698-643 π.Χ Ιουδίθ

698-643 π.Χ

Ιουδίθ

               

Στα χρόνια που βασίλευε ο Ναβουχοδονόσωρ, βασιλιάς της Ασσυρίας,  επιχείρησε να υποτάξει διά του πολέμου όλα τα έθνη της Δυτικής Ασίας, της Κιλικίας, της Δαμασκού, της Συρίας, τους Μωαβίτες, τους Αμμωνίτες, τους Αιγύπτιους και τους Ιουδαίους. Τα έθνη όμως αυτά αρνήθηκαν να υποταχθούν στον Ναβουχοδονόσωρ, ο οποίος ορκίστηκε να εκδικηθεί διά ρομφαίας τους λαούς αυτούς.

Στην εκστρατεία των Ασσυρίων που ακολούθησε, η πόλη των Μηδών καταλήφθηκε, τα Εκβάτανα λεηλατήθηκαν, συνέλαβε τον βασιλιά των Μηδών Αρφαξάδ τον οποίο και εφόνευσαν. Αρχιστράτηγος των Ασσυρίων ορίστηκε από τον Ναβουχοδονόσωρ ο Ολοφέρνης, τον ο οποίο ο ψυχωτικός αυτός βασιλιάς τον όρκισε να υποτάξει σύντομα τα έθνη της Δυτικής Ασίας πνίγοντας τις πόλεις αυτών των λαών στο αίμα.  

Σύντομα λεηλάτησε την Μ. Ασία ως την Μεσοποταμία υποτάσσοντας στο διάβα του όλους τους λαούς και τις πόλεις. Οι φοβισμένοι και κατακτημένοι λαοί έχασαν κάθε αξιοπρέπεια φθάνοντας στο σημείο να κάνουν υποδοχή των κατακτητών μετά χορών και οργάνων!

Οι Ιουδαίοι που μόλις είχαν επιστρέψει από την Βαβυλώνια αιχμαλωσία, φοβήθηκαν τους Ασσύριους, όχι για την ζωή τους, αλλά για μία πιθανή νέα λεηλάτηση του ναού Σολομώντος. Έτσι οι Ιουδαίοι εν συντομία υπό την κατεύθυνση της γερουσίας των ισραηλιτών οργάνωσαν την άμυνά τους προστρέχοντας ταυτόχρονα σε θερμή προσευχή και νηστεία. Οργανωτής όλης αυτής της θεοσεβούς προσπάθειας υπήρξε ο αρχιερέας Ιωακείμ.

Ο Ολοφέρνης έκπληκτος για την αντίσταση των Ιουδαίων ζήτησε από τον αιχμάλωτο πολέμου βασιλιά των Αμμωνιτών Αχιώρ, να τον ενημερώσει για το άγνωστο εις αυτόν έθνος των Ισραηλιτών. Ο Αχιώρ με πάσα λεπτομέρεια περιέγραψε την θαυμαστή ιστορία των Ισραηλιτών, την έξοδό τους από την Αίγυπτο, την πορεία τους μέχρι την χώρα της Χαναάν και την πτώση τους εξαιτίας των αμαρτιών τους στην Βαβυλώνια αιχμαλωσία. Προειδοποίησε τον Ολοφέρνη, ότι αν τώρα οι Ιουδαίοι βρίσκονταν σε περίοδο ανασυγκροτήσεως και μετανοίας, ο Θεός τους θα τους υπερασπιζόταν και ο στρατός των Ασσυρίων θα κινδύνευε με καταστροφική ήττα. Ο Ολοφέρνης ακούγοντας όλα αυτά, περιγέλασε τον Αχιώρ, τον οποίο παρέδωσε στα χέρια των Ισραηλιτών, με σκοπό να τον θανατώσει μαζί με εκείνους στην επερχόμενη σφοδρή επίθεση που σχεδίαζε. Οι Ιουδαίοι υποδέχτηκαν με τιμές τον Αχιώρ παραθέτοντάς του τράπεζα.

Μετά απ’ αυτά ο Ολοφέρνης διέταξε τον στρατό του να επιτεθεί στην πόλη Βαιτυλούα των ισραηλιτών  με δύναμη 170.000 πολεμιστών του πεζικού και 12.000 ιππέων.

