Το "Κατά Ιωάννην" Ιερό Ευαγγέλιο. Κείμενο και ερμηνεία

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η χειρόγραφη παράδοση διασώζει 88 ομιλίες του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, οι οποίες καλύπτουν όλο το εύρος του κατά Ιωάννην Ιερού Ευαγγελίου, πλην της συζητήσεως του Ιησού με την μοιχαλίδα, η οποία προστέθηκε μεταγενέστερα (7,53-8,11). Οι ομιλίες αυτές πρέπει να έγιναν κατά το χρονικό διάστημα 387-389.

          Οι ομιλίες αυτές πρέπει να έγιναν σε πολύ πρωινές ώρες ώστε να προλάβαιναν οι ακροατές κατόπιν να πηγαίνουν στις εργασίες τους και διαρκούσαν περί το ένα τέταρτο της ώρας, δηλαδή πολύ συντομότερες από αυτές του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου. Τα πλήθη παρακολουθούσαν με ζήλο τις ομιλίες του Χρυσοστόμου και ο άγιος εμφανίζεται ευχαριστημένος με τον ζήλο αυτόν.

          Ο Χρυσόστομος προλογικά παρακαλεί τους ακροατές να κάνουν ησυχία, όχι τόσο αυτή των χειλέων , όσο αυτή της καρδιάς, ώστε να ακούσουν και να κατανοήσουν αυτά που αποκαλύπτει ο υιός της βροντής, ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Ιωάννης. Ο οποίος δεν θα εκθέσει σοφίσματα και ιδέες από την γη, αλλά θα αποκαλύψει όλα όσα υπάρχουν στον ουρανό.

          Για να μπορέσει όμως κάποιος να παρακολουθήσει αυτές τις ομιλίες και να ωφεληθεί απ’ αυτές, θα πρέπει να αλλάξει, να ξεριζώσει τα πάθη που τον καθηλώνουν εδώ στη γη. Και πως μπορεί να γίνει αυτό; -Ας μην επικαλεστεί κανείς τον χρόνο, διότι αυτός ο ληστής που ήταν ανθρωποκτόνος και ληστής σε μία μόνο βραχύτατη στιγμή έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο αρετής. Βλέπεις ότι μόνο θέληση χρειάζεται; Θέληση όμως όχι συνηθισμένη θέληση, αλλά θέληση  συνδυασμένη με πολύ ζήλο και προσπάθεια.

 

 

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ (Α΄)

Επειδή δεν επρόκειτο να μας μιλήσει ο Ιωάννης για τον εαυτό του, αλλά αυτά που θα μας πει είναι λόγια Θείας Χάριτος η Οποία κινεί την πένα του, γι’ αυτό δεν μας συστήνεται, αλλά μιλά ο Θεός απευθείας δι εκείνου που γράφει. Κι αν κανείς αμφισβητεί ότι αυτά που θα ακούσουμε είναι λόγια Θείας Χάριτος και ουράνιες αποκαλύψεις, ας εξετάσει προσεκτικά και ας δει ότι αυτός που γράφει δεν ήταν ούτε μορφωμένος, ούτε πλούσιος, αλλά ένας πάμπτωχος αγράμματος αλιεύς και μάλιστα κατώτερης τάξης αλιέας που ούτε καν σε θάλασσα δεν ψάρευε, αλλά σε μία λίμνη. Τι θα μπορούσε λοιπόν να διδαχθεί ο Ιωάννης πέρα από την σιγή των ψαριών ή την αγραμματοσύνη των συγγενών και των φίλων του; Κι όμως, αυτά που θα μας πει δεν αφορούν το επάγγελμά του, ούτε την αγραμματοσύνη του, αλλά θα μας πει λόγια ουράνια τα οποία δεν είναι δικές του σκέψεις, αλλά Θείες αποκαλύψεις.

Τι λέει λοιπόν αυτός ο άνθρωπος; 1.ΕΝ ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος,  καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, Βλέπεις με πόσο θάρρος και εξουσία και χωρίς καμιά αμφιβολία ομιλεί; Ο Πατέρας δεν προέρχεται από κανέναν, όμως ο Υιός εγεννήθη από τον Πατέρα. Και γιατί αφήνει τον Πατέρα και μας μιλά για τον Υιό; Διότι Εκείνος (ο Πατέρας) ήταν φανερός σε όλους, είτε ως Πατέρας, είτε ως Θεός, όμως ο Μονογενής αγνοούνταν. Και αμέσως τον Λόγο Τον ονομάζει Θεό. Γιατί όμως Τον ονομάζει Λόγο; Για να μην νομίσει κανείς ότι η γέννηση εκ του Πατρός είναι παθητή κι έτσι με την ονομασία του Λόγου προλαβαίνει και ανατρέπει κάθε πονηρή υπόνοια και δηλώνει έτσι ότι η γέννηση του Υιού γίνεται με τρόπο απαθή. Και αν τα λόγια αυτά σου φανούν λίγα και ακατανόητα, μη στενοχωρηθείς, διότι με κανέναν τρόπο δεν μπορούμε να κατανοήσουμε, ούτε να εκφράσουμε τον Θεό. Έτσι και ο Ιωάννης δεν μπαίνει στην διαδικασία να μας μιλήσει περί της Ουσίας του Θεού, διότι είναι αδύνατον κάποιος να μιλήσει για τέτοιου είδους πράγματα.

Το  «εν αρχή» δεν είναι τίποτα άλλο παρά δηλωτικό του άπειρου. Ότι δηλαδή υπάρχει πάντοτε. Και υπάρχει κατά τρόπο άπειρο. Και δεν λέει «εν Θεώ ην», αλλά «προς τον Θεόν ην», παρουσιάζοντας σε μας την υποταγμένη αϊδιότητά Του. Και στη συνέχεια μας κάνει πλέον σαφές ότι καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος. Κάποιοι ανόητοι λέγουν ότι ο Λόγος πλάστηκε από τον Πατέρα. Τότε τι θα τον εμπόδιζε να πει ο Ιωάννης ότι ο Θεός έπλασε τον Λόγο;

Κάποιοι επικαλούνται το πραξ. 2,36. Στο σημείο εκείνο που λέει ότι «Ο Θεός τον έκαμεν Κύριον και Χριστόν». Γιατί όμως δεν προσθέτουν και το παρακάτω; «Τον Ιησούν Τον οποίο εσείς εσταυρώσατε». Άλλωστε τα ονόματα «Κύριος» και «Χριστός» δεν είναι δηλωτικά της ουσίας Του, αλλά των αξιωμάτων Του. Αλλά και την εξουσία Του την έχει όχι επειδή εχρίσθη από κάποιον, αλλά εκ φύσεως και ουσίας. Και όταν ρωτήθηκε «αν είναι βασιλεύς», Εκείνος απάντησε «εγώ γι’ αυτό γεννήθηκα». Και γιατί απορείς γι’ αυτό; Ο Παύλος όταν κήρυξε γι’ Αυτόν στους Αθηναίους, τον αποκάλεσε μόνο «άνδρα», και όλα αυτά ευλόγως, διότι δεν ήταν ακόμη η ώρα για να πουν περισσότερα. Ήταν ως τότε αρκετό να παραδεχτούν ότι πέθανε και κατόπιν αναστήθηκε. Με τον ανάλογο λοιπόν τρόπο μίλησε τότε και ο Χριστός. Αφού λοιπόν ασκήθηκε η ακοή τους αρκετά περί της Θείας οικονομίας, στη συνέχεια αποκαλύφθηκε και η Θεότητά Του.

Και μη νομίσει κανείς ότι ο Υιός είναι μεταγενέστερος του Πατέρα. Διότι όπως δεν υπήρξε ποτέ ήλιος δίχως λάμψη, έτσι δεν υπήρξε ποτέ Πατέρας δίχως Υιόν. Και αν εσύ επιμείνεις ότι είναι μεταγενέστερος ο Υιός του Πατρός, τότε πες μου πόσο απέχει. Και αν βρεις το διάστημα, τότε θα προχωρήσεις και θα πεις ότι και ο Πατέρας έχει κάποια αρχή, άρα δεν είναι άναρχος. Βλέπεις ξεκάθαρα τώρα ότι Πατέρας και Υιός έχουν την ίδια και αυτή ουσία; Και όταν ακούσεις την λέξη «Λόγος», μην πάει ο νους σου στο έργο ή στον απλό λόγο, διότι πολλοί είναι οι λόγοι που εκτελούν οι άγγελοι, αλλά κανείς απ’ αυτούς δεν είναι Θεός. Το «εις την αρχή υπήρχε λόγος», δηλώνει το αιώνιο και το ότι «εις την αρχή της δημιουργία ήταν κοντά στον Θεό» δηλώνει το συναιώνιο, όσο αιώνιος είναι ο Θεός, το ίδιο είναι και ο Λόγος. Και αν τελικά η ζωή κάποτε δεν υπήρχε, πως μπορεί να γίνει ζωή για τους άλλους;
 

2 Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεόν.
3 πάντα δι' αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἓν ὃ γέγονεν. 4 ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν

Επειδή όσα δημιούργησε ο Θεός τα αναφέρει ο Μωυσής στην Γένεση, δεν αναφέρει όμως τα πάντα, αλλά όσα ήταν γνωστά στους ανθρώπους, γι’ αυτό και προσθέτει ότι και «χωρίς αυτού τίποτα δεν έγινε», δηλαδή και όσα δεν είναι αντιληπτά στους ανθρώπους και αυτά από τον Πατέρα και τον Λόγο έγιναν.

Η φράση «εν αυτώ ζωή ήν» δεν αναφέρεται στο Άγιο Πνεύμα όπως πολλοί νομίζουν, διότι  δεν ήταν ακόμη ώρα να μιλήσει για το Άγιο Πνεύμα , αλλά αναφέρεται στον Λόγο ο Οποίος είναι ζωή και αυτή η Ζωή έγινε άνθρωπος.

Και με την προσθήκη «ουδέ εν ο γέγονεν» ξεκαθαρίζει ότι ομιλεί περί της κτίσης και όχι περί του Πνεύματος και για να μη παρανοήσει κανείς και νομίσει ότι και το Πνεύμα εποίησε. Μη γένοιτο.

, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων. Εφόσον λοιπόν το φως ήρθε στην ζωή των ανθρώπων, άρα κατήργησε το σκοτάδι. Και τι μεγαλύτερο σκοτάδι από τον θάνατο ο οποίος είναι αντίθετος της ζωής; Άρα καταργήθηκε ο θάνατος δίνοντας τη θέση του στη ζωή. Και τι είναι αυτό το φως, πες μου. Δεν είναι αισθητό, αλλά νοητό το οποίο φωτίζει την ίδια την ψυχή. Πρόσεξε επίσης ότι είπε η ζωή είναι το φως των ανθρώπων. Δεν είπε των Ιουδαίων, αλλά όλων ανεξαιρέτως των ανθρώπων. Γιατί όμως δεν πρόσθεσε και τους αγγέλους; -Διότι τώρα περί της φύσεως αυτής κάνει λόγο και χάριν αυτών ήλθε να διακηρύξει τα αγαθά.  5 καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει,  εδώ ως σκοτάδι ονομάζει τον θάνατο και την πλάνη καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν. Όποιος λοιπόν θέλει να φωτισθεί μπορεί, διότι είναι αδύνατον στην πλάνη να καταλάβει το φως. Το ότι όμως όλοι οι άνθρωποι δεν φωτίστηκαν ας μην σε θορυβεί, διότι το Φως δεν υπεισέρχεται αναγκαστικά σε όποιον δεν το θέλει. Μη κλείσεις λοιπόν τις θύρες στο φως και θα απολαύσεις με μεγάλη ευχαρίστηση. Καθάρισε λοιπόν τον ρύπο της αμαρτίας, η οποία είναι βαθύ σκοτάδι και τότε θα απολαύσεις το φως. Όπως ακριβώς για να απολαύσεις τις ακτίνες του ηλίου, πρέπει να ανοίξεις καλά τους οφθαλμούς σου.


         6 ᾿Εγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρὰ Θεοῦ, ὄνομα αὐτῷ ᾿Ιωάννης· 7 οὗτος ἦλθεν εἰς μαρτυρίαν, ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός,

Εφόσον είναι απεσταλμένος, άρα δεν θα πει πράγματα δικά του, αλλά όσα έπρεπε διά του Θεού να πει. Ήρθε λέει να μαρτυρήσει περί του Φωτός. Δηλαδή, ο δούλος ήρθε να μαρτυρήσει για τον Δεσπότη; Και τι θα πεις όταν δεις τον Δεσπότη να βαπτίζεται από τον δούλο; Μην ταράζεσαι, αλλά θαύμαζε την απερίγραπτη αγαθότητα. Ο Θεός λοιπόν είχε ανάγκη να μαρτυρήσει κάποιος γι’ Αυτόν; Όχι, αλλά αυτό το επέτρεψε  ἵνα πάντες πιστεύσωσι δι' αὐτοῦ. Και ο Χριστός όταν είπε «άλλος είναι εκείνος που μαρτυρεί δι εμέ και γνωρίζω ότι η μαρτυρία του είναι αληθινή» εννοούσε τον Ιωάννη. Άλλοτε πάλι είπε ο Χριστός ότι δεν έχει ανάγκη από κανέναν να μαρτυρήσει για Κείνον. Δεν αντιφάσκει εδώ αλλά προσθέτει: «αυτά όμως τα λέω για σας, για να σωθείτε».  Επιτρέπω λοιπόν και σε άνθρωπο για να μαρτυρήσει για μένα, αν και δεν το έχω καθόλου ανάγκη και αυτό το κάνω για την δική σας σωτηρία. Κι αν πάλι κανείς δεν μαρτυρήσει για μένα, Εγώ καθόλου δεν μειώνομαι. Κατά τον ίδιο τρόπο περιεβλήθη σάρκα για να μην έρθει σε μας με γυμνή την Θεότητα και μας εξαφανίσει όλους ένεκα της απλησίαστης εμφάνισης του Θεϊκού φωτός. Και για να προλάβει κάθε υποψία και κάθε σύγχυση λέει περί του Ιωάννου: 8 οὐκ ἦν ἐκεῖνος τὸ φῶς, ἀλλ' ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός. Κι αφού διαχωρίζει με σαφήνεια αυτόν που μαρτυρεί, από τον μαρτυρούμενο συνεχίζει με ευκολία τον λόγο.

9 ῏Ην τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον.

Αφού είπαμε ότι ο Θεός είναι άναρχος και ακατάληπτος, τώρα ακούμε ότι είναι το Φως το αληθινό. Εσύ μην περιεργάζεσαι όλα αυτά και μη ζητάς να τα κατανοήσεις όλα αυτά σε βάθος, διότι αυτό είναι αδύνατο. Προσπάθησε να κατανοήσεις τις ρίζες των ηλιακών ακτίνων, θα μπορέσεις; Κι όμως ούτε αγανακτείς γι’αυτό, ούτε δυσανασχετείς, γιατί λοιπόν γίνεσαι αυθάδης και αναιδής απέναντι σε Κείνον που είναι ασυγκρίτως ανώτερος από όλα εκείνα που εσύ δεν μπορείς να κατανοήσεις;

10 ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, καὶ ὁ κόσμος δι' αὐτοῦ ἐγένετο, ήταν στον κόσμο, αλλά όχι ως σύγχρονος του κόσμου και γι’ αυτό σε επαναφέρει στην τάξη της προαιωνιώτητάς Του λέγοντάς σου ότι ο κόσμος δι’ Αυτού εγένετο  καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω. Ποιον ονομάζει εδώ κόσμο; -Τα διαστρεμμένα πλήθη καθόσον οι φίλοι του Θεού τον γνώρισαν πριν ακόμη έρθει στον κόσμο. Ο Αβραάμ επιθύμησε να δει και είδε και χάρηκε, ενώ ο Δαυίδ τον ονόμασε Κύριο πριν ακόμη Εκείνος σαρκωθεί.


          11 εἰς τὰ ἴδια ἦλθε, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον.

          Ως δικού Του, εδώ εννοεί τους Ιουδαίους ή και όλο τον κόσμο ως πλασθέντες υπ’ Αυτού. Κι όμως! Αυτοί  (οι Ιουδαίοι) δεν Τον δέχτηκαν. Και ο Παύλος θαυμάζοντας για το γεγονός λέει:  «Οι εθνικοί οι οποίοι δεν επιδίωκαν δικαίωση, επέτυχαν την δικαίωση, ενώ οι ισραηλίτες οι οποίοι επιδίωκαν την δικαίωση με την τήρηση του νόμου, δεν επέτυχαν την διά του νόμου δικαίωση». (Ρωμ. 9,30). Αλλά εμείς συνεχίζουμε να απορούμε. Πως είναι δυνατόν, αυτοί που ανατράφηκαν με τα προφητικά βιβλία να απέρριψαν τελικά Αυτόν που για αιώνες περίμεναν, ενώ οι εξ’ εθνών που δεν απήλαυσαν τίποτα από όλα αυτά, αλλά αντιθέτως  αναγίγνωσκαν τις φλυαρίες των φιλοσόφων και των ποιητών και ήταν προσηλωμένοι στα άψυχα είδωλα και δεν γνώριζαν τίποτα το αγαθό και το υγιές, πέταξαν μονομιάς στην κορυφή των ουρανών;  Πες μου λοιπόν πως έγινε όλο αυτό; - Και ο μακάριος Παύλος αναζήτησε την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα και τη βρήκε: «Επειδή αγνοούσαν την δικαίωση που δίνει ο Θεός και επιδίωκαν να επιβάλλουν τον δικό τους τρόπο δικαιοσύνης, δεν υποτάχθηκαν στον νόμο του Θεού… Διά τι άραγε; Διότι σκόνταψαν στον λίθο του προσκόμματος». (Ρωμ 10,3 και Ρωμ. 9,30-32). Με άλλα λόγια αιτία του κακού έγινε σ’ αυτούς η απιστία, αυτή δε γέννησε την ανοησία και η πολύ ανοησία γέννησε τον φθόνο, την αλαζονεία και το μίσος προς τους ανθρώπους. Διότι δεν ήθελαν με κανέναν τρόπο να μοιραστούν την ευλογία με άλλα έθνη λες και σ΄αυτούς θα λιγόστευε η χάρη. Και από την πολύ τους κακία έσπρωξαν τελικά το ξίφος στο στήθος τους, αποξενώνοντας τους εαυτούς τους από την φιλανθρωπία του Θεού. Συ λοιπόν Ιουδαίε που φάνηκες τόσο αχάριστος και τόσο ακατάλληλος της Θείας ευσπλαχνίας, αντί να ντραπείς κόπτεσαι, γιατί ο άλλος σώζεται δωρεάν; Σε τι θα σε έβλαπτε να σωθούν μαζί με εσένα και τα έθνη; Πόση η ανοησία, πόση η υπερηφάνεια!!!

         12 ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ,

          Γιατί δεν λέει τους έκανε τέκνα Θεού, αλλά τους «έδωσε εξουσία να γίνουν τέκνα Θεού»; -Για να δείξει ότι θέλει πολύ προσπάθεια να μείνει ακηλίδωτη και ανέπαφη η εικόνα της υιοθεσίας η οποία τυπώθηκε μέσα μας κατά το βάπτισμα καθώς επίσης ότι την υιοθεσία αυτή κανείς δεν μπορεί να μας την αποσπάσει αν εμείς δεν το θέλουμε. Ας μη νομίσουμε λοιπόν αδελφοί μου ότι αρκεί η πίστη για την σωτηρία μας, διότι αν δεν παρουσιάσουμε καθαρό βίο και δεν παρουσιαστούμε με ενδύματα κατάλληλα του νυμφώνος δεν θα γίνουμε αποδεκτοί.          Διότι παρακάτω μας λέει: 13 οἳ οὐκ ἐξ αἱμάτων, οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκός, οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρός, ἀλλ' ἐκ Θεοῦ ἐγεννήθησαν. Διότι αυτός που έτρεξε και παρακάλεσε και προετοίμασε το δείπνο δεν είναι άλλος από τον Κύριο. Πως εσύ τον περιφρονείς παρουσιάζοντας τον εαυτό σου απροετοίμαστο και προσέρχεσαι στο νυμφικό τραπέζι με ένδυμα κακίας;  

14 Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ

          Ο Δεσπότης από γνήσιος Υιός του Θεού έγινε υιός ανθρώπου, για να κάνει τους υιούς των ανθρώπων παιδιά του Θεού. Διότι το υψηλό όταν έρχεται σε επαφή με το ταπεινό, αυτό μεν δεν χάνει τίποτα από την δόξα του, όμως το ταπεινό το ανυψώνει και το ανασηκώνει από την πρότερη ταπεινή του κατάσταση. Ας μη σκεφθεί όμως ποτέ ότι η ουσία μεταβλήθηκε σε σάρκα. Αυτό είναι ασεβές να το σκεφτεί κανείς. Αλλά παραμένουσα όπως είναι, παρέλαβε τη μορφή δούλου.

          Γιατί όμως χρησιμοποιεί τη λέξη «εγένετο»; -Για να φράξει τα στόματα των αιρετικών, οι τρέχουν να πουν ότι όλα αυτά συνέβησαν κατά φαντασία. Θέλοντας λοιπόν να εκφράσει όχι την μεταβολή της ουσίας, αλλά ότι προσέλαβε αληθινή σάρκα. Και δεν προσέλαβε την σάρκα μας για να την αφήσει πάλι, αλλά για να την έχει παντοτινά. Γι’ αυτό και λέει «και εσκήνωσεν εν ημίν». Αυτήν την τιμή λοιπόν που έκαν ο Θεός στο γένος μας δεν μπορεί να περιγραφεί όχι από άνθρωπο, αλλά ούτε από άγγελο. Υπερβαίνει κάθε γνώση και κάθε λογική.

          ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας.

          Και δεν θα βλέπαμε την δόξα Του, αν δεν την φανέρωνε ο Ίδιος σε μας. Και αν ο Μωυσής χρειάστηκε προκάλυμα για να μπορέσουν να τον συναναστραφούν οι σύγχρονοί του εξαιτίας της λαμπρότητας και την ιλαρότητας που εξέπεμπε, πως θα μπορούσαμε εμείς οι πήλινοι και χωϊκοί να συναναστραφούμε τον ίδιο τον Θεό, αν δεν προσλάβανε Εκείνος δούλου μορφή;

          Και δεν είδαμε την δόξα Του μόνο από τα αμέτρητα θαύματα που επιτέλεσε, αλλά κυρίως από τα παθήματά Του, διότι επειδή καρφώθηκε στο σταυρό και πτύστηκε και χλευάστηκε και μαστιγώθηκε από αυτούς που ευεργέτησε, γι’ αυτό και δοξάστηκε τόσο πολύ. Διότι μετά απ’ όλα αυτά ο θάνατος καταργήθηκε, η κατάρα λύθηκε, οι δαίμονες καταισχύνθηκαν και το χειρόγραφο των αμαρτιών καρφώθηκε στον σταυρό. Αυτά όλα σκεπτόμενος ο Ευαγγελιστής και άλλα πολλά κραύγασε ότι «εθεασάμεθα την δόξαν αυτού». Γι’ αυτό άλλωστε ήλθε ο Κύριος στον κόσμο. Για να δουν οι άνθρωποι την δόξα Του όχι μόνο εδώ στη γη, αλλά και παντοτινά στον ουρανό. Γι’ αυτό έλεγε: «Θέλω όπου είμαι εγώ να είναι και αυτοί, για να βλέπουν την δόξα μου».

