816 π.Χ Προφήτης Ηλίας

Προφήτης Ηλίας

    Ο προφήτης Ηλίας κατάγονταν από τη Θέσβη  της Γαλαάδ πόλη που ανήκε στη φυλή Νεφθαλίμ (εξ ου και θεσβίτης). Παρουσιάστηκε κάποτε μπροστά στον ασεβή βασιλέα   Αχαάβ και του είπε πως επρόκειτο να έρθει πείνα στη χώρα εξαιτίας  της ειδωλολατρίας που είχε υποπέσει αυτός  και όλος ο λαός.  Κατά τα έτη του λοιμού ο Θεός δεν θα έβρεχε επί της γης.  «Ει μη όταν εγώ είπω διά του στόματός μου»  ανήγγειλε  ο προφήτης.

    Ο Θεός  κατόπιν έδωσε εντολή στον Ηλία να κρυφθεί σε μια σπηλιά κοντά στον Ιορδάνη. Εκεί οι κόρακες του έφερναν τροφή,  άρτους το πρωί και κρέας το δειλινό.

    Ξηρανθέντος του χειμάρρου λόγω ανομβρίας  μετέβη ο προφήτης στη Σαρεπτά της Σιδωνίας (εν μέσω δηλαδή Τύρου και Σιδώνος)  όπου εκεί κατά Θεία οικονομία φιλοξενήθηκε από μια χήρα γυναίκα. Η γυναίκα αυτή εξαιτίας του λοιμού είχε απομείνει με μια μόνο χούφτα αλεύρι όταν συνάντησε τον Ηλία. Από αυτό το λιγοστό αλεύρι έπρεπε να φάει η ίδια και ο γιος της. Παρόλα αυτά δεν δίστασε φιλοξενήσει τον ξένο στο σπίτι της.

    Για την χήρα της Σαρεπτά ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει : «Αυτή ήταν πρώτον αλλόφυλος, δεύτερον Σιδωνία, τρίτον ασθενής γυναίκα, τέταρτον χήρα, πέμπτον πτωχοτάτη ώστε μετά από λίγο θα πέθαινε από την πείνα, έκτον είχε υιό, έβδομον ξένος ήτο ο Ηλίας και ο αίτιος της πείνας και όμως ελέησε αυτόν!» Σε άλλο σημείο πάλι λέει: «Η χήρα αυτή ήταν ανώτερη από τη φιλοξενία του Αβραάμ, διότι αυτή φιλοξένησε εκ του υστερήματος, εκείνος δε εκ του περισσεύματος. Καταφρονείται η φύσις ίνα τιμηθεί η φιλοξενία»

    Ο Ηλίας  υποσχέθηκε στην χήρα γυναίκα πως το νερό από την υδρία της δεν θα μειώνονταν, ούτε το λάδι, ούτε και  το αλεύρι εξαιτίας της φιλοξενίας που του παρείχε. Πράγματι έτσι κι έγινε. Όμως μετά από λίγο ο γιος της χήρας ασθένησε σοβαρά και πέθανε. Η χήρα απευθυνόμενη  προς τον προφήτη του  είπε τότε: «Ποία σχέση υπάρχει μεταξύ εμού και σου, άνθρωπε του Θεού; Εισήλθες στον οίκο μου, για να ενθυμηθεί ο Θεός τις αμαρτίες μου και να τιμωρήσει εμένα θανατώνοντας τον γιο μου;» Με τον λόγο αυτό η χήρα αναγνωρίζει στο πρόσωπο του Ηλία τον άνθρωπο του Θεού και ταυτόχρονα την αναξιότητά της να του παρέχει φιλοξενία. Οποία ταπείνωση!

    Ο Προφήτης όμως παρέλαβε τον γιο της χήρας και αφού προσευχήθηκε στον Κύριο τον ανέστησε.

