Εσθήρ 485-464 π.Χ

485-464 π.Χ ΕΣΘΗΡ

Το βιβλίο αυτό της Παλαιάς Διαθήκης αναφέρεται στα ιστορικά χρόνια της Περσικής αυτοκρατορίας υπό του βασιλέως των περσών Ξέρξη Α΄ (Αρταξέρξης) (485-464 π.Χ):

Κατά το δεύτερο έτος της βασιλείας του Αρταξέρξου, ένας Ιουδαίος που κατοικούσε στα Σούσα ονόματι Μαρδοχαίος είδε ένα όνειρο. Το όνειρο αυτό ήταν το εξής: Άκουσε φωνές, θόρυβο, βροντές, σεισμό και μεγάλη αναταραχή της γης. Μετά απ’ αυτά εμφανίστηκαν δύο μεγάλοι δράκοντες έτοιμοι να παλέψουν ο ένας εναντίον του άλλου. Οι κραυγές των δύο δρακόντων ήταν τρομερές. Από τις κραυγές αυτές ετοιμάσθηκαν όλα τα έθνη για πόλεμο εναντίον ενός έθνους δίκαιων ανθρώπων. Βάση αυτού μεγάλη θλίψη, στεναχώρια και σκοτάδι ξεδιπλώθηκε σε όλη τη γη. Ολόκληρο το έθνος των δικαίων φοβήθηκε ότι το κακό θα ξεσπάσει εναντίον τους και θα τους αφανίσει, έτσι με μια φωνή παρακάλεσαν τον Θεό. Τότε εμφανίστηκε μία μικρή πηγή, από την οποία πήγασε ένας μεγάλος ποταμός. Στο τέλος ξημέρωσε και εκείνοι οι τεταπεινωμένοι δίκαιοι υψώθηκαν και κατατρόπωσαν τους ένδοξους εχθρούς τους.

Το όνειρο αυτό είχε την εξής σημασία: Από τον μικρό και ταπεινό Μαρδοχαίο ξεκίνησε ο αγώνας εναντίωσης του Ιουδαϊκού έθνους εναντίον του μεγάλου συνασπισμού των περσικών κρατών, τα οποία συνασπίσθηκαν εναντίον του Ιουδαϊκού θεοκρατικού έθνους.

Ο Μαρδοχαίος παρόλα αυτά δεν γνώριζε τη σημασία αυτού του ενυπνίου. Παράλληλα ανακάλυψε και ανέφερε στον βασιλιά, την συνομωσία δύο ευνούχων αυλικών του βασιλέως οι οποίοι σχεδίαζαν να σκοτώσουν τον Αρταξέρξη. Ο βασιλιάς συνέλαβε αμέσως τους δύο συνωμότες οι οποίο μετά από ανακρίσεις ομολόγησαν και εκτελέστηκαν. Ο βασιλιάς έδωσε εξουσία στον Μαρδοχαίο να υπηρετεί στην βασιλική του αυλή και του έδωσε δώρα για την υπηρεσία του αυτή.

Κατά το τρίτο έτος της βασιλείας του ο Αρταξέρξης έκανε μεγάλο συμπόσιο στο οποίο κάλεσε τους φίλους του όλων των επαρχιών και εθνικοτήτων για να τους δείξει τον πλούτο και την αίγλη της αυτοκρατορίας του. Αυτό το συμπόσιο διήρκησε 180 μέρες!  Το συμπόσιο αυτό περιγράφει και ο Ηρόδοτος, ο οποίος αναφέρει ότι από το έτος 483-482 π.Χ πραγματοποιήθηκε μία συνέλευση των διοικητών των επαρχιών, η οποία συνήλθε στα Σούσα με σκοπό να προετοιμάσει τον πόλεμο εναντίον των ελλήνων. Πέρσες και Μήδοι ενώθηκαν γι’ αυτόν τον σκοπό.

Παράλληλα με το συμπόσιο αυτό διεξήχθη και ένα ακόμη συμπόσιο γυναικών το οποίο διοργάνωσε μία εκ των γυναικών του Αρταξέρξη  η Αστίν. Ας μην λησμονούμε ότι εκείνη την εποχή το βασιλικό χαρέμι διέθετε βασίλισσες διαφόρων τάξεων και αξίας. Την τελευταία μέρα του συμποσίου ο Ξέρξης διέταξε την Αστίν να παρουσιαστεί μπροστά του για να την δείξει στους παρισταμένους επειδή ήταν πολύ όμορφη. Όμως η Αστίν αρνήθηκε διότι η αξιοπρέπειά της ως βασίλισσα δεν της επέτρεπε  να παρουσιασθεί χωρίς πέπλο και κάλυμμα ενώπιον ανθρώπων μεθυσμένων. Ο βασιλιάς οργίστηκε από την άρνηση αυτή. Ο Πλούταρχος και ο Ηρόδοτος αναφέρουν πως οι γυναίκες των βασιλέων της Περσίας παρίσταντο  συχνά στα μεγάλα συμπόσια, αλλά τις απέπεμπαν όταν το γεύμα έπαιρνε τροπή προς την ακολασία. Στην προκειμένη όμως περίπτωση ο Ξέρξης κάνει το αντίθετο.

