722 π.Χ Τωβίτ

722 π.Χ ΤΩΒΙΤ

 

               (Αν και χρονολογικά ο Τωβίτ έζησε στα τέλη του 8 π.Χ αιώνος, εν τούτοις διά λόγους ακολουθίας της σειράς της Παλαιάς Διαθήκης η οποία τοποθετεί την ιστορία του Τωβίτ μετά τον Νεεμία θα τον μελετήσουμε και εμείς κατά την αυτή τάξη).

               Ο Τωβίτ, άνθρωπος ευλαβέστατος ήχθη αιχμάλωτος στην Ασσυρία,  οδηγούμενος στην πόλη Νινευή στην εποχή της βασιλείας του Σαλμανάσαρ.

               Από μικρός έζησε με ευλάβεια, προσέφερε πάντοτε και με συνέπεια τις ορισμένες υπό του νόμου θυσίες στο θυσιαστήριο του Θεού. Όταν μεγάλωσε παντρεύτηκε μία γυναίκα ονόματι Άννα και εξ’ αυτής απέκτησε έναν υιό τον Τωβία. Όμως σύντομα όπως προαναφέραμε αυτός και η οικογένειά του αιχμαλωτίστηκαν από τους Ασσυρίους.

               Παρά την αιχμαλωσία του, δεν έπαυσε να είναι πιστός στον νόμο του Θεού. Έτσι αρνιόταν σε αντίθεση με όλους τους άλλους να φάει ειδωλόθυτα φαγητά.  Η συμπεριφορά του αυτή έφερε την εύνοια του βασιλέως Ενεμεσσάρου. Επί της βασιλείας αυτού απέκτησε ελευθερία κινήσεως και διαχειρίσεως σημαντικών χρηματικών ποσών δια των οποίων προέβαινε σε ελεημοσύνες για τους αδελφούς του ισραηλίτες.

               Όταν πέθανε ο Ενεμεσσάρος, βασιλέας χρήστηκε ο Σενναχηρίμ (711 π.Χ). Ο Σενναχηρίμ όμως δεν ήταν το ίδιο αγαθός  απέναντι στους ισραηλίτες. Φόνευσε πολλούς ιουδαίους και κατεδίωξε τον Τωβίτ διότι αυτός κρυφίως έθαπτε τα σώματα των συμπατριωτών του τα οποία κείτονταν στους δρόμους με ασέβεια και ασπλαχνία. Η καταδίωξη αυτή όμως δεν κράτησε πάνω από πενήντα μέρες, διότι οι γιοι του Σενναχηρίμ σκότωσαν τον πατέρα τους για να τον διαδεχθούν στον θρόνο. Ο Σαχερδονός βασίλεψε τότε στην περιοχή, ο οποίος έθεσε ως διευθυντή των οικονομικών του βασιλείου τον ανηψιό του Τωβίτ Αχιάχαρο. Ο Αχιάχαρος κάλεσε και πάλι πίσω στην Νινευή τον Τωβίτ.

               Την εποχή εκείνη στην Νινευή, η ζωή των Ιουδαίων θεωρούνταν μηδαμινό πράγμα. Τους κατακρεουργούσαν και τους άφηναν άταφους. Ο Τωβίτ παρά τον κίνδυνο που διέτρεχε έθαπτε τους συμπατριώτες του.

               Μία ημέρα κατά την ημέρα της Πεντηκοστής είχε ενταφιάσει κατά την συνήθειά του έναν νεκρό συμπατριώτη του. Κατά την επιστροφή του στην οικία του δεν μπήκε στο σπίτι του για να κοιμηθεί επειδή ήταν νομικώς ακάθαρτος. Αποκοιμήθηκε λοιπόν στον εξωτερικό τοίχο της αυλής του. Ο ύπνος τον πήρε με τα μάτια ανοιχτά. Μικρά πουλάκια κουτσούλισαν στα ανοιχτά μάτια του Τωβίτ και του προκάλεσαν άμεση τύφλωση.

               Η τύφλωσή του αυτή έφερε μεγάλη δυστυχία στην οικογένειά του και φτώχια επειδή ο Τωβίτ δεν μπορούσε πλέον να δουλέψει. Η γυναίκα του Άννα δούλευε σαν κομμώτρια σε σπίτια πλουσίων. Κάποτε έφερε στο σπίτι έναν κατσικάκι που της είχαν δώσει φιλοδώρημα για την εργασία της. Ο Τωβίτ όμως δεν την πίστεψε και της είπε να επιστρέψει πίσω το κλοπιμαίο από κει που το πήρε. Τότε η Άννα του επιτέθηκε φραστικά λέγοντας: «Που είναι οι ελεημοσύνες σου και οι δικαιοσύνες σου. Να τα κέρδη της πολυγνωσίας σου και της αρετής σου που απορρέουν απ΄αυτά. Είναι συσσωρευμένα πάνω σου». (Τωβίτ  2,14).