    Έπειτα από πολύ καιρό και συγκεκριμένα κατά το τρίτο έτος του λιμού, εδόθη εντολή από τον Κύριο στον Ηλία να παρουσιαστεί και πάλι στον Αχαάβ. Αρχικά παρουσιάστηκε στον ευλαβή δούλο του Αχαάβ τον Αβδιού, ο οποίος σέβονταν τον αληθινό Θεό

    Όταν Ηλίας και πάλι εμφανίστηκε ενώπιον του Αχαάβ εκείνος πλήρης αλαζονείας του είπε: «Συ δεν είσαι εκείνος ο οποίος διαστρέφεις τον Ισραηλιτικό λαό;». Ο Ηλίας απάντησε: «Δεν διαστρέφω εγώ τον Ισραηλιτικό λαό αλλά εσύ και η πατρική σου οικογένεια. Διότι εσείς εγκαταλείψατε τον Κύριο τον Θεό σας και παραδοθήκατε στην λατρεία του Βάαλ. Και τώρα στείλε ανθρώπους και συγκέντρωσε κοντά μου όλους τους αντιπροσώπους του ισραηλιτικού λαού στο Καρμήλιο όρος. Μαζί με αυτούς φέρε και τους τετρακόσιους πενήντα της αισχύνης και τους τετρακόσιους προφήτες των ιερών δασών της Αστάρτης».

    Ο Αχαάβ συγκέντρωσε όλους αυτούς τους ανθρώπους που ζήτησε ο Ηλίας στο Καρμήλιο όρος. Ο προφήτης τότε πλησίασε τους αντιπροσώπους του λαού και είπε σ’ αυτούς: «Μέχρι πότε εσείς θα είστε χωλοί; Εάν υπάρχει Κύριος ο Θεός ημών, λατρέψετε Τον, εάν όμως ο Βάαλ είναι ο πραγματικός θεός λατρέψτε αυτόν». Οι αντιπρόσωποι του λαού δεν είχαν τι να απαντήσουν στον Ηλία.

    Ο Ηλίας τότε είπε: «Εγώ έμεινα μόνος εξ’ όλων των πραγματικών προφητών του Κυρίου, οι δε προφήτες του Βάαλ είναι τετρακόσιοι πενήντα άνδρες, οι δε προφήτες της Αστάρτης τετρακόσιοι. Ας δοθούν σε εμάς δύο βόες. Εκείνοι ας εκλέξουν εξ’ αυτών τον ένα για τον εαυτό τους, ας τον κόψουν και ας επιθέσουν τα τεμάχια επάνω σε ξύλα θυσιαστηρίου. Φωτιά όμως δε θα βάλουν. Εγώ θα λάβω τον άλλο βουν και θα κάνω όπως και αυτοί. Πυρ επί του θυσιαστηρίου δε θα θέσω. Εσείς θα φωνάξετε προς τον θεό σας και εγώ επίσης θα επικαλεσθώ το όνομα Κυρίου του Θεού μου. Εκείνος ο θεός ο οποίος θα ακούσει την προσευχή και θα στείλει πυρ, αυτός θα είναι ο πραγματικός θεός».

    Όλοι οι αντιπρόσωποι του λαού αποκρίθηκαν και είπαν: «Καλός είναι ο λόγος τον οποίο μας είπες ας γίνει έτσι». Οι προφήτες της αισχύνης έλαβαν τον μόσχο, τον έθεσαν επί του θυσιαστηρίου και άρχισαν να επικαλούνται το όνομα του Βάαλ από το πρωί μέχρι το μεσημέρι λέγοντες: «Επάκουσον ημών, ω Βάαλ, επάκουσον ημών». Ούτε φωνή όμως ούτε ακρόαση υπήρξε. Ο Ηλίας άρχισε να περιγελά αυτούς λέγοντας: «Κάποια απασχόληση έχει, ίσως βρίσκεται και στη σωματική του ανάγκη ο Βάαλ ίσως δε και να κοιμάται. Φωνάξτε μήπως ξυπνήσει!» Εκείνοι όλο και πιο δυνατά φώναζαν, έσκιζαν τα σώματά τους με μαχαίρια κατά τη συνήθειά τους αλλά ουδεμία απάντηση υπήρξε από τον ουρανό προς αυτούς.