Η Αστίν αποπέμφθηκε από το βασίλειο προς παραδειγματισμό όλων των γυναικών του βασιλείου οι οποίες έπρεπε να υπακούν και να σέβονται τους άνδρες τους.

Μετά την αποπομπή της Αστίν οι υπουργοί του βασιλέως πρότειναν την αντικατάστασή της με μία όμορφη νεαρή παρθένο. Η  πρόταση αυτή άρεσε στον βασιλέα, και έτσι πολλές γυναίκες μαζεύτηκαν στο βασίλειο, καλλωπίστηκαν και περίμεναν τον Αρταξέρξη να επιλέξει την εκλεκτή της καρδιάς του.

Ο Μαρδοχαίος είχε αναθρέψει μία κόρη, η οποία ήταν θυγατέρα του θείου του Αμιναδάβ και το όνομά της ήταν Εσθήρ. Αυτή την γυναίκα σκόπευε μετά από χρόνια να παντρευτεί. Η κόρη αυτή ήταν πολύ ωραία στη μορφή. Η Εσθήρ όμως παρουσιάστηκε στα βασιλικά ανάκτορα. Η ομορφιά της είλκυσε περισσότερο από κάθε άλλη τον βασιλιά ο οποίος αμέσως της απένειμε τον τίτλο της βασίλισσας. Παρότι όμως έγινε βασίλισσα σε τίποτα δεν άλλαξε τον ενάρετο βίο της τον οποίο είχε διδαχθεί από τον Μαρδοχαίο.

Τον καιρό εκείνο  δύο αρχισωματοφύλακες του Αρταξέρξου σχεδίασαν την εξολόθρευση του βασιλέως. Αυτό υπέπεσε στην αντίληψη του Μαρδοχαίου, ο οποίος εργάζονταν στην βασιλική αυλή και αμέσως το ανήγγειλε στην Εσθήρ. Η Εσθήρ με τη σειρά της προειδοποίησε τον Ξέρξη, ο οποίος καταδίκασε σε θάνατο τους δύο αυτούς ευνούχους αυλικούς.

Εκείνο τον καιρό ο Αρταξέρξης έκανε βεζύρη και πρωθυπουργό του βασιλείου έναν σκληρό άνθρωπο που τον έλεγαν Αμάν. Ο Αμάν διαπίστωσε σύντομα ότι ο Μαρδοχαίος δεν τον προσκυνούσε όπως αυτός απαιτούσε, όχι από εγωισμό, αλλά από θρησκευτική προσήλωση στην Ιουδαϊκή πίστη. Ο Αμάν δεν οργίστηκε μόνο εναντίον του Μαρδοχαίου, αλλά  εναντίον όλων των Ιουδαίων. Οι Ιουδαίοι δεν επιτρεπόταν από την πίστη τους στον Θεό να προσκυνήσουν κανέναν άνθρωπο. Στην Περσία όμως ο βασιλιάς ήταν αντικείμενο ειδωλολατρικής λατρείας.

Το 473 π.Χ ο Αμάν κατάφερε να πείσει τον Αρταέρξη να του δώσει άδεια να κατασφάξει όλο το έθνος των Ιουδαίων. Το μοναδικό πρόβλημα γι’ αυτόν ήταν ότι οι Ιουδαίοι δεν ήταν συγκεντρωμένοι σε ένα μέρος αλλά διάσπαρτοι στο αχανές βασίλειο. (εκτείνονταν από την Ινδία μέχρι την Αιθιοπία, 127 στο σύνολο χώρες!).