               Ο Τωβίτ λυπήθηκε για τα σκληρά λόγια της γυναίκας του και προσευχήθηκε με θέρμη στον Θεό, δίχως όμως να γογγύσει για τις δυστυχίες του.

               Στη συνέχεια ο συγγραφέας μας μεταφέρει στην απομακρυσμένη Μηδία και μας διηγείται διαφορετικά γεγονότα με διαφορετικά πρόσωπα:  Μας μιλά για μια γυναίκα που την έλεγαν Σάρρα, η οποία είχε παντρευτεί με επτά άνδρες. Πονηρό πνεύμα όμως φόνευε αυτούς πριν έλθουν σε ένωση μ΄αυτήν. Οι υπηρέτριές της την ονείδιζαν λέγοντας: «Δεν συναισθάνεσαι το κακό, το οποίο κάνεις φονεύοντας τους άνδρες σου»;

               Η εξιστόρηση της δυστυχίας της Σάρρας και η υπομονή που υποδείκνυε σ’ αυτήν δεν είναι καθόλου τυχαία, διότι λίγο αργότερα οι δύο αυτές δύστυχες και συνάμα ευλαβείς ψυχές,  (του Τωβίτ και της Σάρρας) θα προσεγγίσουν μετά από λίγο η μία την άλλη.

               Το ερώτημα ασφαλώς που ανακύπτει είναι το πώς εμφανίζονταν νέοι μνηστήρες για την Σάρρα. Απάντηση: Η Σάρρα ήταν αφενός μεν πολύ όμορφη και αφετέρου κληρονόμος ενός πλούσιου πατέρα.

               Η Σάρρα όπως και προηγουμένως ο Τωβίτ προσευχήθηκε ένθερμα στον Θεό δίχως να γογγύσει αλλά αντιθέτως δόξαζε το ένδοξο όνομα του Κυρίου!

               Ο Τωβίτ παρακάλεσε τον υιό του όταν πεθάνει να τον θάψει. Ήθελε να απολαύσει την τιμή του ενταφιασμού –πολύ δικαίως- διότι αυτή νωρίτερα την είχε δώσει σε πολλούς συμπατριώτες του.  Είχε λοιπόν κάποια χρήματα κρύψει στο παρελθόν για τον σκοπό αυτό.  «και μη παρίδης και την μητέρα σου ότι αυτή πολλάκις εκινδύνευσε εξ’ αιτίας σου, όταν βρισκόσουν στην κοιλιά της». Πόσο υπέροχη ήταν η ψυχή του Τωβίτ! «Θάψε αυτήν πλησίον μου στον ίδιο τάφο». «Όλες τις ημέρες της ζωής σου παιδί μου να θυμάσαι τον Κύριο τον Θεό μας και ποτέ να μη θελήσεις να αμαρτήσεις παραβαίνοντας τις εντολές Του. Όλες τις ημέρες της ζωής σου κάνε το δίκαιο και ποτέ μη θελήσεις να πορευθείς σε δρόμους αδικίας. Διότι όταν εσύ θελήσεις να εφαρμόσεις τις αληθείς οδούς του Κυρίου, θα κατευοδώνονται τα έργα σου όπως και όλων εκείνων που επιζητούν το δίκαιο. Από τα υπάρχοντά σου κάνε ελεημοσύνη και ας μην απομακρυνθεί ο οφθαλμός σου από την αρετή της ελεημοσύνης. Μην αποστρέψεις το πρόσωπό σου από κάθε φτωχό και ούτε ο Θεός θα αποστρέψει το πρόσωπό του από σένα. Αναλόγως των υπαρχόντων σου κάνε την ελεημοσύνη σου. Αν έχεις λίγα, εκ των ολίγων αυτών μη φοβηθείς ότι θα στερηθείς και κάνε ελεημοσύνη. Όταν κάνεις ελεημοσύνη κάνεις πλούσια κατάθεση για τον εαυτό σου όταν θα έρθεις σε ανάγκη. Διότι η ελεημοσύνη σε απαλλάσσει από τον θάνατο και δεν σε αφήνει να εισέλθεις στο σκοτάδι του. Η ελεημοσύνη είναι δώρο αγαθό για όλους εκείνους, οι οποίοι κάνουν αυτή ενώπιον του Θεού.

