932 π.Χ Η βασιλεία του Ροβοάμ και του Ιεροβοάμ.

                Μετά τον θάνατο του Σολομώντος  όλες οι φυλές του Ισραήλ συγκεντρώθηκαν στην πόλη Συχέμ και όχι στην πρωτεύουσα Ιερουσαλήμ για να εκλέξουν νέο βασιλέα. Η Συχέμ εξελέγη ως τόπος συγκέντρωσης κυρίως από τις δέκα φυλές (πλην Ιούδα-Συμεών- Βενιαμίν) διότι έτσι ήλπιζαν ότι εκεί θα έφερναν ευκολότερα ως θέμα διαπραγμάτευσης το θέμα μειώσεως των φόρων. Εκεί εκλήθη και ο Ιεροβοάμ από την Αίγυπτο που είχε διαφύγει κυνηγημένος από τον Σολομώντα. Οι αρχηγοί των δυσαρεστημένων φυλών είχαν εμπιστοσύνη σ’ αυτόν διότι ο Ιεροβοάμ ήταν άλλοτε  επόπτης  επί των αγγαρειών.

                Στην συγκέντρωση αυτή οι Ισραηλίτες ζήτησαν από τον Ροβοάμ να μειώσει τις αγγαρείες που τους είχε επιβάλει ο πατέρας του Σολομών. Οι πρεσβύτεροι σύμβουλοι του Ροβοάμ τον συμβούλευσαν να είναι υποχωρητικός στο θέμα των αγγαρειών. Μία φορά θα υπακούσεις εσύ του είπαν και εφόρου ζωής θα υπακούουν αυτοί σε σένα. Όμως ο Ροβοάμ ζήτησε και τη συμβουλή των νεότερων συμβούλων οι οποίοι του είπαν να αυξήσει τις αγγαρείες τόσο ώστε οι αγγαρείες που υπέβαλε ο Σολομών να φανούν πολύ ελαφρότερες από αυτές που επρόκειτο να επιβάλει εκείνος. Επειδή ο Θεός απέστρεψε το πρόσωπό του από τον βασιλέα λόγω της παλαιάς αμαρτίας του Σολομώντος  ο Ροβοάμ ανοήτως άκουσε τη συμβουλή των νεότερων συμβούλων και απάντησε με σκληρότητα στις δέκα φυλές του Ισραήλ. Έτσι έγινε επανάσταση από τον λαό ο οποίο με μία φωνή του είπε:  «Βόσκε τον οίκο σου» διαχωρίζοντας έτσι τις φυλές αυτές από την βασιλεία του Ροβοάμ. Έτσι ο Ροβοάμ έμεινε βασιλέας μόνον μεταξύ των φυλών Ιούδα και Βενιαμίμ. Οι υπόλοιπες φυλές εξέλεξαν ως βασιλέα τους τον Ιεροβοάμ.

                Ο Ροβοάμ ετοιμάστηκε να πολεμήσει τις δέκα φυλές του Ισραήλ που επαναστάτησαν εναντίο του όμως ο Θεός δεν επέτρεψε να γίνει αυτή η ένοπλη εκστρατεία: «Δεν θα μεταβείτε να πολεμήσετε κατά των αδερφών σας των δέκα φυλών του Ισραηλιτικού λαού. Αλλά έκαστος εξ’  ημών ας επιστρέψει στον οίκο του, διότι η απόσπαση των δέκα φυλών έγινε κατόπιν δικής μου εγκρίσεως». Οι φυλές του Ιούδα και του Βενιαμίν υπάκουσαν στην εντολή του Κυρίου και δεν εκστράτευσαν εναντίον των δέκα φυλών.