Το διάταγμαπου εξέδωσε ήταν το εξής: «Ο μέγας βασιλεύς Αρταξέρξης δίδει διαταγήν στους υπό την εξουσίαν του άρχοντας και διοικητάς των εκατόν είκοσι επτά επαρχιών, αι οποίαι εκτείνονται από την Ινδικήν μέχρι και της Αιθιοπίας·  Μολονότι είμαι άρχων πολλών εθνών και κυρίαρχος όλης της οικουμένης, ηθέλησα να σας διοικήσω όχι εγωϊστικώς, στηριζόμενος εις την δύναμιν της εξουσίας μου· αλλά με επιείκειαν πάντοτε και με ηπιότητα διεξάγω την διοίκησιν αυτήν. Με την συνετήν και στοργικήν αυτήν διοίκησίν μου ηθέλησα να καταστήσω την ζωήν των υπηκόων μου ήρεμον πάντοτε και ατάραχον, την δε βασιλείαν μου επιεική και ασφαλή μέχρι των ακροτάτων ορίων της. Διότι φροντίζω να δίδω και να ανανεώνω και σταθεροποιώ την ποθητήν εις όλους τους ανθρώπους ειρήνην. Ηρώτησα επί του σημείου αυτού τους συμβούλους μου, πως είναι δυνατόν να επιτευχθή η ποθητή ειρηνική αυτή κατάστασις και ένας από αυτούς, ονομαζόμενος Αμάν, ο οποίος κατά την σύνεσιν και σοφίαν ξεπερνά όλους όσοι ευρίσκονται κοντά μας, είναι δε γνωστός δια την ακλόνητον αγάπην του και σταθεράν του πίστιν προς εμέ και ο οποίος κατέχει την δευτέραν θέσιν στο βασίλειόν μου, κατέστησεν εις ημάς γνωστόν ότι μεταξύ όλων των φυλών της οικουμένης έχει διασπαρή και αναμιχθή ένας δύστροπος λαός, ο οποίος με τους ιδικούς του νόμους είναι αντίθετος προς κάθε άλλο έθνος, παραβαίνει δε πάντοτε τα διατάγματα των βασιλέων, με τον σκοπόν να μη σταθεροποιηθη ειρηνικώς και αμέμπτως η αρμονία εις την αυτοκρατορίαν, την οποίαν ημείς διοικούμεν.           Εξηκριβώσαμεν, λοιπόν, ότι αυτός μόνος ο λαός ευρίσκεται εις αντίθεσιν προς όλον το ανθρώπινον γένος με νόμους ιδικούς του παράξενους και διαφορετικούς από τους νόμους της αυτοκρατορίας, σκέπτεται πονηρά εναντίον των ιδικών μας πραγμάτων, διαπράττει τα χείριστα κακά και έτσι εμποδίζει, την σταθερότητα του βασιλείου μου. Διετάξαμεν, λοιπόν, όπως αυτοί οι Ιουδαίοι, που επισημαίνονται από το διάταγμα το συνταχθέν από τυν Αμάν, ο οποίος και έχει αναλάβει την ευθύνην των υποθέσεων του κράτους και κατέχει θέσιν δευτέρου πατρός μας, διετάξαμεν, όπως όλοι αυτοί με τας γυναίκας και τα παιδιά των εξοντωθούν και ξερριζωθούν υλοκληρωτικώς με εχθρικήν μάχαιραν χωρίς οίκτον και λύπην κατά την δεκάτην τετάρτην ημέραν του δωδεκάτου μηνός Αδάρ, του τρέχοντος έτους. Διατάσσω λοιπόν, όπως οι κατά το παρελθόν και το παρόν εχθροί μας αυτοί άνθρωποι καταβούν όλοι την ιδίαν ημέραν με βίαιον θάνατον στον άδην και έτσι να μας αφήσουν κατά τον υπόλοιπον χρόνον να κυβερνήσωμεν τας κρατικάς υποθέσεις μας με σταθερότητα και ειρήνην».

Ο Μαρδοχαίος όταν πληροφορήθηκετο περιεχόμενο του διατάγματος , έσχισε τα ρούχα του και ενδύθηκε με σάκο ρίχνοντας στα μαλλιά του στάχτη ως ένδειξη πένθους. Κατόπιν έστειλε άνθρωπο στα ανάκτορα για να συναντήσει την Εσθήρ, την οποία αυτός όπως αναφέραμε ανάθρεψε, ώστε να την πείσει να χρησιμοποιήσει την βασιλική της ιδιότητα και να προσπαθήσει να αλλάξει τη γνώμη του βασιλιά υπέρ των ιουδαίων. Η βασίλισσα όμως Εσθήρ στην αρχή δεν πίστεψε ότι έχει τόση δύναμη ώστε να καταφέρει να αλλάξει τη γνώμη του βασιλέως. Εκείνη την εποχή κανείς δεν μπορούσε να πλησιάσει στον βασιλικό θρόνο αν δεν τον καλούσε ο ίδιος ο βασιλιάς. Η Εσθήρ όμως εκείνη την περίοδο είχε να προσκληθεί υπό του βασιλέως τριάντα ολόκληρες μέρες… Πως λοιπόν θα μπορούσε η Εσθήρ να πετύχει τόσο παράδοξη χάρη;