               Πρόσεχε, παιδί μου, τον εαυτό σου από πάσης πορνείας και εν πρώτοις σου συνιστώ να λάβεις γυναίκα ως σύζυγό σου…  Τώρα παιδί μου αγάπα τους αδελφού σου ισραηλίτες και μην υπερηφανευθείς ενώπιον αυτών εν τη καρδία σου… διότι μέσα στην υπερηφάνεια υπάρχει απώλεια και πολλή αναταραχή και μέσα στην ασωτία ελάττωση και φτώχεια μεγάλη, διότι η σπατάλη επιφέρει φτώχεια και πείνα. Τον μισθό κάθε εργάτη που θα εργασθεί κοντά σου  δεν πρέπει να αποστερήσεις αλλά να τον αποδώσεις σ’ αυτόν αμέσως. Τότε και συ , όταν δουλεύεις στον Θεό σου, θα αποδώσει σε σένα ο Θεός τον μισθό σου. Πρόσεχε παιδί μου τον εαυτό σου σε όλα τα έργα σου και να είσαι συνετός σε κάθε συμπεριφορά σου. Εκείνο το οποίο μισείς και δε θέλεις να γίνει σε σένα, σε κανέναν μη το κάνεις. Ποτέ μη πίνεις οίνο μέχρι μέθης και ποτέ μη συναναστρέφεσαι με μεθυσμένους.

               Από τον άρτο σου δίδε σ’ εκείνον που πεινά και από τα ενδύματά σου δίδε σ’ εκείνους οι οποίοι είναι γυμνοί. Ότι σου περισσεύει δίνε το ελεημοσύνη. Και ας μην φοβηθεί ο οφθαλμός σου όταν το χέρι σου κάνει ελεημοσύνη… Να επιζητείς συμβουλή από κάθε σοφό άνθρωπο και ποτέ μη περιφρονήσεις κάθε ωφέλιμη συμβουλή. Δόξαζε τον Κύριο τον Θεό εν παντί καιρό και ζήτησε απ΄Αυτόν να κατευθύνει  τη ζωή σου και να κατευοδώνονται τα δικά σου θελήματα. Διότι όλοι οι ειδωλολάτρες άνθρωποι δεν έχουν το δώρο της καλής συμβουλής. Μόνον ο κύριος δίδει όλα τα αγαθά και εκείνον τον οποίο θέλει ταπεινώνει, όπως αυτός θέλει. Και τώρα παιδί μου θυμήσου αυτές τις εντολές μου και ας μην εξαλειφθούν αυτές από την μνήμη σου» (Τωβίτ 4,5-19).

               Ο Τωβίας υποσχέθηκε να τηρήσει τις νουθεσίες του πατέρα του. Όμως διερωτήθηκε για το πώς θα μπορούσε να παραλάβει τα χρήματα του πατέρα του αφού δεν γνώριζε τον άνθρωπο που φύλαγε αυτά. Ο Τωβίτ του είπε να βρει άνθρωπο που θα τον συνοδεύσει και θα τον βοηθήσει προς την εκπλήρωση αυτού του σκοπού. Ο Τωβίας πήγε να βρει άνθρωπο που θα τον συνοδεύσει και βρήκε τον αρχάγγελο Ραφαήλ, αλλά δεν τον αναγνώρισε ως άγγελο αλλά ως άνθρωπο. Ο Τωβίτ θέλησε να γνωρίσει αυτόν τον άνθρωπο και τον κάλεσε στο σπίτι του. Όταν συναντήθηκαν αλληλοασπάστηκαν!!! Ο Τωβίτ τον ρώτησε από ποια φυλή καταγόταν. Ο αρχάγγελος Ραφαήλ του απάντησε: «Φυλή και πατριά χρειάζεσαι ή έμμισθο συνοδοιπόρο ο οποίος θα πορευθεί μαζί με τον υιό σου. Ο Τωβίτ όμως επέμεινε να μάθει την καταγωγή του και ο Ραφαήλ απάντησε: «Εγώ είμαι ο Αζαρίας ο υιός του Ανανίου του μεγάλου εκ των ομοφύλων του». (Στο σημείο αυτό οι ορθολογιστές κατηγορούν τον αρχάγγελο για ψεύδος. Δεν ελέχθη όμως ψεύδος εκ μέρους του αγγέλου διότι ο άγγελος Ραφαήλ εμφανιζόταν με την μορφή του Αζαρία. Είχε σταλεί από τον Θεό με την μορφή αυτού του ανδρός καθώς επισημαίνει ορθά ο αρχιμ. Ιωήλ Γιαννακόπουλος).

