ΟΙ ΨΑΛΜΟΙ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΜΕΘ' ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΩΝ ΣΧΟΛΙΩΝ- ΨΑΛΜΟΙ 101-150

 


Ψαλμός εκατοστός πρώτος (ρα΄)

    Κύριε, εισάκουσον της προσευχής μου και η κραυγή μου προς σε ελθέτω. Μή αποστρέψης το πρόσωπον σου απ΄ εμού εν ή αν ημέρα θλίβωμαι, κλίνον προς με το ούς σου· εν ή αν ημέρα επικαλέσωμαι σε, ταχύ επάκουσον μου. Ότι εξέλιπον ωσεί καπνός αι ημέραι μου και τα οστά μου ωσεί φρύγιον συνεφρύγησαν. Επλήγην ωσεί χόρτος και εξηράνθη η καρδία μου, ότι επελαθόμην του φαγείν τον άρτον μου. Από φωνής του στεναγμού μου εκολλήθη το οστούν μου τη σαρκί μου. Ωμοιώθην πελεκάνι ερημικώ, εγενήθην ωσεί νυκτικόραξ εν οικοπέδω. Ηγρύπνησα και εγενόμην  ως στρουθίον μονάζον επί δώματος. ΄Ολην την ημέραν ωνείδιζον με οι εχθροί μου και οι επαινούντες με κατ΄εμού ώμνυον. Ότι σποδόν ωσεί άρτον έφαγον και το πόμα μου μετά κλαυθμού εκίρνων. Από προσώπου της οργής σου και του θυμού σου, ότι επάρας κατέρραξας με. Αι ημέραι μου ωσεί σκιά εκλίθησαν, καγώ ωσεί χόρτος εξηράνθην. Σύ δε, Κύριε, εις τον αιώνα μένεις και το μνημόσυνον σου εις γενεάν και γενεάν. Σύ αναστάς οικτειρήσεις την Σιών, ότι καιρός του οικτειρήσαι αυτήν, ότι ήκει καιρός. Ότι ευδόκησαν οι δούλοι σου τους λίθους αυτής· και τον χούν αυτής οικτειρήσουσι. Και φοβηθήσονται τα έθνη το όνομα σου, Κύριε και πάντες οι βασιλείς της γης την δόξαν σου. Ότι οικοδομήσει Κύριος την Σιών και οφθήσεται εν τη δόξη αυτού. Επέβλεψεν επί την προσευχήν των ταπεινών και ουκ εξουδένωσε την δέησιν αυτών. Γραφήτω αύτη εις γενεάν ετέραν και λαός, ο κτιζόμενος, αινέσει τον Κύριον. Ότι εξέκυψεν εξ ύψους αγίου αυτού, Κύριος εξ ουρανού επί την γην επέβλεψε. Του ακούσαι του στεναγμού των πεπεδημένων, του λύσαι τους υιούς των τεθανατωμένων. Του αναγγείλαι εν Σιών το όνομα Κυρίου και την αίνεσιν αυτού εν Ιερουσαλήμ. Εν τω επισυναχθήναι λαούς επί το αυτό και βασιλείς του δουλεύειν τω Κυρίω. Απεκρίθη αυτώ εν οδώ ισχύος αυτού· την ολιγότητα των ημερών μου ανάγγειλον μοι. Μη αναγάγης με εν ημίσει ημερών μου· εν γενεά γενεών τα έτη σου. Κατ΄ αρχάς σύ, Κύριε, την γην εθεμελίωσας και έργα των χειρών σου είσιν οι ουρανοί. Αυτοί απολούνται συ δε διαμένεις· και πάντες ως ιμάτιον παλαιωθήσονται και ωσεί περιβόλαιον ελίξεις αυτούς και αλλαγήσονται. Συ δε ο αυτός ει και τα έτη σου ουκ εκλείψουσι. Οι υιοί των δούλων σου κατασκηνώσουσι και το σπέρμα αυτών εις τον αιώνα κατευθυνθήσεται.

 

Τίτλος: Προσευχή ενός δύστυχου ανθρώπου ο οποίος είχε καταβληθεί από τις στενοχώριες.

Ο ψαλμός αυτός κατατάσσεται στους ψαλμούς μετανοίας.

«Κύριε εισάκουσον της προσευχής μου», «η κραυγή μου προς σε ελθέτω»: Θερμή έκκληση του ψαλμωδού για να εισακουσθεί.

«Ωσεί καπνός αι ημέραι μου»: Παροδικός είναι ο βίος μας.

«Τα οστά μου ωσεί φρύγιον συνεφρήγησαν»: Και τα κόκαλα του ικέτου ξεράθηκαν από την λύπη.

«Και επαλαθόμην του φαγείν»: Έχασε την όραξή του για το φαγητό.

«Από φωνής του στεναγμού μου»: Από τις κραυγές του και την ασιτία του κόλλησε το δέρμα του στα κόκαλά του.

«Πελεκάνι ερημικώ»: Ο πελεκάνος αρέσκεται στην ερημιά.

«Νυκτικόραξ»: πιθανόν η κουκουβάγια, της οποίας οι φωνές αντηχούν τη νύχτα.

«Στρουθίον μονάζον»: Υπάρχει πουλί που όταν χάσει τον σύντροφό του ανέρχεται στη στέγη  και θρηνεί για πολλές ώρες.

«Όλη την ημέρα ωνείδιζόν με»: Δεν του φτάνουν τα βάσανά του, έχει κι αυτούς που τον εμπαίζουν..

«Οι επαινούντες με»: Εκείνοι που τον κολάκευαν όταν ήταν ευτυχισμένος.

«Σποδόν ωσεί άρτον»: Η σποδός είναι σύμβολο του πένθους.

«Το πόμα μετά δακρύων»: Αναμίγνυε δάκρυα με νερό.

«Από προσώπου της οργής σου»: Οι αμαρτίες μου σε ανάγκασαν να οργιστείς.

«Αι ημέραι μου ωσεί σκιά»: Εξαιτίας του θυμού του Κυρίου σμικρύνθηκε η διάρκεια της ζωής του.

«Το μνημόσυνόν σου εις γενεάν»: Το όνομά Του αποτελεί εγγύηση της άπειρης καλοσύνης Του.

«Ότι ήκει καιρός»: Ο καιρός αυτός είναι τα εβδομήντα έτη της αιχμαλωσίας του λαού.

«Τους λίθους αυτής οικτηρήσουσι»: Προτιμούν οι Ιουδαίοι απ’ οτιδήποτε άλλο ακόμη και τα ερείπια της πόλεως Ιερουσαλήμ.

«Φοβηθήσονται έθνη»: Τα έθνη βλέποντας την θαυμαστή απελευθέρωση των Ιουδαίων θα αναγνωρίσουν τον μόνο αληθινό Θεό.

«Λαός κτιζόμενος»: Η μέλλουσα γενεά των Ιουδαίων. Μπορούμε όμως να τοποθετήσουμε και τόνους χριστιανικούς.

«Εξέκυψεν εξ’ ύψους Κύριος»: Άπειρη η καλοσύνη του Κυρίου, ο Οποίος αφ’ υψηλού σκύβει να δει τον λαό Του που δεινοπαθεί για να τον ελεήσει.

«Την ολιγότητα των ημερών μου»: Πες μου πόσο λίγες θα είναι ακόμη οι ημέρες της εξορίας μου.

«Μη αναγάγης με εν ημίσει»: Μη με πάρεις στα μισά της ηλικίας μου.

«Εν γεννεά γεννεών τα έτη σου»: Εσύ ο Οποίος ζεις αιώνια, δος μου λίγα χρόνια ζωής να ζήσω κι εγώ παραπάνω.

«Αυτοί απολούνται» Κι ο κόσμος θα καταστραφεί, Εσύ όμως θα υπάρχεις.

Τελικό αίτημα: «Εις τον αιώνα κατευθυνθήσεται»: Ελπίζει στην επαναφορά των Ιουδαίων στην Ιερουσαλήμ ή αλλιώς, οι απόγονοι του Μεσσία δηλαδή οι χριστιανοί, να υπάρχουν πάντοτε.

  

Ψαλμός εκατοστός δεύτερος (ρβ΄)

    Ευλόγει η ψυχή μου, τον Κύριον και πάντα τα εντός μου το όνομα το άγιον αυτού. Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον και μή επιλανθάνου πάσας τας ανταποδόσεις αυτού. Τον ευϊλατεύοντα πάσας τας ανομίας σου, τον ιώμενον πάσας τας νόσους σου. Τον λυτρούμενον εκ φθοράς την ζωήν σου, τον στεφανούντα σε εν ελέει και οικτιρμοίς. Τον εμπιπλώντα εν αγαθοίς την επιθυμίαν σου, ανακαινισθήσεται ως αετού η νεότης σου. Ποιών ελεημοσύνας ο Κύριος και κρίμα πάσι τοις αδικουμένοις. Εγνώρισε τας οδούς αυτού τω Μωϋσή, τοις υιοίς Ισραήλ τα θελήματα αυτού. Οικτίρμων και ελεήμων ο Κύριος, μακρόθυμος και πολυέλεος· ουκ εις τέλος οργισθήσεται, ουδέ εις τον αιώνα μηνιεί. Ού κατά τας ανομίας ημών εποίησεν ημίν, ουδέ κατά τας αμαρτίας ημών ανταπέδωκεν ημίν. Ότι κατά το ύψος του ουρανού από της γης εκραταίωσε Κύριος το έλεος αυτού επί τους φοβουμένους αυτόν. Καθόσον απέχουσιν ανατολαί από δυσμών, εμάκρυνεν αφ΄ ημών τας ανομίας ημών. Καθώς οικτείρει πατήρ υιούς, ωκτείρησε Κύριος τους φοβουμένους αυτόν, ότι αυτός εγνω το πλάσμα ημών, εμνήσθη ότι χούς έσμεν. ΄Ανθρωπος, ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού ούτως εξανθήσει. Ότι πνεύμα διήλθεν εν αυτώ και ούχ υπάρξει και ουκ επιγνώσεται έτι τον τόπον αυτού. Το δε έλεος του Κυρίου από του αιώνος και έως του αιώνος επί τους φοβουμένους αυτόν. Και η δικαιοσύνη αυτού επί υιοίς υιών, τοις φυλάσσουσι την διαθήκην αυτού και μεμνημένοις των εντολών αυτού του ποιήσαι αυτάς. Κύριος εν τω ουρανώ ητοίμασε τον θρόνον αυτού και η βασιλεία αυτού πάντων δεσπόζει. Ευλογείτε τον Κύριον, πάντες οι άγγελοι αυτού, δυνατοί ισχύϊ ποιούντες τον λόγον αυτού, του ακούσαι της φωνής των λόγων αυτού. Ευλογείτε τον Κύριον, πάσαι αι δυνάμεις αυτού, λειτουργοί αυτού οι ποιούντες το θέλημα αυτού. Ευλογείτε τον Κύριον, πάντα τα έργα αυτού, εν παντί τόπω της δεσποτείας αυτού· ευλόγει η ψυχή μου, τον Κύριον.

 

         «Ευλόγει η ψυχή μου»: Η ψυχή είναι η έδρα της ζωής.

            «Πάντα τα εντός μου», «μη επιλανθάνου»     Αλλοίμονο! Εκείνο το οποίο λησμονείται περισσότερο είναι η ευεργεσία προς τον Θεό.

            «Τον ευιλατεύοντα πάσας τας ανομίας σου»: Καμιά αμαρτία δεν υπάρχει που να μην την συγχωρεί πλήρως ο Θεός.

            «Πάσας τας νόσους σου»: Ο Κύριος θεραπεύει όχι μόνο την αμαρτία, αλλά και το φυσικό κακό την νόσο.

            «Τον στεφανούντα σε», «εν ελέει και οικτιρμοίς»: Να τα άνθη με τα οποία στεφανώνει ο Θεός.

            «Τον εμπιπλώντα»: Όσα επιθυμεί ο άνθρωπος ο Θεός τα παρέχει.

            «Ανακαινισθήσεται ως αετού»: Όλα τα πτηνά, και ιδικά ο αετός αναπτερώνεται κάθε έτος.

            «Ποιών ελεημοσύνας»: Το να είναι καλός είναι η Θεία φύση Του.

            «Κρίμα τοις αδικουμένοις»: Δικαιώνει ιδίως αυτούς που είναι αδικημένοι.

            «Μακρόθυμος και πολυέλεος»: Αργός στο να θυμώσει και να τιμωρήσει.

            «Ουκ εις τέλος»: Ακόμη και όταν οργιστεί συγκρατείται.

            «Ουκ… οργισθήσεται»… «ου κατά τας ανομίας»: Όχι κατά τις ανομίες μας, αλλά κατά την δικαιοσύνη Του.

            Πόσο είναι το έλεος του Θεού; «Κατά το ύψος του ουρανού».

            «Καθόσον απέχουσι»: Σύγκριση.

            «Καθώς οικτήρει πατήρ υιούς»: Τρυφερότατη παραβολή.

            «Ωσει χόρτος»: Η ζωή του ανθρώπου.

            «Το δε έλεος του Κυρίου από του αιώνος»: Ο Κύριος μακρόβιος, εμείς εφήμεροι.

            «Επι τους φοβουμένους αυτόν»: Ο φόβος του Κυρίου απαραίτητος όρος διά να προσέλθουμε στο άπειρο έλεός Του.

            Ο θρόνος του Θεού «πάντων δεσπόζει»

            «Πάντες οι άγγελοι αυτού»: Καλούνται να υμνήσουν.

            «Ευλόγει η ψυχή μου»: Και πάλι στο τέλος στρέφεται στον εαυτό του.

            «Εν παντί τόπω της δεσποτείας».       

 

Ψαλμός εκατοστός τρίτος (ργ΄)

    Ευλόγει, η ψυχή μου, τον Κύριον· Κύριε, ο Θεός μου, εμεγαλύνθης σφόδρα. Εξομολόγησιν και μεγαλοπρέπειαν ενεδύσω, αναβαλλόμενος φως ως ιμάτιον. Εκτείνων τον ουρανόν ωσεί δέρριν, ο στεγάζων εν ύδασι τα υπερώα αυτού. Ο τιθείς νέφη την επίβασιν αυτού, ο περιπατών επί πτερύγων ανέμων. Ο ποιών τους αγγέλους αυτού πνεύματα και τους λειτουργούς αυτού πυρός φλόγα. Ο θεμελιών την γην επί την ασφάλειαν αυτής, ού κλιθήσεται εις τον αιώνα του αιώνος. ΄Αβυσσος ως ιμάτιον το περιβόλαιον αυτού, επί τω ορέων στήσονται ύδατα. Από επιτιμήσεως σου φεύξονται, από φωνής βροντής σου δειλιάσουσιν. Αναβαίνουσιν όρη και καταβαίνουσι πεδία εις τον τόπον, όν εθεμελίωσας αυτά. ΄Οριον έθου, ό ού παρελεύσονται, ουδέ επιστρέψουσι καλύψαι την γην. Ο εξαποστέλλων πηγάς εν φάραγξιν, αναμέσον των ορέων διελεύσονται ύδατα. Ποτιούσι πάντα τα θηρία του αγρού, προσδέξονται όναγροι εις δίψαν αυτών. Επ΄αυτά τα πετεινά του ουρανού κατασκηνώσει, εκ μέσου των πετρών δώσουσι φωνήν. Ποτίζων όρη εκ των υπερώων αυτού· από καρπού των έργων σου χορτασθήσεται η γη. Ο εξανατέλλων χόρτον τοις κτήνεσι και χλόην τη δουλεία των ανθρώπων, του εξαγαγείν άρτον εκ της γης. Και οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου· του ιλαρύναι πρόσωπον εν ελαίω και άρτος καρδίαν ανθρώπου στηρίζει. Χορτασθήσονται τα ξύλα του πεδίου, αι κέδροι του Λιβάνου άς εφύτευσας. Εκεί στρουθία εννοσσεύσουσι· του ερωδιού η κατοικία ηγείται αυτών. ΄Ορη τα υψηλά ταις ελάφοις, πέτρα καταφυγή τοις λαγωοίς. Εποίησε σελήνην εις καιρούς· ο ήλιος έγνω την δύσιν αυτού. ΄Εθου σκότος και εγένετο νύξ, εν αυτή διελεύσονται πάντα τα θηρία του δρυμού. Σκύμνοι ωρυόμενοι του αρπάσαι και ζητήσαι παρά τω Θεώ βρώσιν αυτοίς. Ανέτειλεν ο ήλιος και συνήχθησαν και εις τας μάνδρας αυτών κοιτασθήσονται. Εξελεύσεται άνθρωπος επί το έργον αυτού και επί την εργασίαν αυτού έως εσπέρας. Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε, πάντα εν σοφία εποίησας· επληρώθη η γη της κτίσεως σου. Αύτη η θάλασσα η μεγάλη και ευρύχωρος, εκεί ερπετά, ών ουκ έστιν αριθμός, ζώα μικρά μετά μεγάλων. Εκεί πλοία διαπορεύονται· δράκων ούτος όν έπλασας, εμπαίζειν αυτή. Πάντα προς σε προσδοκώσι, δούναι την τροφήν αυτών εις εύκαιρον· δόντος σου αυτοίς, συλλέξουσιν. Ανοίξαντος σου την χείρα, τα σύμπαντα πλησθήσονται χρηστότητος. Αποστρέψαντος δε σου το πρόσωπον, ταραχθήσονταιR αντανελείς το πνεύμα αυτών και εκλείψουσι και εις τον χούν αυτών επιστρέψουσιν. Εξαποστελείς το πνεύμα σου και κτισθήσονται και ανακαινιείς το πρόσωπον της γης. ΄Ητω η δόξα Κυρίου εις τους αιώνας· ευφρανθήσεται Κύριος επί τοις έργοις αυτού. Ο επιβλέπων επί την γην και ποιών αυτήν τρέμειν, ο απτόμενος των ορέων και καπνίζονται. ΄Ασω τω Κυρίω, εν τη ζωή μου, ψαλώ τω Θεώ μου έως υπάρχω. Ηδυνθείη αυτώ η διαλογή μου, εγώ δε ευφρανθήσομαι επί τω Κυρίω. Εκλείποιεν αμαρτωλοί από της γης και άνομοι, ώστε μη υπάρχειν αυτούς. Ευλόγει η ψυχή μου, τον Κύριον.

 

«Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον»: Όμοιο με τον ψαλμό 102.

«Εμαγαλύνθης σφόδρα»: Το μεγαλείο του Θεού είναι πολλαπλό. «Εξομολόγησιν και μεγαλοπρέπειαν ενεδύσω»: Η εξομολόγηση εδώ είναι δοξολογία.

«Αναβαλλόμενος φως ως ιμάτιον»: Ο Κύριος διατηρεί και σήμερα το φως το οποίο πάλαι ποτέ δημιούργησε.

«Εκτείνον τον ουρανόν ωσεί δέρριν»: Δέρρις είναι τα δερμάτινα καλύματα των σκηνών. Όσο εύκολο είναι κανείς να στήσει μια σκηνή, το ίδιο εύκολα κατασκεύσε ο Θεός τον ουρανό.

«Ο στεγάζων εν ύδασι τα υπερώα αυτού»: Υπερώα είναι τα υδροφόρα νέφη του ουρανού.

«Ο τιθείς νέφη την επίβασιν αυτού»: Επίβαση= ο θρόνος.

«Περιπατών επί πτερύγων ανέμων»: Τα νέφη χρησιμεύουν με μεταφορική ένοια ως μεταφορικά μέσα του Θεού.

«Ο ποιών τους αγγέλους αυτού πνεύματα»: Ο Κύριος χρησιμοποιεί τους αγγέλους Του για την εκτέλεση των αποφάσεών Του.

«Επί την ασφάλειαν αυτής»: Ασφάλεια είναι τα θεμέλια «ου κλιθήσεται», είναι τόσο καλά θεμελιωμένη ώστε με τίποτα η ξηρά δεν μπορεί να ταλαντευτεί από την θέση της.

«Άβυσσος ως ιμάτιον το περιβόλαιον αυτού»: Ο ποιητής μεταπηδά στην αρχική κατάσταση της γης, όπου η γη ήταν ακατασκεύαστη ακόμη.

«Επί των ορίων στήσονται ύδατα»: Και σήμερα τα ψηλά βουνά είναι πάντα χιονισμένα.

«Από επιτιμήσεώς σου», «φεύξονται»: Αρκεί να πει και θα γίνει.

«Φωνής βροντή σου δειλιάσονται»: Μεγαλοπρεπείς εικόνες!

«Όριον έθου ο ου παρελεύσονται»: Τα ύδατα λαμβάνουν τη θέση τους την οποία είναι αδύνατον να εγκαταλείψουν.

«Ποτιούσι πάντα»: Απ’ τα νερά ξεδιψούν οι όναγροι, τα πετεινά.

«Ποτίζων όρη εκ των υπερώων»: Η γη ποτίζεται και με υπόγεια ύδατα.

«Ο ήλιος έγνω την δύσιν αυτού»: Ο ήλιος κανονίζει τις ημέρες, είναι ακριβής στην Ανατολή και στη Δύση του.

«Εν αυτή διελεύσονται πάντα τα θηρία»: Κατά τη νύχτα διέρχονται όλα τα θηρία.

«Σκύμνοι ορυόμενοι του αρπάσαι»: Τρομεροί ωρυγμοί των θηρίων «ζητήσαι παρά τω Θεώ βρώσιν»: όλα τα ζώα έχουν ανάγκη να τραφούν, ο Θεός φροντίζει γι’ αυτά.

«Ανέτειλεν ο ήλιος»: Όταν ανατείλει ο ήλιος, τα θηρία κρύβονται στις κρύπτες τους.

«Ως εμαγαλύνθη τα έργα σου», «πάντα εν σοφία εποίησας», «επληρώθη η γη της κτίσεώς σου»: πληρης είναι η γη των δημιουργημάτων του Θεού.

«Αύτη η θάλασσα η μεγάλη», «πλοία διαπορεύονται». «δράκων ούτος»: ο κροκόδειλος και τα υπόλοιπα κήτη.

«Εμπαίζειν αυτή»: Τα μεγάλα κήτη είναι άφοβα, δεν φοβούνται την τρικυμία της θάλασσας.

«Ανοίξαντός σου την χείρα»: «πλησθήσονται χρηστότητος»: θα χορτάσου όλα τα αγαθά.

«Εις το χουν αυτών επιστρέψουσι»: Θα γίνουν χώμα, αφού χώμα ήταν και πριν.

«Ανακαινιείς το πρόσωπον της γης»: Η παρουσία του Κυρίου ανακαινίζει την γη.

«Ήτω η δόξα Κυρίου», «ο επιβλέπων»: Ο Θεός τελειώνει τη δημιουργία Του και βλέπει ότι όλα είναι καλά λίαν.

«Ευθρανθήσονται επί τω Κυρίω»: Η χαρά μου θα είναι ο Κύριος.

«Εκλείποιεν αμαρτωλοί»: Ας εκλείψουν οι αμαρτωλοί διότι αυτοί αποτελούν την μοναδική δυσαρμονία στο Σύμπαν.

«Ευλόγει η ψυχή μου»:  Όπως άρχισε, έτσι και τελειώνει.