Ο Μαρδοχαίος όμως συνέχισε να πιέζει την Εσθήρ υπενθυμίζοντάς της ότι και εκείνη ήταν Ιουδαία, και ότι κι αν ακόμη γλίτωνε από το φονικό διάταγμα, ο Θεός θα την εξολόθρευε δι’ άλλου τρόπου. Ο Μαρδοχαίος διέβλεπε ότι η απότομη και θαυμαστή ανύψωσή της  στον βασιλικό θρόνο  ήταν στο σχέδιο του Θεού για την σωτηρία του Ιουδαϊκού λαού.

Η Εσθήρ εν τέλει, συναισθανόμενη την ευθύνη που είχε απέναντι στον λαό της, αποφάσισε να προχωρήσει στο ρίσκο της συναντήσεώς της με τον βασιλέα αφού προηγουμένως κάλεσε τον εαυτό της και όλο τον ιουδαϊκό λαό σε νηστεία από τροφή και από νερό για τρεις μέρες κάνοντας παράλληλα προσευχή στον Θεό. Είναι εκπληκτικής ωραιότητας η προσευχή της Εσθήρ και αξίζει να την αναφέρουμε: «Και αυτή η βασίλισσα Εσθήρ, κυριευμένη από την αγωνίαν του θανάτου, κατέφυγε δια της προσευχής προς τον Κυριον. Αφήρεσε τα λαμπρά της ενδύματα, εφόρεσεν άλλα δηλωτικά της στενοχωρίας και του πένθους. Αντί δε από τα πανάκριβα αρώματά της, εγέμισε το κεφάλι και το σώμα της από στάκτην και κοπρίαν, εσκληραγώγησε πάρα πολύ το σώμα της και με τας μαδημένος τρίχας της κεφαλής της εκαλύφθη εκεί, που άλλοτε υπήρχον τα κοσμήματα της χαράς της. Και παρεκάλει Κυριον τον Θεόν με θέρμην και είπε·“Κυριέ μου, συ είσαι ο μόνος και αληθινός βασιλεύς μας. Βοήθησε εμέ την μόνην, η οποία δεν έχω στον κόσμον αυτόν άλλον βοηθόν, ει μη μόνον σέ, διότι ο κίνδυνος του θανάτου ευρίσκεται μτροστά μου Εγώ από της γεννήσεώς μου και εντεύθεν ήκουον από ανθρώπους της φυλής μου, ότι συ, Κυριε, επήρες τον ισραηλιτικόν λαόν από όλα τα έθνη και εδιάλεξες τους πατέρας ημών από τους προπάτοράς των, δια να είναι αιωνία ιδική σου κληρονομία. Εξεπλήρωσες όλα όσα είχες υποσχεθή εις αυτούς.        Και τώρα, Κυριε, ομολογούμεν ότι ημαρτήσαμεν ενώπιόν σου, δια τούτο και επέτρεψες να παραδοθώμεν εις τας χείρας των εχθρών μας, επειδή ελατρεύσαμεν τους θεούς αυτών, αντί σου του αληθινού Θεού. Δικαιος είσαι, Κυριε. Αλλ' ιδού, Κυριε, ότι αυτοί οι εχθροί μας δεν έμειναν ικανοποιημένοι από τας πικρίας της σκλαβιάς μας, αλλά άπλωσαν τα χέρια των και ωρκίσθησαν εις τα είδωλά των να εξαφανίσουν κάθε εντολήν, που εβγήκεν από το στόμα σου, να καταστρέψουν την κληρονομίαν σου, και έτσι να βουλώσουν τα στόματα εκείνων, οι οποίοι σε δοξολογούν, και να σβήσουν την μεγαλοπρέπειαν του ναού σου και του αγίου σου θυσιαστηρίου.     