Οι Ισραηλίτες όταν είδαν το μέγεθος του στρατού των αντιπάλων, ταράχθηκαν, δεν έχασαν όμως τις ελπίδες τους τις οποίες εναπόθεσαν στον Θεό.  Ο Ολοφέρνης όμως αντί να σχεδιάσει άμεση επίθεση κατέλαβε όλες τις πηγές από τις οποίες προμηθεύονταν με νερό οι κάτοικοι της Βαιτυλούα ώστε να τους αναγκάσεις εξαιτίας της δίψας των να παραδοθούν.  Επί τριάντα τέσσερις μέρες περίμεναν οι Ασσύριοι μέχρι να τελειώσουν όλα τα αποθέματα νερού των Ισραηλιτών.

Η κατάσταση για τους Ιουδαίους μέρα με τη μέρα γινόταν τραγική. Οι κάτοικοι της πόλεως έπιναν νερό με μεγάλο μέτρο. Οι γυναίκες και τα νήπια λιγοψυχούσαν και υπέφεραν. Έτσι ο λαός άρχισε να παραπονιέται και να ζητεί την παράδοση της πόλεως στους Ασσυρίους. Ο Αζαρίας όμως παρότρυνε τους Ισραηλίτες λέγοντας: «Αδελφοί έχετε θάρρος! Ας περιμένουμε ακόμη πέντε μέρες, κατά τις οποίες θα στραφεί το έλεος του Κυρίου του Θεού μας προς εμάς. Δεν πρόκειται τελικά ο Κύριος να μας εγκαταλείψει. Εάν όμως παρέλθουν οι μέρες αυτές και δεν έλθει η βοήθεια του Θεού, τότε θα πράξω σύμφωνα με τις επιθυμίες σας.

Η Ιουδίθ ήταν χήρα. Ο άνδρας της Μανασσής είχε πεθάνει από ηλίαση ενώ βρισκόταν στον αγρό.  Η ευλαβεστάτη αυτή γυναίκα νήστευε όλες τις ημέρες της χηρείας της (3,5 χρόνια) εκτός από τις παραμονές των Σαββάτων και των λοιπών μεγάλων εορτών. Ήταν όμορφη και στο παράστημα και στην μορφή. Ο άνδρας της, της είχε αφήσει μεγάλη περιουσία, κάτι όμως που δεν έκαμπτε σε τίποτα την  θεοσέβειά της.

Η  χήρα αυτή πληροφορήθηκε τον όρκο του άρχοντα της πόλεως ο οποίος εξαιτίας της έλλειψης νερού, υποσχέθηκε στον λαό της Βαιτυλούας ότι θα παρέδιδε την πόλη στους Ασσυρίους εάν εντός πέντε ημερών δεν θα έστελνε την βοήθειά του ο Κύριος. Η Ιουδίθ επέπληξε τους άρχοντες του λαού λέγοντας: «Δεν ήταν ορθός ο λόγος σας, τον οποίο είπατε ενώπιον του λαού… δηλώσατε ότι θα παραδώσετε την πόλη στους εχθρούς μας, εάν ο Κύριος δεν στραφεί να μας βοηθήσει κατά τις προσεχείς πέντε ημέρες. Και τώρα ποιοι είστε εσείς, οι οποίοι θέσατε σε πειρασμό τον Θεό κατά την σημερινή ταύτη ημέρα, ώστε να ίστασθε υπεράνω του Θεού, αν και είστε όμοιοι, μεταξύ των άλλων ανθρώπων; Θέτετε δε τον Κύριο τον Παντοκράτορα υπό δοκιμή, ενώ ουδεμία εκ των αιωνίων βουλών Του δύνασθε να γνωρίζετε. Αφού είστε ανίκανοι να εξιχνιάστε το βάθος της καρδιά του ανθρώπου, ούτε τις σκέψεις και τους λόγους αυτού, θέλετε να εννοήσετε τον Θεό ο Οποίος τα δημιούργησε όλα αυτά, να εξετάσετε και να μάθετε τη σκέψη και να κατανοήστε τα νοήματα αυτού. Ουδόλως είναι δυνατόν τούτο αδελφοί! Μη παροργίζετε λοιπόν τον Κύριο τον Θεό μας με την διαγωγή σας αυτή. Διότι εάν ο Κύριος θελήσει να μας βοηθήσει ή να μας καταστρέψει ενώπιον των εχθρών μας. Σεις δεν πρέπει να εκβιάζετε τις βουλές του Κυρίου του Θεού μας, διότι ο Θεός μας δεν δύναται να απειληθεί και να εκβιασθεί, ούτε δέχεται διαιτητή για τις αποφάσεις Του. Διά τούτο ας περιμένουμε την βοήθειά του παρακαλώντας τον  να μας βοηθήσει και να ακούσει την προσευχή μας, εάν αυτή είναι αρεστή σ’ αυτόν…. Παρ’ όλη την κρίσιμη κατάσταση των πραγμάτων εμείς ας ευχαριστήσουμε τον Κύριο τον Θεό μας, ο οποίος επιτρέπει αυτόν τον πειρασμό προς δοκιμασία μας, όπως δοκίμασε και τους πατέρες μας. Θυμηθείτε πόσα έκανε και με αυτά δοκίμασε τον Αβραάμ, ποιους πειρασμούς έστειλε και δοκίμασε τον Ισαάκ, πόσοι πειρασμοί έγιναν στον Ιακώβ εν τη Μεσοποταμία της Συρίας, όταν αυτός ποίμαινε τα πρόβατα του Λάβαν του αδελφού της μητέρας του. Διότι όπως εκείνους δεν τους τιμώρησε αλλά εξέτασε την τους διαλογισμούς της καρδίας τους, έτσι και μας τώρα δεν μας τιμώρησε αλλά μας νουθετεί».