    Ήρθε τότε και η σειρά του Ηλία. Είπε τότε προς τους αντιπροσώπους του λαού: «Πλησιάστε κοντά μου». Ο Ηλίας έδωσε δώδεκα λίθους, ισάριθμους των φυλών του Ισραήλ και έκτισε με τους λίθους αυτούς θυσιαστήριο. Στοίβαξε από κάτω ξύλα και έθεσε πάνω τα τεμάχια του μόσχου. «Λάβετε τέσσερις υδρίες ύδατος και χύστε το νερό αυτών πάνω στο μοσχάρι». Το εκχυθέν νερό ήταν τόσο πολύ ώστε έτρεχε γύρω από το θυσιαστήριο. Μετά προσευχήθηκε ο προφήτης στον Θεό κραυγάζοντας: «Κύριε ο Θεός του Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ επάκουσόν μου, ώστε να μάθει ο ισραηλιτικός λαός ότι εσύ είσαι ο πραγματικός Κύριος, ο Θεός του Ισραηλιτικού λαού και εγώ είμαι ο δούλος σου…»

    Έπεσε τότε πυρ παρά του Κυρίου εκ του ουρανού, κατέφαγε τα τεμάχια του προς ολοκαύτωση ζώου, τα ξύλα ακόμη και το νερό και τους λίθους κατέφαγε  φωτιά, έγλυψε δε και το χώμα. Ο λαός βλέποντας το θαύμα προσκύνησε έως εδάφους λέγοντας: «Ο Κύριος ο Θεός μας ναι! Αυτός είναι ο πραγματικός Θεός».

    Ο Ηλίας τότε είπε: Συλλάβετε τους ιερείς του Βάαλ, ουδείς εξ’ αυτών πρέπει να σωθεί. Ο Ηλίας έσφαξε αυτούς στο χείμαρρο Κισσών.

    Αμέσως μετά το μεγάλο θαύμα η ξηρασία έλαβε τέλος. Ο Ηλίας ανέβηκε στην κορυφή του Καρμήλιου όρους, έσκυψε την κεφαλή του στη γη, έθεσε αυτήν μεταξύ των γονάτων και προσευχήθηκε. Αυτός είναι ένας τρόπος που προσεύχονται και σήμερα οι αγωνιστές της νοεράς προσευχής.

    Ο Αχαάβ περιέγραψε όσα θαυμαστά έκανε ο Ηλίας στη σύζυγό του Ιεζάβελ. Η Ιεζάβελ εξαγριώθηκε από την συμπεριφορά του προφήτη και απέστειλε αγγελιοφόρο να του πει: «Όπως εσύ είσαι ο προφήτης Ηλίας, εγώ είμαι η βασίλισσα Ιεζάβελ. Ορκίζομαι να με τιμωρήσει ο Θεός με οποιεσδήποτε συμφορές πως αν αύριο αυτήν την ώρα δεν παραδώσω την ζωή σου στον θάνατο όπως εσύ έκανες στους ειδωλολάτρες ιερείς».

    Ας προσέξουμε στο σημείο αυτό τη συμπεριφορά του Ηλία: «Ο Ηλίας εφοβήθη, ηγέρθη, και κατευθύνθη όπου τον ώθει η ορμή της ψυχής του». Ο κλείσας τον ουρανό και ανοίξας εγυμνώθη της χάριτος και εφάνη η ασθένεια της φύσεως, όπως μας λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ο Ιερός Χρυσόστομος, θεωρεί ως αιτία του φόβου του και της φυγής του την πτώση του στον εγωισμό.