Ακόμη δε ωρκίσθησαν να ανοίξουν τα στόματα των ειδωλολατρών, δια να επαινούν τα μάταια είδωλά των και να καταστήσουν αξίους θαυμασμού και λατρείας στον αιώνα βασιλείς σαρκίνους     Μη παραδώσης, Κυριε, το σκήπτρον σου εις ανθρώπους αναξίους και μηδαμινούς, και μη επιτρέψης να γίνωμεν καταγέλαστοι με την καταστροφήν μας, αλλά συ με την παντοδυναμίαν σου μετάβαλε την βουλήν των εναντίον αυτών των ιδίων και τιμώρησε κατά τρόπον παραδειγματικόν εκείνον, που πρώτος ήρχισε τον εξοντωτικόν εναντίον μας διωγμό Μνήσθητί μας, Κυριε, κάμε ώστε να σε γνωρίσωμεν και να σε αισθανθώμεν στον καιρόν αυτόν της θλίψεώς μας. Δώσε και εις εμέ θάρρος, συ, ο βασιλεύς των Θεών και κύριος πάσης εξουσίας. Λογον σοφόν και πειστικόν βάλε στο στόμα μου ενώπιον του λέοντος, του βασιλέως. Μετάβαλε την καρδίαν αυτού, ώστε να μισήση εκείνον, ο οποίος μας πολεμεί, και να διατάξη την εκτέλεσιν αυτού και των ομοφρόνων του.     Ημάς δε γλύτωσέ μας με την παντοδύναμον δεξιάν σου. Βοήθησε εμέ, η οποία είμαι μόνη και δεν έχω κανένα άλλον παρά μόνον σέ, Κυριε.           Είσαι παντογνώστης και γνωρίζεις ότι εγώ εμίσησα την δόξαν των παρανόμων ανδρών και αποστρέφομαι με αηδίαν την κλίνην των απεριτμήτων και παντός αλλοεθνούς.      Συ είσαι παντογνώστης και γνωρίζεις πολύ καλά την ανάγκην, υπό την οποίαν ευρίσκομαι, και ότι αποστρέφομαι με αηδίαν τα σημεία αυτά της δόξης μου και το διάδημα, το οποίον υπάρχει επάνω εις την κεφαλήν μου, όταν αναγκάζωμαι να εμφανίζωμαι δημοσία. Το αηδιάζω σαν ράκος γυναικείων καταμηνίων. Και κατά τας ημέρας της ησυχίας μου, που είμαι μόνη, δεν το φορώ. Γνωρίζεις ότι η δούλη σου δεν έφαγε ποτέ από την τράπεζαν του Αμάν και δεν ετίμησε το συμπόσιον του βασιλέως, ούτε έπιε ποτέ οίνον από τας σπονδάς του.   Η δούλη σου ποτέ δεν εγνώρισε χαράν και ευφροσύνην από την ημέραν, που ήλλαξε την στολήν της, όταν έγινε βασίλισσα, μέχρις αυτής της στιγμής. Παρά μόνον χαίρω εις σέ, Κυριε, Θεέ του Αβραάμ.      Συ ο Θεός ο έχων ακατανίκητον δύναμιν και κυριαρχών επάνω εις όλους, άκουσε την φωνήν ημών των απηλπισμένων δούλων σου και γλύτωσέ μας από τα χέρια των πονηρών ανθρώπων. Απάλλαξε δε και εμέ από τον φόβον, που με συνέχει”».[1]