Ο Οζίας παραδέχτηκε την ορθότητα των λόγων της χήρας γυναικός και ζήτησε απ’ αυτήν να προσευχηθεί υπέρ του λαού, ώστε ο Θεός να στείλει βροχή και έτσι να γεμίσουν οι δεξαμενές τους. Η Ιουδίθ απάντησε και είπε το σχέδιό της. Επρόκειτο για μυστικό σχέδιο το οποίο δεν θέλησε να αποκαλύψει στους ισραηλίτες. Θα εξέρχονταν από την πόλη για πέντε μέρες μαζί με την πιστή της δούλη: «Θα σας αποκαλύψω το σχέδιό μου όταν φέρω την αποστολή εις πέρας!».

Η Ιουδίθ φορώντας τρίχινο ένδυμα και σε πρηνή θέση έως εδάφους προσευχήθηκε στον Κύριο με θέρμη γνωρίζοντας και ομολογώντας ότι όλες οι αποφάσεις του Θεού λαμβάνονται προαιωνίως και όχι αυτοστιγμής. Ο Θεός κυβερνά τον κόσμο και τίποτα δεν διαφεύγει της αντίληψής Του. Παρακάλεσε  λοιπόν τον Θεό να παρέμβει και τη στιγμή εκείνη που οι Ασσύριοι καυκιόντουσαν  για την στρατιωτική τους δύναμη, να τους ταπεινώσει χρησιμοποιώντας αυτήν ως εργαλείο ταπεινώσεως. Μία ταπεινή και ασήμαντη χήρα να ταπεινώσει τον ισχυρό στρατό των Ασσυρίων. Μεγάλη της η πίστη! Είπε λοιπόν στον Κύριο: «…Διότι η δύναμίς σου δεν εξαρτάται εκ του πλήθους των ανδρών, Συ είσαι ο Θεός των ταπεινών, ο βοηθός των εστερημένων βοηθείας, ο αντιλήπτωρ των ασθενών, ο προστάτης των απεγνωσμένων… εισάκουσον της δεήσεώς μου και δος εις στο στόμα μου λόγον απατηλόν προς συντριβή και καταστροφή αυτών, οι οποίοι αποφάσισαν τρομερά πράγματα εναντίον της Διαθήκης Σου, του ηγιασμένου ναού Σου, του λόφου της Σιών, της κατοικίας των υιών Σου…». Ζήτησε  δηλαδή η Ιουδίθ δύναμη από τον Θεό ώστε να  αντικρύσει τον στρατηγό Ολοφέρνη να τον σαγηνεύσει και την κατάλληλη στιγμή να τον κτυπήσει και να τον εξοντώσει.