               Έτσι ο άγγελος και ο Τωβίας ξεκίνησαν τον δρόμο τους παίρνοντας μαζί του και τον σκύλο του Τωβία. (Μία εκπληκτική παρέα –άγγελος-άνθρωπος-σκύλος!!!)

               Καθώς πορεύονταν τον δρόμο τους έφτασαν στον ποταμό Τίγρη και διανυκτέρευσαν εκεί. Ο Τωβίας πλησίασε στον ποταμό για να λουσθεί. Ένα μεγάλο ψάρι όμως αναπήδησε από το νερό προσπαθώντας να καταπιεί τον Τωβία. Ο άγγελος τότε είπε σ’ αυτόν: «Πιάσε το ψάρι και ανέβασέ το στην όχθη του ποταμού. Άνοιξε το ψάρι και λάβε την καρδιά, το ήπαρ και την χολή φύλαξέ τα καλά αυτά». Ο Τωβίας έκανε όπως τον συμβούλεψε ο άγγελος. Το υπόλοιπο εξ΄αυτού το έψησαν και το έφαγαν. Στη συνέχεια προχώρησαν βαδίζοντας προς τα Εκβάτανα. Ο Τωβίας τότε ρώτησε τον άγγελο: «Αδελφέ Αζαρία τι χρειάζονται η καρδιά, το ήπαρ και η χολή του ψαριού;» Ο άγγελος του απάντησε: «Εάν άνθρωπος ενοχλείται υπό δαιμονίου ή πνεύματος πονηρού και καπνίσουμε αυτά ενώπιόν του, αυτός δεν θα ενοχληθεί πλέον απ’ αυτά. Η δε χολή χρησιμεύει ώστε εάν χρισθεί ένας άνθρωπος απ’ αυτήν, ο οποίος έχει λευκώματα στους οφθαλμούς θα θεραπευτεί». (Τωβίτ 6,7-9).

               Όταν πλησίασαν στον προορισμό τους, ο άγγελος πίεσε τον Τωβίτ να ζητήσει σε γάμο την ξαδέρφη του Σάρρα.  Βεβαίως ο Τωβίτ είχε πληροφορηθεί ότι η Σάρρα είχε παντρευτεί με άλλους επτά άνδρες οι οποίοι πέθαναν ο ένας μετά τον άλλο εξαιτίας δαιμονίου από το οποίο κατέχονταν η γυναίκα αυτή. Ο άγγελος όμως του είπε: «Όταν εισέλθεις στον νυμφικό κοιτώνα, θα βάλεις φωτιά στο θυμιατήρι, θα θέσεις την καρδιά και το ήπαρ του ψαριού στην φωτιά. Το δαιμόνιο θα οσφρανθεί τον καπνό αυτών και θα φύγει χωρίς να επιστρέψει ποτέ ξανά.  Όταν δε πρόκειται να κοιμηθείς μαζί της, προηγουμένως σηκωθείτε και οι δύο και προσευχηθείτε εκ βάθους καρδίας στον Θεό…». Όταν τα άκουσε όλα αυτά ο Τωβίας την αγάπησε από καρδιάς και η ψυχή του προσκολλήθηκε στην αγαπημένη του.

               Όταν ο Τωβίας συναντήθηκε  με τον πατέρα της Σάρρας τον Ραγουήλ, εκείνος συγκινημένος τον αγκάλιασε και τον ασπάστηκε. Ο Τωβίας ζήτησε σε γάμο την Σάρρα και ο Ραγουήλ δέχτηκε μετά χαράς, αλλά με σπάνια ειλικρίνεια εξιστόρησε στον Τωβίτ το γεγόνός του θανάτου των προηγούμενων επτά συζύγων της Σάρρας κατά την πρώτη νύχτα του γάμου, κάτι που ασφαλώς δεν πτόησε τον Τωβία.

               Όταν ο Τωβίας εισήλθε στον νυμφικό κοιτώνα με την Σάρρα, θύμιασε τον χώρο ώστε να αισθανθεί την προσευχή του το δαιμόνιο και εν συνεχεία προσευχήθηκαν και οι δύο θερμά προς τον Κύριο όπως τους είχε διδάξει ο αρχάγγελος Ραφαήλ. Ο πατέρας της Σάρρας, Ραγουήλ, όταν ξημέρωσε έστειλε μία δούλη να δει αν επέζησε ο Τωβίας, διότι όπως είπαμε όλοι οι προηγούμενοι σύζυγοι της Σάρρας, πριν συνευρεθούν μαζί της απέθνησκαν. Η δούλη όμως ανοίγοντας την πόρτα του νυμφικού κοιτώνος, είδε και τους δύο κοιμωμένους, προς μεγάλη χαρά και αγαλλίαση όλων!