          Εμείς λοιπόν γιατί ζούμε; Για να γίνουμε θεατές αυτής της δόξας. Κι αν κάποιος δεν γίνει θεατής αυτής της δόξας, τότε δεν αξίζει να ζει. Γιατί αν κάποιος είναι δυστυχής και δεν μπορεί να ζήσει αν δεν ατενίσει την λαμπρότητα του ήλιου, πόσο μάλλον αξιοθρήνητος είναι εκείνος που θα στερηθεί της δόξης του Θεού.

15 ᾿Ιωάννης μαρτυρεῖ περὶ αὐτοῦ καὶ κέκραγε λέγων· οὗτος ἦν ὃν εἶπον, ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν.

          Τι ανάγκη έχει ο των όλων Δεσπότης να μαρτυρηθεί από δούλο; Όμως από την πολύ του συγκατάβαση το επιτρέπει χωρίς να το χρειάζεται. Και όχι μόνο αυτό αλλά δέχεται να βαπτιστεί από δούλο, Εκείνος που τα πάντα δημιούργησε. Από την άλλη ο Πρόδρομος ξεκαθαρίζει πως δεν είναι αυτός ο Μεσσίας, κι έτσι προλαβαίνει κάθε πιθανή σύγχυση.

          Θα πρέπει όμως να ενσκήψουμε και να δούμε προσεκτικά τι φωνάζει ο Ιωάννης ο Πρόδρομος. Η μαρτυρία του αν και μεγαλόφωνη, εν τούτοις είναι συγκεκαλυμμένη και πολλή μειωμένης αξίας. Διότι δεν λέει «να, Αυτός είναι ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού», αλλά «ο οπίσω μου ερχόμενος έμπροσθέν μου γέγονενεν». Ο Μακάριος Ιωάννης δεν οδηγεί τους Ιουδαίους αμέσως στα πολύ υψηλά, αλλά ησύχως και ομαλά τους διδάσκει μη τυχόν απότομα κατακρημνιστούν. Διότι πως θα δέχονταν οι Ιουδαίοι Εκείνον που δεν είχε ακόμη εμφανιστεί ως ανώτερο από αυτόν που ως τότε νόμιζαν για άγγελο; Και Τον φανερώνει πριν ακόμη εμφανιστεί για να προετοιμάσει τους ακροατές και να μην κλονιστούν όταν θα έβλεπαν την ταπεινή εμφάνιση του Ιησού. Διότι πράγματι ήταν τόσο προσιτή και ταπεινή η εμφάνιση του Μεσσία, ώστε και οι πόρνες και οι τελώνες  Τον πλησιάζαν με μεγάλη άνεση και  συζητούσαν  μαζί Του.

          Και πως γίνεται αυτός που έρχεται μετά να γίνεται πρώτος; Διότι δεν λέει ο Ιωάννης ότι τον παραμέρισε και έγινε πρώτος, αλλά υπήρχε πριν απ’ αυτόν και ήταν πρώτος αυτός ο οποίος ήρθε μετά. Ποιος είναι τόσο ανόητος, ώστε να μη καταλάβει πως εδώ ο Ιωάννης μιλά για την προαιώνια παρουσία του Ιησού;  Διότι δεν είπε «γεννήσεται», αλλά «γέγονεν».

16 Καὶ ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν, καὶ χάριν ἀντὶ χάριτος·

          Τι σημαίνει αυτός ο λόγος; -Ο Χριστός δεν έχει την δωρεά κατά συμμετοχή, αλλά Αυτός ο Ίδιος είναι η δωρεά και η πηγή της χάριτος, είναι αυτοζωή  αυτοφώς και αυτοαλήθεια. Δεν κρατά όμως μέσα Του το φως, αλλά τους πάντες τους κάνει να πλημμυρίζουν από αυτόν και εξακολουθεί μετά απ’ αυτό να είναι πλήρης. Είναι αυτό που λέμε στη Θεία Λειτουργία «ο πάντοτε διαμεριζόμενος και μηδέποτε δαπανόμενος». Η ουσία λοιπόν του Ιησού μοιράζεται, αλλά δεν μοιράζεται, διότι ποτέ δεν ελαττώνεται!

          Πήραμε λέει «χάριν αντί χάριτος». Τι σημαίνει αυτό; -Ότι λάβαμε αντί της Παλαιάς Διαθήκης, την Καινή. Διότι η Χάρις της Παλαιάς Διαθήκης ήταν προτύπωση της Καινής και ασφαλώς πολύ υποδεέστερη αυτής. Βέβαια μη νομίσεις ότι επειδή η Παλαιά Διαθήκη ήταν τύπος της Καινής ήταν ξένη από την αλήθεια. Δεν ήταν ξένη, αλλά ήταν διδασκαλία για παιδιά, ενώ η Καινή, διδασκαλία για αγγέλους!

 17 ὅτι ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο.

          Εδώ δεν γίνεται ασφαλώς σύγκριση προσώπων, αλλά τύπων και πραγμάτων. Τι έλεγε ο νόμος; -Πάρτε ένα αρνί και θυσιάστε το στο θυσιαστήριο. Τι κάνει ο Χριστός; -Γίνεται ο Ίδιος το αρνί της θυσίας.

          Άλλο παράδειγμα: Στο όρος Σινά οι Εβραίοι πολεμούσαν τους Αμαληκίτες με τον Μωυσή να του βαστάζουν τα χέρια σταυρικά ο Ααρών και ο Ωρ. Όταν όμως ήρθε ο Χριστός, άπλωσε ο Ίδιος τα χέρια στον σταυρό πραγματοποιώντας τον παραπάνω σταυρικό τύπο.

          Επόμενο: Ο νόμος έλεγε. Καταραμένος όποιος δεν τηρεί όσα είναι γραμμένα στο βιβλίο αυτό. Η Χάρις λέγει: Ελάτε σε μένα όσοι είστε κουρασμένοι και φορτωμένοι κι εγώ θα σας ξεκουράσω. Και ο Παύλος συμπληρώνει: «Μας εξαγόρασες από την κατάρα του νόμου, γενόμενος ο
Ίδιος κατάρα».

17 ὅτι ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο.

Δεν γίνεται εδώ σύγκριση προσώπων, αλλά πραγμάτων. Διότι άλλο πράγμα είναι η αλήθεια και άλλο η χάρη. Άλλο πράγμα σημαίνει το «εγένετο» και άλλο το «εδόθη». Είναι μεγάλη η διαφορά και η απόσταση μεταξύ τους. Διότι το «εδόθη» αναφέρεται σε δούλο που του δόθηκε ο νόμος και διατάχθηκε και σε άλλου εκείνος να δώσει, ενώ το «εγένετο» η «χάρις» και η «αλήθεια», αναφέρονται σε Βασιλέα ο Οποίος με κάθε εξουσία συγχωρεί («χαρίζει-Χάρις») αμαρτίες δίχως να έχει ανάγκη και τίποτα από κανέναν.

18 Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε· ὁ μονογενὴς υἱὸς ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο.

Μόνον ο Υιός που είναι πάντοτε ενωμένος με τον Πατέρα έχει δει τον Πατέρα. Τι θα πούμε όμως όταν ο Ησαΐας έλεγε: «Είδα τον Κύριο να κάθεται εις θρόνο υψηλό και ανυψωμένο»; (Ησ. 6,1). Αλλά και ο Ιωάννης επιβεβαιώνει τον λόγο του Ησαΐα, ο δε Ιεζεκιήλ Τον είδε να κάθεται επάνω από τα Χερουβείμ, αλλά και ο Δανιήλ είδε λέει τον Παλαιό των ημερών. (Δαν 7,9). Ο δε Ιακώβ πήρε το όνομα Ισραήλ διότι Ισραήλ σημαίνει «αυτός που είδε τον Θεό». Αλλά και άλλοι Τον έχουν δει. Πως λοιπόν ο Ιωάννης λέει ότι τον Θεό ποτέ κανείς δεν Τον είδε; -Διότι όλα τα παραπάνω έγιναν από συγκατάβαση. Την πραγματική όμως ουσία του Θεού κανείς δεν την έχει δει. Διότι η ουσία του Θεού είναι ασχημάτιστη, ασύνθετη, απερίγραπτη και ούτε κάθεται, ούτε σκέπτεται, ούτε περπατά.

Μήπως όμως μόνο στον Πατέρα υπάρχει αυτό το εξαιρετικό προσόν; Όχι αλλά και στον Υιό. Αφού όμως ο Υιός φόρεσε σάρκα, πως γίνεται να είναι και αόρατος; Είναι, διότι είναι εικόνα του Πατέρα και εφόσον είναι εικόνα του Πατέρα, είναι και ορατός, είναι και αόρατος. Άρα κανείς δεν γνωρίζει τον Πατέρα όπως τον γνωρίζει ο Υιός και κανείς δεν γνωρίζει τον Υιό όπως ο Πατέρας. Αυτό τελικά είναι το νόημα του χωρίου.

Και για να προχωρήσουμε περισσότερο δεν είπε τον γνωρίζει περισσότερο Αυτός που είδε τον Πατέρα, αλλά είπε ότι Τον γνωρίζει περισσότερο  αυτός που βρίσκεται στον κόλπο του Πατρός. Διότι αυτός που μόνο βλέπει πολλά αγνοεί. Ενώ αυτό που διαμένει στον κόλπο τίποτα δεν του διαφεύγει.

Και γιατί λέχθηκε μία τόσο παχυλή λέξη (κόλπος) για να εκφράσει τον Πατέρα; Μήπως ο Πατέρας παριστάνεται με σώμα και μάλιστα γυναικείας μορφής; - Μη γένοιτο. Αλλά για να κατανοήσουμε με αυτό τον τρόπο την γνησιότητα του Μονογενούς και το συναῒδιόν  Του προς τον Πατέρα.

Και τι κερδίσαμε, τι μας εξήγησε ο Μονογενής; - Ότι ο Θεός είναι Πνεύμα και ότι αυτοί που τον λατρεύουν θα πρέπει να Τον λατρεύουν πνευματικά, ότι είναι αδύνατον να δούμε και να εννοήσουμε τον Θεό και ότι κανείς δεν Τον γνωρίζει παρά μόνο ο Υιός και ότι ο Πατέρας είναι Πατέρας γνησίου Μονογενούς Υιόυ και τα άλλα όσα είπε περί αυτού.

Ο Μονογενής επιπλέον δίδαξε όχι μόνο τους Ιουδαίους οι οποίοι διδάχθηκαν από τον Μωυσή αλλά και τους εθνικούς. Και η διδασκαλία που εμείς  (οι εθνικοί) διδαχθήκαμε είναι ανώτερη διότι οι Ιουδαίοι διδάχθηκαν τα του Μωυσέως  ενώ εμείς διδαχτήκαμε από τον Δεσπότη του Μωυσέως, διδασκαλία σαφώς ανώτερη και τέλεια. Και η διδασκαλία αυτή είναι ουράνια και μας καλεί να γίνουμε μιμητές αυτής της διδασκαλίας και του διδασκάλου. Και τι τέλος πάντων λέει αυτή η διδασκαλία; -Ότι όλοι οι άνθρωποι έχουμε την ίδια φύση, αν δε έχουμε και την ίδια πίστη, αποτελούμε ένα σώμα. Και ότι όλοι είμαστε μέλη ενός σώματος και όχι διασπασμένοι. Πως λοιπόν και με ποια αιτία δεν θα μιλήσουμε στον αδελφό μας, στον γείτονά μας, διότι κανείς δεν υπάρχει που να μίσησε την σάρκα του. Ο Θεός δημιούργησε μία κατοικία για όλους, άναψε έναν ήλιο για όλους μας, άπλωσε μία οροφή τον ουρανό, έστρωσε μία τράπεζα την γη, μας έδωσε και άλλη τράπεζα δια τους μυημένους ανώτερη της προηγουμένης (Αγία Τράπεζα) και έτσι από το ίδιο Ποτήριο όλοι πίνουμε πλούσιοι και φτωχοί. Γιατί όμως υπάρχει στην κοινωνία τόσο μεγάλη διαφοροποίηση;- Εξαιτίας της πλεονεξίας και της αλαζονείας πάσης μορφής πλουσίων και αλαζόνων.

19 Καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ μαρτυρία τοῦ ᾿Ιωάννου, ὅτε ἀπέστειλαν οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἐξ ῾Ιεροσολύμων ἱερεῖς καὶ Λευΐτας ἵνα ἐρωτήσωσιν αὐτόν· σὺ τίς εἶ;

Ο φθόνος είναι κακό πράγμα. Κακό γι’ αυτόν που φθονεί και όχι  γι’ αυτόν που γίνεται αντικείμενο του φθόνου. Εάν δε σε ορισμένες περιπτώσεις βλάπτονται κι αυτοί που φθονούνται αυτό συμβαίνει σε μικρή κλίμακα. Και ποιοι είναι αυτοί που ρώτησαν τον Ιωάννη «συ ποιος είσαι»; -Αυτοί που νωρίτερα μετανόησαν και βαπτίστηκαν από κείνον που τώρα ρωτούν. Αλλά αντί ο Ιωάννης να τους μαλώσει, αντί να τους πει ότι είναι γεννήματα εχιδνών και ότι χειρότερο υπάρχει από τις οχιές δεν απαντά μ’ αυτόν τον τρόπο:

 20 καὶ ὡμολόγησε, καὶ οὐκ ἠρνήσατο· καὶ ὡμολόγησεν ὅτι οὐκ εἰμὶ ἐγὼ ὁ Χριστός.

Ο Ιωάννης κατάγονταν από περιφανή οικογένεια, ήταν υιός αρχιερέως. Η συμπεριφορά του περιείχε κάτι τις το εξωκοσμικό, η περιφρόνηση των ενδυμάτων και των τροφών ήταν στοιχεία που προκαλούσαν έντονο θαυμασμό και ενθουσιασμό ότι αυτός θα μπορούσε να είναι ο Μεσσίας. Αντιθέτως στον Χριστό η καταγωγή ήταν ασήμαντη (υιός ξυλουργού), η δίαιτά του ήταν συνηθισμένη, όπως και τα ενδύματα που φορούσε.

Και επειδή αυτόν ήθελαν να ομολογήσει ότι είναι ο Μεσσίας δεν έστειλαν όπως στον Χριστό ευκαταφρόνητους υπηρέτες, αλλά τους πιο διαπρεπείς ιερείς των Ιεροσολύμων για να τον ρωτήσουν: 21 καὶ ἠρώτησαν αὐτόν· τί οὖν; ᾿Ηλίας εἶ σύ; Και τον ρωτούν αν είναι ο Ηλίας διότι κι αυτόν τον περίμεναν να έρθει. Άλλωστε για τον Ηλία αργότερα μιλά ο Χριστός λέγοντας ότι ο Ηλίας θα έρθει για να τα βάλλει όλα σε τάξη καὶ λέγει· οὐκ εἰμί. ὁ προφήτης εἶ σύ; καὶ ἀπεκρίθη, οὔ.  Γιατί αρνήθηκε να πει ότι είναι προφήτης; - Επειδή ήξερε ότι τον ρωτούν με πονηριά, με σκοπό να τον παγιδεύσουν. Διότι αν έλεγε ότι είναι ο Χριστός, ή προφήτης ή ο Ηλίας θα τον συλλάμβαναν εκπληρώνοντας έτσι τον σκοπό της πονηρίας τους. Και δεν τον ρωτούν αν είναι προφήτης ως ένας από τους πολλούς, αλλά με άρθρο μπροστά αν είναι ο προφήτης, δηλαδή ο Χριστός. 22 εἶπον οὖν αὐτῷ· τίς εἶ; ἵνα ἀπόκρισιν δῶμεν τοῖς πέμψασιν ἡμᾶς· τί λέγεις περὶ σεαυτοῦ; 23 ἔφη· ἐγὼ φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, εὐθύνατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, καθὼς εἶπεν ῾Ησαΐας ὁ προφήτης.

Τους παραπέμπει λοιπόν στον Ησαΐα για να τους δείξει ξεκάθαρα το ποιος είναι.  Και αναφερόμενος στον Ησαΐα κάνει την απάντησή του και τον λόγο του αξιόπιστο.

24 καὶ οἱ ἀπεσταλμένοι ἦσαν ἐκ τῶν Φαρισαίων· 25 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν καὶ εἶπον αὐτῷ· τί οὖν βαπτίζεις, εἰ σὺ οὐκ εἶ ὁ Χριστὸς οὔτε ᾿Ηλίας οὔτε ὁ προφήτης; 26 ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ ᾿Ιωάννης λέγων· ἐγὼ βαπτίζω ἐν ὕδατι· μέσος δὲ ὑμῶν ἕστηκεν ὃν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. 27 αὐτός ἐστιν ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος, ὃς ἔμπροσθέν μου γέγονεν, οὗ ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ἄξιος ἵνα λύσω αὐτοῦ τὸν ἱμάντα τοῦ ὑποδήματος.

Έτσι και με αυτόν τον τρόπο λύνει την περιέργειά τους, διότι μόνο περιέργεια ήταν και όχι διάθεση για γνώση και μετάνοια. Και ομολογεί ότι Αυτός που έρχεται μετά απ’ αυτόν είναι πριν απ’ αυτόν και ότι το βάπτισμα το οποίο εκείνος έκανε δεν ήταν κάτι το σημαντικό, αλλά προπαρασκευή για το όντως βάπτισμα του Χριστού που θα ακολουθούσε. Και με την φράση «δεν είμαι άξιος ούτε τον ιμάντα των υποδημάτων του να λύσω» πράξη που την έκανε ο τελευταίος των δούλων, εξαφανίζει και από μας κάθε ίχνος έπαρσης. Διότι αν αυτός που σαν κι αυτόν κανείς δεν είναι ανώτερος «και κανείς απ’ αυτούς που γεννήθηκαν από γυναίκες δεν είναι ανώτερος» (Λουκ. 7,28) πόσο μάλλον εμείς.

28 Ταῦτα ἐν Βηθανίᾳ ἐγένετο πέραν τοῦ ᾿Ιορδάνου, ὅπου ἦν ᾿Ιωάννης βαπτίζων.

Σημειώνει ο Ευαγγελιστής το μέρος που συνέβησαν όλα αυτά για να δούμε το θάρρος του Προδρόμου. Ότι δηλαδή δεν ομολογεί στην έρημο, ούτε μέσα σε ένα δωμάτιο, αλλά δημόσια με παρρησία την στιγμή μάλιστα που βάπτιζε πλήθος κόσμου.
 

29 Τῇ ἐπαύριον βλέπει ὁ ᾿Ιωάννης τὸν ᾿Ιησοῦν ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει· ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου.

Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης αφού παραλείπει την εις την έρημο νηστεία του Χριστού, διότι αυτήν την ανέφερε ο Ματθαίος, προσθέτει την δεύτερη επίσκεψη του Ιησού στον Πρόδρομο. Και το κάνει αυτό για τον εξής λόγο: Στην πρώτη του επίσκεψη ο Ιησούς βαπτίστηκε στα νερά του Ιορδάνου. Για να μη νομίζει κανείς ότι ο Ιησούς επισκέφθηκε τον Πρόδρομο για να εξομολογηθεί και να μετανοήσει όπως έκαναν τα πλήθη , (Αυτός που δεν έχει ανάγκη να συγχωρεθεί, αλλά να μόνον έλεος να δώσει) επισκέπτεται και πάλι τον Πρόδρομο για να του δώσει αυτή την φορά την ευκαιρία να ομολογήσει κι εκείνος δημόσια τα περί του Χριστού. Τον ονομάζει Αμνό υπενθυμίζοντας έτσι στους ακροατές την προφητεία του Ησαΐα. :30 οὗτός ἐστι περὶ οὗ ἐγὼ εἶπον· ὀπίσω μου ἔρχεται ἀνὴρ ὃς ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν. Και ομολογεί έτσι ξεκάθαρα για να το ακούσουν όλοι ότι Αυτός που προηγουμένως εβάπτισε είναι ανώτερός του. Γιατί; Διότι λέγει υπήρχε πριν από μένα.

 31 κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτόν, Κοίταξε πως κάνει εδώ την μαρτυρία του ανύποπτη. Διότι δεν οφείλεται σε ανθρώπινη φιλία. Αλλά τότε θα πει κανείς, αφού δεν γνώριζε πως θα γίνει έτσι μάρτυρας αξιόπιστος; -Μη βιάζεσαι να πεις. Διότι δεν είπε «δεν γνωρίζω», αλλά «δεν γνώριζα». Και αμέσως ομολογεί τον λόγο για τον οποίο τόσον καιρό βάπτιζε στα νερά του Ιορδάνου ἀλλ' ἵνα φανερωθῇ τῷ ᾿Ισραήλ, διὰ τοῦτο ἦλθον ἐγὼ ἐν τῷ ὕδατι βαπτίζων. Δηλαδή τόσο καιρό το βάπτισμά του δεν είχε νόημα συγχωρήσεως, αλλά προετοιμασίας για το όντως Βάπτισμα.

Θα ρωτήσει τώρα κάποιος. Χωρίς το βάπτισμα ο Πρόδρομος δεν μπορούσε να κηρύξει και να διακηρύξει τα περί του Χριστού;  -Μπορούσε, αλλά όχι τόσο εύκολα. Ούτε θα έτρεχαν τόσοι πολλοί κοντά του. Ούτε θα μάθαιναν για την υπεροχή του χριστιανικού βαπτίσματος έναντι των άλλων. Και ότι όλο αυτό δεν ήταν έργο του Ιωάννου, αλλά έργο του Αγίου Πνεύματος δες παρακάτω το τι ομολογεί ο ίδιος ο Ιωάννης: 32 καὶ ἐμαρτύρησεν ᾿Ιωάννης λέγων ὅτι τεθέαμαι τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον ὡς περιστερὰν ἐξ οὐρανοῦ, καὶ ἔμεινεν ἐπ' αὐτόν. 33 κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτόν, ἀλλ' ὁ πέμψας με βαπτίζειν ἐν ὕδατι, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἐφ' ὃν ἂν ἴδῃς τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον καὶ μένον ἐπ' αὐτόν, οὗτός ἐστιν ὁ βαπτίζων ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ. 34 κἀγὼ ἑώρακα καὶ μεμαρτύρηκα ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ.