 

Ψαλμός  εκατοστός τέταρτος (ρδ΄)

    Εξομολογείσθε τω Κυρίω και επικαλείσθε το όνομα αυτού, απαγγείλατε εν τοις έθνεσι τα έργα αυτού. ΄Ασατε αυτώ και ψάλατε αυτώR διηγήσασθε πάντα τα θαυμάσια αυτού. Επαινείσθε εν τω ονόματι τω αγίω αυτού· ευφρανθήτω καρδία ζητούντων τον Κυριον. Ζητήσατε τον Κύριον και κραταιώθητε· ζητήσατε το πρόσωπον αυτού διαπαντός. Μνήσθητε των θαυμασίων αυτού, ών εποίησε, τα τέρατα αυτού και τα κρίματα του στόματος αυτού. Σπέρμα Αβραάμ δουλοι αυτού, υιοί Ιακώβ εκλεκτοί αυτού. Αυτός Κύριος ο Θεός ημών· εν πάση τη γη τα κρίματα αυτού. Εμνήσθη εις τον αιώνα διαθήκης αυτού, λόγου ού ενετείλατο εις χιλίας γενεάς. ΄Ον διέθετο τω Αβραάμ και του όρκου αυτού τω Ισαάκ. Και έστησεν αυτόν τω Ιακώβ εις πρόσταγμα και τω Ισραήλ εις διαθήκην αιώνιον, λέγων· Σοί δώσω την γην Χαναάν, σχοίνισμα κληρονομίας υμών. Εν τω είναι αυτούς αριθμώ βραχείς, ολιγοστούς και παροίκους εν αυτή. Και διήλθεν εξ έθνους εις έθνος και εκ βασιλείας εις λαόν έτερον. Ουκ αφήκεν άνθρωπον αδικήσαι αυτούς και ήλεγξεν υπερ αυτών βασιλείς. Μη άπτεσθε των χριστών μου και εν τοις προφήταις μου μη πονηρεύεσθε. Και εκάλεσε λιμόν επί την γην, πάν στήριγμα άρτου συνέτριψε. Απέστειλεν έμπροσθεν αυτών άνθρωπον, εις δούλον επράθη Ιωσήφ. Εταπείνωσαν εν πέδαις τους πόδας αυτού, σίδηρον διήλθε η ψυχή αυτού μέχρι του ελθείν τον λόγον αυτού. Το λόγιον του Κυρίου επύρωσεν αυτόν· απέστειλε βασιλεύς και έλυσεν αυτόν, άρχων λαού και αφήκεν αυτόν. Κατέστησεν αυτόν κύριον του οίκου αυτού και άρχοντα πάσης της κτήσεως αυτού. Του παιδεύσαι τους άρχοντας αυτού ως εαυτόν και τους πρεσβυτέρους αυτού σοφίσαι. Και εισήλθεν Ισραήλ εις Αίγυπτον και Ιακώβ παρώκησεν εν γη Χαμ. Και ηύξησε τον λαόν αυτού σφόδρα και εκραταίωσεν αυτόν υπέρ τους εχθρούς αυτού. Μετέστρεψε την καρδίαν αυτού του μισήσαι τον λαόν αυτού, του δολιούσθαι εν τοις δούλοις αυτού. Εξαπέστειλε Μωϋσής τον δούλον αυτού, Ααρών, όν εξελέξατο εαυτώ. Έθετο εν αυτοίς τους λόγους των σημείων αυτού και των τεράτων αυτού εν γη Χαμ. Εξαπέστειλε σκότος και εσκότασεν, ότι παρεπίκραναν τους λόγους αυτού. Μετέστρεψε τα ύδατα αυτών εις αίμα και απέκτεινε τους ιχθύας αυτών. Εξύρψεν η γή αυτών βατράχους εν τοις ταμείοις των βασιλέων αυτών. Είπε και ήλθε κυνόμυια και σκνίπες εν πάσι τοις ορίοις αυτών. Έθετο τας βροχάς αυτών χάλαζαν, πύρ καταφλέγον εν τη γη αυτών. Και επάταξε τας αμπέλους αυτών και τας συκάς αυτώνR και συνέτριψε παν ξύλον ορίου αυτών. Είπε και ήλθεν ακρίς και βρούχος, ού ουκ ην αριθμός. Και κατέφαγε πάντα χόρτον εν τη γη αυτών και κατέφαγε πάντα τον καρπόν της γής αυτών. Και επάταξε πάν πρωτότοκον εν τη γη αυτών· απαρχήν παντός πόνου αυτών. Και εξήγαγεν αυτούς εν αργυρίω και χρυσίω και ουκ ην εν ταις φυλαίς αυτών ο ασθενών. Ευφράνθη Αίγυπτος εν τη εξόδω αυτών, ότι επέπεσεν ο φόβος αυτών επ΄αυτούς.  Διεπέτασε νεφέλην εις σκέπην αυτοίς και πυρ του φωτισμού αυτοίς την νύκτα. ΄Ητησαν και ήλθεν ορτυγομήτρα και άρτον ουρανού ενέπλησεν αυτούς. Διέρρηξε πέτραν και ερρύησαν ύδατα, επορεύθησαν εν ανύδροις ποταμοί. Ότι εμνήσθη του λόγου του αγίου αυτού, του προς Αβραάμ τον δούλον αυτού. Και εξήγαγε τον λαόν αυτού εν αγαλλιάσει και τους εκλεκτούς αυτού εν ευφροσύνη. Και έδωκεν αυτοίς χώρας εθνών και πόνους λαών κατεκληρονόμησαν. Όπως αν φυλάξωσι τα δικαιώματα αυτού και τον νόμον αυτού εκζητήσωσιν.

 

Ο ψαλμός αυτός είναι όμοιος με τον 77. Οι διαφορές που έχει είναι ότι ο μεν 77 εκθέτει την ιστορία του Ισραήλ υπό την μορφή προειδοποιήσεως, ενώ ο παρών ψαλμός έχει σκοπό να κινήσει το έθνος σε ευγνωμοσύνη προς τον Θεό.

 

 Ψαλμός εκατοστός πέμπτος (ρε΄)

    Εξομολογείσθε τω Κυρίω, ότι χρηστός, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Τίς λαλήσει τας δυναστείας του Κυρίου, ακουστάς ποιήσει πάσας τας αινέσεις αυτού; Μακάριοι οι φυλάσσοντες κρίσιν και ποιούντες δικαιοσύνην εν παντί καιρώ. Μνήσθητι ημών, Κύριε, εν τη ευδοκία του λαού σου, επίσκεψαι ημάς εν τω σωτηρίω σου. Του ιδείν εν τη χρηστότητι των εκλεκτών σου, του ευφρανθήναι εν τη ευφροσύνη του έθνου σου, του επαινείσθαι μετά της κληρονομίας σου. Ημάρτομεν μετά των πατέρων ημών, ηνομήσαμεν, ηδικήσαμεν. Οι πατέρες ημών εν Αιγύπτω ου συνήκαν τα θαυμάσια σου και ουκ εμνήσθησαν του πλήθους του ελέους σου και παρεπίκραναν αναβαίνοντες εν τη ερυθρά θαλάσση. Και έσωσεν αυτούς ένεκεν του ονόματος αυτού, του γνωρίσαι την δυναστείαν αυτού. Και επετίμησε τη ερυθρά θαλάσση και εξηράνθη· και ωδήγησεν αυτούς εν αβύσσω, ώς εν ερήμω. Και έσωσεν αυτούς εκ χειρός μισούντος και ελυτρώσατο αυτους εκ χειρός εχθρών. Εκάλυψεν ύδωρ τους θλίβοντας αυτούς· είς εξ αυτών ούχ υπελείφθη.  Και επίστευσαν τω λόγω αυτού και ήσαν την αίνεσιν αυτού. Ετάχυναν, επελάθοντο των έργων αυτού, ούχ υπέμειναν την βουλήν αυτού. Και επεθύμησαν επιθυμίαν εν τη ερήμω και επείρασαν τον Θεόν εν ανύδρω. Και έδωκεν αυτοίς το αίτημα αυτών και εξαπέστειλε πλησμονήν εις τας ψυχάς αυτών. Και παρώργισαν τον Μωϋσήν εν τη παρεμβολή, τον Ααρών τον άγιον Κυρίου. Ηνοίχθη η γη και κατέπιε Δαθάν και εκάλυψεν επί την συναγωγήν Αβειρών. Και εξεκαύθη πυρ εν τη συναγωγή αυτών, φλόξ κατέφλεξεν αμαρτωλούς. Και εποίησαν μόσχον εν Χωρήβ και προσεκύνησαν τω γλυπτώ. Και ηλλάξαντο την δόξαν αυτού εν ομοιώματι μόσχου εσθίοντος χόρτον. Και επελάθοντο του Θεού του σώζοντος αυτούς· του ποιήσαντος μεγάλα εν Αιγύπτω. Θαυμάσια εν γη Χάμ, φοβερά επί θαλάσσης ερυθράς. Και είπε τους εξολοθρεύσαι αυτούς, ει μη Μωϋσής ο εκλεκτός αυτου έστη εν τη θραύσει ενώπιον αυτού, του αποστρέψαι τον θυμόν αυτού, του μη εξολοθρεύσαι αυτούς. Και εξουδένωσαν γην επιθυμητήν, ουκ επίστευσαν τω λόγω αυτού. Και εγόγγυσαν εν τοις σκηνώμασιν αυτών, ουκ εισήκουσαν της φωνής Κυρίου. Και επήρε την χείρα αυτού επ΄αυτούς, του καταβαλείν αυτούς εν τη ερήμω και του καταβαλείν το σπέρμα αυτών εν τοις έθνεσι και διασκορπίσαι αυτούς εν ταις χώραις. Και ετελέσθησαν τω Βεελφεγώρ και έφαγον θυσίας νεκρών. Και παρώξυναν αυτόν εν τοις επιτηδεύμασιν αυτών και επληθύνθη εν αυτοίς η πτώσις. Και έστη Φινεές και εξιλάσατο· και εκόπασεν η θραύσις· και ελογίσθη αυτώ εις δικαιοσύνην, εις γενεάν και γενεάν έως του αιώνος. Και παρώργισαν αυτόν επί ύδατος αντιλογίας και εκακώθη Μωϋσής δι΄αυτούς. Ότι παρεπίκραναν το πνεύμα αυτού και διέστειλεν εν τοις χείλεσιν αυτού. Ουκ εξωλόθρευσαν τα έθνη, ά είπε Κύριος αυτοίς. Και εμίγησαν εν τοις έθνεσι και έμαθον τα έργα αυτών· και εδούλευσαν τοις γλυπτοίς αυτών και εγενήθη αυτοίς εις σκάνδαλον. Και έθυσαν τους υιούς αυτών και τας θυγατέρας αυτών τοις δαιμονίοις. Και εξέχεαν αίμα αθώον, αίμα υιών αυτών και θυγατέρων, ών έθυσαν τοις γλυπτοίς Χαναάν. Και εφονοκτονήθη η γη εν τοις αίμασι και εμιάνθη εν τοις έργοις αυτών και επόρνευσαν εν τοις  επιτηδεύμασι αυτών. Και ωργίσθη θυμώ Κύριος επί τον λαόν αυτού και εβδελύξατο την κληρονομίαν αυτού. Και παρέδωκεν αυτούς εις χείρας εχθρών και εκυρίευσαν αυτών οι μισούντες αυτούς. Και έθλιψαν αυτούς οι εχθροί αυτών και εταπεινώθησαν υπό τας χείρας αυτών. Πλεονάκις ερρύσατο αυτούς, αυτοί δε παρεπίκραναν αυτόν εν τη βουλή αυτών και εταπεινώθησαν εν ταις ανομίαις αυτών. Και είδε Κύριος εν τω θλίβεσθαι αυτούς, εν τω αυτόν εισακούσαι της δεήσεως αυτών. Και εμνήσθη της διαθήκης αυτού και μετεμελήθη κατά το πλήθος τους ελέους αυτού. Και έδωκεν αυτούς εις οικτιρμούς εναντίον πάντων των αιχμαλωτευσάντων αυτούς. Σώσον ημάς Κύριε ο Θεός ημών και επισυνάγαγε ημάς εκ των εθνών, του εξομολογήσασθαι τω ονόματι σου τω αγίω, του εγκαυχάσθαι εν τη αινέσει σου. Ευλογητός Κύριος ο Θεός Ισραήλ, από του αιώνος και έως του αιώνος· και έρει πας ο λαός· Γένοιτο. Γένοιτο.

 

Παρόμοιος κι αυτός με το 77 και τον 104

Στον παρών ψαλμό ζητείται η συγνώμη και η αποκατάσταση του αμαρτωλού ισραηλιτικού έθνους.

  

Ψαλμός εκατοστός έκτος (ρστ΄)

    Εξομολογείσθε τω Κυρίω ότι χρηστός, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Ειπάτωσαν οι λελυτρωμένοι υπό Κυρίου, ούς ελυτρώσατο εκ χειρός εχθρού· και εκ των χωρών συνήγαγεν αυτούς, από ανατολών και δυσμών και βορρά και θαλάσσης. Επλανήθησαν εν τη ερήμω εν γη ανύδρω, οδόν πόλεως κατοικητηρίου ούχ εύρον. Πεινώντες και διψώντες, η ψυχή αυτών εν αυτοίς εξέλιπε. Και εκέκραξαν προς Κύριον εν τω θλίβεσθαι αυτούς και εκ των αναγκών αυτών ερρύσατο αυτούς. Και ωδήγησεν αυτούς εις οδόν ευθείαν, του πορευθήναι εις πόλιν κατοικητηρίου. Εξομολογησάσθωσαν τω Κυρίω τα ελέη αυτού και τα θαυμάσια αυτού τοις υιοίς των ανθρώπων. Ότι εχόρτασε ψυχήν κενήν και ψυχήν πεινώσαν ενέπλησεν αγαθών. Καθημένους εν σκότει και σκιά θανάτου, πεπεδημένους εν πτωχεία και σιδήρω. Ότι παρεπίκραναν τα λόγια του Θεού και την βουλήν του Υψίστου παρώξυναν. Και εταπεινώθη εν κόποις η καρδία αυτών, ησθένησαν και ουκ ην ο βοηθών. Και εκέκραξαν προς Κύριον, εν τω θλίβεσθαι αυτούς και εκ των αναγκών αυτών έσωσεν αυτούς. Και εξήγαγεν αυτούς εκ σκότους και σκιάς θανάτου και τους δεσμούς αυτών διέρρηξε. Εξομολογησάσθωσαν τω Κυρίω τα ελέη αυτού και τα θαυμάσια αυτού τοις υιοίς ανθρώπων. Ότι συνέτριψε πύλας χαλκάς και μοχλούς σιδηρούς συνέθλασε. Αντελάβετο αυτών εξ οδού ανομίας αυτών· δια γαρ τας ανομίας αυτών εταπεινώθησαν. Παν βρώμα εβδελύξατο η ψυχή αυτών και ήγγισαν έως των πυλών του θανάτου. Και εκέκραξαν προς Κύριον εν τω θλίβεσθαι αυτούς και εκ των αναγκών αυτών έσωσεν αυτούς. Απέστειλε τον λόγον αυτού και ιάσατο αυτούς και ερρύσατο αυτούς εκ των διαφθορών αυτών. Εξομολογησάσθωσαν τω Κυρίω τα ελέη αυτού και τα θαυμάσια αυτού τοις υιοις των ανθρώπων. Και θυσάτωσαν αυτώ θυσίαν αινέσεως και εξαγγειλάτωσαν τα έργα αυτού εν αγαλλιάσει. Οι καταβαίνοντες εις θάλασσαν εν πλοίοις, ποιούντες εργασίαν εν ύδασι πολλοίς. Αυτοί είδον τα έργα Κυρίου και τα θαυμάσια αυτού εν τω βυθώ. Είπε και έστη πνεύμα καταιγίδος και υψώθη τα κύματα αυτής. Αναβαίνουσιν έως των ουρανών και καταβαίνουσιν έως των αβύσσων· η ψυχή αυτών εν κακοίς ετήκετο. Εταράχθησαν, εσαλεύθησαν ως ο μεθύων και πάσα η σοφία αυτών κατεπόθη. Και εκέκραξαν προς Κύριον εν τω θλίβεσθαι αυτούς και εκ των αναγκών αυτών εξήγαγεν αυτούς. Και επέταξε τη καταιγίδι και έστη εις αύραν και εσίγησαν τα κύματα αυτής. Και ευφράνθησαν, ότι ησύχασαν και ωδήγησεν αυτούς επί λιμένα θελήματος αυτού. Εξομολογησάσθωσαν τω Κυρίω τα ελέη αυτού και τα θαυμάσια αυτού τοις υιοίς των ανθρώπων. Υψωσάτωσαν αυτόν εν εκκλησία λαού και εν καθέδρα πρεσβυτέρων αινεσάτωσαν αυτόν. Έθετο ποταμούς εις έρημον και διεξόδους υδάτων εις δίψαν. Γην καρποφόρον εις άλμην από κακίας των κατοικούντων εν αυτή. Έθετο έρημον εις λίμνας υδάτων και γην άνυδρον εις διεξόδους υδάτων. Και κατώκισεν εκεί πεινώντας και συνεστήσαντο πόλεις κατοικεσίας. Και έσπειραν αγρούς και εφύτευσαν αμπελώνας και εποιησαν καρπόν γεννήματος. Και ευλόγησεν αυτούς και επληθύνθησαν σφόδρα και τα κτήνη αυτών ουκ εσμίκρυνε. Και ωλιγώθησαν και εκακώθησαν από θλίψεως κακών και οδύνης. Εξεχύθη εξουδένωσις επ΄ άρχοντας αυτών και επλάνησεν αυτούς εν αβάτω και ούχ οδώ. Και εβοήθησε πένητι εκ πτωχείας και έθετο ως πρόβατα πατριάς. Όψονται ευθείς και ευφρανθήσονται και πάσα ανομία εμφράξει το στόμα αυτής. Τις σοφός και φυλάξει ταύτα και συνήσει τα ελέη του Κυρίου;

 

Παρόμοιος με τους 77,104 και 105. 

 

Ψαλμός εκατοστός έβδομος (ρζ΄)

    Ετοίμη η καρδία μου, ο Θεός, ετοίμη η καρδία μου· άσομαι και ψαλώ εν τη δόξη μου. Εξεγέρθητι η δόξα μου, εξεγέρθητι, ψαλτήριον και κιθάρα· εξεγερθήσομαι όρθρου. Εξομολογήσομαί σοι εν λαοίς, Κύριε, ψαλώ σοι εν έθνεσι. Ότι μέγα επάνω των ουρανών το έλεος σου και έως των νεφελών η αληθεία σου. Υψώθητι επί τους ουρανούς, ο Θεός και επί πάσαν την γην η δόξα σου. Όπως αν ρυσθώσιν οι αγαπητοί σου, σώσον τη δεξιά σου και επάκουσον μου. Ο Θεός ελάλησεν εν τω αγίω αυτού· υψωθήσομαι και διαμεριώ Σίκιμα και την κοιλάδα των σκηνών διαμετρήσω. Εμός έστι Γαλαάδ και εμός έστι Μανασσής και Εφραίμ αντίληψις της κεφαλής μου· Ιούδας βασιλεύς μου. Μωάβ λέβης της ελπίδος μου· επί την Ιδουμαίαν επιβαλώ το υπόδημα μου· εμοί αλλόφυλοι υπετάγησαν. Τίς απάξει με εις πόλιν περιοχής; ή τίς οδηγήσει με έως της Ιδουμαίας; Ουχί σύ, ο Θεός, ο απωσάμενος ημάς; και ουκ εξελεύση, ο Θεός, εν ταις δυνάμεσιν ημών; Δός ημίν βοήθειαν εκ θλίψεως και ματαία σωτηρία ανθρώπου. Εν τω Θεώ ποιήσομεν δύναμιν και αυτός εξουδενώσει τους εχθρούς ημών.

 

«Ετοίμη η καρδία μου»: Έτοιμη έχω την καρδιά μου να υποδεχτεί την Θεία Χάρη.

«Ως των νεφελών η αλήθειά σου», «αντίληψις της κεφαλής μου», ο προστάτης της κεφαλής μου, το κράνος μου.

Προσευχή πλήρης πίστεως στηριζόμενη στον χρησμό του Θεού για την νίκη.

  

Ψαλμός εκατοστός όγδοος (ρη΄)

    Ο Θεός την αίνεσιν σου μη παρασιωπήσης· ότι στόμα αμαρτωλού και στόμα δολίου επ΄ εμέ ηνοίχθη. Ελάλησαν κατ΄ εμού γλώσση δολία και λόγοις μίσους εκύκλωσαν με και επολέμησαν με δωρεάν. Αντί του αγαπάν με, ενδιέβαλλον με, εγώ δε προσηυχόμην. Και έθεντο κατ΄ εμού κακά αντί αγαθών και μίσος αντί της αγαπήσεως μου. Κατάστησον επ΄ αυτόν αμαρτωλόν και διάβολος στήτω εκ δεξιών αυτού. Εν τω κρίνεσθαι αυτόν εξέλθοι καταδεδικασμένος και η προσευχή αυτού γενέσθω εις αμαρτίαν. Γενηθήτωσαν αι ημέραι αυτού ολίγαι και την επισκοπήν αυτού λάβοι έτερος. Γενηθήτωσαν οι υιοί αυτού ορφανοί και η γυνή αυτού χήρα. Σαλευόμενοι μεταναστήτωσαν οι υιοί αυτού και επαιτησάτωσαν· εκβληθήτωσαν εκ των οικοπέδων αυτών. Εξερευνησάτω δανειστής πάντα, όσα υπάρχει αυτώ· και διαρπασάτωσαν αλλότριοι τούς πόνους αυτού· Μη υπαρξάτω αυτώ αντιλήπτωρ, μηδέ γενηθήτω οικτίρμων τοις ορφανοίς αυτού. Γενηθήτω τα τέκνα αυτού εις εξολόθρευσιν, εν γενεά μιά εξαλειφθείη το όνομα αυτού. Αναμνησθείη η ανομία των πατέρων αυτού έναντι Κυρίου και η αμαρτία της μητρός αυτού μη εξαλειφθείη. Γενηθήτωσαν εναντίον Κυρίου διαπαντός και εξολοθρευθείη εκ γης το μνημόσυνον αυτών. Ανθ΄ων ουκ εμνήσθη ποιήσαι έλεος και κατεδίωξεν άνθρωπον πένητα και πτωχόν και κατανενυγμένον τη καρδία του θανατώσαι. Και ηγάπησε κατάραν και ήξει αυτώ· και ουκ ηθέλησεν ευλογίαν και μακρυνθήσεται απ΄ αυτού. Και ενεδύσατο κατάραν ως ιμάτιον και εισήλθεν ωσεί ύδωρ εις τα έγκατα αυτού και ωσεί έλαιον εν τοις οστέοις αυτού. Γενηθήτω αυτώ ως ιμάτιον, ό περιβάλλεται και ωσεί ζώνη, ήν διαπαντός περιζώννυται. Τούτο το έργον των ενδιαβαλλόντων με παρά Κυρίου και των λαλούντων πονηρά κατά της ψυχής μου. Και σύ, Κύριε, Κύριε, ποίησον μετ΄ εμού, ένεκεν του ονόματος σου, ότι χρηστόν το έλεος σου. Ρύσαι με, ότι πτωχός και πένης ειμί εγώ και η καρδία μου τετάρακται εντός μου. Ωσεί σκιά εν τω εκκλίναι αυτήν αντανηρέθην, εξετινάχθην ωσεί ακρίδες. Τα γόνατα μου ησθένησαν από νηστείας και η σαρξ μου ηλλοιώθη δι΄έλαιον. Καγώ εγενήθην όνειδος αυτοίς· είδοσαν με, εσάλευσαν κεφαλάς αυτών. Βοήθησον μοι, Κύριε ο Θεός μου και σώσον με κατά το έλεος σου. Και γνώτωσαν, ότι η χείρ σου αύτη και σύ, Κύριε, εποίησας αυτήν. Καταράσονται αυτοί και σύ ευλογήσεις· οι επανιστάμενοι μοι αισχυνθήτωσαν, ο δε δούλος σου ευφρανθήσεται. Ενδυσάσθωσαν οι ενδιαβάλλοντες με εντροπήν και περιβαλέσθωσαν ως διπλοίδα αισχύνην αυτών. Εξομολογήσομαι τω Κυρίω σφόδρα εν τω στόματι μου και εν μέσω πολλών αινέσω αυτόν. Ότι παρέστη εκ δεξιών πένητος, του σώσαι εκ των καταδιωκόντων την ψυχήν μου.