Η Εσθήρ κατόπιν αφού τέλειωσαν οι μέρες της νηστείας και της προσευχής παρέλαβε τις δύο δούλες της και μετέβη προς τον θρόνο του βασιλέως απρόσκλητη. Η όψη του βασιλέως ήταν επιβλητική. Καθόταν στον θρόνο του στολισμένος με κοσμήματα και πολύτιμους λίθους. Όταν είδε την Εσθήρ να πλησιάζει προς τον θρόνο του την κοίταξε γεμάτος οργή διότι η Εσθήρ δεν είχε ζητήσει άδεια για ακρόαση. Η οργή όμως του βασιλέως πολύ σύντομα μετεβλήθη σε συμπάθεια όταν η Εσθήρ λιποθύμησε μπροστά στα πόδια του. Τότε εκείνος αναπήδησε από τον θρόνο του ανήσυχος. Την κράτησε δε στην αγκαλιά του και της  είπε: -Τι συμβαίνει Εσθήρ; Εγώ είμαι αδελφός σου, έχε θάρρος. Δεν πρόκειται να πεθάνεις διότι πάσα διαταγή μου είναι δική σου διαταγή και η δική σου διαταγή είναι δική μου. Πλησίασε! Ποιό είναι το αίτημά σου; Θα σου δώσω μέχρι και το ήμισυ της βασιλείας μου, θα είναι ιδικόν σου” Η Εσθήρ απήντησεν· “η σημερινή ημέρα είναι δι' εμέ επίσημος ημέρα. Εάν, λοιπόν, φαίνεται αρεστόν στον βασιλέα, ας έλθη, μαζί δε με αυτόν και ο Αμάν, εις την τράπεζαν, την οποίαν εγώ σήμερον θα παραθέσω”.          Ο βασιλεύς έστειλεν ανθρώπους και είπε· “σπεύσατε αμέσως προς τον Αμάν και ειδοποιήσατέ τον να εκτελέσωμεν την παράκλησιν αυτήν της Εσθήρ”. Ηλθον λοιπόν και οι δύο, ο βασιλεύς και ο Αμάν, στο συμπόσιον, το οποίον παρέθεσεν η Εσθήρ.       Κατά την διάρκειαν του συμποσίου τούτου, ο βασιλεύς ηρώτησε την Εσθήρ· “βασίλισσα Εσθήρ, τι θέλεις; Οσα μου ζητήσεις, θα γίνουν”.          Εκείνη του είπε· “θέλετε να μάθετε τα αίτημά μου και την απαίτησίν μου;    Εάν έχω εύρει χάριν ενώπιον του βασιλέως, ας έλθη ο βασιλεύς και ο Αμάν ακόμη αύριον στο συμπόσιον, το οποίον εγώ θα παραθέσω προς τιμήν των και αύριον θα ανακοινώσω τα αιτήματά μου”. Ο Αμάν εβγήκεν από το βασιλικόν ανάκτορον γεμάτος χαρά ευφραινόμενος. Οταν όμως κατά την έξοδόν του είδε τον Ιουδαίον Μαρδοχαίον εις την βασιλικήν αυλήν, κατελήφθη από μεγάλην οργήν.         Εισήλθεν εις την οικίαν του, εκάλεσε τους φίλους του και την σύζυγόν του Ζωσάραν,   και ανέφερεν αλαζονικώς εις αυτούς τον πλούτον και την δόξαν, με την οποίαν ο βασιλεύς τον είχε τιμήσει, διότι τον κατέστησε πρώτον μεταξύ όλων των άλλων, αρχηγόν εις όλην την βασιλείαν του. Και έπειτα προσέθεσεν ο Αμάν· “και η βασίλισσα δεν εκάλεσε άλλον μαζί με τον βασιλέα, παρά μόνον εμέ. Με εκάλεσε δε και πάλιν δια το συμπόσιον της αυριανής ημέρας.      Εκείνο όμως το οποίον δεν μου αρέσει, αλλά με καταστενοχωρεί, είναι το να βλέπω εις την βασιλικήν αυλήν τον Μαρδοχαίον, τον Ιουδαίον”.   Η γυναίκα του η Ζωσάρα και οι φίλοι του του είπαν τότε· “δώσε διαταγήν να κοπή ένα ξύλον πενήντα εβραϊκών πήχεων. Λιαν δε πρωϊ ειπέ στον βασιλέα να δώση διαταγήν να κρεμασθή ο Μαρδοχαίος επάνω εις αυτό το ξύλον. Συ δε έπειτα πήγαινε στο συμπόσιον μαζί με τον βασιλέα, δια να ευφρανθής με αυτόν”. Η συμβουλή αυτή ήρεσεν στον Αμάν, έδωσε διαταγήν και ητοιμάσθη το ξύλον»[2].