Και τα λέει όλα αυτά για να μην υπονοήσει κανείς ότι χαρίζεται στον συγγενή του. Διότι ο Πρόδρομος και ο Ιησούς ήταν εξ’ αίματος συγγενείς. Όμως από νεαρή ηλικία βρίσκονταν στην έρημο πράγμα που αποδεικνύει πως όντως δεν γνώριζε.

Πως όμως πριν απ’ αυτή την συνάντηση τον παρεμπόδισε στο να βαπτιστεί ο Ιησούς από κείνον λέγοντας ότι «εγώ έχω ανάγκη να βαπτιστώ από σένα»;  Διότι αυτά τα λόγια είναι απόδειξη ότι Τον γνώριζε και μάλιστα πολύ καλά. – Τον γνώριζε, αλλά όχι πριν πολύ χρόνο, αλλά λίγο χρονικό διάστημα πριν την βάπτιση.

35 Τῇ ἐπαύριον πάλιν εἱστήκει ὁ ᾿Ιωάννης καὶ ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ δύο, 36 καὶ ἐμβλέψας τῷ ᾿Ιησοῦ περιπατοῦντι λέγει· ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. 37 καὶ ἤκουσαν αὐτοῦ οἱ δύο μαθηταὶ λαλοῦντος, καὶ ἠκολούθησαν τῷ ᾿Ιησοῦ.

Και πάλι επαναλαμβάνει ο Ιωάννης τα ίδια. Μήπως από φλυαρία; -Όχι. Αλλά γιατί γνωρίζει ότι η πρότερή του ομολογία δεν ρίζωσε στις ψυχές των ακροατών. Έτσι δεν βαριέται να επαναλάβει και πάλι τα ίδια γνωρίζοντας πως ο λόγος δεν ριζώνει στις ψυχές των ανθρώπων αμέσως, αλλά θέλει ξανά και ξανά σπορά. Και αφού ριζώσει θέλει και πάλι πολύ φροντίδα μη τυχόν από τις ποικίλες μέριμνες και πειρασμούς ή αδιαφορία χαθεί ο σπόρος και δεν καρποφορήσει.
 

38 στραφεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ θεασάμενος αὐτοὺς ἀκολουθοῦντας λέγει αὐτοῖς· 39 τί ζητεῖτε; οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· ραββί· ὃ λέγεται ἑρμηνευόμενον διδάσκαλε· ποῦ μένεις; 40 λέγει αὐτοῖς· ἔρχεσθε καὶ ἴδετε. ἦλθον οὖν καὶ εἶδον ποῦ μένει, καὶ παρ' αὐτῷ ἔμειναν τὴν ἡμέραν ἐκείνην· ὥρα ἦν ὡς δεκάτη. 41 ἦν ᾿Ανδρέας ὁ ἀδελφὸς Σίμωνος Πέτρου εἷς ἐκ τῶν δύο τῶν ἀκουσάντων παρὰ ᾿Ιωάννου καὶ ἀκολουθησάντων αὐτῷ.

Μετά τα λόγια του Ιωάννου, δύο μαθητές ακολούθησαν τον Ιησού, όμως δεν Τον ρώτησαν αμέσως για όλα τα επιτακτικά θέματα που τους απασχολούσαν, αλλά επιθυμούν να μάθουν που μένει. Γιατί ήθελαν να ακούσουν ιδιαιτέρως και με πολύ προσοχή και να κατανοήσουν την διδασκαλία η οποία δεν ήταν μαθητού αλλά Διδασκάλου.

Ήταν λέει δύο οι μαθητές και ο ένας απ’ αυτούς ήταν ο Ανδρέας ο αδελφός του Σίμωνος Πέτρου. Γιατί όμως δεν μας αποκαλύπτει και το όνομα του δεύτερου; -Άλλοι λέγουν πως ο δεύτερος ήταν ο συγγραφέας του παρόντος Ευαγγελίου και γι’ αυτό δεν αναφέρει το όνομά του. Άλλοι επειδή δεν ήταν ο δεύτερος ένας από τους αξιόλογους μαθητές. Όπως και να’ χει όμως δεν είναι τόσο σημαντικό να μάθουμε το όνομα, αφού ούτε και αργότερα τα ονόματα των εβδομήκοντα δύο μαθητών μας αναφέρει.

Και γιατί ο Ιησούς ρώτησε τους μαθητές λέγοντας «τι ζητείτε»; - Απ’ αυτό διδασκόμαστε ότι ο Θεός δεν προλαμβάνει τις θελήσεις μας , αλλά μόνο όταν εμείς δείξουμε ότι θέλουμε, τότε μας δίδει άπειρες αφορμές σωτηρίας.

Κι ενώ σε άλλο σημείο του ο Χριστός αναφέρει ότι «ο Υιός του ανθρώπου δεν έχει που την κεφαλήν κλίνει», εδώ λέει «ελάτε να δείτε που μένω». Τι τελικά σήμαινε η φράση «δεν έχει που την κεφαλήν κλίνει»; -Αυτό δεν σήμαινε ότι ο Χριστός δεν είχε σπίτι για να κοιμηθεί, αλλά ότι δεν είχε ιδιοκτησία της στέγης.

42 εὑρίσκει οὗτος πρῶτος τὸν ἀδελφὸν τὸν ἴδιον Σίμωνα καὶ λέγει αὐτῷ· εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν· ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον Χριστός·

Ο Ανδρέας δεν κράτησε για τον εαυτό του την ωφέλεια, αλλά έσπευσε να την μοιραστεί και με τον αδελφό του. Να ο σύνδεσμος της αγάπης, να η διαφορά που έχει ο άνθρωπος από τα θηρία, ο διαμοιρασμός των αγαθών. Και εδώ βέβαια δεν επρόκειτο για ένα κοινό και γήινο αγαθό, αλλά για τον Μεσσία.

43 καὶ ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς τὸν ᾿Ιησοῦν. ἐμβλέψας αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπε· σὺ εἶ Σίμων ὁ υἱὸς ᾿Ιωνᾶ, σὺ κληθήσῃ Κηφᾶς, ὃ ἑρμηνεύεται Πέτρος.

Οπωσδήποτε ο Σίμων δεν ήταν ευκολόπιστος και δεν έτρεξε απευθείας στον Ιησού. Σίγουρα ο Ανδρέας θα του ανέφερε εκτενώς τις συνομιλίες που είχε κάνει με τον Χριστό τις οποίες για λόγους συντομίας δεν αναφέρει ο ευαγγελιστής.

Ο Σίμων λοιπόν προστρέχει στον Ιησού και Εκείνος ολίγον κατ’ ολίγων εμφανίζει σε κείνον τις Θεότητά Του με τις προρρήσεις Του. Του λέει λοιπόν πως θα ονομαστεί Πέτρος όπως ανάλογα έπραξε και σε άλλη περίπτωση όταν συνάντησε τον Ναθαναήλ και την Σαμαρείτιδα.

Και γιατί ο Ιησούς άλλαξε το όνομα του Σίμων σε Πέτρο; -Για να δείξει ότι Αυτός είναι που έδωσε την Παλαιά Διαθήκη και αλλάζει τα ονόματα και ονόμασε τον Άβραμ σε Αβραάμ την δε Σάρα σε Σάρρα και τον Ιακώβ σε Ισραήλ.

44 Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν· καὶ εὑρίσκει Φίλιππον καὶ λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει μοι. 45 ἦν δὲ ὁ Φίλιππος ἀπὸ Βηθσαϊδά, ἐκ τῆς πόλεως ᾿Ανδρέου καὶ Πέτρου. 46 εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, ᾿Ιησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ ᾿Ιωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ.

Ο Φίλιππος εδώ ακολουθεί τον Ιησού, δίχως να δει θαύματα ή να ακούσει τον λόγο Του. Με ποια αιτία λοιπόν τον ακολούθησε; Πρώτον είχε ακούσει για τον Ιησού διότι η φήμη Του είχε ήδη απλωθεί στην Γαλιλαία, δεύτερον είχε ακούσει για την μαρτυρία του Βαπτιστού Ιωάννου και τρίτον ήταν επιμελής στην μελέτη των Γραφών και αυτό φαίνεται από το ότι στη συνέχεια προσελκύει και τον Ναθαναήλ παραπέμποντας τα λεγόμενά του στον Μωυσή και στους προφήτες. Και επειδή όταν κανείς βρίσκει έναν θησαυρό, δεν μπορεί με κανέναν άλλο τρόπο να αποδείξει το πόσο εκτυφλωτικός είναι ο θησαυρός αυτός παρά μόνο αν οδηγήσει τον ακροατή του στην θέαση αυτού. Αυτό έκανε και Φίλιππος, οδήγησε τον Ναθαναήλ στο να δει κι εκείνος τον Ιησού.

47 καὶ εἶπεν αὐτῷ Ναθαναήλ· ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι; λέγει αὐτῷ Φίλιππος· ἔρχου καὶ ἴδε. 48 εἶδεν ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν Ναθαναὴλ ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ· ἴδε ἀληθῶς ᾿Ισραηλίτης, ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι.

Γιατί ο Ιησούς αντί να επιπλήξει τον Ναθαναήλ τον επαίνεσε; Διότι ο Ναθαναήλ μελετούσε πολύ τις γραφές και μάλιστα περισσότερο από τον Φίλιππο. Ήξερε λοιπόν βάση των Γραφών ότι ο Χριστός θα προέλθει από την Βηθλεέμ και όχι από την Ναζαρέτ. Και γιατί τότε δέχτηκε να συναντήσει τον Ιησού; Διότι είχε τόσο μεγάλο πόθο για την έλευση του Χριστού, ώστε σκέφτηκε το ενδεχόμενο ο Φίλιππος να έκανε λάθος ως προς τον τόπο καταγωγής του Ιησού.

49 λέγει αὐτῷ Ναθαναήλ· πόθεν με γινώσκεις; ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε.

Δες σε παρακαλώ ότι ο Ιησούς δεν κάνει καμία προσπάθεια να πείσει τον Ναθαναήλ ότι είναι ο Μεσσίας και ότι κατάγεται πράγματι από την Βηθλεέμ όπως προβλέπουν οι γραφές και όχι από την Ναζαρέτ. Αλλά τι κάνει; Του λέει ότι τον είδε κάτω από την συκή προτού τον φωνάξει ο Φίλιππος. Δες επίσης, ότι ο Ναθαναήλ δεν κολακεύεται από τα λόγια του Χριστού, αλλά μένοντας «χαμηλά» ρωτά: «πόθεν με γινώσκεις»;

 50 ἀπεκρίθη Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ραββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ ᾿Ισραήλ.

Και αφού ο Ναθαναήλ πείστηκε πλέον ότι Αυτόν που έχει μπροστά του είναι ο Χριστός, χαίρεται σκιρτά και πανηγυρίζει και ομολογεί.

51 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὅτι εἶπόν σοι, εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψει.

Γιατί όμως ο Χριστός δεν μακάρισε εδώ τον Ναθαναήλ όπως έκανε αργότερα με τον Πέτρο; Διότι και οι δύο το ίδιο είπαν. Ναι είπαν το ίδιο, αλλά δεν ομολόγησαν τον ίδιο. Διότι ο Πέτρος ομολόγησε τον Ιησού ως Υιό του Θεού και Θεό, ενώ ο Φίλιππος ομολόγησε τον Ιησού ως άνθρωπο. Γι’ αυτό λοιπόν δεν μακαρίστηκε, αλλά άκουσε ότι θα δει πολύ μεγαλύτερα πράγματα απ’ αυτά που εκείνη την ώρα ομολόγησε.

52 καὶ λέγει αὐτῷ· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ' ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου.

Και με τα λόγια αυτά αποσπά την ατελή και γήινη ομολογία του Ναθαναήλ και την μεταθέτει από τα γήινα στα ουράνια. Και με τα λόγια αυτά οδηγεί τον Ναθαναήλ στο να Τον ομολογήσει ως Κύριο και των αγγέλων.

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ (Β΄)

1.Και τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ γάμος ἐγένετο ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἦν ἡ μήτηρ τοῦ ᾿Ιησοῦ ἐκεῖ· 2 ἐκλήθη δὲ καὶ ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ εἰς τὸν γάμον.

Είναι φανερό πως ο Χριστός προσεκλήθη στον γάμο όχι ως Θεός, αλλά ως ένας από τους πολλούς προσκεκλημένους. Και γιατί πήγε στον γάμο; -Όπως καταδέχτηκε να συναναστραφεί με τελώνες και πόρνες με σκοπό την μετάνοια και την σωτηρία τους, πολύ περισσότερο δεν ήθελε να αρνηθεί να παρασταθεί σε γάμο δούλων.

 3 καὶ ὑστερήσαντος οἴνου λέγει ἡ μήτηρ τοῦ ᾿Ιησοῦ πρὸς αὐτόν· οἶνον οὐκ ἔχουσι.

Αυτό είναι το πρώτο θαύμα που έκανε ο Χριστός. Πολλοί ισχυρίζονται ότι έκανε θαύματα και στην παιδική Του ηλικία πράγμα που δεν ευσταθεί. Και αυτό φαίνεται και από τον τρόπο που απαντά στην μητέρα Του: 4 λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· τί ἐμοὶ καὶ σοί, γύναι; οὔπω ἥκει ἡ ὥρα μου. Γιατί απαντά έτσι στην μητέρα Του;

- Διότι πρώτον η Παναγία μίλησε στον Χριστό με την εξουσία της μητέρας. Ενώ δηλαδή θα έπρεπε πάντοτε να υποχωρεί και να προσκυνά, εδώ εντέλει δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο ότι δεν είχε ακόμη την πρέπουσα γνώμη περί του Υιού της. Δεύτερον διότι άλλη αξία και άλλο εύρος αληθείας έχει το θαύμα όταν το ζητά αυτός που έχει ανάγκη, και άλλη όταν αυτό το ζητούν οι συγγενείς.

Παρόλα αυτά ο Χριστός παρά ταύτα δεν αρνείται στην μητέρα Του το θαύμα, δείχνοντας έτσι το ότι  πρέπει πάντοτε τα παιδιά να πειθαρχούν στους γονείς τους, εκτός αν οι απαιτήσεις των γονέων γίνονται ενάντιες της σωτηρίας των παιδιών. Και παράλληλα δείχνει την παρρησία της Παναγίας προς τον Υιό και Θεό της.

Παράλληλα με την φράση αυτή ο Ιησούς είναι σαν να λέει ότι τίποτα δεν ωφελεί τον άνθρωπο, παρά η προσωπική του πίστη και ευσέβεια. Διότι και η Παναγία αν και γέννησε τον Χριστό δεν θα είχε καμία ωφέλεια απ’ αυτό το θαυμαστό γεγονός αν δεν ήταν πιστή και ενάρετη. Βεβαίως αυτό δεν το είπε ο Χριστός για να απωθήσει την Παναγία, αλλά για να ωφελήσει  υμάς τους ακροατές του Ευαγγελίου. Αυτό δε αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι ο Ιησούς ήταν Ιουδαίος, αλλά οι Ιουδαίοι σε τίποτα δεν ωφελήθηκαν απ’ αυτήν την συγγένεια, μάλλον δε καταστράφηκαν και ξεριζώθηκαν και αφανίστηκαν εξαιτίας της κακίας τους. Ας μη μεγαλοφρονούμε λοιπόν για την «ευγενική» καταγωγή μας, αλλά ας φροντίσουμε εμείς οι ίδιοι να υπερβούμε αυτών τους άθλους ώστε να φανούμε αντάξιοι των έργων εκείνων.

Αλλά ας σταθούμε λίγο και ας προσέξουμε τον λόγο και την αιτία. Από τη μία ο Κύριος λέει στην μητέρα Του «δεν ήρθε ακόμη η ώρα μου» και από την άλλη σπεύδει να ικανοποιήσει αυτής την επιθυμία. Προς τι λοιπόν αυτή η αντίφαση;

Ο ίδιος μάλιστα Ευαγγελιστής σε άλλο σημείο λέει «Δεν μπορούσαν να συλλάβουν αυτόν διότι δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα του», αλλού πάλι αναφέρει «κανείς δεν μπορούσε να απλώσει χέρια πάνω του γιατί δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα του», αλλού «Έχει έρθει η ώρα μου, δόξασε σου τον Υιόν σου». Όλα αυτά μας προκαλούν απορία.

Ο Χριστός λοιπόν λέει ότι «δεν έχει έρθει ακόμα η ώρα μου» γιατί δεν είχε ακόμη γίνει γνωστός στους πολλούς, δεν είχε ακόμη συγκεντρώσει όλη την χορεία των μαθητών Του. Ακόμη ούτε και οι παρακαθίσαντες στον γάμο είχαν αντιληφθεί ότι είχε λείψει ο οίνος. Παρόλα αυτά κάνει το θαύμα όπως είπαμε πρωτίστως για να τιμήσει την μητέρα Του, κατ΄επέκταση δε για να δείξει σε όλους ότι ο δημιουργός του χρόνου δεν είναι καθόλου υποταγμένος σ’ αυτόν, αλλά Κύριος αυτού.

 5 λέγει ἡ μήτηρ αὐτοῦ τοῖς διακόνοις· ὅ,τι ἂν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε.

Το λέει αυτό η Παναγία για να δείξει σε όλους ότι η αρχική του άρνηση προέρχονταν από μετριοφροσύνη και όχι από αδυναμία.

 6 ἦσαν δὲ ἐκεῖ ὑδρίαι λίθιναι ἓξ κείμεναι κατὰ τὸν καθαρισμὸν τῶν ᾿Ιουδαίων, χωροῦσαι ἀνὰ μετρητὰς δύο ἢ τρεῖς.

Δεν μας αναφέρει τυχαία ότι οι υδρίες αυτές βρίσκονταν εκεί κατά το έθιμο του καθαρισμού των Ιουδαίων, αλλά για να αποδείξει ότι οι υδρίες αυτές είχαν μέσα νερό και όχι υπολείμματα κρασιού. Διότι οι Ιουδαίοι επειδή είχαν το έθιμο αυτό χρειάζονταν τακτικά νερό για να καθαρίζονται.

 7 λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· γεμίσατε τὰς ὑδρίας ὕδατος. καὶ ἐγέμισαν αὐτὰς ἕως ἄνω.

Γιατί όμως δεν έκανε το θαύμα με άδειες τις υδρίες ώστε αυτό να φανεί εκπληκτικότερο; Μειώνει το μέγεθος του θαύματος για να γίνει περισσότερο κατανοητό και αξιόπιστο στους πολλούς.

8 καὶ λέγει αὐτοῖς· ἀντλήσατε νῦν καὶ φέρετε τῷ ἀρχιτρικλίνῳ. καὶ ἤνεγκαν. 9 ὡς δὲ ἐγεύσατο ὁ ἀρχιτρίκλινος τὸ ὕδωρ οἶνον γεγενημένον –καὶ οὐκ ᾔδει πόθεν ἐστίν· οἱ δὲ διάκονοι ᾔδεισαν οἱ ἠντληκότες τὸ ὕδωρ– φωνεῖ τὸν νυμφίον ὁ ἀρχιτρίκλινος 10 καὶ λέγει αὐτῷ· πᾶς ἄνθρωπος πρῶτον τὸν καλὸν οἶνον τίθησι, καὶ ὅταν μεθυσθῶσι, τότε τὸν ἐλάσσω· σὺ τετήρηκας τὸν καλὸν οἶνον ἕως ἄρτι.

Και γιατί πήγαν το εν θαύματι κρασί στον αρχιτρίκλινο; -Για να μη πει κανείς ότι όλοι τους ήταν μεθυσμένοι και δεν μπορούναν να ξεχωρίσουν νερό από κρασί ή καλό από κακό κρασί. Ο Αρχιτρίκλινος ήταν λοιπόν οπωσδήποτε νηφάλιος διότι είχε έργο συγκεκριμένο να επιτελέσει και δεν είχε γευθεί καθόλου κρασί καθ’ όλη τη διάρκεια του γάμου επιτελώντας με συνέπεια να καθήκοντά του.


11 Ταύτην ἐποίησε τὴν ἀρχὴν τῶν σημείων ὁ ᾿Ιησοῦς ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας καὶ ἐφανέρωσε τὴν δόξαν αὐτοῦ, καὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ.
12 Μετὰ τοῦτο κατέβη εἰς Καπερναοὺμ αὐτὸς καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐκεῖ ἔμειναν οὐ πολλὰς ἡμέρας.

Και γιατί μετέβηκε μαζί με την μητέρα Του στην Καπρναούμ; Ας θυμηθούμε τα λόγια του Χριστού: «Και συ Καπερναούμ η οποία υψώθηκες ως τον ουρανό θα καταβιβαστείς έως τον άδη». Και αναφέρεται ότι κανένα θαύμα δεν έκανε εκεί. Γιατί λοιπόν πήγε; Διότι εντός ολίγου εισήρχοντο στα Ιεροσόλυμα και η Καπερναούμ ήταν πέρασμα.

13 Καὶ ἐγγὺς ἦν τὸ πάσχα τῶν ᾿Ιουδαίων, καὶ ἀνέβη εἰς ῾Ιεροσόλυμα ὁ ᾿Ιησοῦς. 14 καὶ εὗρεν ἐν τῷ ἱερῷ τοὺς πωλοῦντας βόας καὶ πρόβατα καὶ περιστεράς, καὶ τοὺς κερματιστὰς καθημένους. 15 καὶ ποιήσας φραγέλλιον ἐκ σχοινίων πάντας ἐξέβαλεν ἐκ τοῦ ἱεροῦ, τά τε πρόβατα καὶ τοὺς βόας, καὶ τῶν κολλυβιστῶν ἐξέχεε τὸ κέρμα καὶ τὰς τραπέζας ἀνέστρεψε, 16 καὶ τοῖς τὰς περιστερὰς πωλοῦσιν εἶπεν· ἄρατε ταῦτα ἐντεῦθεν· μὴ ποιεῖτε τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου οἶκον ἐμπορίου.