Πολλοί ηθικιστές ερμηνευτές, κατηγορούν το σχέδιο της Ιουδίθ ως έλλειψη αγάπης προς τον εχθρό. Αλλά πρέπει να κρίνουμε το σχέδιο βάση εποχής και όχι βάση των σημερινών χριστιανικών αντιλήψεων. Όλοι οι λαοί της αρχαιότητος θεωρούσαν τότε την εξόντωση ενός αρχηγού ως ευλογία όποιον τρόπο κι αν μηχανεύονταν για να το επιτύχουν. Μετά απ’ αυτά η Ιουδίθ, καλλώπισε το σώμα της λούζοντας τα μαλλιά της, και στολίζοντας το σώμα της με όμορφα κοσμήματα, εν συνεχεία ξεκίνησε μαζί με την δούλη της για να συναντήσει τον Ολοφέρνη βαδίζοντας προς το στρατόπεδο των Ασσυρίων. Όταν την είδαν οι Ασσύριοι θαύμασαν την ομορφιά και είπαν: «Ποιος μπορεί να περιφρονήσει τον λαό αυτό, ο οποίος διαθέτει τέτοιες γυναίκες»;

Ο Ολοφέρνης συνάντησε την Ιουδίθ, η οποία ζήτησε κατ’ ιδίαν να του μιλήσει. Ξεκινώντας τον λόγο της άρχισε να κολακεύει τον Ολοφέρνη και υποσχέθηκε σ’ αυτόν αν κάνει ό,τι του πει μία εύκολη και άνετη νίκη. Το «Σχέδιό» της εναντίον των ισραηλιτών όπως υποσχέθηκε στον Ολοφέρνη, ήταν να περιμένει εκείνος μέχρις ότου οι ισραηλίτες εξαιτίας της πείνας από την πολιορκία όπου βρίσκονταν να αμαρτήσουν τρώγοντας φαγητά που απαγορεύονταν από τον ιουδαϊκό νόμο. Έτσι θα προκαλούσαν την οργή του Θεού και κατά συνέπεια την συντριβή τους υπό των Ασσυρίων. Το μόνο που έπρεπε να κάνει ο Ολοφέρνης ήταν να επιτρέψει σ’ αυτήν και την δούλη της να μείνουν παρακείμενα του στρατοπέδου του ώστε αυτή διά της προσευχής της στον Θεό να πληροφορηθεί κάποια στιγμή την αμαρτία των συμπατριωτών της και να το αναφέρει στον Ολοφέρνη. Υποσχέθηκε δε σ’ αυτόν ένα άνετο πέρασμα του στρατού του μέχρι και την Ιερουσαλήμ.

Οι λόγοι αυτοί άρεσαν στο Ολοφέρνη ο οποίος της είπε: «Πολύ καλά έκανε ο Θεός και σε απέστειλε εναντίον του λαού σου, ώστε να περιέλθει η νίκη στα χέρια μας, απώλεια δε και καταστροφή σ’ εκείνους, οι οποίοι περιφρόνησαν τον κύριό μου Ναβουχοδονόσορα. Και τώρα εσύ είσαι ωραία κατά τη μορφή και σοφή στα λόγια σου. Εάν λοιπόν κάνεις όπως είπες, θα είναι ο Θεός σου Θεός μου και συ θα εγκατασταθείς στον οίκο του βασιλέως Ναβουχοδονόσορος και θα γίνεις περίφημη σε όλη τη γη».

Ο Ολοφέρνης πρόσφερε στην Ιουδίθ ασημικά και πλούσια εδέσματα, τα οποία εκείνη απέρριψε με ευγένεια για να μη παραβιάσει τον Μωσαϊκό νόμο. Ένας εκ των ευνούχων του Ολοφέρνου ονόματι Βαγώας πλησίασε την Ιουδίθ με σκοπό να την πείσει να συνδειπνήσει με τον Ολοφέρνη και στην συνέχεια να έρθει σε σαρκική επαφή μ’ αυτόν. Η Ιουδίθ αποδέχτηκε την πρόσκληση αυτή διότι συμβάδιζε με το σχέδιο που είχε κατά νου της. Ο βασιλιάς των Ασσυρίων αισθάνθηκε άμεσα μία σφοδρή σαρκική επιθυμία για την ηρωίδα μας. Της είπε λοιπόν: -«πιες και γίνε και συ εύθυμη όπως είμαστε κι εμείς». Η Ιουδίθ απάντησε: -«Ναι, θέλω να πιω κύριε, διότι σήμερα η ζωή μου θα δοξασθεί περισσότερο από όλες τις άλλες μέρες της ζωή μου». Ο Ολοφέρνης ήπιε πάρα πολύ κρασί, όσο δεν είχε πιει ποτέ άλλη μέρα απ’ όταν γεννήθηκε.