 

Όμοιος ψαλμός με τους 68 και 34. Μας κάνει εντύπωση η κατάρα: «εξολοθρευθείη το μνημόσυνον», δηλαδή να εξαφανιστεί πλήρως η μνήμη αυτών δηλαδή των προγόνων και γενεών του Δαυίδ. Γιατί; Διότι ο Δαυίδ σκέφτεται περισσότερο τον Θεό παρά τον εαυτό του. Οι πρόγονοί του φάνηκαν αχάριστοι στον Θεό, αυτό τον στενοχωρεί και τον θλίβει.

  

Ψαλμός εκατοστός ένατος (ρθ΄)

    Είπεν ο Κύριος τω Κυρίω· Κάθου εκ δεξιών μου, έως αν θω τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου. Ράβδον δυνάμεως εξαποστελεί σοι Κύριος εκ Σιών και κατακυρίευε εν μέσω των εχθρών σου. Μετά σου η αρχή εν ημέρα της δυνάμεως σου, εν ταις λαμπρότησι των αγίων σου. Εκ γαστρός προ εωσφόρου εγέννησα σε. Ώμοσε Κύριος και ού μεταμεληθήσεται· συ ιερεύς εις τον αιώνα, κατά την τάξιν Μελχισεδέκ. Κύριος εκ δεξιών σου συνέθλασεν εν ημέρα οργής αυτού βασιλείς. Κρινεί εν τοις έθνεσι, πληρώσει πτώματα, συνθλάσει κεφαλάς επί γης πολλών. Εκ χειμάρρου εν οδώ πίεται· δια τούτο υψώσει κεφαλήν.

 

Πρόκειται για Μεσσιανικό ψαλμό.

«Είπεν ο Κύριος», σε ποιον; «τω κυρίω μου». Εδώ έχουμε δύο κυρίους του Δαυίδ. Ο «Κύριος» είναι ο Πατέρας Θεός, ο δεύτερος, ο Μεσσίας. Αυτό ερμηνεύει ο ίδιος ο Χριστός στο Ματθ. 22,41. Τόσο αποστομωτικό ήταν το χωρίο αυτό για την θεότητα του Μεσσία, αφού ήταν Κύριος και όχι υιός Δαυίδ.

«Κάθου εκ δεξιών μου»: Το εκ δεξιών δηλώνει ισοτιμία με εκείνον με τον οποίο παρακάθεται.

«Έως αν θω τους εχθρούς σου»: Το «εως» σε άλλη περίπτωση δηλώνει χρόνο, αλλά εδώ το άπειρο.

«Υποπόδιον»: Οι ηττημένοι να βρεθούν στα πόδια των νικητών.

«Εκ Σιών»: Η Ιερουσαλήμ είναι η έδρα του Μεσσία.

«Κατακυρίευε εν μέσω των εχθρών σου»: Η κυριαρχία αυτή του Μεσσία επί των εχθρών Του θα γίνει με την βοήθεια του Θεού. «Μετά σου η αρχή». Δηλαδή «εν αρχή ην ο λόγος». Ο Χριστός είναι αρχή και η αιτία των άλλων όντων. Άλλη ερμηνεία είναι ότι η λέξη «αρχή» δηλώνει εξουσία. Ο Μεσσίας είναι η απόλυτη εξουσία.

«Εν ημέρα της δυνάμεώς σου»: Η κυριαρχία του Μεσσία αρχίζει από την αιωνιότητα. Άλλοι θεωρούν ότι η ημέρα δυνάμεως είναι η Δευτέρα Παρουσία.

«Εν ταις λαμπρότησι των αγίων σου»: Όταν εμφανιστεί εν μέσω των λαμπρών αγγέλων και αγίων.

«Εκ γαστρός προ εωσφόρου εγέννησά σε»: Τούτο σημαίνει ότι ο Μεσσίας γεννάται επί της αυτής ουσίας με τον Πατέρα. Το «προ εωσφόρου», σημαίνει πριν λάμψει ο φέρων την αυγή, ο αυγερινός, άρα η προ της αυγής, προ παντός άστρου, άρα προαιωνίως.

«Ώμοσε Κύριος»: Χρησμός του Θεού «ου μεταμεληθήσεται», η απόφαση του Κυρίου είναι αμετάκλητη. Δηλαδή τι ώμοσε ο Κύριος; «Συ ιερεύς εις τον αιώνα». Ο αιώνιος Βασιλέυς γίνεται αιώνιος αρχιερεύς. Στο ίδιο πρόσωπο συνδέονται το βασιλικό και το ιερατικό αξίωμα. Έχουμε εδώ νέο είδος ιεροσύνης το του Μεσσίου Χριστού.

«Κατά την τάξιν Μελχισεδέκ»: Ο Μελχισεδέκ ήταν ταυτόχρονα ιερέας και βασιλέας. Ήταν αγεννεαλόγητος, διότι σ’ αυτόν δεν αναφέρεται ούτε πατέρας, ούτε μητέρα.

«Κρινεί εν έθνεσι»: Η Δευτέρα Παρουσία. «Πληρώσει πτώματα», η κυριαρχία του Μεσσία εφ’ όλης της γης.

«Εκ Χειμάρρου εν οδώ πίεται»: Η μάχη με τους εχθρούς Του θα είναι τόσο μανιώδης, ώστε ο Μεσσίας δεν θα αναπαυτεί, αλλά θα μάχεται να σβήσει την δίψα Του από έναν χείμαρρο και θα συνεχίσει να μάχεται. Αυτό επίσης δείχνει το ευτελές της διαγωγής και το ταπεινόν της διαίτης.

Ψαλμός εκατοστός δέκατος (ρι΄)

    Εξομολογήσομαι σοι, Κύριε, εν όλη καρδία μου, εν βουλή ευθέων και συναγωγή. Μεγάλα τα έργα Κυρίου, εξεζητημένα εις πάντα τα θελήματα αυτού. Εξομολόγησις και μεγαλοπρέπεια το έργον αυτού και η δικαιοσύνη αυτού μένει εις τον αιώνα του αιώνος. Μνείαν εποιήσατο των θαυμασίων αυτού· ελεήμων και οικτίρμων ο Κύριος. Τροφήν έδωκε τοις φοβουμένοις αυτόν· μνησθήσεται εις τον αιώνα διαθήκης αυτού. Ισχύν έργων αυτού ανήγγειλε τω λαώ αυτού, του δούναι αυτοίς κληρονομίαν εθνών. Έργα χειρών αυτού αλήθεια και κρίσις· πισταί πάσαι αι εντολαί αυτού, εστηριγμέναι εις τον αιώνα του αιώνος, πεποιημέναι εν αληθεία και ευθύτητι. Λύτρωσιν απέστειλε τω λαώ αυτού· ενετείλατο εις τον αιώνα διαθήκην αυτού· άγιον και φοβερόντο όνομα αυτού. Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου, σύνεσις δε αγαθή πάσι τοις ποιούσιν αυτήν. Η αίνεσις αυτού μένει εις τον αιώνα του αιώνος.

 

«Εξομολογήσομαί σοι»: Ο ψαλμωδός δοξάζει τον Θεό.

«Εν βουλή ευθέων και συναγωγή»: Βουλή είναι το μυστικοσυμβούλιο, η συναγωγή, ο ευρύτερος κύκλος. Ευθείς είναι οι δίκαιοι.

«Μεγάλα τα έργα Κυρίου»: Να γιατί θέλει ο ποιητής να υμνήσει τον Θεό.

«Εις πάντα τα θελήματα αυτού»: Ο Θεός θέτει την αγάπη Του, όλη την καλοσύνη Του υπέρ του λαού Του.

«Εξομολόγησις και μεγαλοπρέπεια»: Όλα τα έργα Κυρίου φέρουν την σφραγίδα του υπέροχου μεγαλείου.

«Μνείαν εποιήσατο των θαυμασίων αυτού»: Οι πατέρες προχωρούν ένα βήμα περισσότερο, δέχονται ως τροφή την Θεία Ευχαριστία.

«Αλήθεια και κρίσις»: Τα έργα των χειρών του Κυρίου είναι αλήθεια και κρίσις.

«Ενετείλατο εις τον αιώνα διαθήκη»: Ο εν Σινά νόμος θα είναι αιώνιος, διότι θα συμπληρωθεί από την Καινή Διαθήκη.

«Αρχή σοφίας»: Η βάση, η ρίζα, η ουσία της σοφίας είναι ο φόβος του Κυρίου.

«Σύνεσις αγαθή»: Συνετός είναι αυτός που πράττει την σοφία.

«Η αίνεσις αυτού εις τον αιώνα»: Όμοια η κατάληξη του ψαλμού με την αρχή.

 

Ψαλμός εκατοστός ενδέκατος (ρια΄)

    Μακάριος ανήρ, ο φοβούμενος τον Κύριον, εν ταις εντολαίς αυτού θελήσει σφόδρα. Δυνατόν εν τη γη έσται το σπέρμα αυτού· γενεά ευθέων ευλογηθήσεται. Δόξα και πλούτος, εν τω οίκω αυτού και η δικαιοσύνη αυτού μένει εις τον αιώνα του αιώνος. Εξανέτειλεν εν σκότει φώς τοις ευθέσιν· ελεήμων και οικτίρμων και δίκαιος. Χρηστός ανήρ ο οικτείρων και κιχρών· οικονομήσει τους λόγους αυτού εν κρίσει· ότι εις τον αιώνα ου σαλευθήσεται. Εις μνημόσυνον αιώνιον έσται δίκαιος. από ακοής πονηράς ού φοβηθήσεται· ετοίμη η καρδία αυτού ελπίζειν επί Κύριον· Εστήρικται η καρδία αυτού, ου μη φοβηθή, έως ου επίδη επί τους εχθρούς αυτού. Εσκόρπισεν, έδωκε τοις πένησιν, η δικαιοσύνη αυτού μένεις εις τον αιώνα του αιώνος· το κέρας αυτού υψωθήσεται εν δόξη. Αμαρτωλός όψεται και οργισθήσεται, τους οδόντας αυτού βρύξει και τακήσεται· επιθυμία αμαρτωλού απολείται.

 

«Μακάριος ανήρ ο φοβούμενος τον Κύριον»: Ο φοβούμενος τον Κύριο είναι ευτυχισμένος και εδώ και στην άλλη ζωή.

«Εν ταις εντολαίς αυτού θελήσει σφόδρα»: Πόση η επιθυμία του ευσεβούς για την εκτέλεση των θείων εντολών!

«Δυνατόν… το σπέρμα αυτού»: Πλούσιοι θα είναι οι απόγονοί του. «Δόξα και πλούτος», «δικαιοσύνη αυτού… εις τον αιώνα» Όπως η δικαιοσύνη του Θεού είναι αιώνια, έτσι και ο δίκαιος θα μένει πάντοτε.

«Εξανέτειλε φως»: Το φως αυτό είναι ο ίδιος ο Κύριος.

«Οικονομήσει τους λόγους αυτού»: Είναι προσεκτικός στους λόγους του.

 «Χρηστός ανήρ»: Η γλώσσα του χρηστού ανδρός είναι ευαίσθητη στο δυστύχημα του άλλου.

«Εις τον αιώνα ου σαλευθήσεται»: Οι άγιοι απολαμβάνουν αδιάκοπη ευτυχία.

«Εις μνημόσυνον αιώνιον έσται δίκαιος»: Επειδή οι πράξεις του ευσεβούς είναι ελεήμονες γι’ αυτό ο άνθρωπος αυτός δεν σβήνει από την μνήμη «ετοίμη η καρδία αυτού»: Η καρδιά του είναι σταθερή, έχει εμπιστοσύνη  στον Θεό.

«Αμαρτωλός όψεται»: Ο αμαρτωλός βλέποντας τον δίκαιο θα λυσσάξει από την οργή του, από την ζηλοτυπία του.

 

Ψαλμός εκατοστός δωδέκατος (ριβ΄)

    Αινείτε παίδες Κύριον, αινείτε το όνομα Κυρίου. Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον από του νυν και έως του αιώνος. Από ανατολών ηλίου μέχρι δυσμών αινετόν το όνομα Κυρίου. Υψηλός επί πάντα τα έθνη ο Κύριος· επί τους ουρανούς η δόξα αυτού. Τις ως Κύριος ο Θεός ημών; Ο εν υψηλοίς κατοικών και τα ταπεινά εφορών, εν τω ουρανώ και εν τη γη. Ο εγείρων από γης πτωχόν και από κοπρίας ανυψών πένητα. Του καθίσαι αυτόν μετά αρχόντων, μετά αρχόντων λαού αυτού. Ο κατοικίζων στείραν εν οίκω, μητέρα επί τέκνοις ευφραινομένην.

 

«Αινείτε παίδες»: Δεν εννοεί τους νέους, αλλά τους δούλους.

«Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον»: Εκπληκτικό είναι ότι με αυτά τα λόγια η Θεοτόκος ύμνησε τον Θεό.

«Από ανατολήν ηλίου μέχρι δυσμών»: Ας αινείτε σε όλη την υφήλιο.

«Επί τους ουρανούς η δόξα αυτού»: Υπεράνω και αυτών είναι ο Κύριος. Ο Δημιουργός είναι πάνω από τα δημιουργήματά του.

«Εν υψηλοίς κατοικών», «και τα ταπεινά»: Το να είναι μέγας ο Κύριος και να κατοικεί υψηλά δεν είναι εκπληκτικό, το να ταπεινώνεται όμως για να σώσει τον άνθρωπο είναι πέραν για πέραν άξιο θαυμασμού.

«Ο εγείρων από γης»: Αυτό είναι η έσχατη κοινωνική  θέση.

«Του καθίσαι αυτόν μετά αρχόντων»: Οι επί κοπριάς καθήμενοι θα καθίσουν σε θρόνους αρχοντικούς.

«Ο κατοικίζων στείρων εν οίκω»: Η στειρότης ήταν όνειδος μεταξύ των Εβραίων. Στείρο πνευματικά ήταν ολόκληρο το ισραηλιτικό έθνος το οποίο επανέφερε ο Κύριος στην Ιερουσαλήμ και έγινε πολυάριθμο.

 

Ψαλμός εκατοστός δέκατος τρίτος (ριγ΄)

    Εν εξόδω Ισραήλ εξ Αιγύπτου, οίκου Ιακώβ εκ λαού βαρβάρου. Εγενήθη Ιουδαία αγίασμα αυτού, Ισραήλ εξουσία αυτού. Η θάλασσα είδε και έφυγεν· ο Ιορδάνης εστράφη εις τα οπίσω. Τα όρη εσκίρτησαν ωσεί κριοί και οι βουνοί ως αρνία προβάτων. Τί σοι έστι, θάλασσα, ότι έφυγες; και συ, Ιορδάνη, ότι εστράφης εις τα οπίσω; Τα όρη, ότι εσκιρτήσατε ωσεί κριοί και οι βουνοί ως αρνία προβάτων; Από προσώπου Κυρίου εσαλεύθη η γη, από προσώπου του Θεού Ιακώβ. Του στρέψαντος την πέτραν εις λίμνας υδάτων και την ακρότομον εις πηγάς υδάτων. Μή ημίν, Κύριε, μη ημίν, αλλ΄ ή τω ονόματι σου δος δόξαν, επί τω ελέει σου και τη αληθεία σου. Μήποτε είπωσι τα έθνη· Πού έστιν ο Θεός αυτών; Ο δε Θεός ημών εν τω ουρανώ και εν τη γη· πάντα, όσα ηθέλησεν, εποίησε. Τα είδωλα των εθνών, αργύριον και χρυσίον, έργα χειρών ανθρώπων. Στόμα έχουσι και ού λαλήσουσιν·. οφθαλμούς έχουσι και ούκ όψονται. Ώτα έχουσι και ούκ ακούσονται· ρίνας έχουσι και ούκ οσφρανθήσονται. Χείρας έχουσι και ού ψηλαφήσουσι, πόδας έχουσι και ού περιπατήσουσιν· ού φωνήσουσιν εν τω λάρυγγι αυτών. ΄Ομοιοι αυτοίς γένοιτο οι ποιούντες αυτά και πάντες οι πεποιθότες επ΄αυτοίς. Οίκος Ισραήλ ήλπισεν επί Κύριον· βοηθός και υπερασπιστής αυτών έστι. Οίκος Ααρών ήλπισεν επί Κύριον· βοηθός και υπερασπιστής αυτών έστι. Οι φοβούμενοι τον Κύριον ήλπισαν επί Κύριον· βοηθός και υπερασπιστής αυτών έστι. Κύριος, μνησθείς ημών, ευλόγησεν ημάς, ευλόγησε τον οίκον Ισραήλ, ευλόγησε τον οίκον Ααρών. Ευλόγησε τους φοβουμένους τον Κύριον, τους μικρούς μετά των μεγάλων. Προσθείη Κύριος εφ΄ υμάς, εφ΄ υμάς και επί τους υιούς υμών. Ευλογημένοι υμείς τω Κυρίω, τω ποιήσαντι τον ουρανόν και την γην. Ο ουρανός του ουρανού τω Κυρίω, την δε γήν έδωκε τοις υοίς των ανθρώπων. Ούχ οι νεκροί αινέσουσι σε, Κύριε, ουδέ πάντες οι καταβαίνοντες εις άδου. Αλλ΄ ημείς οι ζώντες ευλογήσομεν τον Κύριον από του νυν και έως του αιώνος.

 

«Εν εξόδω Ισραήλ εη Αιγύπτου».. «εκ λαού βαρβάρου»: Οι Αιγύπτιοι θεωρούνταν βάρβαροι.

«Εγεννήθη Ιουδαία αγίασμα»: Να ο σκοπός της εξόδου απ’ την Αίγυπτο, να γίνει λαός άγιος. Εκ των πολλών θαυμάτων ο ποιητής αναφέρει τρία: α) «η θάλασσα είδε και έφυγε»:πρόκειται περί της διαβάσεως της Ερυθράς θαλάσσης. Β) «ο Ιορδάνης εστράφη εις τα οπίσω»: Τούτο συνέβη κατά την είσοδο  στην γη της Επαγγελίας. Γ) «Τα όρη εσκίρτησαν»: Πρόκειται για τον σεισμό του όρους Σινά.

Για ποιο λόγο έγιναν τα θαύματα αυτά; «Τι σοι έστι θάλασσα»; Κι επειδή τα άψυχα δεν απαντούν, απαντά ο ίδιος. «Από προσώπου Κυρίου»: Ο Θεός ενήργησε τα θαύματα αυτά για να δείξει την δύναμή Του. «Του στρέψαντος την πέτραν»: Η πέτρα αυτή είναι ο βράχος της Χωρήβ (Εξ. 17,6).

Η προσευχή: «Μη ημίν Κύριε»: Οι ικετεύοντες την Θεία βοήθεια αναγνωρίζουν ότι δεν είναι άξιοι αυτής.

«Μήποτε είπωσι τα έθνη»: Εάν δεν σωθούν οι ισραηλίτες θα ειρωνευτούν τα έθνη. Ακόμη όμως και να ειρωνευτούν τα έθνη οι ισραηλίτες θα απαντήσουν: «Όσα ηθέλησεν εποίησε».

Τα είδωλα στα οποία πιστεύουν τα έθνη είναι μηδαμινά: «έργα χειρών ανθρώπων», είναι βουβά, έχουν οφθαλμούς όμως δεν βλέπουν, δεν μπορούν να ακούσουν, δεν μπορούν ακούσουν την προσευχή των ικετών, ούτε οσφραίνονται, ούτε περπατούν, ούτε μιλούν, δεν πιάνουν τίποτα με τα άψυχα χέρια τους. Οι ισραηλίτες όμως μπορούν να ελπίζουν στον Θεό τους, διότι Αυτός είναι ζωντανός, Αυτός είναι που τα πάντα εποίησε.

 

Ψαλμός εκατοστός δέκατος τέταρτος (ριδ΄)

    Ηγάπησα, ότι εισακούσεται Κύριος της φωνής της δεήσεως μου. ΄Οτι έκλινε το ούς αυτού εμοί και εν ταις ημέραις μου επικαλέσομαι. Περιέσχον με ωδίνες θανάτου, κίνδυνοι άδου εύροσαν με· θλίψιν και οδύνη εύρον και το όνομα Κυρίου επεκαλεσάμην. Ω Κύριε, ρύσαι την ψυχήν μου. Ελεήμων ο Κύριος και δίκαος και ο Θεός ημών ελεεί. Φυλάσσων τα νήπια ο Κύριος· εταπεινώθην και έσωσε με. Επίστρεψον, ψυχή μου, εις την ανάπαυσιν σου, ότι Κύριος ευηργέτησέ σε. ΄Οτι εξείλετο την ψυχήν μου εκ θανάτου, τους οφθαλμούς μου από δακρύων και τους πόδας μου από ολισθήματος. Ευαρεστήσω ενώπιον Κυρίου, εν χώρα ζώντων.

 

«Ηγάπησα»» Συγκινητική αρχή.

 «Ότι εισακούσεται» τι; «της φωνής της δεήσεώς μου». Καταδέχτηκε να με ακούσει, οπότε όλες τις ημέρες τις ζωής μου δεν θα παύσω να τον εμπιστεύομαι.

«Φυλάσσων τα νήπια ο Κύριος». Εννοεί ότι ο Θεός υπερασπίζεται τους απλούς.

«Εταπεινώθην και έσωσέ με»: Επειδή συντρίφτηκα ψυχικώς, γι’ αυτό και με έσωσε.

 

Ψαλμός εκατοστός δέκατος πέμπτος (ριε΄)

Επίστευσα, διό ελάλησα· εγώ δε εταπεινώθην σφόδρα. Εγώ δε είπα εν τη εκστάσει μου· Πας άνθρωπος ψεύστης. Τί ανταποδώσω τω Κυρίω περί πάντων, ων ανταπέδωκε μοι; Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι και το όνομα Κυρίου επικαλέσομαι. Τας ευχάς μου τω Κυρίω αποδώσω εναντίον παντός του λαού αυτού. Τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος των οσίων αυτού. Ω Κύριε, εγώ δούλος σος, εγώ δούλος σος και υιός της παιδίσκης σου· διέρρηξας τους δεσμούς μου. Σοί θύσω θυσίαν αινέσεως και εν ονόματι Κυρίου επικαλέσομαι. Τας ευχάς μου τω Κυρίω αποδώσω εναντίον παντός του λαού αυτού, εν αυλαίς οίκου Κυρίου, εν μέσω σου, Ιερουσαλήμ.

 

«Επίστευσα»: Αυτός που πιστεύει θ΄ανοίξει τα χείλη του για να προσευχηθεί.

«Εγώ δε εταπεινώθην σφόδρα»: Η μεγάλη ταπείνωσή του είναι η μεγάλη θλίψη του.