Το περιστατικό αυτό δεν είναι το ίδιο με εκδίωξη των εμπόρων που έκανε πριν το Θείο Πάθος Του. Άλλωστε αυτή τη φορά είναι μετριοπαθέστερος λέγοντας «οίκο εμπορίου», ενώ την δεύτερη φορά σκληρύνει τον λόγο Του αποκαλώντας την πράξη των εμπόρων ως  «σπήλαιο ληστών». Βλέπεις λοιπόν πως διαφέρει το ένα γεγονός από το άλλο;

Και παρότι η πράξη αυτή του Ιησού ήταν ξεκάθαρο πως επήγαζε από την αγάπη που είχε στον οίκο του Πατρός Του, κι ενώ κανονικά θα έπρεπε να τους θυμίσει τα λόγια των προφητών τα οποία σημειοτέον  θυμήθηκαν οι μαθητές:  17 ἐμνήσθησαν δὲ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ὅτι γεγραμμένον ἐστίν, ὁ ζῆλος τοῦ οἴκου σου καταφάγεταί με.
εκείνοι γεμάτοι από ανοησία ρώτησαν 18 ἀπεκρίθησαν οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι καὶ εἶπον αὐτῷ· τί σημεῖον δεικνύεις ἡμῖν ὅτι ταῦτα ποιεῖς;  Δηλαδή τι σημείο ζητούσαν για να παύσουν τις ακόλαστες πράξεις τους; Ω της ανοησίας! Αλλά δεν ήταν μόνο ανόητοι αλλά και πολύ πονηροί, διότι  αφενός μεν βλέποντας ότι τους αφαιρείται το πλεονέκτημα της αισχροκερδίας και αφετέρου θέλοντας να τον προκαλέσουν στην άκαιρη παρεκτροπή της ποιήσεως ενός θαύματος του έθεσαν αυτό το ερώτημα για να Τον παγιδέψουν. Όμως ο Χριστός ούτε θαύμα έκανε, ούτε τους επέτρεψε πλέον να βεβηλώνουν διά εμπορίου τον Ναό του Θεού. Τι τους απάντησε λοιπόν ο Κύριος;

19 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· λύσατε τὸν ναὸν τοῦτον, καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις ἐγερῶ αὐτόν. 20 εἶπον οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι· τεσσαράκοντα καὶ ἓξ ἔτεσιν ᾠκοδομήθη ὁ ναὸς οὗτος, καὶ σὺ ἐν τρισὶν ἡμέραις ἐγερεῖς αὐτόν; 21 ἐκεῖνος δὲ ἔλεγε περὶ τοῦ ναοῦ τοῦ σώματος αὐτοῦ.

Ασφαλώς εδώ μιλά αποκεκριμένα διά την τριήμερο ταφή και Ανάστασή Του. Γιατί όμως μιλά με αυτόν τον τρόπο που κανείς από τους ακροατές δεν μπορούσαν να κατανοήσουν; - Διότι με αυτόν τον τρόπο αποδείκνυε στους μεταγενέστερους ότι γνώριζε τα πάντα προτού συμβούν αυτά. Άλλωστε αυτά ενθυμούμενος ο Ευαγγελιστής συμπληρώνει: 22 ὅτε οὖν ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν, ἐμνήσθησαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ὅτι τοῦτο ἔλεγε, καὶ ἐπίστευσαν τῇ γραφῇ καὶ τῷ λόγῳ ᾧ εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς.

Γιατί όμως δεν έλυσε το αίνιγμα και δεν είπε, «περί του ναού του Σώματό Μου ομιλώ»; -Διότι δεν θα πίστευαν στον λόγο Του, οπότε φρονίμως ποιών σιωπά. Τότε λοιπόν στον κατάλληλο χρόνο, όταν «υψωθεί ο Υιός του ανθρώπου», «όταν αναστηθεί εκ νεκρών», «τότε που θα προσελκύσει πολλούς απ’ όλη την οικουμένη», τότε θα μάθουν και αυτοί για το περιεχόμενο του αινιγματικού Του λόγου.. Δεν μιλούσε λοιπόν σαν ένας απλός άνθρωπος, αλλά σαν Θεός ο Οποίος ήρθε στη γη ως άνθρωπος για να διαλύσει την αιώνια δουλεία του θανάτου.
 

23 ῾Ως δὲ ἦν ἐν τοῖς ῾Ιεροσολύμοις ἐν τῷ πάσχα ἐν τῇ ἑορτῇ, πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ, θεωροῦντες αὐτοῦ τὰ σημεῖα ἃ ἐποίει.

Πολλοί βλέποντας τα θαύματα του Ιησού Τον ακολουθούσαν. Τον ακολουθούσαν όμως με μοναδικό τους κίνητρο να δουν τα θαύματα . Γι’ αυτό και ο Χριστός δεν βασίζονταν σ’ αυτούς, αλλά στους μαθητές Του, οι οποίοι Τον ακολυθούσαν όχι μόνο για τα θαύματα, αλλά και για την διδασκαλία.

24 αὐτὸς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς οὐκ ἐπίστευεν ἑαυτὸν αὐτοῖς διὰ τὸ αὐτὸν γινώσκειν πάντας,

Και δεν εμπιστευόταν ο Χριστός τον εαυτό Του σ’ αυτούς, διότι έβλεπε την ολιγοπιστία τους. Και σήμερα άλλωστε υπάρχουν πολλοί που λένε «θέλω να δω θαύμα για να πιστέψω». Αλλά γι’ αυτό ζητάς θαύμα διότι δεν πιστεύεις, διότι τα θαύματα γίνονται για τους απίστους. Διότι αν πίστευες τότε δεν θα ζητούσες να δεις θαύματα.

25 καὶ ὅτι οὐ χρείαν εἶχεν ἵνα τις μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ ἀνθρώπου· αὐτὸς γὰρ ἐγίνωσκε τί ἦν ἐν τῷ ἀνθρώπῳ.

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ (Γ΄)

 

Γ´\ΗΝ δὲ ἄνθρωπος ἐκ τῶν Φαρισαίων, Νικόδημος ὄνομα αὐτῷ, ἄρχων τῶν ᾿Ιουδαίων. 2 οὗτος ἦλθε πρὸς αὐτὸν νυκτὸς

          Αυτός ο Νικόδημος φαίνεται και στη μέση του Ευαγγελίου να υπερασπίζεται τον Ιησού λέγοντας στο συνέδριο των Φαρισαίων: «Ο νόμος κανέναν δεν καταδικάζει αν προηγουμένως δεν τον ακούσει» (Ιω 7,51), αλλά και μετά τη σταύρωση έδειξε μεγάλη φροντίδα για την ταφή του Ιησού. (Ιω. 19,39). Γιατί όμως επισκέφθηκε τον Κύριο νύχτα; -Διότι κατέχονταν ακόμη από την Ιουδαϊκή επιθυμία. Τι είπε λοιπόν αυτός στον Ιησού;  καὶ εἶπεν αὐτῷ· ραββί, οἴδαμεν ὅτι ἀπὸ Θεοῦ ἐλήλυθας διδάσκαλος· οὐδεὶς γὰρ ταῦτα τὰ σημεῖα δύναται ποιεῖν ἃ σὺ ποιεῖς, ἐὰν μὴ ᾖ ὁ Θεὸς μετ' αὐτοῦ. Τα λόγια του Νικοδήμου αν τα εξετάσουμε, θα δούμε ότι εμπεριέχουν αίρεση. Διότι καταβιβάζει τον Ιησού σε απλό άνθρωπο ο οποίος έχει ανάγκη τη Θεία φώτιση για να ενεργήσει. Τι απάντησε λοιπόν ο Χριστός; 3 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Δεν είπε «δεν έχω την ανάγκη να με βοηθήσει κανένας. Γιατί; Διότι το σπουδαιότερο για τον Χριστό δεν είναι να αποκαλύψει την αξία Του, όσο το να πείσει ότι δεν έκανε τίποτα το αντίθετο προς το θέλημα του Πατρός. Φανερά λοιπόν δεν λέγει τίποτα το υψηλό στον Νικόδημο για τον εαυτό Του, αινιγματικά όμως διδάσκει για την αυτάρκειά Του. Τι του είπε ο Νικόδημος; -Ότι τάχατις γνώριζε την αλήθεια περί του Χριστού και ότι αυτός ενεργεί έτσι διότι ο Θεός είναι μαζί Του». Νόμιζε δηλαδή ότι είπε κάτι το υψηλό περί του Χριστού. Ο Χριστός όμως αμέσως του απέδειξε ότι ούτε στα προπύλαια της γνώσης περί του Χριστού δεν βρίσκεται. Γι’ αυτό του απαντά λέγοντας ότι πρέπει κάποιος να αναγεννηθεί για να δει την αλήθεια. Ποια αλήθεια; -Την αλήθεια των δογμάτων περί του Μονογενούς. Και όποιος δεν αναγεννηθεί με αυτό τον τρόπο βρίσκεται μακριά από την Βασιλεία των ουρανών.

          Προσέξτε, αν αυτά τα λόγια τα άκουγαν οι Φαρισαίοι, θα απομακρύνονταν γελώντας. Από τα παρακάτω όμως λόγια, φαίνεται η διάθεση και η φιλομάθεια του Νικοδήμου: 4 λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ Νικόδημος· πῶς δύναται ἄνθρωπος γεννηθῆναι γέρων ὤν; μὴ δύναται εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητρὸς αὐτοῦ δεύτερον εἰσελθεῖν καὶ γεννηθῆναι; Αυτό το «πως» είναι εκείνο που μαστίζει όλους τους αιρετικούς: «Πως εσαρκώθη», «πως εγεννήθη» κ.α Δεν μας συμφέρει λοιπόν να είμαστε πολυπράγμονες, διότι εκείνοι που ρωτούν όλα αυτά τα «πως», ούτε πιο σοφοί γίνονται, ούτε ποτέ θα μάθουνε την απάντηση σε αυτά τα «πως». Ταράχθηκε λοιπόν ο Νικόδημος ακούγοντας αυτά τα λόγια του Ιησού, καταλαβαίνοντας ότι και σε αυτόν απευθύνονταν ο Παντογνώστης. Βρέθηκε λοιπόν σε αμηχανία, διότι ενώ νόμιζε αρχικά πως επισκέφτηκε απλό άνθρωπο τώρα ακούει λόγια που ποτέ ξανά δεν είχε ακούσει κι εκεί που ανυψώνεται εκεί και συσκοτίζεται και περιφέρεται παντού αποφεύγοντας την πίστη. Γι’ αυτό και ρωτά γελοία πράγματα λέγοντας: «μήπως μπορεί κανείς να ξαναμπεί στην κοιλιά της μάνας του»; Βλέπετε πως όταν κάποιος εμπιστεύεται στις δικές του γνώσεις τα πνευματικά, τελικά θα πει γελοία πράγματα. Γι ‘αυτό και Απόστολος Παύλος αργότερα θα κηρύξει λέγοντας: «Ο φυσικός άνθρωπος δεν δέχεται όσα προέρχονται από το πνεύμα». (Α΄κορ. 2,24).

Εν τούτοις όμως ο Νικόδημος διατηρεί την ευσέβειά του προς τον Χριστό, διότι δεν καταγέλασε τα λεχθέντα, αλλά σιώπησε.

5 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.

Εσύ λοιπόν Νικόδημε ισχυρίζεσαι ότι αυτό είναι αδύνατο να συμβεί, Εγώ όμως σε διαβεβαιώνω ότι αυτό είναι δυνατό να συμβεί, καθώς και αναγκαίο, διότι δεν μπορεί κανείς να σωθεί με άλλο τρόπο. Και η μεν γέννηση κατά σάρκα  προέρχεται από το χώμα καθότι είναι γήινη, η γέννηση όμως του πνεύματος είναι πνεύμα και ανοίγει τους ουρανούς διότι εκεί ανήκει.

Ας ακούσουν όσοι ακόμη δεν φωτίστηκαν τι λέει ο Παντοκράτωρ: Δεν είναι δυνατόν κανείς να σωθεί αν δεν αναγεννηθεί εκ Πνεύματος και ύδατος, διότι φορεί το ένδυμα του θανάτου, της κατάρας και της φθοράς, είναι περιπλανώμενος και ξένος και δεν έχει το βασιλικό σημείο. Άφησε λοιπόν Νικόδημε την κοινή λογική στην άκρη, σταμάτα να σκέφτεσαι γήινα, διότι Εγώ ο Δημιουργός ήρθα να αλλάξω όλα όσα ξέρεις για την δημιουργία και να εισάγω νέο τοκετό, δεν θέλω πλέον να πλάσω από χώμα και ύδωρ, αλλά από ύδωρ και Πνεύμα. Κι αν απορείς για όλα αυτά, τότε σκέψου πως από το χώμα γεννιούνται νεύρα, σάκες, οστά, χόνδροι, αίμα, καρδιά, συκώτι κλπ; Τι σχέση έχουν όλα αυτά με το χώμα; Γιατί απορείς; Γιατί εξίστασαι; Πως από το χώμα παράγεται οίνος; Κι όμως εσύ ρίπτοντας τον σπόρο στη γη ρίχνοντας στο χώμα νερό πιστεύεις πως η γη θα καρποφορήσει. Χρειάζεσαι την πίστη για να το κάνεις αυτό. Πως λοιπόν για θέματα της καθημερινότητας που τα βλέπεις χρειάζεσαι την πίστη για να τα εκτελέσεις και δεν χρησιμοποιείς την πίστη για θέματα πνευματικά που δεν μπορείς  καν να τα προσεγγίσεις με τον νου; Μην αρνείσαι λοιπόν να πιστέψεις σε όλα αυτά επειδή δεν τα βλέπεις. Ούτε την ψυχή την βλέπεις κι όμως πιστεύεις ότι έχεις ψυχή και ότι η ψυχή είναι διαφορετική από το σώμα.

Και πρόσεξε ότι ο παλαιός άνθρωπος δημιουργήθηκε μετά την δημιουργία του κόσμου, τώρα όμως συνέβη το αντίθετο. Ο νέος άνθρωπος δημιουργείται προ της νέας δημιουργίας. Και όπως έπλασε αυτόν από την αρχή ολόκληρο, έτσι και τώρα δημιουργεί αυτόν από την αρχή ολόκληρο. Και τότε μεν είπε ας δώσουμε σ’ αυτόν βοηθό, εδώ όμως δεν είπε τίποτα τέτοιο, διότι αυτός που λαμβάνει τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος ποιου άλλου βοηθού έχει ανάγκη; Εκείνος που βρίσκεται στο Σώμα του Ιησού, ποια άλλη βοήθεια χρειάζεται; Τότε έκανε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα Θεού, τώρα τον ένωσε με τον Θεό. Τότε διέταξε τον άνθρωπο να εξουσιάζει πάνω στα φυτά και στα ζώα, τώρα αναβίβασε τα πρωτεία μας στους ουρανούς, τότε έδωσε κατοικία τον παράδεισο, τώρα άνοιξε σε μας τον ουρανό. Τότε ο άνθρωπος πλάστηκε την έκτη ημέρα, τώρα την πρώτη μέρα μαζί με το φως.

Και σε ρωτώ Νικόδημε με ποια λογική μπορείς να τα εξηγήσεις όλα αυτά; Αν δεν μπόρεσες να εξηγήσεις τα χονδροειδέστερα θα μπορέσεις να εξηγήσεις και να κατανοήσεις τα λεπτότερα και πνευματικά;

 

6 τὸ γεγεννημένον ἐκ τῆς σαρκὸς σάρξ ἐστι, καὶ τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Πνεύματος πνεῦμά ἐστι.

Κι αν όπως είπαμε προηγουμένως στα πρώτα αγαθά που μας εμπιστεύθηκε ο Θεός δεν βρεθήκαμε πιστοί και όμως μας εμπιστεύθηκε μεγαλύτερα, δεν μπορέσαμε να αρνηθούμε τον καρπό ενός μόνο δένδρου κι όμως μας χάρισε την ουράνια απόλαυση. Δεν δείξαμε υπομονή στον παράδεισο κι όμως μας άνοιξε τους ουρανούς.

Από τότε που εισήλθε ο Κύριος στα ύδατα του Ιορδάνου, το ύδωρ δεν παράγει πλέον ερπετά με ζώσες ψυχές, αλλά ψυχές λογικές μέσα στις οποίες κατοικεί το Άγιο Πνεύμα.

Μη ταράσσεσαι όμως Νικόδημε με όλα αυτά. Δεν είναι δυνατόν να συλλάβεις το Πνεύμα με την σάρκα, ούτε να φανταστείς ότι το Πνεύμα αναπαράγει σάρκα.

Θα ρωτήσει κάποιος: -«Τότε πως  από Πνεύμα γεννήθηκε η σάρκα του Κυρίου»; -Απ. : Το Πνεύμα διέπλασε Αυτόν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη γεννηθεί εκ του μηδενός, διότι αλλιώς τι θα χρειαζόταν η μήτρα; Αλλά διέπλασε Αυτόν εκ της Παρθενικής σαρκός. Κατά ποιο τρόπο όμως δεν μπορώ να εξηγήσω. Πάντως όλο αυτό έγινε για να μη θεωρήσει κανείς πως ο Χριστός είναι ξένος προς τη δική μας φύση.

Όλα αυτά τάραξαν και πάλι τον Νικόδημο. Τι σημαίνει αυτό που είπε ο Κύριος ότι αυτό που γεννήθηκε από πνεύμα είναι πνεύμα;

7 μὴ θαυμάσῃς ὅτι εἶπόν σοι, δεῖ ὑμᾶς γεννηθῆναι ἄνωθεν.

Και με έναν αισθητό τρόπο ο Χριστός, διότι όπως είπαμε ταράχθηκε ο Νικόδημος, δίνει ένα χειροπιαστό παράδειγμα:

8 τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ, καὶ τὴν φωνὴν αὐτοῦ ἀκούεις, ἀλλ' οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει· οὕτως ἐστὶ πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Πνεύματος.

Ο άνεμος πηγαίνει σε διάφορες κατευθύνσεις, όχι διότι έχει δική του προτίμηση, αλλά διότι έχει ανεμπόδιστη φυσική ορμή. Κι έτσι ο άνεμος με μεγάλη δύναμη διασκορπίζεται παντού και κανείς δεν μπορεί να τον σταματήσει. Και ακούς τη βοή του αλλά δεν ξέρεις αν έρχεται ή αν φεύγει και που πηγαίνει. Έτσι είναι ο καθένας που γεννήθηκε από Πνεύμα. Εδώ βρίσκεται όλο το συμπέρασμα. Διότι λέει ότι αν δεν ξέρεις να εξηγήσεις την ορμή αυτού του ανέμου τον οποίο αισθάνεσαι με την ακοή και την αφή πως εξετάζεις με περιέργεια την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος;

Κι όμως αν και δόθηκε στον Νικόδημο τόσο σαφές παράδειγμα, εκείνος συνεχίζει να ρωτά: 9 ἀπεκρίθη Νικόδημος καὶ εἶπεν αὐτῷ· πῶς δύναται ταῦτα γενέσθαι;

Αυτή τη φορά ο Χριστός γίνεται αυστηρότερος μαζί του:  10 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· σὺ εἶ ὁ διδάσκαλος τοῦ ᾿Ισραὴλ καὶ ταῦτα οὐ γινώσκεις;

Εσύ δες πως δεν κατηγορεί καθόλου τον Νικόδημο για πονηρία, αλλά για άγνοια και αφέλεια. Άνοιξε τα μάτια σου Νικόδημε και δες ότι πριν απ’ αυτήν την γέννηση γέννησαν στείρες γυναίκες και ύστερα και άλλες που ήταν πολύ ηλικιωμένες, θυμήσου τον Ελισαίο που έκανε σίδηρο να επιπλεύσει, θυμήσου τον Σύρο Νεεμάν που καθαρίστηκε από τα αναταρασσόμενα υπό αγγέλου ύδατα του Ιορδάνου και άλλα άπειρα σημεία της ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Εσύ λοιπόν Νικόδημε ενώ είσαι διδάσκαλος του Ισραήλ όλα αυτά και άλλα περισσότερα τα αγνοείς;

11 ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι ὅτι ὃ οἴδαμεν λαλοῦμεν καὶ ὃ ἑωράκαμεν μαρτυροῦμεν, καὶ τὴν μαρτυρίαν ἡμῶν οὐ λαμβάνετε.

Τι σημαίνει αυτός ο αινιγματικός λόγος του Κυρίου; -Ότι δηλαδή επειδή για μας η όραση είναι περισσότερη πιστευτή από τις άλλες αισθήσεις όταν θέλουμε να πείσουμε κάποιον του λέμε ότι «αυτό» το έχουμε δει με τα μάτια μας. Με αυτόν τον τρόπο ο Χριστός γίνεται ανθρωπινότερος. Όμως δεν εξοργίζεται με την αμάθεια του Νικοδήμου.

Και με αυτόν τον τρόπο  μας διδάσκει ότι όταν κάποιον δεν μπορούμε να τον πείσουμε με τα επιχειρήματά μας, δεν πρέπει να οργιζόμαστε, ούτε να φωνάζουμε, διότι η ένταση της φωνής τρέφει την οργή.

Ας προσπαθήσουμε λοιπόν κι εμείς να μη φωνάζουμε. Αν μπορούσαμε να δούμε την όψη μας την ώρα της οργής μας δεν θα χρειαζόμασταν άλλο επιχείρημα ή άλλον διδάσκαλο. Η οργή είναι χειρότερη από την μέθη, αθλιότερη από τον δαίμονα.

Γι’ αυτό και Απόστολος Παύλος λέει: «Κάθε κραυγή και κάθε οργή ας φύγει μακριά από σας». (Εφ. 4,31). Ας ομιλούμε λοιπόν παντού με ηρεμία για να βρούμε ανάπαυση των ψυχών μας εις την παρούσα και στην μέλλουσα ζωή, αφού γίνουμε ταπεινοί στην καρδιά.

12 εἰ τὰ ἐπίγεια εἶπον ὑμῖν καὶ οὐ πιστεύετε, πῶς ἐὰν εἴπω ὑμῖν τὰ ἐπουράνια πιστεύσετε;

Ο γνήσιος Διδάσκαλος όταν ο μαθητής δεν μπορεί να καταλάβει τα υψηλότερα και βαθύτερα νοήματα, καταβιβάζει το επίπεδο στα μέτρα του μαθητή εξαιτίας της παχύτητας των ακροατών του. Αυτό κάνει εδώ ο Ιησούς.

Πολύ ορθά όμως είπε «δεν πιστεύετε» και δεν είπε «δεν καταλαβαίνετε», διότι ανόητος κατά κάποιο τρόπο είναι εκείνος που ενώ θα μπορούσε διά της λογικής να συλλάβει κάποια νοήματα αδυνατεί να το κάνει. Όταν όμως κάποιος δεν παραδέχεται αυτά που είναι αδύνατον να συλλάβει διά της λογικής αλλά μόνο διά της πίστεως, δεν είναι πλέον ανόητος, αλλά ένοχος για απιστία.

13 καὶ οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὢν ἐν τῷ οὐρανῷ.

Κι ενώ ο Νικόδημος νωρίτερα είχε πει στον Ιησού «γνωρίζουμε ότι ήρθες ως διδάσκαλος απεσταλμένος από τον Θεό», ο Χριστός τώρα τον διορθώνει λέγοντάς του ότι έρχεται από τον ουρανό και εκεί ταυτόχρονα κατοικεί. Και πάλι όμως εδώ δεν επεξηγεί πλήρως την Πανταχού παρουσία Του, διότι δεν κατοικεί μόνο στη γη και στον ουρανό αλλά βρίσκεται παντού. Κάτι που δεν το λέει εξαιτίας της μαλθακότητας του μαθητού.