Ο Κύριος όμως απομάκρυνε τον ύπνο από τον βασιλιά. Ο βασιλιάς διέταξε τον υπηρέτη του να του διαβάσει από το βιβλίο «Χρονικόν». Ο υπηρέτης άνοιξε το βιβλίο και βρήκε το χωρίο εκείνο που είχε γραφεί για τον Μαρδοχαίο, ότι δηλαδή αυτός κατήγγειλε στον βασιλιά τους δύο αυλικούς του οι οποίοι είχαν σκοπό να τον θανατώσουν. Ο βασιλιάς ρώτησε τον αυλικό του: -Ποιο αξίωμα, ή ποια ηθική αμοιβή δώσαμε στον Μαρδοχαίο; Και οι υπηρέτες απάντησαν: -Καμία. Την ί δια στιγμή ο Αμάν παρουσιάστηκε στον βασιλιά με σκοπό να του ζητήσει να κρεμάσει τον Μαρδοχαίο στο ξύλο το οποίο αυτός είχε ετοιμάσει.

Ο βασιλιάς παίρνοντας τον λόγο ρώτησε τον Αμάν: -Τι πρέπει να κάνω στον άνθρωπο τον οποίο εγώ θέλω να τιμήσω;  Ο Αμάν πίστεψε πως αυτά τα λόγια ο βασιλιάς τα έλεγε για εκείνον και έτσι του απάντησε: -δια τον άνθρωπον, τον οποίον ο βασιλεύς θέλει να δοξάση ας φέρουν οι δούλοι του μίαν μεγαλοπρεπή από βύσσον στολήν, την οποίαν ενδύεται ο ίδιος ο βασιλεύς, και ίππον, επάνω στον οποίον ιππεύει ο βασιλεύς. Αυτά δε ας δοθούν εις ένα από τους πλέον ενδόξους φίλους του βασιλέως, δια να στολίση εκείνος τον άνθρωπον αυτόν, τον οποίον ο βασιλεύς αγαπά. Εν συνεχεία δε ας τον βοηθήση να ιππεύση επάνω εις ταν βασιλικόν ίππον και θα περιφέρη αυτόν εις την πλατείαν της πόλεως και θα διαλαλή και θα λέγη· Ετσι θα γίνεται εις κάθε άνθρωπον, τον οποίον ο βασιλεύς δοξάζει”.

          Απήντησεν ο βασιλεύς στον Αμάν· “καλά είπες· έτσι εσύ τώρα θα πράξης προς τιμήν του Μαρδοχαίου, του Ιουδαίου, του δούλου μου, ο οποίος υπηρετεί εις την αυλήν μου, μη τυχόν και παραμελήσης κάτι από όλα εκείνα τα οποία είπες!” Ο Αμάν κατεντροπιασμένος και καταστενοχωρημένος επήρε την βασιλικήν στολήν και τον βασιλικόν ίππον, εστόλισε τον Μαρδοχαίον, τον εβοήθησε να αναβή στον ίππον και επέρασε δια μέσου της πλατείας της πόλεως και διαλαλούσε λέγων· “έτσι θα γίνεται εις κάθε άνθρωπον, τον οποίον ο βασιλεύς θέλει να δοξάση”.          Ο Μαρδοχαίος, ύστερα από την τελετήν αυτήν της δόξης του, επέστρεψεν εις την αυλήν, ο δε Αμάν καταστενοχωρημένος και καταπικραμμένος επέστρεψεν στο σπίτι του Ο Αμάν διηγήθη εις την σύζυγόν του την Ζωσάραν και τους φίλους του όλα όσα του συνέβησαν. Οι φίλοι του και η σύζυγός του του είπαν· “εάν ο Μαρδοχαίος κατάγεται από την φυλήν των Ιουδαίων, έχεις δε ήδη αρχίσει να εξευτελίζεσαι ενώπιόν του, δεν θα κατορθώσης να τον πολεμήσης, αλλά οριστικώς και βεβαίως θα πέσης και θα ταπεινωθής ενώπιόν του, διότι μαζί του είναι ο αληθινός, ο αιώνιος Θεός”. 

Τη στιγμή εκείνη μπήκαν στο σπίτι του Αμάν οι ευνούχοι του βασιλέως και τον ειδοποίησαν να σπέυσει στο συμπόσιο το οποίο είχε ετοιμάσει η Εσθήρ.

Πήγαν λοιπόν ο βασιλιάς και ο Αμάν στο γεύμα. Τη δεύτερη μέρα, εκεί που έπιναν, της είπε πάλι ο βασιλιάς: «Πες μου λοιπόν τώρα, βασίλισσα Εσθήρ, την επιθυμία σου κι εγώ θα σου την εκτελέσω. Ζήτησέ μου ό,τι θέλεις, μέχρι και το μισό μου βασίλειο!»

Η Εσθήρ αποκρίθηκε: «Αν έχω κερδίσει την εύνοιά σου, βασιλιά μου, και αν μου επιτρέπεις να πω το αίτημά μου, σε ικετεύω να χαρίσεις τη ζωή σ’ εμένα και στο λαό μου. Εγώ και ο λαός μου έχουμε πουληθεί στον εξολοθρεμό. Αν είχαμε πουληθεί απλώς ως δούλοι, δε θα έθετα θέμα, γιατί η δυστυχία δεν αξίζει ν’ απασχολεί το βασιλιά. Αλλά είμαστε εδώ για να μας δολοφονήσουν, να μας εξαφανίσουν».

Τότε ο βασιλιάς Ξέρξης στράφηκε στη βασίλισσα Εσθήρ και τη ρώτησε: «Ποιος είναι αυτός που τόλμησε κάτι τέτοιο; Πού είναι αυτός που σχεδίασε αυτά τα πράγματα;» Η Εσθήρ απάντησε: «Ο άσπονδος εχθρός μας, είναι αυτός εδώ ο απάνθρωπος Αμάν!»