«Εγώ δε είπα εν τη εκστάσει μου»: Εν τη υπερβολή της συμφοράς. Όταν λοιπόν η θλίψη του τον έφερε εκτός εαυτού είπε: «πας άνθρωπος ψεύτης» Όποιος έχει εναποθέσει τις ελπίδες του στους ανθρώπους γρήγορα θα απογοητευθεί. Μόνος ο λόγος του Κυρίου μένει πάντοτε αδιάψευστος.

«Τι ανταποδώσω τω Κυρίω»: Δεν υπάρχει τίποτα που να είναι άξιο για να προσφέρει ο Δαυίδ στον Κύριο.

«Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι»: Να τι σκέφτηκε να ανταποδώσει. Το «ποτήριον σωτηρίου» είναι ο οίνος ο οποίος προσφέρονταν κατά τις ειρηνικές θυσίες.

«Τας ευχάς μου τω Κυρίω»: Οι ευχές αυτές είναι τάματα τα οποία έκανε για την διάσωσή του.

Εναντίον παντός του λαού»: Δημόσια θα ευχαριστήσω τον Κύριο.

«Τίμιος εναντίον Κυρίου»: Ο Θεός αμείβει του αγίους του.

«Ω Κύριε εγώ δούλος σος»: Έτσι δεν είναι Κύριε; Εγώ δεν είμαι δούλος σου;

«Υιός της παιδίσκης σου»: Παιδίσκη είναι η μητέρα του.

«Διέρρηξας τους δεσμούς μου»: Ως «δεσμούς» εννοεί τις θλίψεις του.

 

Ψαλμός εκατοστός δέκατος έκτος (ριστ΄)

 

Αινείτε τον Κύριον, πάντα τα έθνη, επαινέσατε αυτόν, πάντες οι λαοί. ΄Οτι εκραταιώθη το έλεος αυτού εφ΄ ημάς και η αλήθεια του Κυρίου μένει εις τον αιώνα.

 

Ο ψαλμός αυτός είναι ο μικρότερος όλων των ψαλμών. Παρά την σμικρότητά του όμως είναι πολύ σπουδαίος, εξαιτίας της μεσσιανικότητάς του.

«Αινείτε τον Κύριον»: Πρόσκληση στα έθνη.

«Ότι εκραταιώθη το έλεος»: Μονομάχησε η ευσπλαχνία του Κυρίου  με την αμαρτία και νίκησε η πρώτη.

«Η αλήθεια του Κυρίου μένει»: Το Θείο σχέδιο για την σωτηρία των λαών της γης, είναι η μόνη αλήθεια που μένει εις τον αιώνα.

 

Ψαλμός εκατοστός δέκατος έβδομος (ριζ΄)

      Εξομολογείσθε τω Κυρίω, ότι αγαθός, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Ειπάτω δη οίκος Ισραήλ, ότι αγαθός, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Ειπάτω δη οίκος Ααρών, ότι αγαθός, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Ειπάτωσαν δη πάντες οι φοβούμενοι τον Κύριον, ότι αγαθός, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Εκ θλίψεως επεκαλεσάμην τον Κύριον και επήκουσέ μου εις πλατυσμόν. Κύριος εμοί βοηθός και ού φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοι άνθρωπος. Κύριος εμοί βοηθός, καγώ επόψομαι τους εχθρούς μου. Αγαθόν πεποιθέναι επί Κύριον ή πεποιθέναι επ΄ άνθρωπον. Αγαθόν ελπίζειν επί Κύριον ή ελπίζειν επ΄ άρχουσι. Πάντα τα έθνη εκύκλωσαν με και τω ονόματι Κυρίου ημυνάμην αυτούς. Κυκλώσαντες εκύκλωσαν με και το ονόματι Κυρίου ημυνάμην αυτούς. Εκύκλωσαν με ωσεί μέλισσαι κηρίον και εξεκαύθησαν ως πυρ εν ακάνθαις και τω ονόματι Κυρίου ημυνάμην αυτούς. Ωσθείς ανετράπην του πεσείν και ο Κύριος αντελάβετο μου. Ισχύς μου και ύμνησις μου ο Κύριος και εγένετο μοι εις σωτηρίαν. Φωνή αγαλλιάσεως και σωτηρίας εν σκηναίς δικαίων. Δεξιά Κυρίου εποίησε δύναμιν, δεξιά Κυρίου ύψωσε με, δεξιά Κυρίου εποίησε δύναμιν. Ουκ αποθανούμαι, αλλά ζήσομαι και διηγήσομαι τα έργα Κυρίου. Παιδεύων επαίδευσε με ο Κύριος και τω θανάτω ού παρέδωκε με. Ανοίξατε μοι πύλας δικαιοσύνης· εισελθών εν αυταίς, εξομολογήσομαι τω Κυρίω. Αύτη η πύλη του Κυρίου, δίκαιοι εισελεύσονται εν αυτή. Εξομολογήσομαι σοι, ότι επήκουσας μου και εγένου μοι εις σωτηρίαν. Λίθον, ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος εγενήθη εις κεφαλήν γωνίας. Παρά Κυρίου εγένετο αύτη και έστι θαυμαστή εν οφθαλμοίς ημών. Αύτη η ημέρα, ήν εποίησεν ο Κύριος, αγαλλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτή. Ω Κύριε, σώσον δη· ω Κύριε, ευόδωσον δη. Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου· ευλογήκαμεν υμάς εξ οίκου Κυρίου. Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν· συστήσασθε εορτήν εν τοις πυκάζουσιν εως των κεράτων του θυσιαστηρίου. Θεός μου ει σύ και εξομολογήσομαι σοι· Θεός μου ει σύ και υψώσω σε· εξομολογήσομαι σοι, ότι επήκουσας μου και εγένου μοι εις σωτηρίαν. Εξομολογείσθε τω Κυρίω, ότι αγαθός, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.

 

              Μεσσιανικός ψαλμός:

       «Εξομολογείσθε ότι αγαθός».. «Κύριος εμοί βοηθός»: Μεγάλη η εμπιστοσύνη του πιστού προσευχομένου στον Θεό.

       «Ου φοβηθήσομαι τι».. «κυκλώσαντες εκύκλωσάν με»: Οι εχθροί περικύκλωσαν τους ισραηλίτες. Ο Κύριος όμως την κρίσιμη στιγμή ανέτρεψε τα σχέδια των εχθρών.

       Οι ισραηλίτες υμνούν τον Σωτήρα τους: «Ισχύς μου και ύμνησίς μου ο Κύριος».

       Η λιτανεία συνεχίζεται και φτάνει προ του ναού: «Ανοίξαντέ μοι πύλας δικαιοσύνης»… «αύτη η πύλη Κυρίου»: Αυτή είναι απάντηση των λειτουργών «δίκαιοι εισελεύσονται εν αυτή»: μόνο οι δίκαιοι θα εισέλθουν.

       «Λίθον ον απεδοκίμασαν»: Κάποιοι αδαείς συμβαίνει να θεωρούν ως άχρηστο κάποιο λίθο, ενός οικοδομήματος , αυτός όμως αποδεικνύεται ακρογωνιαίος λίθος όλων των εθνών. Με άλλα λόγια, τα έθνη θεώρησαν το Ισραήλ ως άχρηστο έθνος, όμως ο Θεός πάνω στο Ισραήλ στήριξε την ελπίδα όλης της οικουμένης. Αναγωγικά ο ακρογωνιαίος λίθος είναι ο Χριστός. Άλλωστε ο ίδιος ο Σωτήρας εφάρμοσε τον στίχο αυτό στον εαυτό Του στο Ματθ. 21,42.

       «Παρά Κυρίου εγένετο αύτη»: Ο Κύριος και όχι άνθρωπος κατέστησε τον Χριστό ή τον Ισραήλ ως ακρογωνιαίο λίθο.

       «Αύτη ημέρα ην εποίησε ο Κύριος» «ω Κύριε, σώσον δη». Ναι ο Θεός αυτή την ωραία ημέρα-περίοδο χρονικά μας έσωσε, όμως υπάρχουν και καραδοκούν τριγύρω μας οι εχθροί.

       «»Ευλογημένος ο ερχόμενος»: Η ευλογία δίδονταν από τους ιερείς «εν ονόματι Κυρίου». Είσαι ευλογημένος εσύ λαέ που εισέρχεσαι στον οίκο του Θεού. Το ίδιο είπαν και οι ιεροσολυμίτες κατά την Βαϊοφόρο ημέρα προς τον Σωτήρα Χριστό. Ματθ. 21,9, Λουκ. 19,38.

       «Συστήσατε εορτήν εν τοις πυκάζουσιν»: Οι πιστοί παρακινούνται από τον κλήρο να συνεχίσουν τις λιτανείες.

 

Ψαλμός εκατοστός δέκατος όγδοος (ριη΄)

 

 Μακάριοι οι άμωμοι εν οδώ, οι πορευόμενοι εν νόμω Κυρίου. Μακάριοι οι εξερευνώντες τα μαρτύρια αυτού, εν όλη καρδία εκζητήσουσιν αυτόν. Ού γαρ οι εργαζόμενοι την ανομίαν εν ταις οδοίς αυτού επορεύθησαν. Συ ενετείλω τας εντολάς σου, του φυλάξασθαι σφόδρα. ΄Οφελον κατευθυνθείησαν αι οδοί μου, του φυλάξασθαι τα δικαιώματα σου. Τότε ού μη αισχυνθώ, εν τω με επιβλέπειν επί πάσας τας εντολάς σου. Εξομολογήσομαί σοι εν ευθύτητι καρδίας, εν τω μεμαθηκέναι με τα κρίματα της δικαιοσύνης σου. Τα δικαιώματα σου φυλάξω, μή με εγκαταλίπης έως σφόδρα. Εν τίνι κατορθώσει νεώτερος την οδόν αυτού; εν τω φυλάξασθαι τους λόγους σου. Εν όλη καρδία μου εξεζήτησα σε, μή απώση με από των εντολών σου. Εν τη καρδία μου έκρυψα τα λόγια σου, όπως αν μη αμάρτω σοι. Ευλογητός εί, Κύριε, δίδαξον με τα δικαιώματα σου. Εν τοις χείλεσί σου εξήγγειλα πάντα τα κρίματα του στόματος σου. Εν τη οδώ των μαρτυρίων σου ετέρφθην, ως επί παντί πλούτω.Εν ταις εντολαίς σου αδολεσχήσω και κατανοήσω τας οδούς σου. Εν τοις δικαιώμασι σου μελετήσω, ούκ επιλήσομαι των λόγων σου. Ανταπόδος τω δούλω σου· ζήσον με και φυλάξω τους λόγους σου. Αποκάλυψον τους οφθαλμούς μου και κατανοήσω τα θαυμάσια εκ του νόμου σου. Πάροικος εγώ ειμί εν τη γη· μη αποκρύψης απ΄ εμού τας εντολάς σου. Επεπόθησεν η ψυχή μου, του επιθυμήσαι τα κρίματα σου εν παντί καιρώ. Επετίμησας υπερηφάνοις· επικατάρατοι οι εκκλίνοντες από των εντολών σου. Περίελε απ΄ εμού όνειδος και εξουδένωσιν, ότι τα μαρτύρια σου εξεζήτησα. Και γαρ εκάθησαν άρχοντες και κατ΄ εμού κατελάλουν, ο δε δούλος σου ηδολέσχει εν τοις δικαιώμασί σου. Και γαρ τα μαρτύρια σου μελέτη μου έστι και αι συμβουλίαι μου τα δικαιώματα σου. Εκολλήθη τω εδάφει η ψυχή μου· ζήσον με κατά τον λόγον σου. Τας οδούς μου εξήγγειλα και επήκουσας μου· δίδαξον με τα δικαιώματα σου. Οδόν δικαιωμάτων σου συνέτισον με και αδολεσχήσω εν τοις θαυμασίοις σου. Ενύσταξεν η ψυχή μου από ακηδίας, βεβαίωσον με εν τοις λόγοις σου. Οδόν αδικίας απόστησον απ΄ εμού και τω νόμω σου ελέησον με. Οδόν αληθείας ηρετισάμην και τα κρίματα σου ούκ επελαθόμην. Εκολλήθην τοις μαρτυρίοις σου, Κύριε· μη με καταισχύης. Οδόν εντολών σου έδραμον, όταν επλάτυνας την καρδίαν μου. Νομοθέτησον με, Κύριε, την οδόν των δικαιωμάτων σου και εκζητήσω αυτήν δια παντός. Συνέτισον με και εξερευνήσω τον νόμον σου και φυλάξω αυτόν εν όλη καρδία μου. Οδήγησον με εν τη τρίβω των εντολών σου, ότι αυτήν ηθέλησα. Κλίνον την καρδίαν μου εις τα μαρτύρια σου και μη εις πλεονεξίαν. Απόστρεψον τους οφθαλμούς μου, του μή ιδείν ματαιότητα· εν τη οδώ σου ζήσον με. Στήσον τω δούλω σου το λόγιον σου εις τον φόβον σου. Περίελε τον ονειδισμόν μου, όν υπώπτευσα· ότι τα κρίματα σου χρηστά. Ιδού επεθύμησα τας εντολάς σου· εν τη δικαιοσύνη σου ζήσον με. Και έλθοι επ΄ εμέ το έλεος σου, Κύριε, το σωτήριον σου κατά τον λόγον σου. Και αποκριθήσομαι τοις ονειδίζουσι μοι λόγον, ότι ήλπισα επί τοις λόγοις σου. Και μη περιέλης εκ του στόματος μου λόγον αληθείας έως σφόδρα, ότι επί τοις κρίμασι σου επήλπισα. Και φυλάξω τον νόμον σου διαπαντός, εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος. Και επορευόμην εν πλατυσμώ, ότι τας εντολάς σου εξεζήτησα. Και ελάλουν εν τοις μαρτυρίοις σου εναντίον βασιλέων και ούκ ησχυνόμην. Και εμελέτων εν ταις εντολαίς σου, άς ηγάπησα σφόδρα. Και ήρα τας χείρας μου προς τας εντολάς σου άς ηγάπησα και ηδολέσχουν εν τοις δικαιώμασι μου. Μνήσθητι των λόγων σου τω δούλω σου, ών επήλπισας με. Αύτη με παρεκάλεσεν εν τη ταπεινώσει μου, ότι το λόγιον σου έζησε με. Υπερήφανοι παρηνόμουν έως σφόδρα· από δε του νόμου  σου ούκ εξέκλινα. Εμνήσθην των κριμάτων σου απ΄ αιώνος, Κύριε και παρεκλήθην. Αθυμία κατέσχε με από αμαρτωλών, των εγκαταλιμπανόντων τον νόμον σου. Ψαλτά ήσαν μοι τα δικαιώματα σου εν τόπω παροικίας μου. Εμνήσθην εν νυκτί του ονόματος σου, Κύριε και εφύλαξα τον νόμον σου. Αύτη εγενήθη μοι, ότι τα δικαιώματα σου εξεζήτησα. Μερίς μου εί, Κύριε· είπα του φυλάξασθαι τον νόμον σου. Εδεήθην του προσώπου σου εν όλη καρδία μου· ελέησον με κατά το λόγιον σου. Διελογισάμην τας οδούς σου και επέστρεψα τους πόδας μου εις τα μαρτύρια σου. Ητοιμάσθην και ούκ εταράχθην, του φυλάξασθαι τας εντολάς σου. Σχοινία αμαρτωλών περιεπλάκησαν μοι και του νόμου σου ούκ επελαθόμην. Μεσονύκτιον εξηγειρόμην του εξομολογείσθαι σοι επί τα κρίματα της δικαιοσύνης σου. Μέτοχος εγώ ειμί πάντων των φοβουμένων σε και των φυλασσόντων τας εντολάς σου. Του ελέους σου, Κύριε, πλήρης η γη· τα δικαιώματα οσυ δίδαξον με. Χρηστότητα εποίησας μετά του δούλου σου, Κύριε, κατά τον λόγον σου. Χρηστότητα και παιδείαν και γνώσιν δίδαξον με, ότι ταις εντολαίς σου επίστευσα. Προ του με ταπεινωθήναι, εγώ επλημμέλησα· δια τούτο το λόγιον σου εφύλαξα. Χρηστός ει συ, Κύριε και εν τη χρηστότητι σου δίδαξον με τα δικαιώματα σου. Επληθύνθη επ΄ εμέ αδικία υπερηφάνων, εγώ δε εν όλη καρδία μου εξερευνήσω τας εντολάς σου. Ετυρώθη ως γάλα η καρδία αυτώ· εγώ δε τον νόμον σου εμελέτησα. Αγαθόν οι ότι εταπείνωσας με, όπως αν μάθω τα δικαιώματα σου. Αγαθός μοι ο νόμος του στόματος σου υπέρ χιλιάδας χρυσίου και αργύριου. 

Αι χείρες σου εποίησαν με και έπλασαν με· συνέτισον με και μαθήσομαι τας εντολάς σου. Οι φοβούμενοι σε όψονται με και ευφρανθήσονται, ότι εις τους λόγους σου επήλπισα. ΄Εγνων, Κύριε, ότι δικαιοσύνη τα κρίματα σου και αληθεία εταπείνωσας με. Γενηθήτω δη το έλεος σου του παρακαλέσαι με, κατά το λόγιον σου τω δούλω σου. Ελθέτωσαν μοι οι οικτιρμοί σου και ζήσομαι, ότι ο νόμος σου μελέτη μου έστι. Αισχυνθήτωσαν υπερήφανοι, ότι αδίκως ηνόμησαν εις εμέ, εγώ δε αδολεσχήσω εν ταις εντολαίς σου. Επιστρεψάτωσαν με οι φοβούμενοι σε  και οι γινώσκοντες τα μαρτύρια σου. Γενηθήτω η καρδία μου άμωμος εν τοις δικαιώμασι σου, όπως αν μη αισχυνθώ. Εκλείπει εις το σωτήριον σου η ψυχή μου, εις τους λόγους σου επήλπισα. Εξέλιπον οι οφθαλμοί μου εις το λόγιον σου, λέγοντες. Πότε παρακαλέσεις με; ότι εγενήθην ως ασκός εν πάχνη, τα δικαιώματα σου ούκ επελαθόμην. Πόσαι εισίν αι ημέραι του δούλου σου; πότε ποιήσεις μοι εκ των καταδιωκόντων με κρίσιν; Διηγήσαντο μοι παράνομοοι αδολεσχίας, αλλ΄ ούχ ως ο νόμος σου, Κύριε. Πάσαι αι εντολαί σου αλήθεια. Αδίκως κατεδίωξαν με, βοήθησον μοι. Παρά βραχύ συνετέλεσαν με εν τη γη, εγώ δε ούκ εγκατέλιπον τας εντολάς σου. Κατά το έλεος σου ζήσον με και φυλάξω τα μαρτύρια του στόματος σου. Εις τον αιώνα, Κύριε, ο λόγος σου διαμένει εν τω ουρανώ. Εις γενεάν και γενεάν η αλήθεια σου. Εθεμελίωσας την γην και διαμένει. Τη διατάξει σου διαμένει ημέρα. Οτι τα σύμπαντα δούλα σα. Ει μη ότι ο νόμος σου μελέτη μου έστι, τότε αν απωλόμην εν τη ταπεινώσει μου. Εις τον αιώνα ού μη επιλάθωμαι των δικαιωμάτων σου, ότι εν αυτοίς έζησας με.

  Σος ειμί εγώ, σώσον με, ότι τα δικαιώματα σου εξεζήτησα. Εμέ υπέμειναν αμαρτωλοί του απολέσαιR Τα μαρτύρια σου συνήκα. Πάσης συντελείας είδον πέρας, πλατεία η εντολή σου σφόδρα. Ως ηγάπησα τον νόμον σου, ΚύριεR όλην την ημέραν μελέτη μου έστι. Υπέρ τους εχθρούς μου εσόφισας με την εντολήν σου, ότι εις τον αιώνα εμή έστι. Υπέρ πάντας τους διδάσκοντας με συνήκα, ότι τα μαρτύρια σου μελέτη μου έστι. Υπέρ πρεσβυτέρους συνήκα, ότι τας εντολάς σου εξεζήτησα. Εκ πάσης οδού πονηράς εκώλυσα τους πόδας μου, όπως αν φυλάξω τους λόγους σου. Από των κριμάτων σου ούκ εξέκλινα, ότι συ ενομοθέτησας με. Ως γλυκέα τω λάρυγγι μου τα λόγια σου, υπέρ μέλι τω στόματι μου. Από των εντολών σου σου συνήκαR δια τούτο εμίσησα πάσαν οδόν αδικίας. Λύχνος τοις ποσί μου ο νόμος σου και φως ταις τρίβοις μου. Ώμοσα και έστησα του φυλάξασθαι τα κρίματα της δικαιοσύνης σου. Εταπεινώθην έως σφόδραR Κύριε ζήσον με κατά τον λόγον σου. Τα εκούσια του στόματος μου ευδόκησον δη, Κύριε και τα κρίματα σου δίδαξον με. Η ψυχή μου εν ταις χερσί σου διαπαντός και του νόμου σου ούκ  επελαθόμην.  Εθεντο αμαρτωλοί  παγίδα μοι και εκ των εντολών σου ούκ επλανήθην. Εκληρονόμησα τα μαρτύρια σου εις τον αιώνα, ότι αγαλλίαμα της καρδίας μου είσι. Εκλινα την καρδίαν μου του ποιήσαι τα δικαιώματα σου εις τον αιώνα δι΄ αντάμειψιν. Παρανόμους εμίσησα, τον δε νόμον σου ηγάπησα. Βοηθός μου και αντιλήπτωρ μου ει συR εις τους λόγους σου επήλπισα. Εκκλίνατε απ΄ εμού, πονηρευόμενοι και εξερευνήσω τας εντολάς του Θεού μου. Αντιλαβού μου κατά το λόγιον σου και ζήσον με και μη καταισχύνης με από της προσδοκίας μου. Βοήθησον μοι και σωθήσομαι και μελετήσω εν τοις δικαιώμασι σου διαπαντός. Εξουδένωσας πάντας τους αποστατούντας από των δικκαιωμάτων σου, ότι άδικον το ενθύμημα αυτών. Παραβαίνοντας ελογισάμην πάντας τους αμαρτωλούς της γηςR δια τούτο ηγάπησα τα μαρτύρια σου. Καθήλωσον εκ του φόβου σου τας σάρκας μουR από γαρ των κριμάτων σου εφοβήθην. Εποίησα κρίμα και δικαιοσύνηνR μη παραδώς με τοις αδικούσι με. Εκδεξαι τον δούλον σου εις αγαθόνR μη συκοφαντησάτωσαν με υπερήφανοι. Οι οφθαλμοί μου εξέλιπον εις το σωτήριον σου και εις το λόγιον της δικαιοσύνης σου. Ποίησον μετά του δούλου σου κατά το έλεος σου και τα δικαιώματα σου δίδαξον με. Δούλος σου ειμί εγώR συνέτισον με και γνώσομαι τα μαρτύρια σου. Καιρός του ποιήσαι τω ΚυρίωR διεσκέδασαν τον νόμον σου. Δια τούτο ηγάπησα τας εντολάς σου υπέρ χρυσίον και τοπάζιον. Δια τούτο προς πάσας τας εντολάς σου κατωρθούμην, πάσαν οδόν άδικον εμίσησα. Θαυμαστά τα μαρτύρια σουR δια τούτο εξηρεύνησεν αυτά η ψυχή μου. Η δήλωσις των λόγων σου φωτιεί και συνετιεί νηπίους. Το στόμα μου ήνοιξα και είλκυσα πνεύμα, ότι  τας εντολάς σου επεπόθουν. 