14 καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου,

Αν και αυτό φαίνεται να είναι άσχετο με τα προηγούμενα απ’ όσα ελέχθηκαν, εν τούτοις δεν είναι. Διότι ενώ στην αρχή ανέπτυξε την μεγάλη ευεργεσία που δόθηκε στους ανθρώπους με το βάπτισμα, τώρα προσάπτει και την αιτία αυτής που είναι η σταύρωση. Γιατί όμως δεν εξήγησε με σαφήνεια ότι πρόκειται να σταυρωθεί αλλά παρέπεμψε σε παλαιό παράδειγμα; -Διότι αν παλαιοί σώθηκαν από τα θανατηφόρα τσιμπήματα των φιδιών επειδή πίστεψαν στον υψωμένο όφι, πόσο μάλλον θα απολαύσουν μεγαλύτερη ευεργεσία αυτοί που θα πιστέψουν στον Εσταυρωμένο.

15 ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ' ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.

Να λοιπόν ποια είναι η αιτία της σταυρικής θυσίας, η απόκτηση της αιώνιας ζωής. Οι Ιουδαίοι λοιπόν τότε διά του χάλκινου όφεως απέφυγαν μεν τον θάνατο, αλλά όχι μόνιμα αλλά προσωρινά, ενώ οι πιστεύοντες στον Εσταυρωμένο αποκτούν την αιώνια ζωή διαφεύγοντας διά παντός του θανάτου.

16 οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ' ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.

Αυτό που λέει εδώ σημαίνει το εξής: Μην απορείς που πρόκειται να σταυρωθώ εγώ για να σωθείς εσύ. Διότι αυτό φάνηκε καλό στον Πατέρα και Αυτός τόσο πολύ σας αγάπησε, ώστε έδωσε τον Υιό Του στους δούλους Του και μάλιστα δούλους που είναι αγνώμονες. Κι όμως αυτό δεν θα το έκανε κανείς, ούτε χάριν των προσφιλών του. Και με τις φράσεις «τόσο πολύ αγάπησε» και «ο Θεός τον κόσμο» δεικνύει την έκταση της αγάπης Του. Διότι ο αθάνατος Θεός  που δεν έχει αρχή και τέλος, η απέραντος μεγαλοσύνη, αγάπησε αυτούς που έχουν πλασθεί από τέφρα και χώμα. Και δεν έδωσε ούτε δούλο ούτε άγγελο, αλλά τον Υιό Του τον Μονογενή προς τους αχάριστους δούλους Του. Και το έκανε αυτό για να μη χαθεί κανένας από τους δούλους που θα πιστέψουν στον Υιό. Διασαφηνίζει δε ότι αυτός που εδώθη είναι Υιός του Θεού και ότι είναι η αρχή της ζωής και μάλιστα αιωνίου ζωής. Και δεν είναι δυνατόν Εκείνος που δίνει ζωή στους άλλους να χαθεί ο ίδιος. Βλέπεις ότι παντού χρειάζεται πίστη; Ο Χριστός βεβαιώνει ότι ο Σταυρός είναι η πηγή της ζωής, πράγμα το οποίο η λογική δεν θα παραδεχτεί εύκολα. Και γιατί αγάπησε ο Θεός τον κόσμο; Για καμιά άλλη αιτία από το ότι είναι Αγαθός.

17 οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ' ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι' αὐτοῦ.

Πολλοί είναι οι οκνηροί εκείνοι οι οποίοι πιστεύουν ότι ο Θεός θα συγχωρήσει ολονών τα αμαρτήματα οπότε τελικά δεν θα υπάρξει ούτε κόλαση, ούτε γέεννα ούτε πυρ και σκώληξ που δεν τελευτά. Οπότε αυξάνουν την αμαρτωλή ζωή τους ξεγελώντας με πρόχειρους συλλογισμούς τους εαυτούς τους. Ο Εκκλησιαστής όμως διαβεβαιώνει: «Η οργή του δεν είναι μικρότερη από την ευσπλαχνία του και η οργή του θα ξεσπάσει στους αμαρτωλούς».

Συγχρόνως όμως κάποιος θα ρωτήσει: «Που είναι η ευσπλαχνία Του αν τον καθένα θα ανταμείψει ή τιμωρήσει ανάλογα με τα έργα του; Ο Θεός δεν θα ζητήσει λόγο για κανένα από τα άπειρα αμαρτήματα που διαπράξαμε κατά την διάρκεια της ζωής μας αν μετανοήσουμε γι’ αυτά.

Δύο είναι οι παρουσίες του Χριστού: Αυτή που έχει γίνει ήδη και στην οποία ο Χριστός δεν ήρθε να κρίνει τον κόσμο αλλά για να συγχωρήσει, και η Δευτέρα κατά την οποίο ο Χριστός δεν θα συγχωρήσει αλλά θα κρίνει τον κόσμο.

Κι όμως και η πρώτη παρουσία του Χριστού είναι παρουσία κρίσεως κατά την αυστηρή κριτική. Γιατί; Διότι προ της παρουσία Του υπήρχε άγραφος νόμος και προφήτες, επίσης γραπτός νόμος και διδασκαλία και άπειρες υποσχέσεις και ποινές και πολλά άλλα που μπορούσαν να επανορθώσουν το κακό. Και επακόλουθο όλων αυτών ήταν να ζητήσει ευθύνες. Αλλά επειδή είναι φιλάνθρωπος δεν κρίνει, αλλά συγχωρεί μέχρι ένα σημείο. Διότι αν έκρινε, τότε ανεξαιρέτως όλοι θα καταδικάζονταν.

18 ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν οὐ κρίνεται, ὁ δὲ μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

Αφού λοιπόν κατά την πρώτη Του παρουσία δεν ήρθε να κρίνει τον κόσμο, τότε πως κρίθηκε ήδη αυτός που δεν πίστεψε στον Μογενή αφού δεν έφτασε ακόμη ο καιρός της κρίσεως; -Διότι εκείνος που από μόνος του καθιστά τον εαυτό του υπεύθυνο τιμωρίας έχει ήδη τιμωρηθεί αν όχι πραγματικά, σίγουρα όμως πνευματικά. Έτσι για να μη μπορεί κανείς να αμαρτάνει ατιμώρητα  όταν ακούει «δεν ήρθα να καταδικάσω τον κόσμο», αφαιρεί και αυτή την πρόφαση λέγοντας: «Έχει ήδη κριθεί».

19 αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τὸ φῶς ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσμον, καὶ ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς· ἦν γὰρ πονηρὰ αὐτῶν τὰ ἔργα.

Να η αιτία της τιμωρίας: Ότι αυτοί αφήνουν το φως και τρέχουν στο σκοτάδι. Με αυτά τα λόγια τους στερεί από κάθε απολογία. Διότι λέει, αν μεν είχα έλθει για τους τιμωρήσω και να ζητήσω ευθύνες για τις πράξεις τους μπορούσαν να ισχυριστούν: «γι’ αυτό απομακρυνθήκαμε». Τώρα όμως έχω έλθει για να τους βγάλω από το σκοτάδι και να τους οδηγήσω στο φως. Και ποιος θα μπορούσε να λυπηθεί εκείνον που δεν θέλει να βγει από το σκοτάδι. Διότι εκείνος που ενώ μπορεί να μεταβεί στο φως εξακολουθεί να κάθεται στο σκοτάδι δεν μπορεί να είναι παρά διεστραμμένος και ισχυρογνώμον.  Και επειδή όλα αυτά ακούγονται απίστευτα εκθέτει στη συνέχεια και την αιτία για την οποία συμβαίνουν όλα αυτά: «Διότι ήταν πονηρά τα έργα αυτού». Όποιος κάνει το κακό μισεί το φως για να μη γίνει φανερός.

20 πᾶς γὰρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ· 21 ὁ δὲ ποιῶν τὴν ἀλήθειαν ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα φανερωθῇ αὐτοῦ τὰ ἔργα, ὅτι ἐν Θεῷ ἐστιν εἰργασμένα

Και ήρθε τέλος πάντων το Φως. Μήπως εκοπίασαν γι’ αυτό; Μήπως το ζήτησαν; Μήπως κουράστηκαν για να το βρουν; Το Φως από μόνο Του πήγε σ’ αυτούς κι εκείνοι δεν αξιώθηκαν να το καλοδεχτούν. Το γιατί το εκθέσαμε παραπάνω…

22 Μετὰ ταῦτα ἦλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ εἰς τὴν ᾿Ιουδαίαν γῆν, καὶ ἐκεῖ διέτριβε μετ' αὐτῶν καὶ ἐβάπτιζεν.

Όπως φαίνεται από τα παρακάτω λεγόμενα δεν βάπτιζε ο ίδιος, αλλά οι μαθητές Του. Γιατί; Διότι Εκείνο θα βάπτιζε με Πνέυματι Αγίω και πυρί. Όμως το Πνεύμα ακόμη δεν είχε  δοθεί ακόμη σ’ αυτόν. Άρα δικαίως δεν βάπτιζε. (πράγματα ακατάγνωστα για μας τους αδαείς εμπιστευόμαστε τα λόγια του Ιερού Χρυσοστόμου).

23 ἦν δὲ καὶ ᾿Ιωάννης βαπτίζων ἐν Αἰνὼν ἐγγὺς τοῦ Σαλείμ, ὅτι ὕδατα πολλὰ ἦν ἐκεῖ, καὶ παρεγίνοντο καὶ ἐβαπτίζοντο·

Κι ενώ βάπτιζαν οι μαθητές του Ιησού, παραδίπλα βάπτιζε και ο Ιωάννης. Γιατί; Διότι πρώτον δεν είχε κλειστεί ακόμη στη φυλακή και κατά δεύτερον για να μη προκαλέσει ζηλοτυπία μεταξύ των δικών του μαθητών και των μαθητών του Ιησού πράγμα που θα προκαλούσε πνευματική ζημία. Και γιατί θα προκαλούνταν αυτή η ζηλοτυπία; Διότι αν και εκείνος έσπρωχνε τους μαθητές του στο να ακολουθήσουν τον Ιησού, εκείνοι δεν ήταν έτοιμοι ακόμη να τον εγκαταλείψουν και παρέμεναν κοντά του. Γι’ αυτό και ο Χριστός άρχισε να κηρύττει όταν φυλακίστηκε ο Ιωάννης ο Πρόδρομος.

Τώρα αν ρωτήσει κανείς σε τι πλεονεκτούσε το βάπτισμα των μαθητών, από το βάπτισμα του Ιωάννου θα απαντήσουμε: Σε τίποτα. Διότι και τα δύο στερούνταν τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος.

24 οὔπω γὰρ ἦν βεβλημένος εἰς τὴν φυλακὴν ὁ ᾿Ιωάννης. 25 ᾿Εγένετο οὖν ζήτησις ἐκ τῶν μαθητῶν ᾿Ιωάννου μετὰ ᾿Ιουδαίου περὶ καθαρισμοῦ.

Πρόσεξε τι λέει εδώ: Οι μαθητές του Προδρόμου επειδή ζηλοτυπούσαν τους μαθητές του Χριστού ξεκίνησαν εκείνοι συζήτηση για το ποιο από τα δύο βαπτίσματα υπερτερούσε και ήταν πιο ωφέλιμο. Ο ευαγγελιστής με λεπτότητα μεταφέρει το γεγονός αυτό λέγοντας ότι απλώς συζητούσαν, ενώ στην πραγματικότητα φιλονικούσαν.

26 καὶ ἦλθον πρὸς τὸν ᾿Ιωάννην καὶ εἶπον αὐτῷ· ραββί, ὃς ἦν μετὰ σοῦ πέραν τοῦ ᾿Ιορδάνου, ᾧ σὺ μεμαρτύρηκας, ἴδε οὗτος βαπτίζει καὶ πάντες ἔρχονται πρὸς αὐτόν.

Να εδώ η φιλονικία για την οποία είπαμε προηγουμένως: Οι μαθητές του Ιωάννου διαμαρτύρονται σε κείνον λέγοντας: «αυτός που βάπτισες» δηλαδή αυτός που εσύ λάμπρυνες διά του βαπτίσματος  τολμά να βαπτίζει τώρα κι Αυτός και μάλιστα σ’ Αυτόν προστρέχουν περισσότεροι μαθητές. Ηθελημένα εδώ οι μαθητές του Ιωάννου παρακάμπτουν την μαρτυρία που δόθηκε εξ’ ουρανού διότι δεν τους συνέφερε. 

Ο Ιωάννης δεν τους επέπληξε όμως  μη τυχόν αποχωρώντας από κείνον στραφούν σε ενάντιες καταστάσεις, αλλά με ηπιότητα απάντησε:

27 ἀπεκρίθη ᾿Ιωάννης καὶ εἶπεν· οὐ δύναται ἄνθρωπος λαμβάνειν οὐδέν, ἐὰν μὴ ᾖ δεδομένον αὐτῷ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ.

Δηλαδή μη μάχεστε εναντίον του θελήματος του Θεού επιχειρώντας τα αδύνατα και καταστροφικά για σας διότι θα γίνετε εχθρού του Θεού. Ο Ιωάννης δεν προχωρεί σε μεγαλύτερες αποκαλύψεις για το πρόσωπο του Ιησού εξαιτίας του φθόνου τους.  

28 αὐτοὶ ὑμεῖς μοι μαρτυρεῖτε ὅτι εἶπον· οὐκ εἰμὶ ἐγὼ ὁ Χριστός, ἀλλ' ὅτι ἀπεσταλμένος εἰμὶ ἔμπροσθεν ἐκείνου.

Σεις λοιπόν δέχεστε ότι εγώ είμαι απεσταλμένος από τον Θεό. Αν το δέχεστε αυτό, τότε πρέπει να δεχτείτε και την διδασκαλία μου ότι εγώ σας είπα ότι Αυτός τον οποίο εγώ βάπτισα δεν είναι άνθρωπος αλλά Θεός. Κι εγώ είμαι απεσταλμένος Αυτού λίγο πριν Εκείνος έρθει.

29 ὁ ἔχων τὴν νύμφην νυμφίος ἐστίν· ὁ δὲ φίλος τοῦ νυμφίου, ὁ ἑστηκὼς καὶ ἀκούων αὐτοῦ, χαρᾷ χαίρει διὰ τὴν φωνὴν τοῦ νυμφίου. αὕτη οὖν ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ πεπλήρωται.

Κι ενώ προηγουμένως είχε πει ότι δεν είναι άξιος να λύσει τα κορδόνια του Κυρίου, τώρα εμφανίζεται ο φίλος Του. Γιατί; Όχι βέβαια για να υπερηφανευθεί, αλλά επειδή ήθελε να αποδείξει ότι κι αυτός για τον ίδιο σκοπό φρόντιζε τόσο πολύ. Άρα λοιπόν ως φίλος του γαμβρού χαίρεται και έτσι πρέπει να χαρούν και οι μαθητές του, διότι αυτός ήταν και ο σκοπός της εργασίας του, να ετοιμάσει τόπο για τον ερχομό του γαμβρού. Και αν η νύφη δεν πήγαινε στο γαμβρό τότε θα στενοχωριόμουν.

30 ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι.

Το έργο μου λοιπόν περατώθηκε. Δεν έχω να προσθέσω τίποτα περισσότερο από το μειώνομαι εγώ ενώ Εκείνος να αυξάνει. Πάψτε λοιπόν τον φθόνο σας και χαρείτε διότι αυτό είναι το θέλημα του Κυρίου.

Μην κενοδοξείτε λοιπόν, διότι η κενοδοξία είναι η αιτία όλων των κακών.

Το να κατηγορούμε όμως το πάθος δεν έχει κανένα αποτέλεσμα, νόημα και ουσία. Αποτέλεσμα έχει το να αντιμετωπίσουμε επαρκώς αυτό πάθος. Με ποιο τρόπο; Με το να αντιθέσουμε τη μία δόξα έναντι της άλλης:. «Επίγεια πλούτη»- «επουράνια πλούτη», «γήινη δόξα»- «ουράνια δόξα», «έπαινος ανθρώπων»- «έπαινος αγγέλων» κ.τ.ο Τότε σκεπτόμενοι με αυτό τον τρόπο ποια επίγεια δόξα θα μπορέσει να σε κρατήσει;

31 ὁ ἄνωθεν ἐρχόμενος ἐπάνω πάντων ἐστίν. ὁ ὢν ἐκ τῆς γῆς ἐκ τῆς γῆς ἐστι καὶ ἐκ τῆς γῆς λαλεῖ· ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐρχόμενος ἐπάνω πάντων ἐστί,

Την μαρτυρία μου, λέει ο Ιωάννης στους μαθητές του την θεωρείται αξιόπιστη. Αλλά εγώ κατάγομαι από την γη. Ενώ Εκείνος που έρχεται από τον ουρανό, έχει πολύ πιο αξιόπιστη μαρτυρία να καταθέσει, διότι η μαρτυρία του δεν είναι γήινη, αλλά ουράνια.

Τι σημαίνει όμως η φράση «επάνω πάντων εστίν»; -Ότι ο Χριστός δεν έχει ανάγκη από κανέναν και από τίποτα διότι αυτουπάρχει.

Και με όλα αυτά ξεριζώνει ο μέγας διδάσκαλος το πάθος της κενοδοξίας των μαθητών του και έπειτα μιλά με μεγαλύτερη σαφήνεια για το πρόσωπο του Χριστού: 32 καὶ ὃ ἑώρακε καὶ ἤκουσε, τοῦτο μαρτυρεῖ, καὶ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ οὐδεὶς λαμβάνει.

Και πάλι όμως ο Ιωάννης εκεί που αποκαλύπτει τα περί του Υιού, εκεί ταυτόχρονα καταβιβάζει τον λόγο, λέγοντας ότι «ο εώρακε και είκουσε». Διότι αυτή η φράση δεν θα έπρεπε να λεχθεί για Θεό, αλλά για άνθρωπο. Γιατί λοιπόν μιλά μ’ αυτόν τον τρόπο; Διότι θέλει να κάνει τον λόγο του αξιόπιστο. Διότι άλλο πράγμα είναι κανείς να φανταστεί κάτι και στη συνέχεια να το εξιστορήσει, και άλλο πράγμα είναι να βιώσει κανείς κάτι με τις αισθήσεις και στη συνέχεια να διηγηθεί το γεγονός. Και ο ίδιος ο Κύριος αλλού λέει: «Καθώς ακούω κρίνω» ή «όσα έχω ακούσει από τον Πατέρα μου» κ.α  Τα λόγια αυτά ελέχθησαν ασφαλώς εξαιτίας της πνευματικής και διανοητικής αδυναμίας των μαθητών.

Εν τούτοις όμως παρόλο που η μαρτυρία του Ιησού δεν είναι γήινη αλλά ουράνια, αυτήν την μαρτυρία «ουδείς λαμβάνει».

Γιατί όμως το λέει αυτό ο Ιωάννης; Δεν είχε ο Χριστός μαθητές και πολλούς ακροατές του λόγου;  -Το «κανείς» έχει εδώ την έννοια του «ολίγοι».

33 ὁ λαβὼν αὐτοῦ τὴν μαρτυρίαν ἐσφράγισεν ὅτι ὁ Θεὸς ἀληθής ἐστιν.

Με τον λόγο αυτόν ο Ιωάννης φοβερίζει τώρα τους μαθητές του λέγοντάς τους ουσιαστικά ότι εκείνος που δεν πιστεύει στον Υιό, δεν πιστεύει και στον Πατέρα. Και Γι’ αυτό παρακάτω προσθέτει:  34 ὃν γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεός, τὰ ρήματα τοῦ Θεοῦ λαλεῖ· οὐ γὰρ ἐκ μέτρου δίδωσιν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα.

30 ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι.

Το έργο μου λοιπόν περατώθηκε. Δεν έχω να προσθέσω τίποτα περισσότερο από το μειώνομαι εγώ ενώ Εκείνος να αυξάνει. Πάψτε λοιπόν τον φθόνο σας και χαρείτε διότι αυτό είναι το θέλημα του Κυρίου.

Μην κενοδοξείτε λοιπόν, διότι η κενοδοξία είναι η αιτία όλων των κακών.

Το να κατηγορούμε όμως το πάθος δεν έχει κανένα αποτέλεσμα, νόημα και ουσία. Αποτέλεσμα έχει το να αντιμετωπίσουμε επαρκώς αυτό πάθος. Με ποιο τρόπο; Με το να αντιθέσουμε τη μία δόξα έναντι της άλλης:. «Επίγεια πλούτη»- «επουράνια πλούτη», «γήινη δόξα»- «ουράνια δόξα», «έπαινος ανθρώπων»- «έπαινος αγγέλων» κ.τ.ο Τότε σκεπτόμενοι με αυτό τον τρόπο ποια επίγεια δόξα θα μπορέσει να σε κρατήσει;

31 ὁ ἄνωθεν ἐρχόμενος ἐπάνω πάντων ἐστίν. ὁ ὢν ἐκ τῆς γῆς ἐκ τῆς γῆς ἐστι καὶ ἐκ τῆς γῆς λαλεῖ· ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐρχόμενος ἐπάνω πάντων ἐστί,

Την μαρτυρία μου, λέει ο Ιωάννης στους μαθητές του την θεωρείται αξιόπιστη. Αλλά εγώ κατάγομαι από την γη. Ενώ Εκείνος που έρχεται από τον ουρανό, έχει πολύ πιο αξιόπιστη μαρτυρία να καταθέσει, διότι η μαρτυρία του δεν είναι γήινη, αλλά ουράνια.

Τι σημαίνει όμως η φράση «επάνω πάντων εστίν»; -Ότι ο Χριστός δεν έχει ανάγκη από κανέναν και από τίποτα διότι αυτουπάρχει.

Και με όλα αυτά ξεριζώνει ο μέγας διδάσκαλος το πάθος της κενοδοξίας των μαθητών του και έπειτα μιλά με μεγαλύτερη σαφήνεια για το πρόσωπο του Χριστού: 32 καὶ ὃ ἑώρακε καὶ ἤκουσε, τοῦτο μαρτυρεῖ, καὶ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ οὐδεὶς λαμβάνει.

Και πάλι όμως ο Ιωάννης εκεί που αποκαλύπτει τα περί του Υιού, εκεί ταυτόχρονα καταβιβάζει τον λόγο, λέγοντας ότι «ο εώρακε και είκουσε». Διότι αυτή η φράση δεν θα έπρεπε να λεχθεί για Θεό, αλλά για άνθρωπο. Γιατί λοιπόν μιλά μ’ αυτόν τον τρόπο; Διότι θέλει να κάνει τον λόγο του αξιόπιστο. Διότι άλλο πράγμα είναι κανείς να φανταστεί κάτι και στη συνέχεια να το εξιστορήσει, και άλλο πράγμα είναι να βιώσει κανείς κάτι με τις αισθήσεις και στη συνέχεια να διηγηθεί το γεγονός. Και ο ίδιος ο Κύριος αλλού λέει: «Καθώς ακούω κρίνω» ή «όσα έχω ακούσει από τον Πατέρα μου» κ.α  Τα λόγια αυτά ελέχθησαν ασφαλώς εξαιτίας της πνευματικής και διανοητικής αδυναμίας των μαθητών.