Τότε ο Αμάν ταράχτηκε μπροστά στο βασιλιά και στη βασίλισσα. Ο βασιλιάς σηκώθηκε από το τραπέζι και βγήκε οργισμένος στον κήπο του παλατιού. Ο Αμάν είχε παραμείνει όρθιος για να παρακαλέσει για τη ζωή του τη βασίλισσα Εσθήρ, γιατί κατάλαβε ότι κάτι κακό θα αποφάσιζε εναντίον του ο βασιλιάς.

Όταν γύρισε ο βασιλιάς από τον κήπο του παλατιού στην αίθουσα του συμποσίου, βρήκε τον Αμάν να είναι πεσμένος πάνω στο ανάκλιντρο της Εσθήρ. Τότε φώναξε με αγανάκτηση: «Πάει να βιάσει ακόμα και τη βασίλισσα μπροστά μου μέσα στο σπίτι μου!» Πριν καλά καλά πει ο βασιλιάς αυτά τα λόγια, ήρθαν οι υπηρέτες και σκέπασαν το πρόσωπο του Αμάν. Ο Αρβονά, ένας από τους ευνούχους, είπε στο βασιλιά: «Στο σπίτι του Αμάν βρίσκεται ένα ικρίωμα πενήντα πήχεις ύψος· το έχει ετοιμάσει για το Μαρδοχαίο, που έσωσε τη ζωή του βασιλιά». Τότε ο βασιλιάς πρόσταξε: «Κρεμάστε τον σ’ αυτό!»

Έτσι κρέμασαν τον Αμάν στο ικρίωμα που είχε ετοιμάσει ο ίδιος για το Μαρδοχαίο. Μετά απ’ αυτό έπαψε η οργή του βασιλιά.

Ο Αρταξέρξης εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία κατήργησε το διάταγμα του Αμάν. Ο Μαρδοχαίος έγινε πρωθυπουργός παρά τω βασιλέα. Οι Ιουδαίοι εκδικήθηκαν τους εχθρούς τους φονεύοντας εξ αυτών πεντακόσιους άνδρες μέσα στην πόλη των Σουσών και πλήθη αυτών στις επαρχίες. Εν κατακλείδι η Εσθήρ ζήτησε ως επισφράγισμα να κρεμαστούν και οι δέκα υιοί του Αμάν όπερ και εγένετο.

Εν τέλει ο Μαρδοχαίος κατανόησε το όνειρο που είχε δει από καιρό           διότι ενεθυμήθην το όνειρον εκείνο, που είδα σχετικώς με τα γεγονότα αυτά. Τιποτε δεν εξέπεσεν από εκείνα.           Η μικρή πηγή, η οποία έγινε ποταμός και φως και ήλιος και ύδωρ πολύ, ήτο η Εσθήρ, την οποίαν έλαβεν ως σύζυγόν του ο βασιλεύς και την ανέδειξε βασίλισσαν.           Οι δύο δράκοντες είμαι εγώ και ο Αμάν.         Τα δε έθνη είναι εκείνα, τα οποία συνεκεντρώθησαν με τον σκοπόν να εξολοθρεύσουν το όνομα των Ιουδαίων. Ο ιδικός μου λαός είναι οι Ισραηλίται, οι οποίοι εβόησαν με προσευχήν θερμήν προς τον Θεόν και εσώθησαν. Εσωσε πράγματι ο Κυριος τον λαόν του και μας εγλύτωσεν από όλα τα δεινά, που μας είχαν απειλήσει. Ο Θεός επραγματοποίησε τα μεγάλα αυτά και αξιοθαύμαστα σημεία, τα οποία δεν έχουν γίνει μεταξύ των εθνών.         Δια τούτο ο Θεός ητοίμασε δύο κλήρους, ένα δια τον ιδικόν του λαόν και ένα δι' όλα τα άλλα έθνη.  Και οι δύο αυτοί κλήροι, τα δύο αυτά γεγονότα, που είχαν προαναγγελθή, επραγματοποιήθησαν την αυτήν ημέραν, την αυτήν ώραν, κατά την αυτήν εποχήν, που είχεν ορίσει ο Θεός δι' όλα τα έθνη ως ημέραν κρίσεως. Ο Θεός ενεθυμήθη τον λαόν του και απέδωσε το δίκαιον εις την κληρονομίαν του.



[1] Εσθήρ 4,17κ-4,17ω

[2] Εσθήρ 5, 6-14

 

Επαφή