότι ήθελε και τον εαυτό του ν’ απαλλάξει από την κατηγορία και άλλους, τον εαυτό του βέβαια για να μην τον κατηγορούν, πράγμα που τους έβλαπτε, ενώ εκείνους για να μη φανεί ότι το παν οφειλόταν σ’ αυτούς. Διότι φυσικό ήταν να διαδοθεί η φήμη ότι παραδόθηκε από τους Ιουδαίους, πράγμα που ήταν ικανό να τους βλάψει.

Τι λοιπόν έκαναν οι Ιουδαίοι ακούγοντας αυτά απ’ τον Παύλο; -Αφοπλίστηκαν και απολογήθηκαν λέγοντας:

 21 οἱ δὲ πρὸς αὐτὸν εἶπον· ἡμεῖς οὔτε γράμματα περὶ σοῦ ἐδεξάμεθα ἀπὸ τῆς ᾿Ιουδαίας, οὔτε παραγενόμενός τις τῶν ἀδελφῶν ἀπήγγειλεν ἢ ἐλάλησέ τι περὶ σοῦ πονηρόν. 22 ἀξιοῦμεν δὲ παρὰ σοῦ ἀκοῦσαι ἃ φρονεῖς· περὶ μὲν γὰρ τῆς αἱρέσεως ταύτης γνωστόν ἐστιν ἡμῖν ὅτι πανταχοῦ ἀντιλέγεται.

Σαν να έλεγαν. Ούτε με επιστολές, ούτε με ανθρώπους μας γνώρισαν για σένα κάτι το κακό, πλην όμως θέλουμε ν’ ακούσουμε για σένα. Έτσι από την πρώτη στιγμή παρουσίασαν την άρνησή τους, δείχνοντας τη δική τους γνώμη και λένε: «Διότι για τη θρησκευτική αυτή αίρεση γνωρίζουμε ότι παντού κατηγορείται». Δεν είπαν «την απορρίπτουμε», αλλά ότι προβάλλουν αντιρήσεις γι’ αυτήν.

 23 Ταξάμενοι δὲ αὐτῷ ἡμέραν ἧκον πρὸς αὐτὸν εἰς τὴν ξενίαν πλείονες, οἷς ἐξετίθετο διαμαρτυρόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ πείθων τε αὐτοὺς τὰ περὶ τοῦ ᾿Ιησοῦ ἀπό τε τοῦ νόμου Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν ἀπὸ πρωῒ ἕως ἑσπέρας. 24 καὶ οἱ μὲν ἐπείθοντο τοῖς λεγομένοις, οἱ δὲ ἠπίστουν.

Είδες πως δεν απαντά σ’ αυτούς αμέσως, αλλά ορίζει μία μέρα για να ρθουν και να τον ακούσουν, προς τους οποίους, αφού ήρθαν, μιλούσε από το νόμο του Μωϋσή και τους προφήτες.

25 ἀσύμφωνοι δὲ ὄντες πρὸς ἀλλήλους ἀπελύοντο, εἰπόντος τοῦ Παύλου ρῆμα ἕν, ὅτι καλῶς τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ἐλάλησε διὰ ῾Ησαΐου τοῦ προφήτου πρὸς τοὺς πατέρας ἡμῶν λέγον· 26 πορεύθητι πρὸς τὸν λαὸν τοῦτον καὶ εἶπον· ἀκοῇ ἀκούσετε καὶ οὐ μὴ συνῆτε, καὶ βλέποντες βλέψετε καὶ οὐ μὴ ἴδητε· 27 ἐπαχύνθη γὰρ ἡ καρδία τοῦ λαοῦ τούτου, καὶ τοῖς ὠσὶ βαρέως ἤκουσαν, καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἐκάμμυσαν, μήποτε ἴδωσι τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ τοῖς ὠσὶν ἀκούσωσι καὶ τῇ καρδίᾳ συνῶσι καὶ ἐπιστρέψωσι, καὶ ἰάσομαι αὐτούς.

Όταν έφευγαν και πρόβαλλαν τις αντιρρήσεις τους, τότε αναφέρει τον Ησαῒα, όχι επειδή ήθελε να τους κατηγορήσει, αλλά να τους στηρίξει. Και αναφέρει τον Ησαῒα τι λέγοντας; «θ’ ακούσετε πολύ καλά και δεν θα καταλαβαίνετε». Βλέπεις πως απομάκρυνε αυτούς από κάθε συγγνώμη; Διότι αν και είχαν και τον προφήτη που πρόλεγε αυτά από πολύ παλιά, όμως δεν απέφυγαν να μην αποστραφούν αυτά. Με το να πει «πολύ ορθά», δείχνει ότι δίκαια απορρίφθηκαν. Επομένως στους εθνικούς δόθηκε η δυνατότητα να γνωρίσουν το μυστήριο αυτό.

28 γνωστὸν οὖν ἔστω ὑμῖν ὅτι τοῖς ἔθνεσιν ἀπεστάλη τοῦτο τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ, αὐτοὶ καὶ ἀκούσονται.

Γιατί λοιπόν συνομιλείς μαζί τους; Δεν τα γνώριζες αυτά; - Ναι, αλλά απολογούμαι για να πιστέψουν και να μη δώσω σε κανέναν αφορμή για κατηγορία.