Επίβλεψον επ΄ εμέ και ελέησον με κατά το κρίμα των αγαπώντων το όνομα σου. Τα διαβήματα μου κατεύθυνον κατά το λόγιον σου και μη κατακυριευσάτω μου πάσα ανομία. Λύτρωσαι με από συκοφαντίας ανθρώπων και φυλάξω τας εντολάς σου. Το πρόσωπον σου επίφανον επί τον δούλον σου και δίδαξον με τα δικαιώματα σου. Διεξόδους υδάτων κατέδυσαν οι οφθαλμοί μου, επεί ούκ εφύλαξα τον νόμον σου. Δίκαιος εί, Κύριε και ευθείαι αι κρίσεις σου. Ενετείλω δικαιοσύνην τα μαρτύρια σου και αλήθειαν σφόδρα. Εξέτηξε με ο ζήλος σου, ότι επελάθοντο των λόγων σου οι εχθροί μου. Πεπυρωμένον το λόγιον σου σφόδρα και ο δούλος σου ηγάπησεν αυτό. Νεώτερος εγώ ειμί και εξουδενωμένος· τα δικαιώματα σου ούκ επελαθόμην. Η δικαιοσύνη σου δικαιοσύνη εις τον αιώνα και ο νόμος σου αλήθεια. Θλίψεις και ανάγκαι εύροσαν με, αι εντολαί σου μελέτη μου. Δικαιοσύνη τα μαρτύρια σου εις τον αιώνα· συνέτισον με και ζήσομαι. Εκέκραξα εν όλη καρδία μου· επάκουσον μου, Κύριε, τα δικαιώματα σου εκζητήσω. Εκέκραξα σοι· σώσον με και φυλάξω τα μαρτύρια σου. Προέφθασα εν αωρία και εκέκραξα, εις τους λόγους σου επήλπισα. Προέφθασαν οι οφθαλμοί μου προς όρθρον, του μελετάν τα λόγια σου. Της φωνής μου άκουσον, Κύριε, κατά το έλεος σου, κατά το κρίμα σου ζήσον με. Προσήγγισαν οι καταδιώκοντες με ανομία, από δε του νόμου σου εμακρύνθησαν. Εγγύς εί Κύριε και πάσαι αι οδοί σου αλήθεια. Κατ΄ αρχάς έγνων εκ των μαρτυρίων σου, ότι εις τον αιώνα εθεμελίωσας αυτά. ΄Ιδε την ταπείνωσιν μου και εξελού με, ότι του νόμου σου ούκ επελαθόμην. Κρίνον την κρίσιν μου και λύτρωσαι με· δια τον λόγον σου ζήσον με. Μακράν από αμαρτωλών σωτηρία, ότι τα δικαιώματα σου ούκ εξεζήτησαν. Οι οικτιρμοί σου πολλοί, Κύριε· κατά το κρίμα σου ζήσον με. Πολλοί οι εκδιώκοντες με και θλίβοντες με· εκ των μαρτυρίων σου ούκ εξέκλινα. Είδον ασυνετούντας και εξετηκόμην, ότι τα λόγια σου ούκ εφυλάξαντο. ΄Ιδε, ότι τας εντολάς σου ηγάπησα· Κύριε, εν των ελέει σου ζήσον με. Αρχή των λόγων σου αλήθεια· και εις τον αιώνα πάντα τα κρίματα της δικαιοσύνης σου.΄Αρχοντες κατεδίωξαν με δωρεάν και από των λόγων σου εδειλίασεν η καρδία μου. Αγαλλιάσομαι εγώ επί τα λόγια σου ως ο ευρίσκων σκύλα πολλά. Αδικίαν εμίσησα και εβδελυξάμην, τον δε νόμον σου ηγάπησα. Επτάκις της ημέρας ήνεσα σε επί τα κρίματα της δικαιοσύνης σου.  Ειρήνη πολλή τοις αγαπώσι τον νόμον σου και ούκ έστιν αυτοίς σκάνδαλον. Προσεδόκων το σωτήριον σου, Κύριε και τας εντολάς σου ηγάπησα. Εφύλαξεν η ψυχή μου τα μαρτύρια σου και ηγάπησεν αυτά σφόδρα. Εφύλαξα τας εντολάς σου και τα μαρτύρια σου, ότι πάσαι αι οδοί μου εναντίον σου, Κύριε. Εγγισάτω η δέησις μου ενώπιον σου, Κύριε· κατά το λόγιον σου ρύσαι με. Εξερεύξαιντο τα χείλη μου ύμνον, όταν διδάξης με τα δικαιώματα σου. Φθέγξαιτο η γλώσσα μου τα λόγια σου, ότι πάσαι αι εντολαί σου δικαιοσύνη. Γενέσθω η χείρ σου του σώσαι με, ότι τας εντολάς σου ηρετισάμην. Επεπόθησα το σωτήριον σου, Κύριε και ο νόμους σου μελέτη μου έστι. Ζήσεται η ψυχή μου και αινέσει σε και τα κρίματα σου βοηθήσει μοι. Επλανήθην ως πρόβατον απολωλος· ζήτησον τον δούλον σου, ότι τας εντολάς σου ούκ επελαθόμην.

 

                        Αυτός ο ψαλμός είναι μεγαλύτερος όλων. Αποτελείται από 176 στίχους. Ονομάστηκε από τους Ραβίνους μέγα αλφαβητάρι, διότι είναι αλφαβητικός. Ο άγιος Αμβρόσιος τον ονόμασε «επιτομή της χριστιανικής ηθικής». Ο Pascal έβρισκε πολλές χάριτες σ’ αυτόν, ώστε η Εκκλησία μας τον έχει θέσει στην ακολουθία του Μεσονυκτικού να διαβάζεται καθημερινά.

            «Μακάριοι οι άμωμοι εν οδώ»: Άμωμοι είναι απαλλαγμένοι, οι τέλειοι «οι πορευόμενοι εν νόμω», «οι εξερευνόντες τα μαρτύρια», τα θεία λόγια έχουν ανάγκη προσευχής.

            «Εν όλη καρδία»: Πρέπει όλες οι δυνάμεις της ψυχής και της νόησης να συμμετέχουν στην εξερεύνηση του Θεού.

            «Ου γαρ οι εργαζόμενοι την ανομίαν»: Αυτοί που μελετούν τον νόμο του Θεού πρέπει να απομακρύνονται από τις παρανομίες.

            «Τότε ου μη αισχυνθώ»: Η αισχύνη είναι ο καρπός της παρανομίας.

            «Εξομολογήσομαί σοι εν ευθήτητι καρδίας»: Η καρδία καθίσταται προθυμότατη στην δοξολογία.

            «Εν τω μεμαθηκέναι με»: Όταν μάθω τα κρίματα της δικαιοσύνης Σου.

            «Τα δικαιώματά σου φυλάξω»: Οι εντολές του Θεού ονομάζονται «δικαιώματα».

            «Εν τη καρδία μου έκρυψα τα λόγια σου»: Πολύτιμος θησαυρός τα λόγια του Θεού τα οποία ριζώνονται μέσα μας.

            «Ευλογητός ει Κύριε» και πάλι η μελέτη του λόγου του Θεού  γίνεται προσευχή για να καρποφορήσει.

            «Ετέρφθην και επί παντού πλούτου»:  Υπεράνω οποιοδήποτε πλούτου χάρηκα για την απόκτηση των θείων εντολών.

            «Εν ταις εντολαίς σου αδολεσχήσω»: Αδολεσχήσω σημαίνει συνεχής μελέτη.

            «Ανταπόδος τω δούλω σου»: Ο ποιητής ζητά ανταπόδοση για να φυλάξει τον θείο νόμο. Τι ζητά; Να απαλλαγεί από τους εχθρούς του.

            «Ενύσταξεν η ψυχή μου από ακηδίας»: Η συνεχής προσβολή της ψυχής από τις θλίψεις τον αποχαυνώνει. Ο δε ύπνος επάγει τον θάνατο.

            «Όταν επλάτυνας την καρδία μου»: Καρδιά πλατιά σημαίνει χαρούμενη, όταν αυτή είναι στεναχωρημένη στερείται αυτής της εμπειρίας.

            «Νομοθέτησόν με»: Ο Θείος νόμος είναι διδάσκαλος και φωτιστής.

            «Απόστρεψον τους οφθαλμούς μου του μη ιδεί ματαιότητα»

            «Μνήσθητι των λόγων σου»: Μη λησμονείς Κύριε τους λόγους Σου οι οποίοι υπάρχουν στον νόμου Σου.

            «Υπερήφανοι παρηνόμουν»: Οι υπερήφανοι είναι υλιστές, είναι άθεοι.

            «Εμνήσθην εν νυκτί»: Όχι μόνο την ημέρα, αλλά και την νύχτα.

            «Μερίς μου ει»: Πλούτος μου ο Κύριος.

            «Ητημάσθην και ουκ εταράχθην»: Επειδή φύλαξα τις εντολές Σου, γι’ αυτό δεν ταράχτηκα από την βαρύτητά τους, αν και περιπλέχθηκα σε πλεκτάνες και παγίδες αμαρτωλών.

            «Μεσονύκτιον εξεγειρόμην»: Δείγμα του ζήλου του, ώστε να στερείται τον γλυκό ύπνο.

            «Επληθύνθη… αδικία»: παρόλες τις τριγύρω μου αδικίες εγώ ασχολούμαι με τον νόμου Σου.

            «Αι χείρες σου εποίησάν με»: Ο Θεός που μας έπλασε είναι αδύνατον να μας εγκαταλείψει.

            Συνέτισόν με»: Ας με συνετίσει ο Θεός ώστε να φωτιστώ.

            «Πάσαι εισίν αι ημέραι»: Λίγες ακόμη μέρες θα ζήσω. Άφησε με να τις χαρώ και απάλλαξέ με από τους διώκτες μου…

            «Υπέρ πρεσβυτέρους»: Η μελέτη του νόμου του Κυρίου υπερβάλλει την σοφία των σοφών της γης.

            «Λύχνος»: Ο λόγος του Θεού είναι ο φάρος.

            «Εκκλίνατε πονηρευόμενοι»: Ψυχική αγανάκτηση του ποιητού. Ο νους πρέπει να είναι απερίσπαστος στην μελέτη των θείων λόγων.

            «Καθήλοσον εκ του φόβου σου»: Στάυρωσε τις σαρκικές αισθήσεις μου.

            «Οι οφθαλμοί μου εξέλιπον»: Από την μελέτη του νόμου εξαντλήθηκαν τα μάτια μου.

«Καιρός του ποιήσαι»: Είναι πλέον καιρός να επέμβει ο Θεός και να τιμωρήσει αυτούς που Τον ενέπαιξαν «διασκέδασον τον νόμο σου».

«Επλανήθην ως πρόβατον»: Ένα απολωλός πρόβατο διατρέχει πολλούς κινδύνους.

«Ζήτησον»: Ψάξε με και βάλε με και πάλι στην ασφάλεια της στάνης Σου.

Ψαλμός εκατοστός δέκατος ένατος (ριθ΄)

Προς Κύριον εν τω θλίβεσθαι με εκέκραξα και εισήκουσε μου. Κύριε, ρύσαι την ψυχήν μου από χειλέων αδίκων και από γλώσσης δολίας. Τί δοθείη σοι και τί προστεθείη σοι προς γλώσσαν δολίαν; Τα βέλη του δυνατού ηκονημένα, συν τοις άνθραξι τοις ερημικοίς. Οίμοι! Οτι η παροικία μου εμακρύνθη, κατεσκήνωσα μετά των σκηνωμάτων Κηδάρ· πολλά  παρώκησεν η ψυχή μου. Μετά των μισούντων την ειρήνην ήμην ειρηνικός· όταν ελάλουν αυτοίς, επολέμουν με δωρεάν.

 

Αναβαθμοί: ψαλμοί 119-133. Οι ψαλμοί αυτοί είναι πατριωτικά χαρμόσυνα άσματα των επαναπατριζόμενων Ιουδαίων. Ονομάζομαι «Αναβαθμοί» διότι αναδιπλώνονται ως κλίμαξ διά των βαθμίδων που εμπεριέχουν. Οι ωδές αυτές αποτελούν το 18ο κάθισμα του ψαλτηρίου και αναγιγνώσκονται κατά τις προηγιασμένες της Μ. Τεσσαρακοστής.

«Προς Κύριον».. «τι δοθείη σοι και τι προστεθείη σοι προς γλώσσαν»: Ποιο άλλο κακό είναι μεγαλύτερο από την κακή γλώσσα την οποία υποφέρεις; «Τα βέλη του δυνατού»: Ο Κύριος είναι ο Δυνατός ο Οποίος θα επέμβει κατά των συκοφαντών.

«Πολλά παρώκησον»: Μακροχρόνια ήταν η ξενιτιά του ποιητού.

«Μετά των μισούντων»: Προσπάθησα να συμφιλιωθώ μ’ αυτούς που με μισούν, αλλά εις μάτην.

«Όταν ελάλουν»: Όταν τους μιλούσα εκείνοι με πολεμούσαν με λοιδορίες και χλευασμούς. Η ζωή του ήταν μαρτυρική.

 

 Ψαλμός εκατοστός εικοστός (ρκ΄)

 

Ήρα τους οφθαλμούς μου εις τα όρη. Πόθεν ήξει η βοήθεια μου; Η βοήθεια μου παρά Κυρίου του ποιήσαντος τον ουρανόν και την γην. Μη δώης εις σάλον τον πόδα σου, μηδέ νυστάξη ο φυλάσσων σε. Ιδού ου νυστάξει, ουδέ υπνώσει ο φυλάσσων τον Ισραήλ. Κύριος φυλάξει σε, Κύριος σκέπη σοι επί χείρα δεξιάν σου. Ημέρας ο ήλιος ου συγκαύσει σε, ουδέ η σελήνη την νύκτα. Κύριος φυλάξει σε από παντός κακού, φυλάξει την ψυχήν σου ο Κύριος. Κύριος φυλάξει την είσοδόν σου και την έξοδόν σου, από του νυν και έως του αιώνος.

 

«Ήρα τους οφθαλμούς μου εις τα όρη»: Τα όρη της Ιερουσαλήμ είναι η έδρα του Κυρίου «όθεν ήξει», από πού θα έρθει η βοήθειά μου; Απαντά: «η βοήθειά μου παρά Κυρίου»

«Μηδέ νυστάξη ο φυλάσσων», «ιδού ου νυστάξει».

Ο ποιητής αισθάνεται σίγουρος: «Κύριος φυλάξει σε»: Σε όλες τις ενέργειες και εκφάνσεις της ζωής «εισόδους… εξόδους».

 

Ψαλμός εκατοστός εικοστός πρώτος (ρκα΄)

Ευφράνθην επί τοις ειρηκόσι μοι εις οίκον Κυρίου πορευσόμεθα. Εστώτες ήσαν οι πόδες ημών εν ταις αυλαίς σου, Ιερουσαλήμ. Ιερουσαλήμ οικοδομουμένη ως πόλις, ης η μετοχή αυτής επί το αυτό. Εκεί γαρ ανέβησαν αι φυλαί, φυλαί Κυρίου, μαρτύριον τω Ισραήλ, του εξομολογήσασθαι τω ονόματι Κυρίου. Ότι εκεί εκάθησαν θρόνοι εις κρίσιν, θρόνοι επί οίκον Δαυίδ. Ερωτήσατε δη τα εις ειρήνην την Ιερουσαλήμ και ευθηνία τοις αγαπώσι σε. Γενέσθω δη ειρήνη εν τη δυνάμει σου και ευθηνία εν ταις πυργοβάρεσι σου. 'Ενεκα των αδελφών μου και των πλησίον μου, ελάλουν δη ειρήνην περί σου. 'Ενεκα του οίκου Κυρίου του Θεού ημών, εξεζήτησα αγαθά σοι.

 

«Ευφράνθην επί τοις ειρηκόσι μου»: Όταν είπαν στον ποιητή οι συμπατριώτες του να πορευθεί μαζί τους προς την Ιερουσαλήμ εκείνος ευφράνθην. «Ει οίκον Κυρίου πορευσόμεθα».

«Εστώτες ήσαν οι πόδες ημών»: Οι προσκυνητές ήταν λίαν συγκινημένοι.

«Ιερουσαλήμ οικοδομημένη ως πόλις»: Πρώτη εντύπωση. Η Ιερουσαλήμ μια μεγάλη πόλη «εκεί γαρ ανέβησαν» δεν θαυμάζουν μόνο το μέγεθος της πόλεως, αλλά ευφραίνονται, διότι εκεί λατρεύεται ο αληθινός Θεός. «Επί οίκου Δαυίδ»: Στην Ιερουσαλήμ βρίσκεται το ανώτερο δικαστήριο του έθνους στο οποίο παρίσταται αυτοπροσώπως ο βασιλιάς. Ο ποιητής εύχεται  ευτυχία και ασφάλεια προς αυτούς που τον αγαπούν.

«Ένεκα του οίκου Κυρίου»: Οι ποιητής αισθάνεται ουράνια μακαριότητα στην θέα του ναού της πόλεως.

 

Ψαλμός εκατοστός εικοστός δεύτερος (ρκβ΄)

            Προς σε ήρα τους οφθαλμούς μου, τον κατοικούντα εν τω ουρανώ. Ιδού ως οφθαλμοί δούλων εις χείρας των κυρίων αυτών ως οφθαμοί παιδίσκης εις χείρας της κυρίας αυτής, ούτως οι οφθαλμοί ημών προς Κύριον τον Θεόν ημών, έως ου οικτειρήσαι ημάς. Ελέησον ημάς, Κύριε, ελέησον ημας, ότι επί πολύ επλήσθημεν εξουδενώσεως, επί πλείον επλήσθη η ψυχή ημών. Το όνειδος τοις ευθηνούσι και η εξουδένωσις τοις υπερηφάνοις.

 

                        «Προς σε ήρα τους οφθαλμούς μου», «τον κατοικούντα εν τω ουρανώ», «ελέησον ημάς»: Αρκετά ξευτιλιστήκαμε από τους εχθρούς μας, αντίστρεψε πλέον τα πράγματα και εξουδένωσε τους υπερήφανους εχθρούς μας.

 

Ψαλμός εκατοστός εικοστός τρίτος (ρκγ΄)

Ει μη ότι Κύριος ην εν ημίν, ειπάτω δη Ισραήλ ει μη ότι Κύριος ήν εν ημίν εν τω επαναστήναι ανθρώπους εφ΄ ημάς, άρα ζώντας αν κατέπιον ημάς, εν τω οργισθήναι τον θυμόν  αυτών εφ΄ ημάς άρα το ύδωρ αν κατεπόντισεν ημάς, χείμαρρον διήλθεν η ψυχή ημών άρα διήλθεν η ψυχή ημών το ύδωρ το ανυπόστατον. Ευλογητός Κύριος, ος ούκ έδωκεν ημάς εις θήραν τοις οδούσιν αυτών. Η ψυχή ημών ως στρουθίον ερρύσθη εκ της παγίδος των θηρευόντων η παγίς συνετρίβη και ημείς ερρύσθημεν. Η βοήθεια ημών εν ονόματι Κυρίου του ποιήσαντος τον ουρανόν και την γην

 

«Ει μη ότι Κύριος»: Εξήλθαμε σώοι από τους πειρασμούς Θεία Χάριτι. Θα είχαμε καταποντιστεί  δίχως την βοήθεια του Κυρίου. «Ευλογητός Κύριος».

 

Ψαλμός εκατοστός εικοστός τέταρτος (ρκδ΄)

Οι πεποιθότες επί Κύριον, ως όρος Σιών· ου σαλευθήσεται εις τον αιώνα ο κατοικών Ιερουσαλήμ. ΄Ορη κύκλω αυτής και ο Κύριος κύκλω του λαού αυτού από του νυν και έως του αιώνος. Ότι ουκ αφήσει Κύριος την ράβδον των αμαρτωλών επί τον κλήρον των δικαίων, όπως αν μη εκτείνωσιν οι δίκαιοι εν ανομίαις χείρας αυτών. Αγάθυνον Κύριε τοις αγαθοίς και τοις ευθέσι τη καρδία· τους δε εκκλίνοντας εις τας στραγγαλιάς, απάξει Κύριος μετά των εργαζομένων την ανομίαν· ειρήνη επί τον Ισραήλ.

 

«Οι πεποιθότες… ως όρος Σιών»: Όπως τα όρη είναι ασάλευτα, έτσι είναι και αυτοί που πιστεύουν στον Θεό.

«Όρη κύκλω αυτής»: Τριγύρω της Ιερουσαλήμ υπάρχουν όρη «ουκ αφήσει Κύριος την ράβδον αμαρτωλών»: Τα αμαρτωλά έθνη χρησιμοποιήθηκαν από τον Θεό για να τιμωρήσουν τον Ισραήλ παιδαγωγικά, την τιμωρητική τους ράβδο όμως την κρατά ο Κύριος και όχι αυτοί.

«Τους δε εκκλίνοντας εις τας στραγγαλιάς»: Τους παρεκκλίνοντες εκ της ευθείας οδού «απάξει Κύριος»: Θα τους δικάσει ο Κύριος.

 

Ψαλμός εκατοστός εικοστός πέμπτος (ρκε΄)

 

Εν τω επιστρέψαι Κύριον την αιχμαλωσίαν Σιών, εγενήθημεν ωσεί παρακεκλημένοι. Τότε επλήσθη χαράς το στόμα ημών και η γλώσσα ημών αγαλλιάσεως. Τότε ερούσιν εν τοις έθνεσιν· Εμεγάλυνε Κύριος του ποιήσαι μετ΄ αυτών. Εμεγάλυνε Κύριος του ποιήσαι μεθ΄ημών, εγενήθημεν ευφραινόμενοι. Επίστρεψον, Κύριε, την αιχμαλωσίαν ημών ως χειμάρρους εν τω νότω. Οι σπείροντες εν δάκρυσιν, εν αγαλλιάσει θεριούσι. Πορευόμενοι επορεύοντο και έκλαιον, βάλλοντες τα σπέρματα αυτών. Ερχόμενοι δε ήξουσιν εν αγαλλιάσει, αίροντες τα δράγματα αυτών.

 

«Εν τω επιστρέψαι… την αιχμαλωσίαν»: Ο ψαλμός αυτός συνετέθη μετά την επιστροφή των ισραηλιτών από την Βαβυλώνια αιχμαλωσία. «Τότε επλήσθη χαράς το στόμα»: Νομίζαμε ότι ονειρευόμασταν, όταν όμως συνειδητοποιήσαμε το γεγονός γεμίσαμε χαρά.

«Τότε ερούσιν εν τοις έθνεσι»: Τότε είπαν μερικοί εκ των εθνών ότι το πρωτάκουστο αυτό γεγονός οφείλονταν  στον Κύριο. «Εμεγάλυνε Κύριος του ποιήσε μετ’ αυτών».

«Εγεννήθημεν ευφραινόμενοι»: Η χαρά μας δεν έχει όρια.

 

Ψαλμός εκατοστός εικοστός έκτος (ρκστ΄)

 

Εάν μη Κύριος οικοδομήση οίκον, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες. Εάν μη Κύριος φυλάξη πόλιν, εις μάτην ηγρύπνησεν ο φυλάσσων. Εις μάτην υμίν έστι το ορθρίζειν, εγείρεσθε μετά το καθήσθαι, οι εσθίοντες άρτον οδύνης, όταν δω τοις αγαπητοίς αυτού ύπνον· ιδού η κληρονομία Κυρίου, υιοί, ο μισθός του καρπού της γαστρός. Ωσεί βέλη εν χειρί δυνατού, ούτως οι υιοί των εκτετιναγμένων. Μακάριος ός πληρώσει την επιθυμίαν αυτού εξ αυτών· ού καταισχυνθήσονται, όταν λαλώσι τοις εχθροίς αυτών εν πύλαις.