                Ο Ιεροβοάμ οχύρωσε κατόπιν την Συχέμ και την έκανε έδρα του βασιλείου του. Στη συνέχεια έκτισε δύο ειδωλολατρικά θυσιαστήρια και τοποθέτησε εκεί δύο χρυσά αγάλματα δαμάλεων  και είπε στον λαό του: «Αρκετό χρόνο ανεβαίνατε μέχρι τώρα στην Ιερουσαλήμ για λατρεία. Ιδού οι θεοί σου ισραηλιτικέ λαέ, οι οποίοι σε έβγαλαν από την Αίγυπτο». Όμοιος λόγος προς τον υπό του Ααρών προφερθέντα  όταν παρουσίασε τον χρυσό μόσχο στους ισραηλίτες. (Εξοδ. 32,4).

                Οι ειδωλολατρικοί αυτοί που οικοδόμησε ο ασεβής βασιλέας βρίσκονταν ο ένας στον βορρά και ο άλλος στον νότο του βασιλείου. Έχρισε δε και ιερείς αντί των Λευιτών οι οποίοι κατά το πλείστον είχαν προσκολληθεί στον Ροβοάμ. Όρισε παρόμοια εορτή με την σκηνοπηγία των Ιουδαίων και θυσίασε στους ειδωλολατρικούς του ναούς .

                Ο Θεός έστειλε προφήτη στον Ιεροβοάμ για να τον προειδοποιήσει για τη σοβαρότητα του αμαρτήματός του. Ενώπιον δε του βασιλέως ο προφήτης έκανε θαύματα. Κατεδάφισε με την προσευχή του το ειδώλιο στο οποίο προσέφερε θυσία ο Ιεροβοάμ και εξήρανε την χείρα αυτού όταν επιχείρησε να τον φονεύσει. Παρόλα αυτά ο Ιεροβοάμ δεν μετανόησε,  επιδόθηκε μάλιστα με μεγαλύτερη μανία στην λατρεία των ειδώλων και έχρισε  ιερείς ανεξέλεγκτα ανεξαρτήτου καταγωγής.


                Κάποτε ο υιός του Ιεροβοάμ αρρώστησε βαριά. Θυμήθηκε τότε τον προφήτη Αχιά ο οποίος στο παρελθόν είχε προφητεύσει υπέρ αυτού. Ζήτησε λοιπόν από την γυναίκα του να πάει να τον συναντήσει ντυμένη με φτωχικά ρούχα, ώστε ο προφήτης να μην την αναγνωρίσει και να προφητεύσει έτσι ευνοϊκά για τον υιό του. Ντρέπονταν τον προφήτη ο βασιλέας. Δεν είχε το θάρρος να εμφανιστεί πρόσωπο με πρόσωπο απέναντι στον προφήτη του Θεού λόγω της αμαρτίας του.

                Ο Αχιά όμως αναγνώρισε την σύζυγο του Ιεροβοάμ και της προανήγγειλε αμέσως τα επερχόμενα δεινά για την οικογένειά της. «Οι νεκροί της οικογένειας του Ιεροβοάμ εντός της πόλεως δεν θα θάπτονται από ουδενός…» της είπε.  Η βασίλισσα επιστρέφοντας στον οίκο της κήδευσε τον υιό της ο οποίος όπως προφήτευσε ο Αχιά πέθανε. Οι ισραηλίτες τον θρήνησαν. Ο Ιεροβοάμ βασίλευσε συνολικά είκοσι δύο έτη και πέθανε. Η βασιλεία του κατέστην εγωιστική. Θυσίασε τα πάντα στον εγκληματικό εγωισμό του.

                Από την άλλη ο Ροβοάμ  υιοθέτησε και εκείνος την ειδωλολατρία στην Ιουδαϊκή κοινότητα, κατασκευάζοντας είδωλα όλων των μυσαρών θεοτήτων. Ο Θεός επέτρεψε εξαιτίας αυτής της αμαρτίας την νικηφόρο είσοδο του βασιλέως της Αιγύπτου Σουσακίμ στην Ιερουσαλήμ λαμβάνοντας εκείνος πολεμική λεία μεγάλης οικονομικής αξίας.

                Μετά τον θάνατο του Ροβοάμ, στον βασιλικό θρόνο ανέβηκε ο υιός του Αβιού.

 

Επαφή