 29 καὶ ταῦτα αὐτοῦ εἰπόντος ἀπῆλθον οἱ ᾿Ιουδαῖοι πολλὴν ἔχοντες ἐν ἑαυτοῖς συζήτησιν. 30 ῎Εμεινε δὲ ὁ Παῦλος διετίαν ὅλην ἐν ἰδίῳ μισθώματι καὶ ἀπεδέχετο πάντας τοὺς εἰσπορευομένους πρὸς αὐτόν,
31 κηρύσσων τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ διδάσκων τὰ περὶ τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ μετὰ πάσης παρρησίας ἀκωλύτως.

Εδώ δείχνει την ελευθερία του πλέον. Διότι κηρύσσει στη Ρώμη χωρίς εμπόδια εκείνος που εμποδίστηκε στην Ιουδαία και έμεινε επί δύο χρόνια εκεί διδάσκοντας.

Και πρόσεχε την τόσο απλή ζωή που έκανε, διότι το σπίτι του το είχε όχι από ξένους κόπους, αλλά από χρήματα που κέρδιζε από την εργασία του. το ίδιο και ο Κύριος. Δεν είχε δική Του κατοικία διδάσκοντας έτσι ούτε οι μαθητές να προσηλώνονται υπερβολικά στα κοσμικά πράγματα.

Μέχρι σ’ αυτά σταματά το λόγο ο συγγραφέας και αφήνει διψασμένο τον ακροατή, ώστε τα υπόλοιπα να τα σκεφτεί μόνος του. Αυτό κάνουν και οι μη χριστιανοί συγγραφείς. Διότι το να τα ξέρει κανείς όλα, αυτό το κάνει νωθρό και αποχαυνωμένο. Αυτό κάμει κι αυτός και δεν λέγει τίποτα για τα όσα συνέβηκαν στη συνέχεια, θεωρώντας αυτό περιττό για εκείνους που διαβάζουν τους συγγραφείς και μαθαίνουν απ’ αυτά να προσθέτουν στο λόγο. Διότι οπωσδήποτε τέτοια που ήταν τα προηγούμενα, παρόμοια ήταν και τα όσα συνέβηκαν στη συνέχεια.

Η Ρώμη λοιπόν τον υποδέχτηκε αλυσοδεμένο, σαν στεφανωμένο και νικητή. Και τον κράτησε για αρχή για δυο χρόνια. Και όταν επέστρεψε σ’ αυτήν για δεύτερη φορά θανατώθηκε.  Η Κόρινθος τον κράτησε δύο χρόνια, η Ασία τρία.

Και αφού γέμισε όλη την οικουμένη με το κήρυγμά του, τερμάτισε τη ζωή του με τον τρόπο αυτό.

Τι ήθελες να μάθεις από τα όσα συνέβηκαν στη συνέχεια; -Δεσμά, βασανισμοί, αγώνες, φυλακίσεις, επιβουλές, συκοφαντίες, θάνατοι καθημερινοί. Είδες αυτών ένα μικρό μέρος; Τέτοιο σκέψου ότι είναι και το υπόλοιπο. Όπως ακριβώς και στην περίπτωση του ουρανού, όσο μέρος συμβεί να δεις ένα μέρος, όπου και αν πας, τέτοιο θα δεις να είναι και το υπόλοιπο. Ουρανός λοιπόν και ο Παύλος, έχοντας ήλιο δικαιοσύνης, ανώτερος λοιπόν ο Παύλος και από τον ουρανό.

Σκέψου: Όταν πεις τη λέξη Απόστολος, αμεσως αυτός σκέφτεσαι, όταν πεις Βαπτιστής, τον Ιωάννη θα σκεφτείς. Με τι θα μπορούσε κανείς να συγκρίνει τα λόγια εκείνου; Με θάλασσα ή και με ωκεανό; Ή μάλλον ούτε και μ’ αυτά, διότι πολύ πιο άφθονα, πιο βαθιά , πιο καθαρά ήταν τα λόγια του Παύλου. Και δεν θα έσφαλλέ κανείς αν ονόμαζε την καρδιά του Παύλου θάλασσα και ουρανό. Θάλασσα είναι η καρδιά του Παύλου που δεν οδηγεί εκείνους που πλέουν μέσα σ’ αυτήν από πόλη σε πόλη, αλλά από τη γη στον ουρανό.

Ας καταστήσουμε λοιπόν την ψυχή μας πρόθυμη στο να ακούσει τα ρήματα του Παύλου, ας γίνουμε ζηλωτές του Παύλου, και ας μιμηθούμε τη γενναία εκείνη και αδαμάντινη ψυχή, ώστε βαδίζοντας επάνω στα ίχνη όλων εκείνων που έπραξε εκείνος, να μπορέσουμε να διαπλεύσουμε το πέλαγος της παρούσας ζωής, να φθάσουμε στο ακύμαντο λιμάνι και να επιτύχουμε τα αγαθά που έχει υποσχεθεί σ’ εκείνους που κάνουν ζωή αντάξια του Χριστού, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον οποίο στον Πατέρα συγχρόνως και στο Άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα και η τιμή, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

 

 

 

Επαφή