Εν τούτοις όμως παρόλο που η μαρτυρία του Ιησού δεν είναι γήινη αλλά ουράνια, αυτήν την μαρτυρία «ουδείς λαμβάνει».

Γιατί όμως το λέει αυτό ο Ιωάννης; Δεν είχε ο Χριστός μαθητές και πολλούς ακροατές του λόγου;  -Το «κανείς» έχει εδώ την έννοια του «ολίγοι».

33 ὁ λαβὼν αὐτοῦ τὴν μαρτυρίαν ἐσφράγισεν ὅτι ὁ Θεὸς ἀληθής ἐστιν.

Με τον λόγο αυτόν ο Ιωάννης φοβερίζει τώρα τους μαθητές του λέγοντάς τους ουσιαστικά ότι εκείνος που δεν πιστεύει στον Υιό, δεν πιστεύει και στον Πατέρα. Και Γι’ αυτό παρακάτω προσθέτει:  34 ὃν γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεός, τὰ ρήματα τοῦ Θεοῦ λαλεῖ· οὐ γὰρ ἐκ μέτρου δίδωσιν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα.

35 ὁ πατὴρ ἀγαπᾷ τὸν υἱὸν καὶ πάντα δέδωκεν ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ. 36 ὁ πιστεύων εἰς τὸν υἱὸν ἔχει ζωὴν αἰώνιον· ὁ δὲ ἀπειθῶν τῷ υἱῷ οὐκ ὄψεται ζωήν, ἀλλ' ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ μένει ἐπ' αὐτόν.

Επειδή και στους προηγούμενους λόγους Του ο Κύριος προξένησε μεγάλη πνευματική ωφέλεια με την απειλή της κολάσεως, το ίδιο επαναλαμβάνει και τώρα. Και μολονότι ο ίδιος είναι ο Κριτής εν τούτοις αναφέρει τον Πατέρα για να τους φοβερίσει περισσότερο.

Και τώρα μπορείς να ρωτήσεις: Είναι αρκετό να πιστεύει κανείς στον Υιό και να έχει ζωή αιώνιο;

Απ: -Καθόλου.Άκουσε πως το ξεκαθαρίζει ο Χριστός λέγοντας: «Δεν θα εισέλθει στην βασιλεία των ουρανών καθένας που λέγει Κύριε-Κύριε, αλλά και η βλασφημία του Αγίου Πνεύματος είναι αρκετή από μόνη της να ρίψει κάποιον στην γέεννα. Αλλά αφήνοντας τα δογματικά ας μπούμε σε πιο απλά πράγματα: Ακόμη κι αν κάποιος πιστεύει ορθά στον Πατέρα, στον Υιό και στο Άγιο Πνέυμα, αλλά δεν ζει ορθά δεν θα έχει ουδεμία ωφέλεια από την πίστη του αυτή. Και μολόνότι ο Ιωάννης είχε πει πως όποιος πιστεύει στον Υιό έχει ζωή αιώνιο, τόνισε όμως τα επόμενα βάζοντας έτσι φραγμό σε φλύαρες γλώσσες. Άρα λοιπόν, ακόμη κι αν κάποιος πιστεύει όμως η ζωή πραγματοποιεί δεν έχει ευσέβεια, όχι μόνο δεν σώζεται, αλλά η οργή του θεού μένει πάνω του και πολύ δικαίως.

 

 

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ (Δ΄)

 

Δ´\ΩΣ οὖν ἔγνω ὁ Κύριος ὅτι ἤκουσαν οἱ Φαρισαῖοι ὅτι ᾿Ιησοῦς πλείονας μαθητὰς ποιεῖ καὶ βαπτίζει ἢ ᾿Ιωάννης–
2 καίτοιγε ᾿Ιησοῦς αὐτὸς οὐκ ἐβάπτιζεν, ἀλλ' οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ– 3 ἀφῆκε τὴν ᾿Ιουδαίαν καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν. 4 ῎Εδει δὲ αὐτὸν διέρχεσθαι διὰ τῆς Σαμαρείας.

Για ποιο λόγο πήγε στην περιοχή της Σαμαρείας; Το έκανε ως πάρεργο και όταν καταδιώκονταν από τους Ιουδαίους. Διότι οι Σαμαρείτες ήταν εθνικοί και απερίτμητοι. Γι αυτό και ο ΄’ιδιος έλεγε: «Δεν είμαι απεσταλμένος παρά στα πρόβατα τα απολλολώτα του οίκου Ισραήλ». Επειδή όμως οι ισραηλίτες τον εξεδίωξαν γι’ αυτό και άνοιξε την πόρτα προς τους εθνικούς.

5 ἔρχεται οὖν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν ᾿Ιακὼβ ᾿Ιωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ· 6 ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ ᾿Ιακώβ. ὁ οὖν ᾿Ιησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη.

Γιατί ο Ευαγγελιστής μας δίνει τόσες λεπτομέρειες για το σημείο στο οποίο ο Ιησούς στάθηκε να ξεκουραστεί; - Για να μη παραξενευτείς όταν όταν ακούσεις τη γυναίκα να λέγει «ο πατήρ μας ο Ιακώβ μας έδωσε αυτή την πηγή». Διότι ο τόπος εκείνος ήταν αυτός στον οποίο εκδικούμενοι για την Δείνα, οι αδελφοί της Λευί και Συμεών έκαναν εκείνη τη φοβερή σφαγή.

Ας θυμηθούμε λοιπόν από πού έχουν καταγωγή οι Σαμαρείτες: Σομόρ λεγόταν το όρος που πήρε το όνομά του από τον ιδιοκτήτη του. Ο Ησαίας μας εξηγεί ότι «και η κεφαλή των Σομόρων είναι Εφραῒμ». Άρα οι κατγωγή των Σμαρειτών ήταν από την φυλή Εφραίμ. Αλλά οι κάτοικοι δεν ονομάζονταν ούτε Σομορίτες ούτε εξ’ Εφραίμ, αλλά ισραηλίτες. Με την πάροδο του χρόνου αυτοί έπεσαν στην αμαρτία της ειδωλολατρίας. Όταν κάποτε επέστρεψαν στην πίστη του μόνου  αληθινού Θεού, δεν αποδέχτηκαν πλήρως όλα τα βιβλία της Αγίας Γραφής, αλλά μόνο τα βιβλία του Μωυσέως. Πάραυτα όμως προσπαθούσαν να αποδείξουν την Ιουδαϊκή του καταγωγή και ότι γενάρχη τους είχαν τον Αβραάμ. Τον δε Ιακώβ θεωρούσαν πατέρα. Αυτά όλα δημιουργούσαν μία χρόνια αντιπαλότητα μεταξύ Ισραηλιτών και Σαμαρειτών. Και ο Χριστός άλωστε όταν απέστειλε τους μαθητές Του για να κηρύξουν τους είπε μεταξύ άλλων «εις πόλιν Σαμαρειτών μη εισέλθετε».

7 ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· δός μοι πιεῖν. 8 οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι.

Από εδώ βλέπουμε και την αντοχή του Ιησού στην οδοιπορία, αλλά και την αδιαφορία Του για την τροφή. Οι μαθητές πήγαν λέει να γοράσουν τρόφιμα διότι προφανώς δεν κουβαλούσαν μαζί τους.

Ο Ιησούς είπε λοιπόν στην Σαμαρείτιδα: «Δος μου να πιω» και η Σαμαρείτιδα εκβαμβούμενη του απάντησε: 9 λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· πῶς σὺ ᾿Ιουδαῖος ὢν παρ' ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται ᾿Ιουδαῖοι Σαμαρείταις.

Και πως κατάλαβε η Σμαρείτιδα ότι ήταν ο Χριστός Ιουδαίος; -Ίσως από την ενδυμασία Του ή από την προφορά Του. Εσύ όμως παρατήρησε την οξυδέρκεια της γυναικός., διότι αν έπρεπε να προφυλαχτεί κάποιος ήταν ο Χριστός και όχι εκείνη. Και έτσι με αφορμή τα λόγια της γυναίκας, κάποιος ίσως ρωτούσε: Και πως αφού το απαγόρευε ο νόμος ο Χριστός ζήτησε να Του δώσει εκείνη νερό; - Διότι όλοι αυτοί οι νόμοι είχε έρθει η ώρα πλέον να καταργηθούν διότι σε τίποτα πλέον δεν ωφελούσαν.  Γι’ αυτό ακριβώς, επειδή αποσκοπόύσε στην φιλανθρωπία και στην σωτηρία ενός εκάστου και όχι στην στείρα τήρηση του νόμου της απάντησε:

10 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ, καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν.

Με τον λόγο αυτό ο Χριστός δεικνύει πρώτο ότι η γυναίκα αυτή ήταν άξια να ακούσει και να μην απορρίψει τα λόγια Του και έπειτα αποκαλύπτει τον εαυτό Του. Κοίτα δε με πόση ταπεινοφροσύνη στη συνέχεια απαντά:

11 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν;

Ήδη έχει αφαιρεθεί απ’ αυτήν η ταπεινή γνώμη που στην αρχή είχε για τον Ιησού, διότι δεν τον αποκαλεί απλά Κύριο, αλλά του αποδίδει μεγάλη τιμή. Βέβαια το ότι δεν κατάλαβε το αλληγορικό νόημα των λόγων του Χριστού είναι δεδομένο. Αλλά ενώ εδώ κατάλαβε, δεν καταγέλασε τα λόγια όπως έκαναν οι Ιουδαίοι, αλλά με μετριοπάθεια ρώτησε:

12 μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν ᾿Ιακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ;

Τα λόγια αυτά της Σαμαρείτιδας να τι σημαίνουν: Εφόσον ο Ιακώβ ήπιε απ’ αυτό το νερό και έδωσε στα παιδιά του, άρα δεν είχε κρατήσει μυστική πηγή με καλύτερο νερό, αλλά αυτό ήταν το καλύτερο.       

13 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν·
14 ὃς δι' ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον.

Την χάρη του Αγίου Πνεύματος η Γραφή άλλοτε την ονομάζει πυρ και άλλοτε ύδωρ, επειδή θέλει να δείξει ότι τα ονόματα αυτά δεν αντιπροσωπεύουν την ουσία, αλλά την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Στην  προκεμένη περίπτωση ο Ιησούν ονομάζει το Άγιο Πνεύμα ύδωρ για να δείξει τον εξ’ αυτού καθαρμό και  την μεγάλη ανα ψυχή των ψυχών που θα το λαμβάνουν.

Δηλαδή τι κάνει στις ψυχές το Άγιο Πνεύμα; - Τις στολίζει με ετοιμότητα ώστε να μην αισθάνονται ούτε λύπη, ούτε σατανική επιβουλή, επειδή κατασβήνει όλα τα πυρακτωμένα βέλη του πονηρού.

Αν λοιπόν Σαμαρείτιδα θαυμάζεις τον Ιακώβ γιατί σου έδωσε να πιεις απ’ αυτό το πηγάδι που και πάλι όμως σε λίγο αφού πιεις θα διψάσεις, τότε πρέπει να θαυμάσεις πολύ περισσότερο εμένα ο οποίος θα σου δώσω να πιεις κατά πολύ ανώτερο ύδωρ από κείνο, και αφού πιες από το αθάνατο και ανεξάντλητο αυτό ύδωρ της ζωής, τότε οποσδήποτε θα με αναγνωρίσεις και εμένα που σου το έδωσα ως ανώτερο του Ιακώβ και όλων των πατριαρχών.

Δες όμως εσύ και την συμπεριφορά της γυναικός. Ενώ οι Ιουδαίοι έβλεπαν τον Χριστό να εκβάλλει δαιμόνια όχι μόνο ανώτερο των πατριαρχών δεν τον ονόμασαν, αλλά αντιθέτως τον αποκάλεσαν δαιμονισμένο. Η Σαμαρείτιδα όμως δεν κάνει το ίδιο. Αλλά να τι Του είπε: 15 λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχωμαι ἐνθάδε ἀντλεῖν.

Δες τώρα και την ομαλή εξέλιξη της συζήτησης που οδήγησε την γυναίκα στο ύψος των δογμάτων: Στην αρχή νόμισε πως ο Ιησούς είναι ένας περαστικός Ιουδαίος, έπειτα όμως  απέκρουσε αυτή την κατηγορία και την μίλησε για το ζων ύδωρ το οποίο η γυναίκα νόμισε πως είναι ένα κοινό νερό. Όταν τέλος αντιλήφθηκε ότι όλα αυτά που λέγονταν είναι πνευματικά έφτασε μεν στα πρόθυρα της κατανόησης αλλά συνέχισε να πιστέυει πως ο Χριστός της μίλησε για υλικό ύδωρ. Έπειτα όμως επειδή έβλεπε καλύτερα, αλλα πάλι δεν κατανοούσε τα πάντα προτίμησε τον Χριστό από τον Ιακώβ. Γιατί; Για να μην έχει πλέον ανάγκη το πγα΄δι του Ιακώβ. Όλα αυτά που είπαμε είναι δείγμα ευσεβούς ψυχής. Και μην πεις ότι η Σαμαρείτιδα είναι ευκολόπιστη γυναίκα, διότι απ’ τα λεγόμενά της παοδεικνύεται ότι όχι μόνο ευκολόπιστη δεν ήταν αλλά αντιθέτως άπιστη και φιλόνεικη. Δες τώρα και την ανάλογη σύγκριση της γυναικός με τους Ιουδαίους: Διότι και σε κείνους ο Χριστός είχε πει ότι «όποιος  φάει την Σάρκα μου δεν θα πεινάσει  και όποιος  πιστεύει σε μένα δεν θα διψάσει» και όχι μόνο δεν πίστεψαν στα λόγια Του αλλά επιπλέον σκανδαλίστηκαν.

Στη συνέχεια ο Χριστός αποκαλύπτει την δύναμή Του διά μέσου της προφητείας λέγοντας: 16 λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. 17 ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· οὐκ ἔχω ἄνδρα. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· 18 πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας. 19 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ.

Βλέπεις την σύνεση της γυναίκας; Πόσο ήσυχα δέχτηκε τον έλεγχο! Κι ενώ ο Κύριος της αποκάλυψε τα κρύφια της ζωής της, όχι μόνο δεν θύμωσε, όχι μόνο δεν ύβρισε, αλλά αντιθέτως θάυμασε και τον αποκάλεσε “προφήτη”.  Κι επειδή νόμισεότι μπροστά της έχεί έναν γήινο προφήτη γι’ αυτό και ρωτά για τα δόγματα:

20 οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν ῾Ιεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν.

Βλέπεις τώρα πως έγινε υψηλοτέρα στον νου; Διότι ενώ αρχικά φρόντιζε να σβήσει την δίψα της, τώρα ρωτά περί των δογμάτων. Και τι έκανε ο Χριστός; Δεν έλυσε την απορία της, αλλά την οδήγσε σε μεγαλύτερο πνευματικό ύψος απ’ότι εκείνη προσδοκούσε.

Ας ντραπούμε, ας κοκκινίσουμε από ντροπή, διότι γυναίκα που είχε πέντε άνδρες και έναν επιπλέον κρυφό και ήταν και Σαμαρείτιδα, έδειξε τόσο ζήλο και προθυμία περί των δογμάτων, ενώ εμείς όχι μόνο δεν ασχολούμαστε μετ αδόγματα, αλλά είμαστε παντελώς αδιάφοροι και αμελείς.

21 λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· γύναι, πίστευσόν μοι

Παντού χρειάζεται πίστη η οποία είναι η μητέρα των αγαθών και φάρμακο σωτηρίας. Χωρίς αυτήν δεν είναι δυνατόν να κατανοήσουμε τα μεγάλα δόγματα. Αυτοί λοιπόν που προσπαθούν να κατανοήσουν τα δόγματα μόνο με την λογική τους, ομοιάζουν με αυτούς που προσπαθούν να διαπλεύσουν το πέλαγος χωρίς πλοίο και τελικά ναυάγησαν πριν μάθουν κάτι. Είναι αυτοί για τους οποίους ο Απόσολος Παύλος λέει «Αυτοί ναυάγησαν περί την πίστην».

 ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν ῾Ιεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. 22 ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ἐστίν.

Μέγιστο δόγμα αποκάλυψε ο Κύριος στην Σαμαρείτιδα, κάτι που δεν έκανε ούστον Νικόδημο, ούτε στον Ναθαναήλ. Κι ενώ λοιπόν η Σαμαρείτις επέβλεπε στο να αποδείξει ότι αυτά που εκείνη γνώριζε  ήταν ανώτερα από τα Ιουδαϊκά, ο Χριστός ανύψωσε την ψυχή της και της αποκάλυψε ότι όυτε οι Ιουδαίοι, ούτε οι πατέρες της μπορούσαν να δωρήσουν κάτι το σπουδαίο στο μέλλον, αν και η πίστη των Ιουδαίων ήταν ανώτερη των Σαμαρειτών. Διότι λέγει ότι ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν.

Το ότι βέβαια ομιλέι κι εδώ ως άνθρωπος λέγοντας «εμείς λατρεύουμε» μη σε ξενίζει, διότι μιλά κατά το πνευματικό μέτρο της γυναικός.

Τι σημάινει όμως αυτό που είπε «ότι η σωτηρία έρχεται από τους Ιουδαίους»; Αυτό σημαίνει πως  από την Θεία αποκάλυψη που δόθηκε στους Ιουδαίους προέρχεται η σωτηρία όλης της οικουμένης. Και ότι από τους Ιουδαίους προήλθε και ο Χριστός κατά σάρκα, ο Οποίος είναι ο αίτιος της σωτηρίας και η πλήρωση της Θείας οικονομίας.

Υπερέχουμε λοιπόν γυναίκα από σας , λέγει, ως προς τον τρόπο της λατρείας, αλλά και αυτής θα έλεθει το τέλος. Διότι δεν θα αλλάξουν μόνο οι τόποι, αλλά και οι τρόποι της λατρείας και όλα αυτά θα γίνουν πολύ σύντομα «ὅτι ἔρχεται ὥρα».

 23 ἀλλ' ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ·

Και που θα βρίσκονται όλοι αυτοί οι αληθινοί προσκυνητές; Εδώ ασφαλώς υπαινίσσεται την Εκκλησία.  Το εξηγεί άλλωστε και ο Παύλος λέγοντας: «Τον Οποίο λατρεύω με τον πνεύμα μου εις το Ευαγγέλιον του Υιού Του». (Ρωμ. 1,9).καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν.

 24 πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν.

Και λέγοντας «πνεύμα ο Θεός» δεν υπενίσσεται τίποτα άλλο παρά το ασώματο. Πρέπει λοιπόν η λατρεία του Ασώματου να προσφέρεται δια της καθαρότητας της ψυχής και του νου που είναι ασώματα.  Μη θυσιάζεις λοιπόν πρόβατα και μοσχάρια, αλλά πρόσφερε τον ευατό σου ως ολοκάυτωμα στο θυσιαστήριο του Θεού.

Αυτά όλα προκάλεσαν ίλιγγο στην γυναίκα η οποία ακούγοντας αυτά ζαλίστηκε κι επειδή κουράστηκε  να τι απάντησε:  25 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα. 26 λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι.

Από πού παρακαλώ και από πότε οι Σαμαρείτες περίμεναν την έλευση του Χριστού, αφού παραδέχονταν μόνο τον Μωυσή; Από τα ίδια τα γραπτά του Μωυσέως. Διότι από την αρχή αποκάλυψε ο Μωυσής τον Υιό. Ο ίδιος άλλωστε ο Μωυσής είχε πει: «Ο Κύριος και Θεός θα αναδείξει Προφήτη από το μέσον των αδελφών σας, όμοιον με εμέ και πρέπει να ακούσετε αυτόν». (Δευτ, 18,15). Αλλά και άλλα πολλά μπορεί κανείς να αντλήσει για την έλευση του μεσσία από τα κείμενα της Πεντατεύχου. (της οποίας συγγραφέας είναι ο Μωυσής).

Και ενώ λοιπόν ο Ιησούς στους Ιουδαίους που ρωτούσαν «έως πότε θα μας κρατείς σε αμφιβολία,; Αν εσύ είσαι ο Χριστός να μας το πεις» (Ιω 10,24) δεν απαντούσε τίποτα διότι οι Ιουδάιοι δεν ρωτούσαν για να μάθουν ,αλλά για να Τον διασύρουν. Στην όμως Σαμαρείτιδα όμως ο Κύριος αποκάλυψε ξεκάθαρα πως Αυτός έιναι ο Χριστός. Διότι αυτή και άκουσε και πίστεψε και άλλους στη συνέχεια προσέλκυσε στην πίστη.

27 καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἢ τί λαλεῖς μετ' αὐτῆς;

Γιατί απόρρησαν οι μαθητές; Για την ταπεινότητα του Ιησού που καταδέχτηκε να συζητήσει με μία Σαμαρείτιδα γυναίκα. Αλλά ήταν τόσο πειθαρχημένοι που δεν τόλπμησαν να πουν τίποτα.

 28 ᾿Αφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις·

Έχουμε μεγάλη ανάγκη ενθουσιασμού και διακούς ζήλου, διότι αλλιώς δεν είναι δυνατόν να επιτύχουμε αυτά που ο κύριος έχει υποσχεθεί σε μας. Με δύο λόυς του ο Χριστός «εάν δεν πάρει κανείς τον σταυρό του και δεν με ακολουθήσει δεν είναι άξιος» και «πυρ ήλθα να βάλω στη γη και πως θα ήθελα αν έχει ήδη ανάψει», θέλει να μας παρουσιάσει το πόσο θερμός και γεμάτος από ζήλο και έτοιμος για κάθε κίνδυνο πρέπει να είναι ο μαθητής.

Τέτοια ήταν και αυτή η γυναίκα. Πήεγε να πάρει υλικό ύδωρ από την πηγή, αλλά αφού βρήκε το αληθινό το όντως αθάντο ύδωρ, περιφρόνησε αμέσως το υλικό και έτρεξε περιχαρής προς την αιώνια πηγή αφήνοντας πίσω της την πήλινη υδρία. Έτσι πρέπει να κάνουμε κι εμείς όταν γίνεται λόγος για πνευματικά, να περιφρονούμε όλα τα βιωτικά και καθόλου να μη τα λογαριάζουμε. Και η γυναίκα αυτή ξεπέρασε στον ενθουσιαμό και στον ζήλο και τους αποστόλους. Διότι οι μεν απόστολοι άφησαν τα δίχτυα και ακολούθησαν τον Χριστό αφού όμως διατάχθηκαν να το κάνουν, ενώ εκείνη έτρεξε εκουσίως και δίχως εντολή αφήνοντας τα πάντα πίσω της. Και δεν προσκάλεσε στο αποστολικό της έργο έναν ή δύο όπως έκαναν ο Ανδρέας και ο Φίλιππος, αλλά ολόκληρη την πόλη! Και δεν είπε στους άνδρες της πόλεως ελάτε να δείτε τον Χριστό, αλλά κάποιον που μου αποκάλυψε όλα όσα έχω κάνει δεικνύοντας έτσι τεράστια συγκαταβατικότητα όμοια με αυτήν που χρησιμοποίησει ο Χριστός σε κείνη.  29 δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός;

Και με την ερώτηση «μήπως αυτός είναι ο Χριστός»; αναδυκνείεται η μεγάλη σοφία αυτής της γυναίκας. Διότι δεν ήθελε να παρασύρει κανέναν στην δική της γνώμη, αλλά αφού οι ίδιοι οι άνδρες δουν και ακούσουν τον Χρισό να γίνουν κοινωνοί αυτής την αντίληψης από μόνοι τους. Και έτσι με αυτήν της την συγκαταβατικότητα έκανε τον λόγο της περισσότερο ευπρόσδεκτο.