               Κατόπιν, ο Τωβίας παρέλαβε την Σάρρα την γυναίκα του και πήραν τον δρόμο της επιστροφής προς την πατρίδα του, όπου τους ανέμεναν με αγωνία οι γονείς του Τωβία, Τωβίτ και Άννα. Ο Τωβίτ ήταν όπως είδαμε τυφλός. Ο άγγελος Ραφαήλ που συνόδευε το ζεύγος είπε στον Τωβία να πάρει από την χολή του ψαριού που φύλαγε από την αρχή της διαδρομής τους και να αλείψει με αυτήν τους οφθαλμούς του πατέρα του. Μόλις ο Τωβίας επάλειψε τα μάτια του πατέρα του, εκείνος θεραπεύτηκε από την τύφλωσή του. Ο Τωβίτ βλέποντας τον υιό του δόξασε τον Θεό, τον ευλόγησε και στη συνέχεια ευλόγησε και τη νύφη του Σάρρα.

               Ο Τωβίτ και ο Τωβίας αποφάσισαν από κοινού να πληρώσουν με την  μισή τους περιουσία τον άγγελο συνοδό, στον οποίο χρωστούσαν το αίσιο πέρας του ταξιδιού του Τωβία, την θεραπεία της Σάρρας και του Τωβίτ. Τότε ο άγγελος κάλεσε και τους δύο ιδιαιτέρως και τους είπε: «Δοξάσατε τον Θεό, ευχαριστήστε αυτόν, μεγαλύνετε το όνομα αυτού και δοξάστε αυτόν ενώπιον όλων των ανθρώπων για όλα όσα έκανε για σας. Είναι καλό να δοξάζετε τον Θεό και να μεγαλύνετε το όνομά του, τα δε έργα αυτού, μετά πάσης τιμής και δόξης… τα μυστικά του βασιλέως καλό είναι να κρύπτονται, τα έργα όμως του Θεού πρέπει να αποκαλύπτονται. Είναι καλό πράγμα η προσευχή που συνδυάζεται με την νηστεία, την ελεημοσύνη και κάθε άλλη αρετή. Καλύτερο είναι να έχεις λίγα με δικαιοσύνη, παρά πολλά με αδικία. Καλό είναι να κάνεις ελεημοσύνη παρά να θησαυρίζεις  χρυσό. Η ελεημοσύνη λυτρώνει από τον θάνατο. Αυτή καθαρίζει τον άνθρωπο από κάθε αμαρτία. Αυτοί που κάνουν ελεημοσύνη και δικαιοσύνη, θα ζήσουν πολλά έτη, οι δε αμαρτωλοί είναι εχθροί της ίδιας τους της ζωής. Δε θα κρύψω από σας τίποτα.. εγώ είμαι ο Ραφαήλ, ένας εκ των επτά αγίων αγγέλων, οι οποίοι αναφέρουν τις προσευχές των αγίων ενώπιον του αγίου Θεού». Τωβίτ και Τωβίας, έπεσαν στα γόνατα διότι φοβήθηκαν.  Ο άγγελο είπε σ’ αυτούς: «Μη φοβάστε η ειρήνη θα είναι μαζί σας, τον Θεό δοξάστε τον εις τον αιώνα, διότι όχι με την δική μου χάρη, αλλά με την θέληση του Θεού ήρθα σ’ εσάς. Όλες τις ημέρες κατά τις οποίες εμφανιζόμουν σε σας, ούτε έφαγα ούτε ήπια, αλλά φαινομενικώς με βλέπατε να τρώω και να πίνω. Ευχαριστείστε λοιπόν τον Θεό, διότι ανέρχομαι προς αυτόν, ο οποίος με απέστειλε».

               Ο Τωβίτ και ο Τωβίας δόξασαν με ύμνους και ψαλμούς τον Θεό. Ο Τωβίτ πέθανε σε ηλικία εκατόν πενήντα οκτώ ετών. Δεν έπαψε ποτέ να δοξάζει τον Θεό και να κάνει ελεημοσύνες. Ο δε Τωβίας πέθανε σε ηλικία εκατόν είκοσι επτά ετών. Πριν πεθάνει έμαθε για την καταστροφή της Νινευή η οποία πραγματοποιήθηκε κατά το έτος 625 π.Χ και είχε προφητευθεί από τον Τωβίτ στο Τωβίτ, 14, 8. :(Και τώρα παιδί μου, φύγε από την Νινευή, διότι οπωσδήποτε θα συμβούν εκείνα τα οποία είπε ο προφήτης Ιωνάς…).

Επαφή