    Ο Ηλίας έφυγε μακριά από την επικράτεια του βασιλείου του Ισραήλ και έξω επίσης από την επικράτεια του βασιλείου του Ιούδα.  Βαδίζοντας οκτώ ημέρες πεζοπορία έφθασε στην περιοχή Βηρσαβεέ, όπου εκεί από την κούραση και την απελπισία έπεσε κατά γης. Άγγελος Κυρίου τον ενίσχυσε δίδοντάς του τροφή και κατόπιν ο προφήτης βαδίζοντας νηστεύοντας για άλλες σαράντα μέρες έφθασε σε ένα σπήλαιο στο όρος Χωρήβ.  Τότε ακούστηκε μια φωνή να του λέει: «Γιατί είσαι εδώ;» Ο Ηλίας απάντησε: «Ζήλος κατέλαβε την ψυχή μου διά Σε τον Κύριο τον Παντοκράτορα, διότι σε εγκατέλειψαν οι Ισραηλίτες, τα θυσιαστήριά σου κατέστρεψαν, τους προφήτες σου εφόνευσαν διά ρομφαίας και έμεινα εγώ μόνος, ουδείς άλλος.  (Να ο εγωισμός του Ηλία. Νόμιζε πως μόνο αυτός ήταν πλέον ευσεβής, κανένας άλλος, σύμφωνα με τον Ιερό Χρυσόστομο) Ζητάνε τώρα και η δική μου ζωή να αφαιρέσουν».

    Ο Κύριος είπε στον Ηλία: «Αύριο θα εξέλθεις από το σπήλαιό σου και θα σταθείς ενώπιον του Κυρίου στο όρος». Του είπε ο Θεός πως επρόκειτο να παρουσιασθεί μπροστά του όχι ως θύελλα, ούτε ως σεισμός, ούτε ως φωτιά, τα οποία τρία στοιχεία συμβολίζουν το μεγαλείο του Θεού, αλλά ως αύρα το σύμβολο της αγάπης του Θεού. Έτσι ο Κύριος δίδαξε τον προφήτη του ότι έπρεπε να σκέπτεται την μακροθυμία του Κυρίου και να μετριάσει έτσι πλέον τον ανοικτίρμονα ζήλο του. Του έδωσε δε μια τριπλή ανάθεση αποστολής:  α) Να χρίσει τον Αζαήλ βασιλιά της Συρίας, β) τον Ιού βασιλιά του ισραηλιτικού λαού και γ) τον Ελισαίο αντικαταστάτη του προφήτη.  Ο Θεός τον ενημέρωσε επίσης πως υπήρχαν άλλοι επτά χιλιάδες ισραηλίτες οι οποίοι δεν είχαν προσκυνήσει τον Βάαλ. Δεν ήταν συνεπώς ο μόνος πιστός της εποχής όπως ο ίδιος νόμιζε.

    Ο Αχαάβ καθώς μας περιγράφει στη συνέχεια η Γραφή επιθύμησε σφόδρα να αγοράσει το αμπέλι του Ναβουθαί. Ο Ναβουθαί όμως αρνήθηκε να του το παραχωρήσει όσα χρήματα κι αν εκείνος του προσέφερε. Η Ιεζάβελ μαθαίνοντας το περιστατικό αυτό με πανουργία συκοφάντησε τον Ναβουθαί ως βλάσφημο κατά του Θεού και του βασιλέως και έτσι κατάφερε να καταδικαστεί ο Ναβουθαί σε θάνατο. Ο Αχαάβ όταν πήγε να παραλάβει το αμπέλι του Ναβουθαί μετά τον θάνατό του, συνάντησε εκεί τον Προφήτη Ηλία, ο οποίος του ανήγγειλε νέες μεγάλες συμφορές που θα κτυπούσαν τον βασιλέα του Ισραήλ. Ο Αχαάβ μετανόησε, έσκισε τα ρούχα του  και φόρεσε έναν σάκο ως ένδειξη πένθους.