 30 ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν.
31 ᾿Εν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· ραββί, φάγε. 32 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. 33 ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; 34 λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον.

Την σωτηρία των ανθρώπων την ονόμασε εδώ “φαγητό” αποδεικνύοντας έτσι το πόση μεγάλη προθυμία έχει για μας. Διότι όπως ακριβώς φροντίζει για την τροφή μας, έτσι φροντίζει και για την σωτηρία μας.

 35 οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμὸν ἤδη.

Και με αυτά τα λόγια ανυψώνει και πάλι τους μαθη΄τες στα υψηλότερα και πνευματικά. Το χωράφι και ο θερισμός εικονίζουν το πλήθος των ψυχών που είναι έτοιμες να δεχτούν το κήρυγμα. Με τη λέξη “οφθαλμούς” εννοεί επίσης τους οφθαλμούς του πνεύματος και του σώματος, διότι έβλεπε ήδη το πλήθος των Σαμρειτών που έρχονταν. Και την ετοιμασίς της θελήσεως εκείνων για να σωθούν την εικονίζει με “λευκά χωράφια”. Διότι όπως τα στάχυα όταν ασπρίσουν είναι έτοιμα προς θερισμό, έτσι και οι Σαμαρείτες τώρα ήταν έτοιμοι  και πρόθυμοι για την σωτηρία. 

Και γιατί και εδώ όπως και αλλού χρησιμοποιεί ο Κύριος παραβολή και δεν μιλά ευθέως; Διότι έτσι κάνει τον λόγο Του εντονότερο και περισσότερο παραστατικό. Και έτσι όταν η σκέχη συλλάβει την εικόνα των πραγμάτων αιχμαλωτίζεται ευκολότερα σαν να βλέπει πράγματα ζωγραφισμένα.  Παράλληλα η διήγηση με αυτόν τον τρόπο γίνεται πιο ευχάριστη, η δε ανάμνηση των λόγων διαρκεί περισσότερο.
 

36 καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων.

Δηλαδή ο καρπός αυτός του θερισμού, είναι ωφέλιμος για την παρούσα ζωά και όχι για την αιώνιο. Ο πνευματικός όμως θερισμός είναι αγήραστος και αθάνατος και αιώνιος.  Και ποιος είναι ο σπορέας και ποιος ο θεριστής; Σπορείς ήταν οι προφήτες, αλλά δεν θέρισαν εκείνοι, αλλά οι απόστολοι. Παράλληλα όμως και οι μεν και οι δε χαίρονται αμφότεροι για το αποτέλεσμα του θερισμού.   37 ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινός, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων. Να λοιπόν και η μεγάλη συγγένεια μεταξύ Παλαιάς και Καινής Διαθήξης.

Και εδώ συμβαίνει κάτι απροσδόκητο και παράλογο. Διότι ποιος θα χαιρόταν αν το χωράφι που έσπειρε άλλο τελικά το θερίσει; Στα πνευματικά όμως δεν συμβάινει ότι στα υλικά. Διότι εδώ και οι σπορείς και οι θεριστές χαίρονται αμφότεροι διότι απολαμβάνουν και οι δύο τον ίδιο μισθό.

 38 ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε.

Και επειδή φαίνονταν πολύ δύσκολο και ακατόρθωτο να περιέλθουν και να κηρύξουν σε ολόκληρη την οικουμένη, με τον λόγο αυτό αποδυκνείει ότι συνάμα είναι και πολύ εύκολο. Και γιατί το λέει αυτό; Διότι πράγματι το έργο των προφητών ήταν πολύ δυσκολότερο. Διότι ήταν μεγάλος  ο κόπος να ρίψουν τον σπόρο σε αμύητες ψυχές. Το έργο όμως των αποστόλων δεν ήταν όμοιο με αυτό. Διότι τώρα ήταν τα πάντα έτοιμα και το μόνο που είχαν να κάνουν ήταν να συλλέξουν τους καρπούς των κόπων εκείνων. Κι ενώ έλεγε όλα αυτά ιδού τα πλήθη των Σαμρειτών κατέφθαναν προς εκείνουν για να επισφραγίσουν τούτον τον λόγο: 39 ᾿Εκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικός, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα.

40 ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ' αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. 41 καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ, 42 τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός. 43 Μετὰ δὲ τὰς δύο ἡμέρας ἐξῆλθεν ἐκεῖθεν καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν.

Δείτε παρακαλώ και κάντε την σύγκριση: Οι μεν Ιουδαίοι αν και είδαν πολλά θαύματα και άκουσαν πολλά από τον Ιησού, εν τούτοις έδιωχναν τον Ιησού και έκαναν τα πάντα για να τον απομακρύνουν  από την χώρα τους. Οι δε Σαμαρείτες αν και τίποτα δεν είχαν δει και τίποτα δεν είχαν ακούσει από τον Χριστό πείστηκαν από την προτροπή μιας γυναίκας και παρακαλούσαν τον Ιησού να μείνει περισσότερο στην χώρα τους και όχι απλά περισσότερο, αλλά για πάντα μαζί τους! Ο Κύριος παρέμεινε τελικά στην Σαμάρεια δύο μέρες, διάστημα αρκετό για να πιστέψουν πολλοί περισσότεροι. Πράγμα που δεν ήταν φυσιολογικό, διότι οι Σαμαρείτες δεν είδαν θαύματα και παράλληλα μισούσαν τους Ιουδαίους.

Και θαυμάστε αγαπητοί αναγνώστες την πίστη και την ομολογία των Σαμαρειτών: «οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός». Αυτό που δεν κατανόησαν οι Ιουδαίοι, ομολογούν τώρα οι αλλοεθνείς. Κι ενώ οι μεν Ιουδαίοι ζητούσαν την δική τους δικαίωση, δεν υποτάχθηκαν τελικά σ’ Αυτόν που είναι η όντως δικαίωση.

Και τι είδαν και πίστεψαν οι Σμαρείτες; Τίποτα. Δεν είδαν κανένα θαύμα. Αλλά μόνο άκουσαν τα σωτήρια λόγια του Χριστού. Και γιατί οι Ευαγγελιστές δεν μας μεταφέρουν αυτά τα λόγια που είπε ο Χριστός στους Σαμαρείτες; -Για να μάθεις πως οι Ευαγγελιστές αφήνουν κατά μέρος πολλά από τα αξιόλογα για να αποδείξουν τα πάντα από την έκβαση. Διότι έπεισε με τα λόγια Του τον λαό και ολόκληρη την πόλη. Όπου όμως οι ακροατές δεν πείθονται, τότε οι Ευαγγελιστές αναγκάζονται να επαναλάβουν τα λόγια του Χριστού για να μην αποδώσει κανείς κατηγορία στον ομιλητή ένεκα της αδιαφορίας των ακροατών.

 44 αὐτὸς γὰρ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐμαρτύρησεν ὅτι προφήτης ἐν τῇ ἰδίᾳ πατρίδι τιμὴν οὐκ ἔχει.

Ως πατρίδα Του πιθανότατα εννοεί εδώ την Καπερναούμ στην οποία σαρκώθηκε και στην οποία συνάντησε μόνο την απείθια και την ατιμία. Γι’ αυτό και αλλού λέει: «Κι εσύ Καπερναούμ που υψώθηκες ως τον ουρανό θα κατεβείς ως τον Άδη». (Λουκ. 10,15). Και γιατί κανά κανόνα οι προφήτες δεν τιμούνται στις πατρίδες τους; Διότι η συνήθεια δημιουργεί κατά κανόνα την περιφρόνηση.

45 ὅτε οὖν ἦλθεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἐδέξαντο αὐτὸν οἱ Γαλιλαῖοι, πάντα ἑωρακότες ἃ ἐποίησεν ἐν ῾Ιεροσολύμοις ἐν τῇ ἑορτῇ· καὶ αὐτοὶ γὰρ ἦλθον εἰς τὴν ἑορτήν.

Πήγε λοιπόν ο Ιησούς στην Γαλιλαία προς καταισχύνη και πάλι των Ιουδαίων. Διότι αν και οι Γαλιλαίοι δεν αποδείχθηκαν ανώτεροι ή έστω ισάξιοι των Σαμαρειτών, εν τούτοις και αυτοί πίστεψαν και έτσι έγιναν ανώτεροι και αυτοί ακόμη των Ιουδαίων.


46 ῏Ηλθεν οὖν πάλιν ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς τὴν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, ὅπου ἐποίησε τὸ ὕδωρ οἶνον.

Την Κανά γιατί την επισκέφθηκε και πάλι; Την πρώτη φορά ήταν προσκεκλημένος σε γάμο κι εκεί ποίησε το θαύμα της μετροπής του  νερού σε οίμο. Αλλά αυτή την φορά για ποιο λόγο την επισκέφθηκε; - Για να κάνει με την παρουσία Του ισχυρότερη την πίστη αυτών που τότε είδαν το θαύμα και πίστεψαν.

 καὶ ἦν τις βασιλικός, οὗ ὁ υἱὸς ἠσθένει ἐν Καπερναούμ· 47 οὗτος ἀκούσας ὅτι ᾿Ιησοῦς ἥκει ἐκ τῆς ᾿Ιουδαίας εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἀπῆλθε πρὸς αὐτὸν καὶ ἠρώτα αὐτὸν ἵνα καταβῇ καὶ ἰάσηται αὐτοῦ τὸν υἱόν· ἤμελλε γὰρ ἀποθνήσκειν. 48 εἶπεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς πρὸς αὐτόν· ἐὰν μὴ σημεῖα καὶ τέρατα ἴδητε, οὐ μὴ πιστεύσητε.

Γιατί είπε αυτό ο Ιησούς; ἐὰν μὴ σημεῖα καὶ τέρατα ἴδητε, οὐ μὴ πιστεύσητε; -Αυτό το είπε μάλλον προς έπαινο των Σμαρειτών οι οποίοι δεν είδαν θαύμαστα και πίστεψαν ή επείδή ήθελε να διασύρει την Καπερναούμ. Από την άλλη και ο ίδιος ο βασιλικός ναι μεν προσήλθε στον Ιησού, αλλά όχι με την απαράιτητη πίστη. Απόδειξη αυτού είναι τα γεγονότα που ευθύς παρακάτω εξιστορεί ο Ευαγγελιστής:

49 λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ βασιλικός· Κύριε, κατάβηθι πρὶν ἀποθανεῖν τὸ παιδίον μου. 50 λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· πορεύου· ὁ υἱός σου ζῇ. καὶ ἐπίστευσεν ὁ ἄνθρωπος τῷ λόγῳ ᾧ εἶπεν αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς, καὶ ἐπορεύετο. 51 ἤδη δὲ αὐτοῦ καταβαίνοντος οἱ δοῦλοι αὐτοῦ ἀπήντησαν αὐτῷ καὶ ἀπήγγειλαν λέγοντες ὅτι ὁ παῖς σου ζῇ. 52 ἐπύθετο οὖν παρ' αὐτῶν τὴν ὥραν ἐν ᾗ κομψότερον ἔσχε. καὶ εἶπον αὐτῷ ὅτι χθὲς ὥραν ἑβδόμην ἀφῆκεν αὐτὸν ὁ πυρετός. 53 ἔγνω οὖν ὁ πατὴρ ὅτι ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ ἐν ᾗ εἶπεν αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ὁ υἱός σου ζῇ· καὶ ἐπίστευσεν αὐτὸς καὶ ἡ οἰκία αὐτοῦ ὅλη.
 

Δηλαδή ο πατέρας δεν πίστεψε αρχικά στα λόγια του Ιησού. Έτσι όταν επέστρεψε στο σπίτι και πληροφορήθηκε την θεραπεία του παιδιού του, ρώτησε για να μάθει ακριβώς την ώρα που συντελέστηκε η θεραπεία, ώστε να βεβαιωθεί αν αυτή έγινε από μόνη της ή κατόπιν θαύματος του Χριστού. Και όταν διαπίστωσε το θαύμα, τότε πίστεψε αυτός και όλη του η οικογένεια. Έτσι από τη μία θεραπεύτηκε ο υιός και από την άλλη ο ασθενής κατά το  νου πατέρας.

Απ’ όσα είπαμε συνάγουμε το εξής συμπέρασμα: Ότι τα θαύματα δεν γίνονται για τους πιστούς, αλλά για τους απίστους και αμαθέστερους.

54 Τοῦτο πάλιν δεύτερον σημεῖον ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐλθὼν ἐκ τῆς ᾿Ιουδαίας εἰς τὴν Γαλιλαίαν.

Δεν μπορούμε να προσπεράσουμε καμία φράση του Ευαγγελίου, ούτε καν ένα γιώτα ή μία τελεία. Διότι  όλα έχουν γραφεί από το Άγιο Πνεύμα και προσδίδουν στον αναγνώστη τεράστια ωφέλεια. ‘Ετσι κι εδώ δεν λέγεται τυχαία από τον Ευαγγελιστή ότι αυτό ήταν το δεύτερο θαύμα που ποίησε ο Ιησούς στην Γαλιλαία. Κι ενώ οι κάτοικοι της Γαλιλίας  είδαν δύο θαύματα δεν έφτασαν όμως ποτέ στο πνευματικό ύψος των Σαμαρειτών οι οποίοι δεν είδαν να συμβαίνει στην περιοχή τους ούτε ένα.

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ (Ε΄)

 

Ε´\ΜΕΤΑ ταῦτα ἦν ἡ ἑορτὴ τῶν ᾿Ιουδαίων, καὶ ἀνέβη ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς ῾Ιεροσόλυμα.

Ποια εορτή; Επρόκειτο μάλλον για την εορτή της Πεντηκοστής. Γιατί πήγε ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα; - Συνήθιζε να μένεις στις πόλεις κατά τις εορτές ώστε να φαίνεται πως συνεορτάζει μαζί με εκείνους και ταυτόχρονα να προσελκύει πολλούς κοντά Του.

 2 ἔστι δὲ ἐν τοῖς ῾Ιεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρᾳ, ἡ ἐπιλεγομένη ἑβραϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα. 3 ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος πολὺ τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τὴν τοῦ ὕδατος κίνησιν.

Ποιος τρόπος θεραπείας είναι αυτός; Ποιος μυστήριο υπαινίσσεται; Διότι αυτά δεν γράφηκαν χωρίς αιτία και κατά τύχη. Αλλά περιγράφει τα μέλλοντα σαν μία εικόνα και αναπαράσταση.  Τι είναι λοιπόν αυτό που περιγράφει;

-Επειδή επρόκειτο να δοθεί το Βάπτισμα το οποίο είναι πλήρες δυνάμεως και χάριτος, βάπτισμα το οποίο καθαρίζει όλες τις αμαρτίες και τους νεκρούς τους καθιστά ζωντανούς, διά τούτο με αυτήν εδώ την κολυμβήθρα και την θεραπεία των σωματικών νοσημάτων που προέκυπτε από το αταρακούνημα του ύδατος προεικονίζει την διά του Βαπτίσματος ανθρώπινη θεραπεία από τις κηλίδες όλων των παθών.

 4 ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐταράσσετο τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήματι.

Αν ένας άγγελος είχε την διά του Θεού εξουσία να θεραπεύει αυτόν που πρώτο έμπαινε μέσα στην κολυμβήθρα, τότε ο Κύριος των αγγέλων ασφαλώς μπορούσε αυτεξουσίως να θεραπεύσει τα νοσήματα των ψυχών και των σωμάτων ημών. Και όπως εδώ δεν θεράπευε από μόνο του το νερό αλλά το νερό με την ενέργεια του αγγέλου, έτσι και στο Βάπτισμα δεν θεραπεύει από μόνο του το ύδωρ, αλλά το ύδωρ με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος.

5 ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ.
6 τοῦτον ἰδὼν ὁ ᾿Ιησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι; 7 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει.

Γι’ αυτόν τον ασθενή και για άλλους χιλιάδες η σθένεια ήταν εμπόδιο ώστε να καταφέρει να προσέλθει στην διά του αγγέλου θεραπευτική χάρη. Τώρα όμως στην εποχή του Αγίου Βαπτίσματος, ακόμη και ολόκληρη η οικουμένη να προσέλθει, η  Χάρις επαρκεί για όλους και ούτε ξοδεύεται, ούτε ελαττώνεται.

Και γιατί ο Κύριος αφού άφησε όλους τους υπόλοιπους πλησίασε εκείνον τον ασθενή και  παράλυτο ο οποίος είχε τριάντα οκτώ έτη δεμένος στην ασθένεια; - Για να εκθειάσει την υπομονή του, την καρτερικότητά του. Διότι αυτός όλα αυτά τα χρόνια ήλπιζε και δεν απομακρύνονταν και βρίσκονταν εκεί κοντά στην δεξάμενη ελπίζοντας ότι κάποια χρονιά θα καταφέρει διά της παρατηρητικότητάς του να προλάβει την διά του αγγέλου θεραπεία.

Ας ντραπούμε λοιπόν όλοι εμείς που ακούμε γι΄αυτήν την καρτερικότητα, γι’ αυτήν την υπομονή. Εμείς που αν παρακαλέσουμε για δέκα μόνο μέρες τον Θεό και δεν εισακουσθούμε απομακρυνόμαστε απογοητευμένοι. Ενώ εκείνος ο παράλυτος επί τόσα πολλά έτη επέμενε και ήλπιζε και δεν απομακρύνονταν. Αλλά μήπως η διαρκής προσευχή ακόμη κι αν δεν εισακουσθεί θα γίνει για μας επιζήμια. Μήπως θα είναι κοπιαστική; Μα ο κόπος μόνος ωφέλεια προσδίδει, ενώ η ανάπαυση συνήθως μας διαφθείρει. Διότι η φύση μας δεν ανέχεται την αργία, αλλά ευκόλως αποκλίνει προς την κακία.

Αλλά θα ρωτήσεις: Γιατί έχει συνδεθεί μεγάλη ευχαρίστηση με την κακία και με την αρετη πολύς κόπος και ιδρώτας;

-Πες μου άνθρωπε, ποια αμοιβή θα έπειρνες αν δεν κόπιαζες; Σε όλους τους πολέμους όταν οι μάχες είναι οξείς, τότε στους νικητές τα βραβεία είναι μεγάλα. Γι’ αυτό λοιπόν ο Θεός ανέμειξε τους κόπους με την αρετή επειδή ήθελε να εξοικοιωθεί η ψυχή με την αρετή. Γι’ αυτό λοιπόν την αρετή την θαυμάουμε, έστω κι αν δεν την επιτυγχάνουμε την δε κακία την κατηγορούμε.

Ρώτησε τώρα αν θέλεις. – Υπήρχε ποτέ εργασία χωρίς κόπους; -Βεβαίως ναι. Άλλωστε αυτό εξ’ αρχής ήθελε ο Θεός, αλλά εσύ δεν το ανέχθηκες. Έθεσε ο Θεός την εργασία μέσα στον παράδεισο, αλλά δεν την ανέμειξε με κόπο. Διότι αν ο άνθρωπος κόπιαζε από την αρχή, δεν θα όριζε αργότερα τον κόπο ως τιμωρία. Άλλωστε και οι άγγελοι συνεχώς εργάζονται, χωρίς όμως να κοπιάζουν. Και ο Θεός άλλωστε μας βεβαιώνει πως και Εκείνος εργάζεται: «Ο Πατήρ μου πάντοτε εργάζεται και εγώ επίσης εργάζομαι» (ψαλμ, 102,20).

Ας κοπιάσουμε λοιπόν αδελφοί. Διότι ο κόπος αυτός θα είναι προσωρινός, η δε εκ της αρετής χαρά θα είναι αιώνια. Η δε ευχαρίστηση εκ της κακίας διαρκεί λίγο ενώ οι καρποί της παραμένουν και πολυχρονίζουν και βασανίζουν τον ποιήσαντα αυτής.

 8 λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει.

Μερικοί νομίζουν πως αυτός είναι ο παράλυτος που αναφέρει και ο Ματθαίος. Όμως δεν είναι ο ίδιος και αυτό αποδεικνύεται από πολλά. Πρώτα-πρώτα αποδεικνύεται από την απουσία ανθρώπων που τον φροντίζουν, γι’ αυτό και έλεγε «δεν έχω άνθρωπο», ενώ ο παράλυτος του Ματθαίου είχε πολλούς τριγύρω του που τον βοηθούσαν και τον μετέφεραν. Επίσης αυτός θεραπεύται το Σάββατο ενώ εκείνο σε άλλη ημέρα. Αλλά και από άλλα στοιχεία φαίνεται ξεκάθαρα πως πρόκειται για διαφορετικούς ανθρώπους.  Το μόνο κοινό στοιχείο της θεραπείας τους είναι ότι και στους δύο πρώτα συγχωρεί ο Κύριος τις αμαρτίες.

 9 καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἦρε τὸν κράβαττον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει. ἦν δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ.

Πρόσεξε τώρα την πίστη του παράλυτου ο οποίος ούτε γέλασε, ούτε είπε «τι είναι αυτά που λες» παρότι δεν γνώριζε τίποτα για τον Χριστό. Υπήκουσε λοιπόν και σηκώθηκε και όχι απλά σηκώθηκε, αλλά κουβώλησε και το κρεβάτι του δεικνύοντας την πλήρη ίασή του η οποία δεν έγινε σταδιακά, αλλά αμέσως.  Αξιοθαύμαστο μεν το θαύμα, αλλά «αξιοθαύμαστα» περισσότερο ήταν εκείνα που ακολούθησαν μετά το θαύμα:

10 ἔλεγον οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον. 11 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. 12 ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει; 13 ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ ᾿Ιησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ.

Πόσο ήταν το μίσος των Ιουδαίων, οι οποίοι ουσιαστικά δεν θλίβονταν και δεν σκανδαλίζονταν τόσο για την κατάλυση του Σαββάτου όσο για την θεραπεία του παραλύτου. Πόσο απεχθές πάθος είναι το μίσος αδελφοί, το οποίο καθιστά τον άνθρωπο χειρότερο από δαίμονα. Και μην απορείς για τον λόγο αυτόν. Διότι οι δαίμονες δεν επιβουλεύονται τους όμοιούς τους αλλά εμάς.