Ο Ασσύριος βασιλιάς μεθυσμένος και βεβαρυμένος από το μεθύσι απομονώθηκε στο δωμάτιό του. Εκεί εισήλθε και η Ιουδίθ η οποία εδράζοντας της ευκαιρίας  αποκεφάλισε τον βασιλιά με το ίδιο του το ξίφος! ‘Εσυρε δε το πτώμα του στο πάτωμα και φεύγοντας πήρε μαζί της το κεφάλι του βασιλέως ως λάφυρο. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Βαιτυλούα όπου έγινε δεκτή με ενθουσιασμό. Κανείς δεν περίμενε την επιστροφή της και μάλιστα με αυτόν τον θριαμβευτικό τρόπο. Δεν θυσίασε την τιμή της, έφερε δε την κεφαλή του βασιλέως των Ασσυρίων και δοξάσθηκε από τους Ισραηλινούς.

Οι ισραηλινοί παρέλαβαν την κεφαλή του Ολοφέρνου και την κρέμασαν έξω από τα τείχη τους ώστε να τρομάξουν του Ασσυρίους. Όταν ξημέρωσε ο στρατός των Εβραίων εξήλθε κατά ομάδες εναντίον των εχθρών των. Οι Ασσύριοι βλέποντας τους Ιουδαίους να έρχονται εναντίον τους ειδοποίησαν τους αρχηγούς τους, εκείνοι τους διοικητές του στρατού, οι δε στρατηγοί πήγαν  στην σκηνή του Ολεφέρνου και αντίκρισαν το πτώμα του δίχως κεφαλή, παράλληλα διαπίστωσαν την απουσία της Ιουδίθ και έτσι γρήγορα αντιλήφθηκαν ότι μία γυναίκα Ιουδαία κατάφερε το αδιανόητο…

Οι Ασσύριοι πάνω στον πανικό τους τράπηκαν σε φυγή, τότε όρμησαν εναντίον αυτών οι ισραηλίτες και τους φόνευσαν, λεηλατώντας το στρατόπεδό τους.

Μετά απ’ αυτά, ο Αρχιερεύς και οι γεροντότεροι των ισραηλιτών συνεχάρησαν την Ιουδίθ για το κατόρθωμά της λέγοντας: «Εσύ είσαι η δόξα της Ιερουσαλήμ, εσύ είσαι η μεγάλη τιμή και φήμη του Ισραήλ, εσύ είσαι το μεγάλο στολίδι του γένους μας. Εσύ έπραξες όλα αυτά διά της χειρός σου, εσύ έκανες τα κατορθώματα αυτά εν μέσω του Ισραήλ..»!

Η Ιουδίθ έψαλλε πανηγυρική ωδή στον Θεό για την Χάρη που έδωσε στον λαό της. Μετά την νίκη αυτή ο λαός των Ιουδαίων μετέβη στην Ιερουσαλήμ για να προσκυνήσει τον Θεό. Η Ιουδίθ έδωσε τα όπλα του Ολοφέρνου αφιέρωμα στον Κύριο. Η γυναίκα αυτή έγινε περίφημη ανάμεσα στον λαό της. Πολλοί άνδρες τη ζήτησαν για σύζυγο, όμως εκείνη παρέμεινε πιστή στον σύζυγό της Μανασσή. Γέρασε και πέθανε σε ηλικία 105 ετών (Στην προ Χριστού εποχή κατά την οποία ο παράδεισος παρέμενε κλειστός, η μακροζωία θεωρούνταν ως ευλογία του Θεού) , την έθαψαν στον τάφο του ανδρός της. Οι Ισραηλίτες πένθησαν γι΄αυτήν επτά μέρες.

Το βιβλίο της Ιουδίθ καταλήγει περιγράφοντας την ευτυχία των Ιουδαίων κατά την ζωή και μετά τον θάνατο της ηρωίδας: «Κατά την εποχή που ζούσε η Ιουδίθ και επί πολύ χρονικό διάστημα μετά τον θάνατό της, ουδείς τόλμησε να απειλήσει τους ισραηλίτες».

 

Επαφή