Γεγονότα που συνέβησαν λίγο καιρό πριν την αρπαγή του Ηλία στον ουρανό

    Τον καιρό εκείνο ο βασιλιάς της Συρίας Άδερ στρατοπέδευσε εναντίον του βασιλείου του Ισραήλ. Ο πόλεμος ήταν άνισος διότι οι Σύριοι ήταν πολυπληθέστεροι και πιο επιδέξιοι πολεμιστές. Ο Άδερ σίγουρος για την επικείμενη νίκη του μεθοκοπούσε σε οργιαστικά γλέντια που διοργάνωνε. Ο Θεός όμως ενίσχυσε τον Αχαάβ, βοήθησε τον Ισραηλιτικό λαό και συνέτριψε τα στρατεύματα του Άδερ, ο οποίος κρύφτηκε στο κρησφύγετο του ταπεινωμένος.  Ο Άδερ ζήτησε έλεος από τον Αχαάβ, με αντάλλαγμα να επιστρέψει στο Ισραήλ τις πόλεις που είχαν κατακτήσει οι προκάτοχοί του. Ο Αχαάβ, πράγματι, άφησε τον Άδερ ελεύθερο, όμως αυτή του η ενέργεια δεν έγινε αρεστή από τον Θεό, διότι ο Αχαάβ δεν αντιλήφθηκε ότι ο Θεός δώρισε τη νίκη στο Ισραήλ. Δεν έπρεπε συνεπώς να γίνει καμιά διαπραγμάτευση με τον εχθρό.

    Οι σχέσεις των δύο βασιλείων (Ιούδα-Ισραήλ) βελτιώθηκαν όταν ο Αχαάβ βασιλέας Ισραήλ και ο Ιωσαφάτ, βασιλέας Ιούδα, συμπεθέριασαν. Έτσι σύναψαν συμφωνία ειρήνης και ομονοίας μεταξύ τους, ενώ παράλληλα συμφώνησαν από κοινού να επιτεθούν στην πανίσχυρη τότε Συρία.

    Υπήρχαν τότε διάσπαρτοι στη χώρα κάποιοι ψευδοπροφήτες οι οποίοι ενίσχυαν με τις προφητείες τους την επίθεση των δύο συμμάχων κατά της Συρίας. Ο Ιωσαφάτ όμως, πιο οξυδερκής και προσεκτικός στις κινήσεις του,  ζήτησε και την άποψη ενός πιο έγκριτου προφήτου. Του προφήτου Μιχαία, ο οποίος εξαιτίας των συνεχόμενων δυσμενών προφητειών που ανήγγειλε στο παρελθόν εναντίον του Αχαάβ, ήταν μισητός από εκείνον. Ο Μιχαίας πρόβλεψε την ήττα των συμμάχων, τον δόλο των ψευδοπροφητών, οι οποίοι με σκοπιμότητα ήθελαν να παρασύρουν τον Αχαάβ σε αυτόν τον πόλεμο. Ο Αχαάβ όμως και πάλι δεν τον πίστεψε, έδωσε δε εντολή να φυλακίσουν τον Μιχαία και έτσι ανενόχλητος οργάνωσε την επίθεση κατά των Σύρων.

    Στον πόλεμο αυτό οι σύμμαχοι συνετρίβησαν υπό του εχθρού, όπως ακριβώς είχε προβλέψει ο προφήτης Μιχαίας, ο Αχαάβ δε σκοτώθηκε στη μάχη. Στον τόπο που έπλυναν το εκχυθέν αίμα του βασιλέως Αχαάβ «ελούοντο αι πόρναι» όπως αντιστοίχως είχε προβλέψει παλαιότερα ο προφήτης Ηλίας.

    Νέος βασιλιάς του Ισραήλ, ορίστηκε ο υιός του Αχαάβ, Οχοζίας.