 

«Εάν μη Κύριος οικοδομήσει οίκον»: Δίχως το θέλημα του Κυρίου ο άνθρωπος τίποτα δεν μπορεί να επιτύχει «εις μάτην».

 

Ψαλμός  εκατοστός εικοστός έβδομος (ρκζ΄)

Μακάριοι πάντες οι φοβούμενοι τον Κύριον, οι πορευόμενοι εν ταις οδοίς αυτού. Τους πόνους των καρπών σου φάγεσαι· μακάριος εί και καλώς σοι έσται. Η γυνή σου ως άμπελος ευθηνούσα εν τοις κλίτεσι της οικίας σου. Οι υιοί σου ως νεόφυτα ελαιών κύκλω της τραπέζης σου. Ιδού ούτως ευλογηθήσεται άνθρωπος, ο φοβούμενος τον Κύριον. Ευλογήσαι σε Κύριος εκ Σιών και ίδοις τα αγαθά Ιερουσαλήμ πάσας τας ημέρας της ζωής σου. Και ίδοις υιούς των υιών σου. Ειρήνη επί τον Ισραήλ.

 

«Μακάριοι πάντες»: Ευτυχισμένος είναι ο φοβούμενος τον Κύριο και βαδίζει σύμφωνα με τις εντολές του Θεού.

«Τους πόνους των καρπών σου φάγεσαι»: Τονίζεται όχι μόνο η αξία της εργασίας, αλλά και η χαρά της φτώχειας.

«Η γυνή σου ως άμπελος ευθηνούσα»: Ο ευσεβής είναι ευτυχισμένος όχι μόνο για την εργασία του, αλλά και για την οικογένειά του. Η γυναίκα στηρίζεται σ’ αυτόν «οι υιοί σου ως νεόφυτος ελαιών». Τα παιδιά είναι επίσης μία πράξη χαράς.

«Ιδού ούτως ευλογηθήσεται»: Να λοιπόν ο ευσεβής τρώει τους καρπούς των κόπων του και απολαμβάνει σύζυγο και τέκνα ευπειθή.

 

Ψαλμός εκατοστός εικοστός όγδοος (ρκη΄)

Πλεονάκις επολέμησαν με εκ νεότητος μου, ειπάτω δη Ισραήλ. Πλεονάκις επολέμησαν με εκ νεότητος μου και γαρ ούκ ηδυνήθησαν μοι. Επι τον νώτον μου ετέκταινον οι αμαρτωλοί, εμάκρυναν την ανομίαν αυτών. Κύριος δίκαιος συνέκοψεν αυχένας αμαρτωλών. Αισχυνθήτωσαν και αποστραφήτωσαν εις τα οπίσω πάντες οι μισούντες Σιών. Γενηθήτωσαν ωσεί χόρτος δωμάτων, ός προ του εκσπασθήναι εξηράνθη· ού ούκ επλήρωσε την χείρα αυτού ο θερίζων και τον κόλπον αυτού ο τα δράγματα συλλέγων και ούκ είπον οι παράγοντες· Ευλογία Κυρίου εφ΄ υμάς, ευλογήκαμεν υμάς εν ονόματι Κυρίου.

 

«Πλεονάκις επολέμησάν με εκ νεότητος»: Η νεότης εδώ είναι τα πρώτα έτη της εθνικής ζωής των ισραηλιτών. Τότε υποφέραμε πολύ από τους Αιγυπτίους, Χαναναίους, Ιδουμαίους, Φιλισταίους, Βαβυλωνίους κλπ

«Ειπάτω δη Ισραήλ»: Καλείται  ο ισραηλιτικός λαός να ομολογήσει δημόσια την ευγνωμοσύνη του που ο Κύριος τους διαφύλαξε.

«Επί τον νώτον μου ετέκταινον»: Οι εχθροί κακοποίησαν τον Ισραήλ.

«Εμάκρυναν την ανομίαν»: Για πολλά χρόνια παρανομούσαν εναντίον τους οι εχθροί των Ισραηλιτών.

 «Κύριος δίκαιος συνέκοψε»: Ο Κύριος όμως συνέκοψε τους αυχένες τους.

«Γεννηθήτωσαν ωσεί χόρτος δωμάτων»: Εκ του χόρτου των δωματίων δεν κατόρθωσε κανείς να γεμίσει την χείρα του διότι είναι μηδαμινός έτσι παρομοιάζονται και οι εχθροί του Ισραήλ.

 

Ψαλμός εκατοστός εικοστός ένατος (ρκθ΄)

 

Εκ βαθέων εκέκραξα σοι, Κύριε· Κύριε, εισάκουσον της φωνής μου· γενηθήτω τα ώτα σου προσέχοντα εις την φωνήν της δεήσεως μου. Εάν ανομίας παρατηρήσης, Κύριε Κύριε, τίς υποστήσεται; Ότι παρά σοι ο ιλασμός έστιν. ΄Ενεκεν του ονόματος σου υπέμεινα σε, Κύριε· υπέμεινεν η ψυχή μου εις τον λόγον σου, ήλπισεν η ψυχή μου επί τον Κύριον. Από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός· από φυλακής πρωίας ελπισάτω Ισραήλ επί τον Κύριον. Ότι παρά τω Κυρίω το έλεος και πολλή παρ΄ αυτώ λύτρωσις· και αυτός λυτρώσεται τον Ισραήλ εκ πασών των ανομιών αυτού.

 

«Εκ βαθέων εκέκραξά σε»: Αυθόρμητες κραυγές εκ καρδίας του ποιητού.

«Γεννηθήτωσαν τα ώτα σου»: Ο ποιητής παρακαλεί ο Θεός να τον ακούσει προσεκτικά.

«Εάν ανομίας παρατηρήσης»: Εάν δεν συγχωρήσεις τις ανομίες…

«Τις υποστήσεται;»: Ποιος μπορεί να σταθεί όρθιος ενώπιον του Κριτού; Ουδείς! Συγχώρεσέ μας λοιπόν. Ευτυχώς όμως υπάρχει ελπίδα: «Παρά σοι ο ιλασμός».

«Ένεκεν του ονόματός σου», «υπέμεινά σε Κύριε»: Η ψυχή μου σε αναμένει να την βοηθήσεις.

«Από φυλακής πρωίας»: Ο ποιητής έχει την ελπίδα του στον Κύριο και αγρυπνεί 2-6 το πρωί είναι η αγρυπνία του.

«Πολλή παρ’ αυτώ λύτρωσις»: Η ευσπλαχνία του Κυρίου είναι πολύ μεγάλη.

«Λυτρώσεται εκ πασών των ανομιών»: Κλιμάκωση. Αρχίζει με το έλεος, συνεχίζει με το πολύ το έλεος και καταλήγει στο πασών των ανομιών!

 

Ψαλμός εκατοστός τριακοστός (ρλ΄)

            Κύριε, ούχ υψώθη η καρδία μου, ουδέ εμετεωρίσθησαν οι οφθαλμοί μου, ουδέ επορεύθην εν μεγάλοις, ουδέ εν θαυμασίοις υπέρ εμέ. Ει μη εταπεινοφρόνουν, αλλά ύψωσα την ψυχήν μου, ως το απογεγαλακτισμένον επί την μητέρα αυτού, ως ανταποδώσεις επί την ψυχήν μου. Ελπισάτω Ισραήλ επί τον Κύριον, από του νυν και έως του αιώνος.

 

                        «Κύριε ουχ υψώθη η καρδία μου»: Γλυκειά η αγάπη του ποιητού προς τον Θεό.

            «Ουδέ εμετεωρίσθησαν οι οφθαλμοί μου», «ουδέ εμετεωρίσθησαν οι οφθαλμοί μου» «ουδέ επορεύθην εν μεγάλοις»: Δηλαδή δεν υπερηφανεύθηκα.

            «Ει μη εταπεινοφρόνουν», το «ει μη» είναι βεβαιωτικό δηλαδή δεν παρέδωσα την ψυχή μου στο εγωισμό.

            «Αλλά ύψωσα την ψυχή μου»: Προς τον Θεό γι’ αυτό και ο Θεός τον άκουσε. Η προσευχή από προσωπική γίνεται εθνική. «Ελπισάτω Ισραήλ επί τον Κύριον»: Οι ισραηλίτες πρέπει χωρίς εγωισμό να παραδοθούν στον Κύριο.

 

Ψαλμός εκατοστός τριακοστός πρώτος (ρλα΄)

Μνήσθητι, Κύριε, του Δαυίδ και πάσης της πραότητος αυτού, ως ώμοσε τω Κυρίω, ηύξατο τω Θεώ Ιακώβ· ει εισελεύσομαι εις σκήνωμα οίκου μου, εί αναβήσομαι επί κλίνης στρωμνής μου, ει δώσω ύπνον τοις οφθαλμοίς μου και τοις βλεφάροις μου νυσταγμόν και ανάπαυσιν τοις κροτάφοις μου, έως ου εύρω τόπον τω Κυρίω, σκήνωμα τω Θεώ Ιακώβ. Ιδού ηκούσαμεν αυτήν εν Ευφραθά, εύρομεν αυτήν εν τοις πεδίοις του δρυμού. Εισελευσόμεθα εις τα σκηνώματα αυτού, προσκυνήσομεν εις τον τόπον, ού έστησαν οι πόδες αυτού. Ανάστηθι, Κύριε, εις την ανάπαυσιν σου, σύ και η κιβωτός του αγιάσματος σου. Οι ιερείς σου ενδύσονται δικαιοσύνην και οι όδιοι σου αγαλλιάσονται. ΄Ενεκεν Δαυίδ του δούλου σου, μη αποστρέψης το πρόσωπον του χριστού σου. Ώμοσε Κύριος τω Δαυίδ αλήθειαν και ου μη αθετήσει αυτήν· Εκ καρπού της κοιλίας σου θήσομαι επί του θρόνου σου. Εάν φυλάξωνται οι υιοί σου την διαθήκην και τα μαρτύρια μου ταύτα, ά διδάξω αυτούς. Και οι υιοί αυτών έως του αιώνος καθιούνται επί του θρόνου σου. Ότι εξελέξατο Κύριος την Σιών, ηρετίσατο αυτήν εις κατοικίαν εαυτώ· αύτη η κατάπαυσις μου εις αιώνα αιώνος, ώδε κατοικήσω, ότι ηρετισάμην αυτήν. Την θύραν αυτής ευλογών ευλογήσω, τους πτωχούς αυτής χορτάσω άρτων, τους ιερείς αυτής ενδύσω σωτηρίαν και οι όσιοι αυτής αγαλλιάσει αγαλλιάσονται. Εκεί εξανατελώ κέρας τω Δαυίδ· ητοίμασα λύχνον τω χριστώ μου. Τους εχθρούς αυτού ενδύσω αισχύνην, επί δε αυτόν εξανθήσει το αγίασμά μου.

 

Είναι ο μόνος ψαλμός που μνημονεύει την κιβωτό του μαρτυρίου. Ο ψαλμός αυτός είναι μεσσιανικός.

«Μνήσθητι Κύριε»: Ο ποιητής παρακαλεί  τον Θεό για τον αλησμόνητο Δαυίδ. Δεν είναι όμως δέηση υπέρ των κεκοιμημένων. «Πάσης της πραότητος»: Θυμήσου την πραότητα, την υπομονή, την ταπεινοφροσύνη «ώμοσε τω Κυρίω»: Έκανε επίσημο όρκο. Τι ορκίστηκε; Ότι ουδεμία ανάπαυση δεν θα επιτρέψει στον εαυτό του αν δεν οικοδομήσει τον ναό του Θεού.

Μεταφορά της κιβωτού από τον Δαυίδ στον λόφο Σιών: «Ιδού ηκούσαμεν αυτήν»: Εδώ ομιλεί ο ισραηλιτικός λαός «ου έστησαν οι πόδες»: Η κιβωτός χρησιμεύει ως υποπόδιο του Θεού. Ο Κύριος από κει έκανε τις ανακοινώσεις Του.

«Ανάπαυσίν σου»: Ως «ανάπαυση», εννοεί την σκηνή που έστησε ο Δαυίδ.

«Οι ιερείς σου ενδύονται δικαιοσύνην»: Είθε οι ιερείς να αποδειχθούν αντάξιοι της ιερής τους εργασίας.

«Ώμοσε Κύριος»: Ο ποιητής προηγουμένως ανέφερε την υπόσχεση του Δαυίδ, εδώ όμως αναφέρει την υπόσχεση του Θεού προς τον Δαυίδ. «Εκ καρπού κοιλίας σου»: Καρπός κοιλίας είναι οι απόγονοι. Δηλώνεται δηλαδή η συνέχεια της βασιλικής δυναστείας του Δαυίδ. Η προφητεία αυτή εκπληρώθηκε διά του Χριστού, καταγομένου εκ του Δαυίδ.

«Εάν φυλάξονται μαρτύριον»: Εάν φανούν οι ισραηλίτες πιστοί στις εντολές του Θεού, αλλά και σε περίπτωση απιστίας τους η προφητεία θα εκπληρωθεί.

«Ότι εξελέξατο Κύριος»: Διότι ο Κύριος εξέλεξε Σιών.

«Αύτη η κατάπαυσίς μου»: Ο Θεός και πάλι υπόσχεται: α) την θήρα αυτής θα ευλογήσεις, β) «τους πτωχούς χορτάσω», γ) «τους ιερείς αυτής ενδύσω», δ) «οι όσιοι αυτής αγαλλιάσονται», ε) «εκεί εξανατελή κέρας», θα ευλογήσει τον βασιλικό οίκο του Δαυίδ, στ) «ητοίμασα λύχνον» ποιον; «τω Χριστώ μου».

 

Ψαλμός εκατοστός τριακοστός δεύτερος (ρλβ΄)

Ιδού δη τι καλόν η τί τερπνόν, αλλ΄ ή το κατοικείν αδελφούς επί το αυτό; Ως μύρον επί κεφαλής, το καταβαίνον επί πώγωνα,τον πώγωνα του Ααρών, το καταβαίνον επί την ώαν του ενδύματος αυτού· ως δρόσος Αερμών, η καταβαίνουσα επί τα όρη Σιών· ότι εκεί ενετείλατο Κύριος την ευλογίαν, ζωήν έως του αιώνος.

 

«Ιδού δη τι καλόν»: Πόσο γλυκιά είναι η εθνική αδελφοσύνη και η κοινή πίστη στον Έναν και Μόνον Θεό.

«Ως μύρον επί κεφαλής»: Το μύρο συμβολίζει την ιεροσύνη.

«Το καταβαίνον επί πώγωνα»: Το κράσπεδο του ιερού ενδύματος. Όσο ωραίο είναι αυτό το αρχιερατικό ένδυμα, τόσο ωραίο είναι να κατοικούν αδελφοί εις το αυτό μέρος.

 

Ψαλμός εκατοστός τριακοστός τρίτος (ρλγ΄)

Ιδού δη ευλογείτε τον Κύριον, πάντες οι δούλοι Κυρίου, οι εστώτες εν οίκω Κυρίου, εν αυλαίς οίκου Θεού ημών. Εν ταις νυξίν επάρατε τας χείρας υμών εις τα άγια και ευλογείτε τον Κύριον. Ευλογήσαι σε Κύριος εκ Σιών, ο ποιήσας τον ουρανόν και την γην.

 

Αυτός ο ψαλμός είναι ο τελευταίος των Αναβαθμών (15ος). Είναι Λειτουργικός.

«Ιδού δη ευλογείτε»: Πρόσκληση για δοξολογία. «Οι εστώτες εν οίκω»: Οι ιερείς και οι Λευίτες.

«Εν ταις νυξίν επάρατε τας χείρας»: Ας προσευχηθούν με νυχτερινή προσευχή προς τον Κύριο.

«Ει τα άγια»: Προς το θυσιαστήριο.

«Ο ποιήσας τον ουρανόν»: Αυτός τα πάντα δημιούργησε.

 

Ψαλμός εκατοστός τριακοστός τέταρτος (ρλδ΄)

Αινείτε το όνομα Κυρίου· αινείτε, δούλοι, Κύριον. Οι εστώτες εν οίκω Κυρίου, εν αυλαίς οίκου Θεού ημών. Αινείτε τον Κύριον, ότι αγαθός Κύριος· ψάλατε τω όνοματι αυτού, ότι καλόν· ότι τον Ιακώβ εξελέξατο εαυτώ ο Κύριος, Ισραήλ εις περιουσιασμόν εαυτώ. Ότι εγώ έγνωκα, ότι μέγας ο Κύριος και ο Κύριος ημών παρά πάντας τους θεούς. Πάντα, όσα ήθελησεν ο Κύριος εποίησεν εν τω ουρανώ και εν τη γη, εν ταις θαλάσσαις και εν πάσαις ταις αβύσσοις· ανάγων νεφέλας εξ εσχάτου της γης, αστραπάς εις υετόν εποίησεν· ο εξάγων ανέμους εκ θησαυρών αυτού, ός επάταξε τα πρωτότοκα Αιγύπτου, από ανθρώπου έως κτήνους. Εξαπέστειλε σημεία και τέρατα εν μέσω σου, Αίγυπτε, εν Φαραώ και εν πάσι τοις δούλοις αυτού. ΄Ος  επάταξεν έθνη πολλά και απέκτεινε βασιλείς κραταιούς. Τον Σηών βασιλέα των Αμορραίων και τον Ωγ βασιλέα γης Βασάν και πάσας τας βασιλείας Χαναάν και έδωκε την γην αυτών κληρονομίαν, κληρονομίαν Ισραήλ λαώ αυτού. Κύριε, το όνομα σου εις τον αιώνα και το μνημόσυνον σου εις γενεάν και γενεάν. Ότι κρινεί Κύριος τον λαόν αυτού και επί τοις δούλοις αυτού παρακληθήσεται. Τα είδωλα των εθνών αργύριον και χρυσίον, έργα χειρών ανθρώπων· στόμα έχουσι και ού λαλήσουσιν· οφθλαμούς έχουσι και ούκ όψονται, ώτα έχουσι και ούκ ενωτισθήσονται· ουδέ γαρ έστι πνεύμα εν τω στόματι αυτών. ΄Ομοιοι αυτοίς γένοιντο οι ποιούντες αυτά και πάντες οι πεποιθότες απ΄ αυτοίς. Οίκος Ισραήλ, ευλογήσατε τον Κύριον· οίκος Ααρών, ευλογήσατε τον Κύριον· οίκος Λευί, ευλογήσατε τον Κύριον· οι φοβούμενοι τον Κύριον, ευλογήσατε τον Κύριον. Ευλογητός Κύριος εκ Σιών, ο κατοικών Ιερουσαλήμ.

 

Και πάλι πρόσκληση προς τους ιερείς για να προσευχηθούν. Πρόκειται και πάλι για λειτουργικό ψαλμό. Είναι ένα κράμα άλλων ψαλμών και προφητειών.

 

 

Ψαλμός εκατοστός τριακοστός πέμπτος (ρλε΄)

 

Εξομολογείσθε τω Κυρίω, ότι αγαθός, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Εξομολογείσθε τω Θεώ των θεών, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Εξομολογείσθε τω Κυρίω των κυρίων, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Τω ποιήσαντι θαυμάσια μεγάλα μόνω, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Τω ποιήσαντι τους ουρανούς εν συνέσει, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Τω στερεώσαντι την γην επί των υδάτων, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Τω ποιήσαντι φώτα μεγάλα μόνω, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Τον ήλιον εις εξουσίαν της ημέρας, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Την σελήνην και τους αστέρας εις εξουσίαν της νυκτός, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Τω πατάξαντι Αίγυπτον συν τοις πρωτοτόκοις αυτών, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Και εξαγαγόντι τον Ισραήλ εκ μέσου αυτών, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Εν χειρί κραταιά και εν βραχίονι υψηλώ, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Τω καταδιελόντι την Ερυθράν θάλασσαν εις διαιρέσεις, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Και εκτινάξαντι Φαραώ και την δύναμιν αυτού εις θάλασσαν Ερυθράν, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Τω διαγαγόντι τον λαόν αυτού εν τη ερήμω, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Τω πατάξαντι βασιλείς μεγάλους, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Και αποκτείναντι βασιλείς κραταιούς, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Τον Σηών βασιλέα των Αμορραίων, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Και τον Ωγ βασιλέα γης Βασάν, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Και δόντι την γην αυτών κληρονομίαν, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Κληρονομίαν Ισραήλ δούλω αυτού, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. ΌΤΙ εν τη ταπεινώσει ημών εμνήσθη ημών ο Κύριος, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Και ελυτρώσατο ημάς εκ των εχθρών ημών, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Ο διδούς τροφήν πάση σαρκί, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού. Εξομολογείσεθε τω Θεώ του ουρανού, ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού.

 

Πρόκειται για λειτουργικό ψαλμό.

«Εξομολογείσθε… ότι αγαθόν»: Έκκληση για δοξολογία προς τον Θεό.

«Θαυμάσια μεγάλα μόνον»: Τα θαυμάσια έργα τα έκανε μόνος του ο Θεός άνευ βοήθειας.

«Εν συνέσει»: Μετά σοφίας.

… «Φώτα μεγάλα μόνω»: Διά του λόγου Του δημιούργησε τον ήλιο και την σελήνη.

«Εις εξουσίαν»: Για να δεσπόζουν.

Στη συνέχεια ο ψαλμωδός περιγράφει την απαλλαγή των ισραηλιτών από την Αιγυπτιακή σκλαβιά δοξάζοντας τον Θεό.

 

 

Ψαλμός εκατοστός τριακοστός έκτος (ρλστ΄)

Επί των ποταμών Βαβυλώνος, εκεί εκαθίσαμεν και εκλαύσαμεν εν τω μνησθήναι ημάς της Σιών.  Επί ταις ιτέαις εν μέσω αυτής εκρεμάσαμεν τα όργανα ημών· ότι εκεί επηρώτησαν ημάς οι αιχμαλωτεύσαντες ημάς λόγους ωδών και οι απαγαγόντες ημάς, ύμνον· ΄Ασατε ημίν εκ των ωδών Σιών. Πώς άσωμεν την ωδήν Κυρίου επί γης αλλοτρίας; Εάν επιλάθωμαι σου, Ιερουσαλήμ, επιλησθείη η δεξιά μου· κολληθείη η γλώσσα μου τω λάρυγγί μου, εάν μη σου μνησθώ, εάν μη προανατάξωμαι την Ιερουσαλήμ, ως εν αρχή της ευφροσύνης μου. Μνήσθητι Κύριε, των υιών Εδώμ, την ημέραν Ιερουσαλήμ, των λεγόντων· Εκκενούτε, εκκενούτε, έως των θεμελίων αυτής. Θυγάτηρ Βαβυλώνος η ταλαίπωρος, μακάριος, ός ανταποδώσει σοι το ανταπόδομά σου, ό ανταπέδωκας ημίν. Μακάριος, ός κρατήσει και εδαφιεί τα νήπιά σου προς την πέτραν.

 

«Επί των ποταμών Βαβυλώνος»: Δηλαδή ο Ευφράτης, ο Τίγρης, ο Χοβώρ, ο Ουβάλ, εκεί οι προφήτες οραματίστηκαν τις μεγάλες οπτασίες τους.