                                                                        Μετά τα γεγονότα αυτά,  ο Κύριος αποφάσισε να αναβιβάσει τον Ηλία διά ανεμοστροβίλου προς τον ουρανό (δεν λέγει η Γραφή εις τον ουρανό, διότι ουδείς αναβέβηκεν εις τον ουρανόν ει μη ο εκ του ουρανού καταβάς ο Υιός του ανθρώπου)  ο Ηλίας και ο Ελισαίος αναχώρησαν για την περιοχή των Γαλγάλων. Τότε ο Ηλίας είπε προς τον Ελισαίο: «Κάθισε σε παρακαλώ εδώ, διότι ο Κύριος με αποστέλλει να μεταβώ μέχρι της Βαιθήλ». Οι προφήτες που βρίσκονταν στην Βαιθήλ είπαν τότε στον Ελισαίο: «Άραγε γνωρίζεις ότι ο Κύριος λαμβάνει σήμερα τον κύριό σου δι’ αναλήψεως άνωθεν της κεφαλής σου;». ο Ελισαίος απάντησε: «Κι εγώ το έμαθα αλλά μη ομιλείτε περί αυτού», τόση ήταν η λύπη του για τον επικείμενο αποχωρισμό από τον δάσκαλό του!

    Ενώ οι δύο άντρες (Ηλίας- Ελισαίος) βρίσκονταν επί της όχθης του Ιορδάνου ποταμού, ο Ηλίας έλαβε την μηλωτή του, την τύλιξε και χτύπησε το νερό του ποταμού, το οποίο διαιρέθηκε σε δύο μέρη. Έτσι με αυτόν τον θαυμαστό τρόπο διέβησαν εις την αντίπερα όχθη. Κατόπιν ο Ηλίας είπε στον Ελισαίο: «Ζήτησέ μου τι θέλεις να σου δωρίσω πριν αναληφθώ από μπροστά σου». Ο Ελισαίος απάντησε: «Δος μου διπλή τη χάρη σου». Ο Ηλίας ακούγοντας αυτό είπε: «Μεγάλο πράγμα ζήτησες. Εάν όμως με δεις αναλαμβανόμενον από σου, θα σου δοθεί αυτό που ζήτησες, εάν όμως δεν με δεις τότε δεν θα σου δοθεί».

    Ενώ λοιπόν αυτοί βάδιζαν μαζί και συνομιλούσαν, ξαφνικά πύρινο άρμα και πύρινοι ίπποι χώρισαν τον έναν από τον άλλο και ο Ηλίας αναλήφθηκε προς τα πάνω μετά ανεμοστροβίλου προς τον ουρανό.

    Ο Ελισαίος βλέποντας το θαυμαστό αυτό γεγονός φώναξε: «Πάτερ, πάτερ…» όμως δεν τον είδε πλέον, τότε εις ένδειξη πένθους έσχισε τα ενδύματά του.  Τότε έπεσε από ψηλά η μηλωτή του Ηλιού, την  οποία ο Ελισαίος  παρέλαβε  πορεύθηκε προς τον  Ιορδάνη ποταμό. Χτύπησε με την μηλωτή  τα νερά του Ιορδάνου λέγοντας: «που είναι ο Θεός του Ηλιού; Που είναι;» Τα νερά όμως του ποταμού δεν διαιρέθηκαν όπως παλαιότερα είχε κάνει ο Ηλίας, ο οποίος αβρόχοις ποσίν πέρασε στην αντίπερα όχθη του Ιορδάνου, ως άλλος Μωυσής. Τότε ο Ελισαίος ξαναχτύπησε τα νερά με την μηλωτή και τότε τα ύδατα διαιρέθηκαν.  Στην αντίπερα όχθη του Ιορδάνου ποταμού βρίσκονταν προφήτες οι οποίοι βλέποντας το θαύμα αυτό ομολόγησαν και είπαν:  «Το πνεύμα του Ηλιού αναπαύθηκε στον Ελισαίο», τότε τον συνάντησαν και έκυψαν τα γόνατά τους έως εδάφους.

    Ο προφήτης Ηλίας είναι ένας από τους μεγαλύτερους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Βρίσκεται μέχρι και την σήμερον σε μέρος που μόνο ο Θεός γνωρίζει και θα αποσταλεί και πάλι στη γη στις έσχατες ημέρες για αφυπνίσει τους χριστιανούς με τον κηρυγματικό του λόγο οι οποίοι θα βρίσκονται σε κίνδυνο πλάνης κατά τις ημέρες του αντιχρίστου.

Επαφή