«Εκαθίσαμεν και εκλαύσαμεν»: Τι κλαύσανε;

«Εν μνησθήναι ημάς της Σιών»: Νοστάλγησαν την πατρίδα.

«Εκρεμάσαμεν τα όργανα»: Η λύπη τους είναι απαρηγόρητη.

«Λόγους ωδών»: Οι βαβυλώνιοι ζητούσαν από τους ισραηλίτες να ψάλλουν χαρμόσυνα όπως έκαναν πρότινος στην Ιερουσαλήμ, εκείνοι όμως αρνήθηκαν.

«Εάν επιλάθομαί σου Ιερουσαλήμ»: Ο ποιητής υπόσχεται να μην ξεχάσει ποτέ την Ιερουσαλήμ.

«Επιλησθείη η γλώσσα μου»: Να κολλήσει η γλώσσα του στον ουρανίσκο του.

«Θυγάτηρ βαβυλώνος η ταλαίπωρος»: Η Βαβυλώνα είναι ταλαίπωρη διότι τελικά θα καταστραφεί.

«Μακάριος… εδαφιεί τα νήπιά σου»: Η δικαιοσύνη απαιτεί μέχρις λεπτομερείας αντίποινα.

Οι Βαβυλώνιοι ήταν κτηνώδεις· έσπαζαν τα κεφάλια των μικρών παιδιών των Ιουδαίων.

 

Ψαλμός εκατοστός τριακοστός έβδομος (ρλζ΄)

 

Εξομολογήσομαι σοι, Κύριε, εν όλη καρδία μου και εναντίον αγγέλων ψαλώ σοι, ότι ήκουσας πάντα τα ρήματα του στόματος μου. Προσκυνήσω προς ναόν άγιον σου και εξομολογήσομαι τω ονόματι σου, επί τω ελέει σου και τη αληθεία σου· ότι εμεγάλυνας επί παν το όνομα το άγιον σου. Εν ή αν ημέρα επικαλέσωμαι σε, ταχύ επάκουσον μου· πολυωρήσεις με εν ψυχή μου δυνάμει σου. Εξομολογησάσθωσαν σοι, Κύριε, πάντες οι βασιλείς της γης, ότι ήκουσαν πάντα τα ρήματα του στόματος σου. Και ασάτωσαν εν ταις ωδαίς Κυρίου, ότι μεγάλη η δόξα Κυρίου, ότι υψηλός Κύριος και τα ταπεινά εφορά και τα υψηλά από μακρόθεν γινώσκει. Εάν πορευθώ εν μέσω θλίψεων, ζήσεις με· επ΄ οργήν εχθρών μου εξέτεινας χείρας σου και έσωσε με η δεξιά σου. Κύριος ανταποδώσει υπέρ εμού. Κύριε, το έλεος σου εις τον αιώνα, τα έργα των χειρών σου μη παρίδης.

 

«Εξομολογήσομαί σοι»: Ο ποιητής προχωρεί κατευθείαν στο θέμα. «Εναντίον αγγέλων»: Οι οποίοι περιστοιχίζουν τον θρόνο του Θεού.

«Προσκυνήσω προς ναόν άγιόν σου».

«Ότι εμεγάλυνας επί παν»: Υπερύψωσες το όνομά Σου υπεράνω οποιουδήποτε άλλου ονόματος.

Όλοι, και τα έθνη θα σε δοξολογήσουν. «Ότι ήκουσαν» τι; «τα ρήματα του στόματός Σου»: Την εκπλήρωση των προφητειών Σου, των υποσχέσεών Σου.

«Ταπεινά εφορά»: Επιβλέπει στα ταπεινά πράγματα.

«Τα υψηλά από μακρόθεν γινώσκει»: Δεν παρακολουθεί μόνο τους ταπεινούς, αλλά και τους υπερήφανους και δεν θα βραδύνει να τους τιμωρήσει.

«Εάν πορευθώ»: Ο Κύριος είναι μαζί μου, παντού και πάντοτε «Κύριος ανταποδώσει». 

 

Ψαλμός εκατοστός τριακοστός όγδοος (ρλη΄)

Κύριε, εδοκίμασας με και έγνως με· συ έγνως την καθέδραν μου και την έγερσίν μου· συ συνήκας τους διαλογισμους μου από μακρόθεν· την τρίβον μου και την σχοίνον μου συ εξιχνίασας και πάσας τας οδούς μου προείδες, ότι ούκ έστι δόλος εν γλώσση μου. Ιδού, Κύριε, συ έγνως πάντα, τα έσχατα και τα αρχαία· συ έπλασάς με και έθηκας επ΄ εμέ την χείρα σου. Εθαυμαστώθη η γνώσις μου εξ εμού· εκραταιώθη, ου μη δύνωμαι προς αυτήν. Πού πορευθώ από του πνεύματος σου; και από του προσώπου σου πού φύγω; Εάν αναβώ εις τον ουρανόν, συ εκεί εί· εάν καταβώ εις τον άδην, πάρει· εάν αναλάβοιμι τας πτέρυγας μου κατ΄ όρθρον και κατασκηνώσω εις τα έσχατα της θαλάσσης και γαρ εκεί η χείρ σου οδηγήσει με και καθέξει με η δεξιά σου. Και είπα· ΄Αρα σκότος καταπατήσει με· και νύξ φωτισμός εν τη τρυφή μου· ότι σκότος ού σκοτισθήσεται από σου και νύξ ως ημέρα φωτισθήσεται· ως το σκότος αυτής, ούτω και το φώς αυτής. Ότι συ εκτήσω τους νεφρούς μου, Κύριε, αντελάβου μου εκ γαστρός μητρός μου. Εξομολογήσομαι σοι, ότι φοβερώς εθαυμαστώθης· θαυμάσια τα έργα σου και η ψυχή μου γινώσκει σφόδρα. Ούκ εκρύβη το οστούν μου από σου, ό εποίησας εν κρυφή και η υπόστασις μου εν τοις κατωτάτοις της γης· το ακατέργαστόν μου είδον οι οφθαλμοί σου και επί το βιβλίον σου πάντες γραφήσονται· ημέρας πλασθήσονται και ουδείς εν αυτοίς. Εμοί δε λίαν ετιμήθησαν οι φίλοι σου, ο Θεός· λίαν εκραταιώθησαν αι αρχαί αυτών· εξαριθμήσομαι αυτούς και υπέρ άμμον πληθυνθήσονται· εξηγέρθην και έτι ειμί μετά σου. Εάν αποκτείνης αμαρτωλούς, ο Θεός, άνδρες αιμάτων , εκλίνατε απ΄ εμού, ότι ερισταί έστε εις διαλογισμούς· λήψονται εις ματαιότητα τας πόλεις σου. Ουχί τους μισούντας σε, Κύριε, εμίσησα; και επί τους εχθρούς σου εξετηκόμην; Τέλειον μίσος εμίσουν αυτούς· εις εχθρούς εγένοντο μοι. Δοκίμασόν με, ο Θεός και γνώθι την καρδίαν μου· έτασον με και γνώθι τας τρίβους μου. Και ίδε ει οδός ανομίας εν εμοί και οδήγησόν με εν οδώ αιωνία.

 

«Εδοκίμασάς με»:  Με εξερεύνησες «έγνως με»: Με γνώρισες «καθέδραν και έγερσιν»: Με γνωρίζεις όταν κάθομαι και όταν σηκώνομαι.

«Ουκ έστι δίδος»: Γνωρίζει ότι ό,τι λέω, αυτό και αισθάνομαι «έσχατα και αρχαία»: γνωρίζεις τα παλιά και τα καινούρια.

«Έθηκας επ’ εμέ τη χείρα σου» όχι μόνο με έπλασες, αλλά και προνοείς για μένα.

«Εκραταιώθη ου μη δύναμην»: Η γνώση Σου είναι ανώτερη των δυνάμεών μου.

«Που πορευθώ»: Όπου και να πάω, εσύ είσαι εκεί, εάν ανεβώ στον ουρανό, αν κατεβώ στον Άδη, αν φτάσω στα έσχατα του κόσμου «εκεί η χειρ σου»

«Νυξ φωτισμός»: Αν καταφύγω στα σκότη για να κρυφτώ, αυτά θα γίνουν φως ενώπιον των οφθαλμών Σου.

«Συ εκτήσω τους νεφρούς μου»: Εσύ έκτισες τα νεφρά μου.

«Η ψυχή μου γινώσκει»: Αναγνωρίζει η ψυχή μου ότι τα έργα του Κυρίου είναι θαυμαστά.

«Ουκ εκρύβη το οστούν μου»: Γνωρίζει τα πάντα, ακόμη και το ελάχιστο οστό μου.

«Εποίησαν εν κρυφή»: Στα απόκρυφα της κοιλίας της μητρός μου «το ακατέργαστόν μου»: Πρόκειται για την εμβρυϊκή κατάσταση… «επί το βιβλίο σου»: Όλα, τα πάντα, Εσύ γνωρίζεις, διότι από την πρώτη στιγμή της υπάρξεως των ανθρώπων, τους καταγράφεις στο βιβλίο της ζωής.

«Εάν αποκετείνης»: Ο ποιητής έπειτα από τις ευσεβείς αυτές σκέψεις του, θυμάται τους ασεβείς, οι οποίοι όχι μόνο αρνούνται, αλλά και βλασφημούν τον Κύριο. Ο ποιητής αγανακτώντας εύχεται να μην υπήρχαν. Ο ποιητής δικαιολογεί το ιερό του μίσος: «ερισταί εστέ»: Δηλαδή αυτοί παλεύουν με τον εαυτό τους να βρουν συλλογισμούς κατά του Κυρίου. «Ουχί τους μισούντας σε… εμίσησα»: Οι εχθροί του Θεού , είναι και εχθροί του Δαυίδ.

«Τέλειον μίσος»: Ο Δαυίδ μσεί με όλο του το είναι μισεί με πάθος τους εχθρούς του Θεού.

 

Ψαλμός εκατοστός τριακοστός ένατος (ρλθ΄)

Εξελού με, Κύριε, εξ ανθρώπου πονηρού, από ανδρός αδίκου ρύσαι με, οίτινες ελογίσαντο αδικίαν εν καρδία, όλην την ημέραν παρετάσσοντο πολέμους. Ηκόνησαν γλώσσαν αυτών ωσεί όφεως· ιός ασπίδων υπό τα χείλη αυτών. Φύλαξον με, Κύριε, εκ χειρός αμαρτωλού, από ανθρώπων αδίκων εξελού με, οίτινες διελογίσαντο του υποσκελίσαι τα διαβήματα μου· έκρυψαν υπερήφανοι παγίδα μοι και σχοινίοις διέτειναν παγίδα τοις ποσί μου· εχόμενα τρίβου σκάνδαλα έθεντο μοι. Είπα τω Κυρίω· Θεός μου ει σύ· ενώτισαι, Κύριε, την φωνήν της δεήσεώς μου. Κύριε, Κύριε, δύναμις της σωτηρίας μου, επεσκίασας επί την κεφαλήν μου εν ημέρα πολέμου. Μη παραδώς με, Κύριε, από της επιθυμίας μου αμαρτωλώ· διελογίσαντο κατ΄ εμού, μη εγκαταλίπης με, μήποτε υψωθώσι. Η κεφαλή του κυκλώματος αυτών, κόπος των χειλέων αυτών καλύψει αυτούς.  Πεσούνται επ΄ αυτούς άνθρακες, εν πυρί καταβαλείς αυτούς, εν ταλαιπωρίαις ου μη υποστώσι. Ανήρ γλωσσώδης ού κατευθυνθήσεται επί της γης· άνδρα άδικον κακά θηρεύσει εις διαφθοράν. ΄Εγνων, ότι ποιήσει Κύριος την κρίσιν των πτωχών και την δίκην των πενήτων. Πλην δίκαιοι εξομολογήσονται τω ονόματι σου και κατοικήσουσιν ευθείς συν τω προσώπω σου.

 

«Εξελού με»: Πριν αρχίσει τα παράπονά του προσεύχεται. Στη συνέχεια όμως εκφράζει τα παράπονά του για τις μηχανοραφίες των εχθρών του, περιγράφει τις παγίδες που του έστησαν και παρακαλεί τον Θεό να τον λυτρώσει. Στο τέλος προσεύχεται κατά των εχθρών του:

«Πεσούνται επ’ αυτούς άνθρακες»: Όπως έγινε παλιότερα στα Σόδομα.

«Εν ταλαιπωρίαις ου μη υποστώσιν»: Να μην αντέξουν, να καμφθούν στις θλίψεις που θα τους βρουν.

  

Ψαλμός εκατοστός τεσσαρακοστός (ρμ΄)

Κύριε, εκέκραξα προς σε, εισάκουσον μου· πρόσχες τη φωνή της δεήσεως μου, εν τω κεκραγέναι με προς σε. Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιον σου, έπαρσις των χειρών μου θυσία εσπερινή. Θού, Κύριε, φυλακήν τω στόματι μου και θύραν περιοχής περί τα χείλη μου. Μη εκκλίνης την καρδίαν μου εις λόγους πονηρίας, του προφασίζεσθαι προφάσεις εν αμαρτίαις. Συν ανθρώποις εργαζομένοις την ανομίαν και ου μη συνδυάσω μετά των εκλεκτών αυτών. Παιδεύσει με δίκαιος εν ελέει και ελέγξει με· έλαιον δε αμαρτωλού μη λιπανάτω την κεφαλήν μου. Ότι έτι και η προσευχή μου εν ταις ευδοκίαις αυτών· κατεπόθησαν εχόμενα πέτρας οι κριταί αυτών. Ακούσονται τα ρήματα μου ότι ηδύνθησαν· ωσεί πάχος γης ερράγη επί της γης, διεσκορπίσθη τα οστά αυτών παρά τον άδην. Ότι προς σε, Κύριε, Κύριε, οι οφθαλμοί μου· επί σοι ήλπισα, μη αντανέλης την ψυχήν μου. Φύλαξον με από παγίδος, ής συνεστήσαντο μοι και από σκανδάλων των εργαζομένων την ανομίαν. Πεσούνται εν αμφιβλήστρω αυτών οι αμαρτωλοί κατά μόνας ειμί εγώ, έως αν παρέλθω.

 

Ο ψαλμός αυτός είναι εσπερινός. Η Εκκλησία μας τον ονόμασε «επιλύχνιο».

«Κύριε εκέκραξα προς σε»: Κραυγή πεπυρωμένης καρδίας.

«Κετευθηνθήτω η προσευχή μου»: Ας ανέβει η προσευχή μου κατευθείαν στον ουρανό.

«Ως θυμίαμα»: Το θυμίαμα συμβολίζει τις προσευχές των αγίων.

«Έπαρσις των χειρών» «θυσία εσπερινή»: Δηλώνει την αναίμακτο θυσία.

«Θου Κύριε φυλακήν»: Παρακαλεί να συγκρατήσει ο Θεός την αγανάκτησή του κατά των εχθρών του.

«Θύραν περιοχής»: Αγρύπνησε επί τις θύρες των χειλέων μου.

«Μη εκκλίνης την καρδίαν μου» «εις λόγους πονηρίας»: Ας μην υπάρχουν λόγοι ή δικαιολογίες για κακές πράξεις, όπως κάνουν οι αμαρτωλοί.

«Ου μη συνδυάσω»: Σε τίποτα να μην είμαι κοινωνός των αμαρτωλών ανθρώπων.

«Παιδεύσει με δίκαιος»: Ας με ελέγξουν οι δίκαιοι άνθρωποι.

«Μη λιπανάτω την κεφαλήν μου»: Δεν θέλει ο Δαυίδ να αληφθεί με αμαρτωλό έλαιο των ασεβών.

«Κατεπόθησα εχόμενα πέτρας οι κριταί»: Ο ποιητής φαντάζεται τον εαυτό του να στέκεται σε βράχο στον οποίο σπάζονται κύματα, αυτός όμως παραμένει ατάραχος.

«Ακούσονται τα ρήματά μου»: Οι δίκαιοι θα ακούσουν τα λόγια αυτά και θα ευχαριστηθούν.

«Ωσεί πάχος γης»: Τα οστά των αμαρτωλών θα διασκορπιστούν, θα μείνουν άταφα.

«Προς σε οι οφθαλμοί μου» «μη αντανέλης»: Μην αφαιρέσεις την ζωή μου.

«Φύλαξόν με από παγίδος»… «Πεσούνται εν αμφιβλήστρω»: Θα περιπλακούν στα ίδια τα δίχτυα τους.

«Κατά μόνος ειμί»: Θα είμαι μακριά από τους αμαρτωλούς «έως αν παρέλθω»: Μέχρι να πεθάνω.

 

Ψαλμός εκατοστός τεσσαρακοστός πρώτος (ρμα΄)

Φωνή μου προς Κύριον εκέκραξα, φωνή μου προς Κύριον εδεήθην. Εκχεώ ενώπιον αυτού την δέησιν μου· την θλίψιν μου ενώπιον αυτού απαγγελώ. Εν τω εκλείπειν εξ εμού το πνεύμα μου και συ έγνως τας τρίβους μου. Εν οδώ ταύτη, ή επορευόμην, έκρυψαν παγίδα μοι. Κατενόουν εις τα δεξιά και επέβλεπον,και ούκ ήν ο επιγινώσκων με. Απώλετο φυγή απ΄ εμού,και ούκ έστιν ο εκζητών την ψυχήν μου. Εκέκραξα προς σε, Κύριε· είπα· Συ ει η ελπίς μου, μερίς μου ει εν γη ζώντων. Πρόσχες προς την δέησιν μου, ότι εταπεινώθην σφόδρα. Ρύσαι με εκ των καταδιωκόντων με, ότι εκραταιώθησαν υπέρ εμέ. Εξάγαγε εκ φυλακής την ψυχήν μου, του εξομολογήσασθαι τω ονόματί σου. Εμέ υπομένουσι δίκαιοι, έως ου ανταποδώς μοι.

 

«Φωνή μου προς Κύριον εκέκραξα»: Η φωνή του δεν είναι εξωτερική , αφού βρίσκεται κρυμμένος σε σπήλαιο, αλλά εσωτερική.

«Εκχεώ ενώπιον αυτού»: Η καρδιά παρομοιάζεται με σάκο γεμάτο πόθο.

«Εν τω εκλείπειν» «συ έγνω»: Εσύ γνωρίζεις ότι εγώ λιγοψυχώ.

«Κατενόουν εις τα δεξιά»: Ο υπερασπιστής μας βρίσκεται δεξιά.

«Απώλετο φυγή»: Ήταν αδύνατη η διαφυγή του.

«Μερίς μου ει εν γη ζώντων»: Ο Θησαυρός μου βρίσκεται σε Σένα Θεέ μου…

«Εξάγαγε εκ φυλακής»: Βγάλε με από την φυλακή του σπηλαίου όπου βρίσκομαι.

«Του εξομολογήσασθαι»: Κι εγώ θα σε δοξολογήσω.

 

Ψαλμός εκατοστός τεσσαρακοστός δεύτερος (ρμβ΄)

Κύριε, εισάκουσον της προσευχής μου, ενώτισαι την δέησιν μου εν τη αληθεία σου, εισάκουσόν μου εν τη δικαιοσύνη σου· και μη εισέλθης εις κρίσιν μετά του δούλου σου, ότι ου δικαιωθήσεται ενώπιον σου πας ζων. ΄Οτι κατεδίωξεν ο εχθρός την ψυχήν μου· εταπείνωσεν εις γην την ζωήν μου, εκάθισε με εν σκοτεινοίς ως νεκρούς αιώνος· και ηκηδίασεν επ΄ εμέ το πνεύμα μου, εν εμοί εταράχθη η καρδία μου. Εμνήσθην ημερών αρχαίων, εμελέτησα εν πάσι τοις έργοις σου, εν ποιήμασι των χειρών σου εμελέτων. Διεπέτασα προς σε τας χείρας μου· η ψυχή μου ως γη άνυδρος σοι. Ταχύ εισάκουσον μου, Κύριε· εξέλιπε το πνεύμα μου. Μή αποστρέψης το πρόσωπον σου απ΄ εμού και ομοιωθήσομαι τοις καταβαίνουσιν εις λάκκον. Ακουστόν ποίησον μοι το πρωί το έλεος σου, ότι επί σοι ήλπισα· Γνώρισον μοι, Κύριε, οδόν, εν η πορεύσομαι, ότι προς σε ήρα την ψυχήν μου. Εξελού με εκ των εχθρών μου, Κύριε· προς σε κατέφυγον· δίδαξον με του ποιείν το θέλημα σου, ότι συ εί ο Θεός μου. Το πνεύμα σου το αγαθόν οδηγήσει με εν γη ευθεία· ένεκεν του ονόματος σου, Κύριε, ζήσεις με. Εν τη δικαιοσύνη σου εξάξεις εκ θλίψεως την ψυχήν μου· και εν τω ελέει σου εξολοθρεύσεις τους εχθρούς μου. Και απολείς πάντας τους θλίβοντας την ψυχήν μου, ότι εγώ δούλος σου είμι.

 

«Εισάκουσον»: Στην άπειρη δικαιοσύνη του Θεού καταφεύγει και πάλι ο Δαυίδ. Αν και δίκαιος, γνωρίζει όμως ο ποιητής ότι δεν είναι αναμάρτητος: «και μη εισέλθης εις κρίσιν».

«Ότι κατεδίωξεν» «εταπείνωσεν»: Ο ποιητής βρίσκεται σε άθλια κατάσταση καταδιωκόμενος υπό των εχθρών του.

«Ηκηδίασεν επ’ εμέ»: Αποτέλεσμα του σφοδρού διωγμού του το πνεύμα του είναι λιπόθυμο, καταβεβλημένο.

«Εμνήσθην ημερών αρχαίων»: Εκ των παλαιών ημερών ο ποιητής αντλεί θάρρος.

«Η ψυχή μου ως γη άνυδρός σοι»: Ότι είναι η γη χωρίς την βροχή, έτσι η ψυχή χωρίς τον Θεό. Στη συνέχεια ο ψαλμωδός παρακαλεί τον Θεό να τον απαλλάξει από τους εχθρούς του, τους οποίους πρέπει να τιμωρήσει.

  

Ψαλμός εκατοστός τεσσαρακοστός τρίτος (ρμγ΄)

Ευλογητός Κύριος ο Θεός μου, ο διδάσκων τας χείρας μου εις παράταξιν, τους δακτύλους μου εις πόλεμον. ΄Ελεος μου και καταφυγή μου, αντιλήπτωρ μου και ρύστης μου. Υπερασπιστής μου και επ΄ αυτώ ήλπισα· ο υποτάσσων τον λαόν μου υπ΄ εμέ. Κύριε, τί έστιν άνθρωπος, ότι εγνώσθης αυτώ; ή υιός ανθρώπου, ότι λογίζη αυτώ; Άνθρωπος ματαιότητι ωμοιώθη· αι ημέραι αυτού ωσεί σκιά παράγουσι. Κύριε, κλίνον ουρανούς και κατάβηθι· άψαι των ορέων και καπνισθήσονται. ΄Αστραψον αστραπήν και σκορπιείς αυτούς· εξαπόστειλον τα βέλη σου και συνταράξεις αυτούς. Εξαπόστειλον την χείρα σου εξ ύψους· εξελού με και ρύσαι με εξ υδάτων πολλών, εκ χειρός υιών αλλοτρίων, ων το στόμα ελάλησε ματαιότητα και η δεξιά αυτών δεξιά αδικίας. Ο Θεός, ωδήν καινήν άσομαι σοι, εν ψαλτηρίω δεκαχόρδω ψαλώ σοι. Τω διδόντι την σωτηρίαν τοις βασιλεύσι, τω λυτρουμένω Δαυίδ τον δούλον αυτού εκ ρομφαίας πονηράς. Ρύσαι με και εξελού με εκ χειρός υιών αλλοτρίων, ων το στόμα ελάλησε ματαιότητα και η δεξιά αυτών δεξιά αδικίας. Ων οι υιοί ως νεόφυτα ιδρυμένα εν τη νεότητι αυτών· αι θυγατέρες αυτών κεκαλλωπισμέναι, περικεκοσμημέναι ως το ομοίωμα ναού. Τα ταμεία αυτών πλήρη, εξερευγόμενα εκ τούτου εις τούτο. Τα πρόβατα αυτών πολύτοκα, πληθύνοντα εν ταις εξόδοις αυτών· οι βόες αυτών παχείς. Ούκ έστι κατάπτωμα φραγμού, ουδέ διέξοδος, ουδέ κραυγή εν ταις πλατείαις αυτών. Εμακάρισαν τον λαόν, ω ταύτα έστι· μακάριος ο λαός, ου Κύριος ο Θεός αυτού.

 

Ο Δαυίδ ευχαριστεί τον Θεό για όλες τις ενέργειές Του. «Τι εστίν άνθρωπος»: Συγκρινόμενος ο άνθρωπος προς όλα τα άλλα δημιουργήματα, είναι η κορωνίς, το καλλιτέχνημα.

«Λογίζη αυτώ»: Τι είναι όμως ο άνθρωπος ώστε να τον λογαριάζει ο Θεός;

«Ματαιότητι ωμοιώθη».. «κλίνον ουρανούς και κατάβηθι»… «άστραψον αστραπήν» γιατί; Για να σκορπίσει τους εχθρούς Του.

«Ωδήν κοινήν»: Νέο άσμα θα συνθέσει ο Δαυίδ όταν ο Θεός θα καταστρέψει τους εχθρούς Του.

Η ευτυχία των ασεβών τους κάνει υπερήφανους, βλέποντας την ευτυχία τους αρκετοί «εμακάρισαν τον λαόν» δηλ. μακάρισαν τους ασεβείς. Όχι όμως! «μακάριος ο λαός» ευτυχής είναι μόνον αυτός που πιστεύει στον Έναν Μοναδικό και Αληθινό Θεό.

 

Ψαλμός εκατοστός τεσσαρακοστός τέταρτος (ρμδ΄)

 

Υψώσω σε, ο Θεός μου, ο Βασιλεύς μου και ευλογήσω το όνομα σου εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος. Καθ΄ εκάστην ημέραν ευλογήσω σε και αινέσω το όνομα σου εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος. Μέγας Κύριος και αινετός σφόδρα και της μεγαλωσύνης αυτού ούκ έστι πέρας. Γενεά και γενεά επαινέσει τα έργα σου και την δύναμιν σου απαγγελούσι. Την μεγαλοπρέπειαν της δόξης της αγιωσύνης σου λαλήσουσι και τα θαυμάσια σου διηγήσονται. Και την δύναμιν των φοβερών σου ερούσι και την μεγαλωσύνην σου διηγήσονται. Μνήμην του πλήθους της χρηστότητος σου εξερεύξονται και τη δικαιοσύνη σου αγαλλιάσονται. Οικτίρμων και ελεήμων ο Κύριος, μακρόθυμος και πολυέλεος. Χρηστός Κύριος τοις σύμπασι και οι οικτιρμοί αυτού επί πάντα τα έργα αυτού. Εξομολογησάσθωσαν σοι, Κύριε, πάντα τα έργα σου και οι όσιοι σου ευλογησάτωσαν σε. Δόξαν της βασιλείας σου ερούσι και την δυναστείαν σου λαλήσουσι. Του γνωρίσαι τοις υιοίς των ανθρώπων την δυναστείαν σου και την δόξαν της μεγαλοπρεπείας της βασιλείας σου. Η βασιλεία σου βασιλεία πάντων των αιώνων και η δεσποτεία σου εν πάση γενεά και γενεά. Πιστός Κύριος εν πάσι τοις λόγοις αυτού και όσιος εν πάσι τοις έργοις αυτού. Υποστηρίζει Κύριος πάντας τους καταπίπτοντας και ανορθοί πάντας τους κατερραγμένους. Οι οφθαλμοί πάντων εις σε ελπίζουσι και συ δίδως την τροφήν αυτών εν ευκαιρία. Ανοίγεις συ την χείρα σου και εμπιπλάς πάν ζώον ευδοκίας. Δίκαιος Κύριος εν πάσαις ταις οδοίς αυτού και όσιος εν πάσι τοις έργοις αυτού. Εγγύς Κύριος πάσι τοις επικαλουμένοις αυτόν, πάσι τοις επικαλουμένοις αυτόν εν αληθεία. Θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιήσει και της δεήσεως αυτών εισακούσεται και σώσει αυτούς. Φυλάσσει Κύριος πάντας τους αγαπώντας αυτόν και πάντας τους αμαρτωλούς εξολοθρεύσει. Αίνεσιν Κυρίου λαλήσει το στόμα μου· και ευλογείτω πάσα σαρξ το όνομα το άγιον αυτούς εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος.

 

Οι ραβίνοι έλεγαν για τον ψαλμό αυτόν, ότι αν κάποιος τον διαβάζει τρεις φορές την ημέρα σίγουρα θα σωθεί. Οι χριστιανοί τον συνδύασαν με την Θεία Κοινωνία.

«Υψώσω σε»: Θα τον δοξάσει ο ψαλμωδός του Θεού. «Ο βασιλεύς μου».

«Αινέσω… εις αιώνα»: Καθ’ όλες τις γενναιές θα υμνεί ο Δαυίδ τον Θεό.

«Μνήμην του πλήθους»: Ανάμνηση της άπειρης καλοσύνης του Θεού.

«Χρηστός… τοις σύμπασι»: Κανείς δεν εξαιρείται από την καλοσύνη του Θεού.

«Πάντα τα έργα σου»; Και τα άψυχα ακόμη δοξάζουν τον Θεό.

«Του γνωρίσαι τοις υιοίς»: Να πως θα υμνήσουν και οι άλλοι, θα μάθουν διά μέσω των προφητών και των διδασκάλων.

«Όσιος εν πάσι τοις έργοις»… «υπερασπίζει… τους καταπίπτοντας»: Εκείνοι που είναι ετοιμόρροποι

«… εν αληθεία»: Πρέπει να προσευχόμαστε στον Θεό εν αληθεία.

 

Ψαλμός εκατοστός τεσσαρακοστός πέμπτος (ρμε΄)

Αίνει, η ψυχή μου, τον Κύριον· αινέσω Κύριον εν τη ζωή μου· ψαλώ τω Θεώ μου έως υπάρχω. Μή πεποίθατε επ΄ άρχοντας, επί υιούς ανθρώπων, οίς ούκ έστι σωτηρία. Εξελεύσεται το πνεύμα αυτού και επιστρέψει εις την γην αυτού. Εν εκείνη τη ημέρα απολούνται πάντες οι διαλογισμοί αυτού. Μακάριος, ού ο Θεός Ιακώβ βοηθός αυτού, η ελπίς αυτού επί Κύριον τον Θεόν αυτού. Τον ποιήσαντα τον ουρανόν και την γην, την θάλασσαν και πάντα τα εν αυτοίς. Τον φυλάσσοντα αλήθειαν εις τον αιώνα, ποιούντα κρίμα τοις αδικουμένοις, διδόντα τροφήν τοις πεινώσι. Κύριος λύει πεπεδημένους· Κύριος σοφοί τυφλούς· Κύριος ανορθοί κατερραγμένους· Κύριος αγαπά δικαίους. Κύριος φυλάσσει τους προσηλύτους. Ορφανόν και χήραν αναλήψεται και οδόν αμαρτωλών αφανιεί. Βασιλεύσει Κύριος εις τον αιώνα, ο Θεός σου, Σιών, εις γενεάν και γενεάν.

 

Ψαλμός λειτουργικός: Το θέμα του ψαλμού: «Αίνει η ψυχή μου».. «έως υπάρχω»

«Εξελεύσεται το πνεύμα»: Ο άνθρωπος αποθνήσκει, διότι το πνεύμα, η ψυχή του, η αναπνοή του θα εξέλθει «επιστρέφει εις την γην», «εν εκείνη τη ημέρα απολούνται»: Ο Θεός αφού δημιούργησε τον ουρανό και την γη, άρα έχει και την δύναμη να μας σώσει.

«Τον φυλάσσοντα αλήθειαν»: Οι άνθρωποι αλλάζουν γνώμη εύκολα και δεν τηρούν τον λόγο τους, ο Κύριος όμως πάντοτε τηρεί τον λόγο Του «διδόντα τροφήν», «λύει πεπεδημένους», «σοφοί τυφλούς», δηλ. κάνει σοφούς εκείνους που μέχρι πρότινος βάδιζαν στο σκοτάδι, «ανορθοί κατεραγμένους", δένει με επιδέσμους τους μώλωπες και τα συντρίμματα των ψυχών, «φυλάσσει τους προσηλύτους»: Προσήλυτοι ήταν οι ξένοι «ορφανόν και χήραν», «οδόν αμαρτωλών αφανειεί»: οδηγεί τους αμαρτωλούς στην απώλεια. Κατακλείς: «Βασιλεύσει Κύριος».

 

Ψαλμός εκατοστός τεσσαρακοστός έκτος (ρμστ΄)

Αινείτε τον Κύριον, ότι αγαθόν ψαλμός· τω Θεώ ημών ηδυνθείη αίνεσις. Οικοδομών Ιερουσαλήμ ο Κύριος, τας διασποράς του Ισραήλ επισυνάξει, ο ιώμενος τους συντετριμμένους την καρδίαν και δεσμεύων τα συντρίμματα αυτών, ο αριθμών πλήθη άστρων και πάσιν αυτοίς ονόματα καλών. Μέγας ο Κύριος ημών και μεγάλη η ισχύς αυτού και της συνέσεως αυτού ούκ έστιν αριθμός. Αναλαμβάνων πραείς ο Κύριος, ταπεινών δε αμαρτωλούς έως της γης. Εξάρξατε τω Κυρίω εν εξομολογήσει, ψάλατε τω Θεώ ημών εν κιθάρα, τω περιβάλλοντι τον ουρανόν εν νεφέλαις, τω ετοιμάζοντι τη γη υετόν· τω εξανατέλλοντι έν όρεσι χόρτον και χλόην τη δουλεία των ανθρώπων, διδόντι τοις κτήνεσι τροφήν αυτών και τοις νεοσσοίς των κοράκων τοις επικαλουμένοις αυτόν. Ούκ εν τη δυναστεία του ίππου θελήσει, ουδέ εν ταις κνήμαις του ανδρός ευδοκεί· ευδοκεί Κύριος εν τοις φοβουμένοις αυτόν και εν πάσι τοις ελπίζουσιν επί το έλεος αυτού.

 

«Αγαθόν ψαλμός»: Αυτή είναι και η αιτία του αίνου.

«Ηδυνθείη αίνεσις», «οικοδομών Ιερουσαλήμ»: Εν μέσω δυσκολιών  οικοδομεί ο Κύριος, όχι άλλος την Ιερουσαλήμ.

«Επισυνάξει»: Ενεστώτας ο χρόνος, συνάγει ήδη. Είμαστε επομένως στο τέλος της αιχμαλωσίας της Βαβυλώνας, τώρα όμως ο Κύριος επαναγάγει αυτούς εκ της αιχμαλωσίας.

«Ο αριθμών»: Μόνο ο Κύριος δύναται να αριθμήσει το άπειρο πλήθος των αστεριών.

«Πάσιν αυτοίς ονόματα»: Όχι μόνο τα αριθμεί, αλλά και τα ονομάζει.

«Αναλαμβάνων πραείς»: Εννοεί τους τεθλιμμένους «ταπεινών αμαρτωλούς».. «εξάρξατε»: Κάνετε νέα αρχή ψαλμών.

«Τω περιβάλοντι τον ουρανόν»: Και πάλι η αιτία του αίνου.

«Τη δουλεία των ανθρώπων»: Προς υπηρεσία των ανθρώπων, «τοις κτήνεσι τροφήν»: Ο Θεός ανοίγει τη χείρα Του και ταῒζει τα άγρια θηρία.

«Τοις νεοσσοίς των κοράκων»: Μέχρι και για τους κόρακες φροντίζει.

«Ουκ εν τη δυναστεία του ίππου»: Ο Κύριος δεν ελκύεται από το ισχυρό ιππικό «ουδέ εν ταις κνήμαις του ανδρός»: Ούτε από την ευλυγισία, ταχύτητα, δύναμη των ποδών των ανθρώπων, «ευδοκεί Κύριος»: Ο Κύριος αρέσκεται εις εκείνους οι οποίοι φοβούνται αλλά και ελπίζουν σ’ Αυτόν.

 

Ψαλμός εκατοστός τεσσαρακοστός έβδομος (ρμζ΄)

Επαίνει, Ιερουσαλήμ, τον Κύριον, αίνει τον Θεόν σου, Σιών, ότι ενίσχυσε τους μοχλούς των πυλών σου, ευλόγησε τους υιούς σου εν σοί. Ο τιθείς τα όρια σου ειρήνην και στέαρ πυρού εμπιπλών σε· ο αποστέλλων το λόγιον αυτού τη γη, έως τάχους δραμείται ο λόγος αυτού. Διδόντος χιόνα αυτού ωσεί έριον, ομιχλην ωσεί σποδόν πάσσοντος· βάλλοντος κρύσταλλον αυτού ωσεί ψωμούς, κατά πρόσωπον ψύχους αυτού τίς υποστήσεται; Εξαποστελεί τον λόγον αυτού και τήξει αυτά· πνεύσει το πνεύμα αυτού και ρυήσεται ύδατα. Ο απαγγέλλων το λόγιον αυτού τω Ιακώβ, δικαιώματα και κρίματα αυτού τω Ισραήλ. Ούκ εποίησεν ούτω παντί έθνει και τα κρίματα αυτού ούκ εδήλωσεν αυτοίς.

 

«Επαίνει Ιερουσαλήμ» «ότι ενίσχυσε τους μοχλούς των πυλών σου»: Να γιατί πρέπει να υμνήσουν οι ισραηλίτες τον Κύριο.

«Ευλογήσαι τους υιούς σου»

«Ο τιθείς όριά σου»: Όρια είναι τα σύνορα.

«Αποστέλλων το λόγιον αυτού»: Οι εντολές του Θεού εκτελούνται αμέσως όταν αναγγελθούν. Με τον λόγο του Κυρίου έρχεται τάχιστα ο χειμώνας, το χαλάζι, το χιόνι, διαλύονται οι πάγοι, έρχεται η Άνοιξη. Τα έθνη έλαβαν μόνο τον νόμο της συνειδήσεως, όχι όμως και την αποκάλυψη του Θείου θελήματος.

 

                   Ψαλμός εκατοστός τεσσαρακοστός όγδοος (ρμη΄)

 

Αινείτε τον Κύριον εκ των ουρανών· αινείτε αυτόν εν τοις υψίστοις. Αινείτε αυτόν, πάντες οι Άγγελοι αυτού· αινείτε αυτόν πάσαι αι Δυνάμεις αυτού. Αινείτε αυτόν, ήλιος και σελήνη· αινείτε αυτόν, πάντα τα άστρα και το φως. Αινείτε αυτόν, οι ουρανοί των ουρανών και το ύδωρ το υπεράνω των ουρανών. Αινεσάτωσαν το όνομα Κυρίου· ότι αυτός είπε και εγενήθησαν· αυτός ενετείλατο και εκτίσθησαν. ΄Εστησεν αυτά εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος· πρόσταγμα έθετο και ού παρελεύσεται. Αινείτε τον Κύριον εκ της γης, δράκοντες και πάσαι άβυσσοι. Πυρ, χάλαζα, χιών, κρύσταλλος, πνεύμα καταιγίδος, τα ποιούντα τον λόγον αυτού τα όρη και πάντες οι βουνοί, ξύλα καρποφόρα και πάσαι κέδροι· τα θηρία και πάντα τα κτήνη, ερπετά και πετεινά πτερωτά· βασιλείς της γης και πάντες λαοί, άρχοντες και πάντες κριταί γης. Νεανίσκοι και παρθένοι, πρεσβύτεροι μετά νεωτέρων· αινεσάτωσαν το όνομα Κυρίου, ότι υψώθη το όνομα αυτού μόνου. Η εξομολόγησις αυτού επί γης και ουρανού και υψώσει κέρας λαού αυτού. Ύμνος πάσι τοις οσίοις αυτού, τοις υιοίς Ισραήλ, λαώ εγγίζοντι αυτώ.

 

«Αινείτε τον Κύριον»: Ποιοι; «Πάντες οι άγγελοι», «πάσαι αι δυνάμεις», «ήλιος και σελήνη», «οι ουρανοί των ουρανών», «ύδωρ υπεράνω των ουρανών» «έστησεν αυτώ» όχι μόνο τα δημιούργησε εκ του μηδενός.

«Πρόσταγμα έθετο»: Όρισε και τους νόμους οι οποίοι θα κυβερνούν τον κόσμο.

«Ου παρελεύσεται»: Είναι αδύνατον να παραβιαστεί ο νόμος του Θεού.

Και  συνεχίζει: Ας αινέσουν «δράκοντες» μεγάλα θαλάσσια κήτη, «άβυσσος», όλες οι θάλασσες «πνεύμα καταιγίδος», όλα γενικώς τα άλογα κτίσματα «θηρία και κτήνη» και τελικά «βασιλείς της γης» ο άνθρωπος!

«Νεανίσκοι» «τοις οσίοις», αυτούς δηλ. που είναι αφοσιωμένοι στον Θεό.

 

Ψαλμός εκατοστός τεσσαρακοστός ένατος (ρμθ΄)

Άσατε τω Κυρίω άσμα καινόν, η αίνεσις αυτού εν εκκλησία οσίων. Ευφρανθήτω Ισραήλ επί τω ποιήσαντι αυτόν και οι υιοί Σιών αγαλλιάσθωσαν επί τω βασιλεί αυτών. Αινεσάτωσαν το όνομα αυτού εν χορώ, εν τυμπάνω και ψαλτηρίω ψαλάτωσαν αυτώ, ότι ευδοκεί Κύριος εν τω λαώ αυτού και υψώσει πραείς εν σωτηρία. Καυχήσονται όσιοι εν δόξη και αγαλλιάσονται επί των κοιτών αυτών. Αι υψώσεις του Θεού εν τω λάρυγγι αυτών και ρομφαίαι δίστομοι εν ταις χερσίν αυτών. Του ποιήσαι εκδίκησιν εν τοις έθνεσιν, ελεγμούς εν τοις λαοίς. Του δήσαι τους βασιλείς αυτών εν πέδαις και τους ενδόξους αυτών εν χειροπέδαις σιδηραίς. Του ποιήσαι εν αυτοίς κρίμα έγγραπτον· δόξα αύτη έσται πάσι τοις οσίοις αυτού.

 

«Άσμα καινόν» «η αίνεσις αυτού εν εκκλησία οσίων»: Ο ποιητής θέλει διά άσματος  να συνδέσει τις καρδιές των οσίων.

«Εν χορώ εν τυμπάνω»: Η χαρά γίνεται μεγάλη «ψαλτηρίω ψαλάτωσαν»: Υπήρχαν και πολλοί ψάλτες.

«Ευδοκεί Κύριος»: Ο Κύριος τιμώρησε αρκετά τον λαό Του.

«Καυχήσονται όσιοι εν δόξη» «αγαλλιάσσονται επί των κοιτών αυτών»: Τα κρεβάτια τους γίνονταν ως τώρα μάρτυρες μόνο λυπηρών γεγονότων, από δω και πέρα όμως θα μαρτυρούν και τις χαρές.

«Του ποιήσαι εν αυτοίς κρίμα έγγραπτον»: Είναι γραπτή η προφητεία εκείνη η οποία λέει ότι οι βασιλείς της γης θα υποταχθούν στον Χριστό.

«Δόξα αύτη έσται πάσι τοις οσίοις αυτού»: Όσιοι είναι οι αφοσιωμένοι, οι εκλεκτοί του Θεού. 

 

Ψαλμός εκατοστός πεντηκοστός (ρν΄)

           Αινείτε τον Θεόν εν τοις αγίοις αυτού· αινείτε αυτόν εν στερεώματι της δυνάμεως αυτού. Αινείτε αυτόν επί ταις δυναστείαις αυτού· αινείτε αυτόν κατά το πλήθος της μεγαλωσύνης αυτού. Αινείτε αυτόν εν ήχω σάλπιγγος· αινείτε αυτόν εν ψαλτηρίω και κιθάρα. Αινείτε αυτόν εν τυμπάνω και χορώ· αινείτε αυτον εν χορδαίς και οργάνω. Αινείτε αυτόν εν κυμβάλοις ευήχοις· αινείτε αυτόν εν κυμβάλοις αλαλαγμού. Πάσα πνοή αινεσάτω τον Κύριον.

 

                             Ο τελευταίος ψαλμός του Ψαλτηρίου είναι δοξολογικός.

              «Αινείτε»: δέκα φορές επαναλαμβάνεται η λέξη.

1)      «εν τοις αγίοις»

2)      «εν στερεώματι της δυνάμεως αυτού»=ο ουρανός

3)      «εν ταις δυναστείαις»=τα μεγάλα εξαίσια έργα

4)      «κατά το πλήθος της μεγαλοσύνης»

5)      «εν ήχω σάλπιγγος»

6)      «εν ψαλτηρίω και κιθάρα»

7)      «εν τυμπάνω και χορώ»

8)      «εν χορδαίς και οργάνω»

9)      «εν κυμβάλοις»

10)  Και τέλος «πάσα πνοή»

 

Ψαλμός εκατοστός πεντηκοστός πρώτος (ρνα΄)

 

        Μικρός ήμην εν τοις αδελφοίς μου και νεώτερος εν τω οίκω του πατρός μου· εποίμαινον τα πρόβατα του πατρός μου. Αι χείρες μου εποίησαν όργανον και οι δάκτυλοι μου ήρμοσαν ψαλτήριον· και τίς αναγγελεί τω Κυρίω μου; αυτός Κύριος, αυτός εισακούσει. Αυτός εξαπέστειλε τον άγγελον αυτού και ήρε με εκ των προβάτων του πατρός μου και έχρισε με εν τω ελαίω της χρίσεως αυτού. Οι αδελφοί μου καλοί και μεγάλοι και ούκ ευδόκησεν εν αυτοίς ο Κύριος. Εξήλθον εις συνάντησιν τω αλλοφύλω και επικατηράσατο με εν τοις ειδώλοις αυτού· εγώ δε σπασάμενος την παρ΄ αυτού μάχαιραν, απεκεφάλισα αυτόν και ήρα όνειδος εξ υιών Ισραήλ

 

                   «Μικρός αμήν εν τοις αδελφούς μου»:

          Τον ψαλμό αυτόν έξω του κανονικού αριθμού παρερχόμενα εν σιγή, διότι το αυτό έπραξαν στα υπομνήματά τους ο Αθανάσιος, ο Χρυσόστομος, ο Θεοδώρητος, ο Ζυγαριές και όλη η σειρά των πατέρων καθώς και ο σύγχρονός μας Ιουλ Γιαννακόπουλος.

 

 

Τέλος και τω Θεώ δόξα

 

Επαφή