Δεν υπάρχει χειρότερο αμάρτημα από το μίσος. Διότι ο μεν πόρνος, ο κλέφτης, ο μοιχός, ο φονέας έχει μία αιτία που αμάρτησε. Αυτός όμως που μισεί δεν έχει να επικαλεσθεί τίποτα. Διότι αν προτρεπώμεθα να αγαπούμε αυτούς που μας μισούν, πες μου ποια δικαιολογιά θα προβάλλουμε όταν μισούμε και αυτούς που μας αγαπούν; Είναι ολοφάνερο, ότι όπου υπάρχει φθόνος και ζήλεια, εκεί η αγάπη εξαφανίζεται. Ο Απόστολος Παύλος το λέει ξεκάθαρα «καὶ ἐὰν παραδώσω τὸ σῶμά μου διὰ νὰ καῇ, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀγάπην, καμμίαν ὠφέλειαν δὲν ἔχω». Η τυραννία του μίσους είναι η μητέρα του φόνου (βλ. Κάιν). Και το χειρότερο όλων είναι ότι ενώ μισείς νομίζεις πως δεν κάνεις και τίποτα το σπουδαίο, ενώ αυτό είναι το βαρύτρο αμάρτημα όλων.  Γι’ αυτό λοιπόν ας ξεριζώσουμε αυτό το καταστροφικό πάθος από τη ρίζα εκτελώντας την εντολή του Απ. Παύλου: «Ας χαίρωμεν με αυτούς που χαίρουν και να κλαίωμεν με αυτούς που κλαίουν».

14 μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται.

Πολλές φορές όταν το κακό όταν επερκχειλίζει τότε θίγει τα σώματα. Επειδή οι άνθρωποι για τα νοσήματα της ψυχής δεν καταβάλλουν καμία φροντίδα επειδή αυτά δεν προκαλούν πόνο, τότε επιτρέπει να ασθενήσει το σώμα, ώστε με την τιμωρία του μικρότερου να θεραπεύσει το μεγαλύτερο. Αυτό έκανε και ο Χριστός με τον παράλυτο. Και με την φράση μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται, πληροφορούμαστε ότι το νόσημα του παραλύτου προέρχονταν από αμαρτίες και δεύτερον ότι είναι αληθινός ο λόγος περί της γεέννης. Σκέψου αδελφέ όταν λες: «τι θα τιμωρηθώ για μακρύ χρονικό διάστημα για ένα αμάρτημα που διήρκησε μερικά μόνο λεπτά»; Κοίτα όμως τον παράλυτο ολόκληρο τον βίο του κατανάλωσε τιμουρούμενος. Διότι τα αμαρτήματα δεν διακρίνονται από τον Θεό βάση της χρονικής τους διάρκειας, αλλά βάση τη φύση του εγκλήματος. Μαζί με όλα αυτά πρέπει να προσέξουμε ότι αν υποστούμε τιμωρία για ένα αμάρτημα, αλλά παρόλα αυτά δεν μετανοήσουμε τότε θα πάθουμε χειρότερα και πολύ δικαίως.

Και για ποιο λόγο θα ρωτήσεις δεν τιμωρούνται όλοι με τον ίδιο τρόπο; Διότι βλέπουμε πολλούς από τους ασεβείς να είναι υγιείς και να απολαμβάνουν ευημερία.

-Ας μην βιαζόμαστε και ας μην είμαστε βέβαιοι γι’ αυτό που βλέπουμε, διότι γι’ αυτούς θα πρέπει να δακρύσουμε να περισσότερο, διότι στην μεν παρούσα ζωή αυτοί δεν έπαθαν τίποτα, στην δε μέλλουσα όμως τους περιμένει η αιώνια κόλαση.

Και τώρα θα ρωτήσεις: «Τι δηλαδή όλα τα νοσήματα προέρχονται από αμαρτίες»;

-Όχι βεβαίως όλα, αλλά τα περισσότερα ναι. Διότι η γαστριμαργία, η μέθη και η αργία γεννούν τις περισσότερους νόσους.


15 ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς ᾿Ιουδαίοις ὅτι ᾿Ιησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ.
16 Καὶ διὰ τοῦτο ἐδίωκον τὸν ᾿Ιησοῦν οἱ ᾿Ιουδαῖοι καὶ ἐζήτουν αὐτὸν ἀποκτεῖναι, ὅτι ταῦτα ἐποίει ἐν σαββάτῳ. 17 ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς ἀπεκρίνατο αὐτοῖς· ὁ πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται, κἀγὼ ἐργάζομαι. 18 διὰ τοῦτο οὖν μᾶλλον ἐζήτουν αὐτὸν οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἀποκτεῖναι, ὅτι οὐ μόνον ἔλυε τὸ σάββατον, ἀλλὰ καὶ πατέρα ἴδιον ἔλεγε τὸν Θεόν, ἴσον ἑαυτὸν ποιῶν τῷ Θεῷ.

Ο Ιησούς όταν επρόκειτο να μιλήσει για τον εαυτό Του επικαλέιται τον Πατέρα για να αποδέιξει όι είναι ομότιμος με Εκείνον και άρα ότι κάνει τα ίδια με Εκείνον. Και τι στην ουσία τους λέει εδώ; -Ότι εφόσον εσείς απαλλάσσεται τον Πατέρα από την κατηγορία της εργασίας του Σαββάτου, τότε το ίδιο θα πρέπει να πράξετε και για μένα που είμαι ομοούσιος τω Πατρί.

Και θα ρώτήσει κανείς: Και που εργάζεται ο Πατήρ αφού την έβδομη ημέρα αναπαύθηκε;

Να ο τρόπος της εργασίας Του: Προνοεί και συντηρεί όλα τα δημιουργήματά Του. Όταν λοιπόν βλέπεις τον ήλιο να ανατέλλει, την σελήνη να τρέχει, τις λίμνες, τις πηγές, την βροχή, τα δικά μας σώματα, των ζώων, τα φυτά και όλα τα άλλα στοιχεία με τα οποία έχει συσταθεί το σύμπαν, όλα τα πάντα ο Πατήρ τα συντηρεί.  Να λοιπόν που σε αυτή την περίπτωση ο Χριστός απολογείται όχι ως άνθρωπος, αλλά σαν Θεός. 

19 ᾿Απεκρίνατο οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ δύναται ὁ υἱὸς ποιεῖν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ οὐδέν, ἐὰν μή τι βλέπῃ τὸν πατέρα ποιοῦντα· ἃ γὰρ ἂν ἐκεῖνος ποιῇ, ταῦτα καὶ ὁ υἱὸς ὁμοίως ποιεῖ.

          Αφού δεν μπορεί να κάνει ο Υιός τίποτα από τον ευατό Του, τότε γιατί αλλού λέει «έχω εξουσία να θυσιάσω την ζωή μου και έχω εξουσία πάλι να την πάρω και κανείς δεν μου την αφαιρεί αλλά εγώ από μόνος μου την θυσιάζω» (Ιω. 10,18). Βλέπεις λοιπόν ότι έχει εξουσία ζωής και θανάτου και ότι έκανε από μονος Του τόση οικονομία;

          Αλλά γιατί μιλάμε μόνο για τον Χριστό; Μήπως εμείς δεν έχουμε την εξουσία  της επιλογής του καλού και του κακού; Διότι εάν δεν είχαμε αυτή την εξουσία τότε δεν θα υπήρχε η απειλή της τιμωρίας και της αιωνίου κολάσεως. Άρα αυτό που είπε ο Χριστός δεν σημαίνει τίποτ άλλο παρά το ότι «δεν μπορεί να κάνει τίποτα το αντίθετο με αυτό που θέλει ο Πατέρας» πράγμα που αποδεικνύει την ισότητα και και την μεγάλη συμφωνία.

          Και γιατί δεν είπε ότι δεν κάνει τίποτα το αντίθετο, αλλά «δεν δύναται»; Για να δείξει και πάλι την αμετάβλητη και ακριβή ισότητα. Διότι η φράση «δεν δύναται» δεν φανερώνει αδυναμία, αλλά αντιθέτως μαρτυρεί την μεγάλη Του δύναμη. Άλλωστε όταν εμείς λέμε ότι είναι «αδύνατον» να αμαρτάνει ο Θεός δεν προσδίδουμε σ’ Αυτόν αδυναμία, αλλά αντιθέτως ασύγκριτη δύναμη.

20 ὁ γὰρ πατὴρ φιλεῖ τὸν υἱὸν καὶ πάντα δείκνυσιν αὐτῷ ἃ αὐτὸς ποιεῖ, καὶ μείζονα τούτων δείξει αὐτῷ ἔργα, ἵνα ὑμεῖς θαυμάζητε.

          Και ενώ ο Χριστός αναβιβάζει τον λόγο και πάλι τον καταβιβάζει ώστε να κάνει τον λόγο εύκολα αποδεκτό και αρεστό και από τους ασεβέστερους. Και γιατί το κάνει αυτό; Διότι τον καταδίωκαν όταν Τον άκουγαν να μιλά περί των υψηλών πραγμάτων. Τώρα λοιπόν μας λέει πως «δείξει στον Υιό ο Πατέρας μεγαλύτερα έργα απ’ αυτά». Κάποιος ακούγοντας αυτόν τον λόγο εύκολα και πρόχειρα θα συμπεράνει πως ο Υιός δεν τα έχει μάθει όλα και υπολλέιπεται στις γνώσεις συγκκριτικά με τον Πατέρα πράγμα που δεν είναι δυνατόν να πούμε ούτε για τους Αποστόλους. Διότι όταν εκείνοι έλαβαν την Χάρη του Αγίου Πνεύματος, όλα πλέον τα ήξεραν και σε τίποτα δεν υστερούσαν. Τότε λοιπόν αν δεν μας επιτρέπεται ούτε για τους Αποστόλους να πούμε αυτά, πως ακούμε τέτοιον λόγο και γιατί το είπε αυτό Χριστός;

          -Αυτό το είπε με΄τα την θεραπεία του παραλύτου. Δηλαδή εσείς είδατε το θαύμα της θεραπείας, σε λίγο θα δείτε και το θαύμα της Αναστάσεως. Μη θαυμάζετε λοιπόν ακόμη διότι θα δείτε πολύ μεγαλύτερα απ’ αυτά που ως τώρα έχετε δει.  Και πάλι μετά απ’ αυτά αναβιβάζει τον λόγο αποδεικνύοντας την ισότητά Του με τον Πατέρα και την ισοτιμία Του με Εκείνον λέγοντας ξεκάθαρα: 21 ὥσπερ γὰρ ὁ πατὴρ ἐγείρει τοὺς νεκροὺς καὶ ζωοποιεῖ, οὕτω καὶ ὁ υἱὸς οὓς θέλει ζωοποιεῖ. Ακόμα επειμένεις ότι ο Υιός δεν είναι ισότιμος με τον Πατέρα, ακόμα πιστεύεις πως ο Υιός υπολλείπετα του Πατρός; Σε τέτοιου είδους συμπεράσματα κατέληξαν όλοι οι αιρετικοί και αυτό το έπαθαν από κενοδοξία διότι επιθύμησαν την ανθρώπινη δόξα αντί να επιζήτουν εκείνη που παραπέμπει στον Θεό. Θέλεις δόξα; Τότε επιζητεί μία ζωη΄γεμάτη βάσανα, περιφρονείς την δόξα; Τότε ξεπέρασες την κενοδοξία ιάθηκς από όλα τα νοσήματα.

22 οὐδὲ γὰρ ὁ πατὴρ κρίνει οὐδένα, ἀλλὰ τὴν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ υἱῷ,

Ενθυμήσου: Αυτός που πέθανε χάριν ημών για τις αμαρτίες μας, ο Ίδιος θα κάθεται τότε για να μας δικάσει. Εκείνος που πέθανε χάριν ημών, Εκείνος θα εμφανιστεί πάλι για να κρίνει όλη πλάση. Διότι την δεύτερη φορά δεν θα εμφανιστεί για ζήτημα αμαρτίας, αλλά για ζήτημα σωτηρίας. 23 ἵνα πάντες τιμῶσι τὸν υἱόν, καθὼς τιμῶσι τὸν πατέρα. ὁ μὴ τιμῶν τὸν υἱὸν οὐ τιμᾷ τὸν πατέρα τὸν πέμψαντα αὐτόν.

Λοιπόν ακούγοντας όλα αυτά θα Τον ονομάσουμε και Πατέρα; Ναι. Διότι ενώ θα παραμένει Υιός τον τιμάμαι όπως και τον Πατέρα. Και ποια εξουσία έχει ο Υιός; Και να τιμωρεί και να τιμά και να κάνει και τα δύο όπως θέλει. Γιατί όμως είπε «έδωκεν»; Για να μη σου περάσει από τον νου ότι Αυτός είναι αγέννητος, ούτε να νομίσεις ότι υπάρχουν δύο Πατέρες. Διότι ό, τι είναι ο Πατήρ είναι και ο Υιός, ο οποίος εγεννήθη και παραμένει Υιός.  Και για να αντιληφθείς ότι το «έδωκεν» είναι  ίσο με το εγέννησε.

Και τελικά για να μην παρανοεί κανένας και πάλι αναβιβάζει τον λόγο λέγοντας ξεκάθαρα ἵνα πάντες τιμῶσι τὸν υἱόν, καθὼς τιμῶσι τὸν πατέρα ξεκαθαρίζοντας την ομοτιμία Πατρός και Υιού.  Και με το ὁ μὴ τιμῶν τὸν υἱὸν οὐ τιμᾷ τὸν πατέρα τὸν πέμψαντα αὐτόν συμπεριλαμβάνει την τιμή του Υιού με την τιμή του Πατρός αφού είναι Ομοούσιοι.

Και τώρα θα ρωτήσεις: Με ποιο τρόπο είναι της ίδιας ουσία και ο Αποστέλλων και ο Αποστελλόμενος; -Μα πάλι θα φέρει τον λόγο στα ανθρώπινα; Άκουσε λοιπόν. Έλεγε ο Υιός ότι είναι Απεσταλμένος όχι για να νομίσεις ότι είναι κατώτερος του Πατρός, αλλά για να βουλώσει τα στόματα των Ιουδαίων. Διότι αν ανέφερε όλα όσα έπρεπε ξεκάθαρα να πει εκείνοι δεν θα παραδέχονταν τα λόγια Του. Δια τούτο όταν μιλούσε για τον Ευατό Του κατέφευγε στον Πατέρα. Κι έτσι με την λέξη «απεσταλμένος» δεν εννοεί ότι κάποιος τον απέστειλε, αλλά την απόλυτη συμφωνία του Υιού με τον Πατέρα. Κι έτσι επειδή δεν υπήρχαν αυτιά για να κούσουν την ξεκάθαρτη αλήθεια εκεί που αναβίβαζε τα νοήματα διά των υψηλών λόγω, εκεί τα καταβίβαζε:

24 ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ τὸν λόγον μου ἀκούων καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντί με ἔχει ζωὴν αἰώνιον,

Βλέπεις; Δεν είπε εκείνος που θα πιστε΄ψει σε μένα, αλλά στον αποστείλαντά με. (καταβιβασμός του λόγου). Και γιατί μίλησε και πάλι με αυτόν τον τρόπο; Για να μη νομίσει κανείς πως μιλά με αλαζονεία. Κι έτσι με τον καταβιβασμό των λόγων, κάνει τον λόγο ευκολότερα αποδεχτό στους ακροατές Του.

 καὶ εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν.

Το δεν θα περάσει από κρίση, σημαίνει δεν θα τιμωρηθεί. Ως θάνατο και ζωή εννοεί ασφαλώς τον αιώνιο θάνατο ή την αιώνιο ζωή.

25 ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ νεκροὶ ἀκούσονται τῆς φωνῆς τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ ἀκούσαντες ζήσονται·

Θαύμασε τώρα αυθεντία και εξουσία άφατο! Ποιος θα δώσει το παράγγελμα της Αναστάσεως; Ο Υιός. Πότε θα αργήσει αυτό; «και νυν εστί». Ήδη συντελείται. Από πότε συντελείται; Μα από την στιγμή εκείνη που μιλούσε που ήταν μαζί τους και ανάσταινε τους νεκρούς με ένα Του παράγγελμα.  Και πως γίνεται αυτό; Το εξηγεί παρακάτω: 26 ὥσπερ γὰρ ὁ πατὴρ ἔχει ζωὴν ἐν ἑαυτῷ, οὕτως ἔδωκε καὶ τῷ υἱῷ ζωὴν ἔχειν ἐν ἑαυτῷ· Να και πάλι το Ομοούσιο και το Ομότιμο και το Αδιαίρετο.

27 καὶ ἐξουσίαν ἔδωκεν αὐτῷ καὶ κρίσιν ποιεῖν, ὅτι υἱὸς ἀνθρώπου ἐστί.

Και τι θα εμπόδιζε τον κάθε άνθρωπο να κρίνει; Αφού παραπάνω μας λέι ότι κρίσιν ποιεί ότι υιός ανθρώπου εστί; Δεν εννοεί αυτό. Αλλά ότι είναι κριτής διότι είναι Υιός της ανεκφράστου ουσίας.

28 μὴ θαυμάζετε τοῦτο· ὅτι ἔρχεται ὥρα ἐν ᾗ πάντες οἱ ἐν τοῖς μνημείοις ἀκούσονται τῆς φωνῆς αὐτοῦ, 29 καὶ ἐκπορεύσονται οἱ τὰ ἀγαθὰ ποιήσαντες εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, οἱ δὲ τὰ φαῦλα πράξαντες εἰς ἀνάστασιν κρίσεως.

Κι έτσι αφήνει τον συλλογισμό να βγεί εύκολα. Ότι θα κρίνει τον κόσμο όχι διότι είναι υιός ανθρώπου, αλλά Υιός Θεού. Και με τον παραπάνω λόγο κάνει επίσης ξεκάθαρο, πως δεν αρκεί κανείς να πιστεύει στον Υιό, αλλά να κάνει και καλά έργα.

Κι επειδή ο λόγος αυτός της αναστάσεως όλων των απ’ αιώνος νεκρών με ένα παράγγελμα του Ιησού φαίνονταν και φαίνεται σε πολλούς αδύνατον να συμβεί. Ο Χριστός δια των ήδη τετελεσμένων (βλ. ανάσταση του Λαζάρου) προαναγγέλλει και επιβεβαιώνει και τα μέλλοντα.

30 Οὐ δύναμαι ἐγὼ ποιεῖν ἀπ' ἐμαυτοῦ οὐδέν. καθὼς ἀκούω κρίνω, καὶ ἡ κρίσις ἡ ἐμὴ δικαία ἐστίν· ὅτι οὐ ζητῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμόν, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με πατρός.

Δηλαδή τίποτα παράξενο και τίποτα διαφορετικό δεν θα με δείτε να κάνω απ΄όσα λέει και ενεργεί ο Πατέρας. Διότι μου είναι αδύνατον να θέλω κάτι που να να μη θέλει και ο Πατέρας. Δεν τείπε όμως αυτό τόσο καθαρά διότι οι ακροατές δεν μπορούσαν να ανεχτούν αυτόν τον λόγο. Κι έτσι με ανθρώπινο τρόπο λέει: καθὼς ἀκούω κρίνω. Αλλά δεν είπε καθώ διδάσκομαι, αλλά καθώς ακούω, διότι δεν έχει καμία ανάγκη διδασκαλίας. Το νόημα λοιπόν αυτών των λόγων είναι: Κατ’ αυτόν τον τρόπο κρίνω όπως κρίνει και ο ίδιος ο Πατέρας. Καιθ πραγματεύεται όλα αυτά τα νοήματα με τρόπο ανθρώπινο διότι οι Ιουδαίοι νόμιζαν πως είναι απλός άνθρωπος. Γι ‘αυτό σ΄ αυτές τις περιπτώσεις δεν πρέπει να εξετάζουμε μόνο τα λόγια, αλλά να προσθέτουμε και τη γνώμη των ακροατών και να δεχόμαστε την απάντηση σαν έχει δοθεί σύμφωνα με την γνώμη. Διότι αλλιώς θα ακολουθήσουν πολλά άτοπα. Να ένα άτοπο συμπέρασμα: ὅτι οὐ ζητῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμόν. Δηλαδή τι; Άλλο θέλημα έχει ο Υιός, άλλο ο Πατήρ; -Όχι βέβαια αλλά αυτό ελέχθηκε γι’ αυτά που είπαμε παραπάνω.

31 ᾿Εὰν ἐγὼ μαρτυρῶ περὶ ἐμαυτοῦ, ἡ μαρτυρία μου οὐκ ἔστιν ἀληθής. 32 ἄλλος ἐστὶν ὁ μαρτυρῶν περὶ ἐμοῦ, καὶ οἶδα ὅτι ἀληθής ἐστιν ἡ μαρτυρία ἣν μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ.

Το χωρίο αυτό έχει κεκρυμμένα νοήματα τα οποία χρειάζεται πολύ προσοχή και πολύς λόπος για να τα φέρουμε στην επιφάνεια. Διότι ποιος δεν θα τα ραχτεί ακούγοντας τον Χριστό να λέει «Εάν εγώ μαρτυρώ για τον ευατό μου η μαρτυρία μου δεν είναι αληθινή»; Διότι αλλού φάινεται να δίνει μαρτυρία για τον ευατό Του: Όταν συνομιλκούσε με την Σαμαρείτιδα είπε: «Εγώ είμαι ομιλώ μαζί σου», και όταν κατηγορούσε τους Ιουδαίους έλεγε: «Σεις λέτε βλασφημείς επειδή εγώ είπα είμαι Υιός του Θεού». Αν λοιπόν όλα αυτά είναι ψευδή, από πού θα βρούμε την αλήθεια;

Πρόσεξε, πως οι αιρετικοί αυτό το λάθος κάνουν ότι δηλαδή δεν εξετάζουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ελέχθη κάτι και ποιοι ήταν οι ακροατές του λόγου. Έτσι κι εμείς αν δεν προσέξουμε όλα αυτά θα υποπέσουμε σε πολλά άτοπα.

Ο Χριστός λοιπόν προγνωρίζοντας ότι οι Ιουδαίοι θα του πουν: «Εσύ δίδεις μαρτυρία για τον εαυτό σου, άρα αυτά που μας λες δεν ισχύουν», για να προλάβει αυτούς είπε Εὰν ἐγὼ μαρτυρῶ περὶ ἐμαυτοῦ, ἡ μαρτυρία μου οὐκ ἔστιν ἀληθής. Αυτό το «δεν είναι αληθής» δεν πρέπει να το διαβάσουμε όπως-όπως, αλλά ως απάντηση εις εκείνους ελέγχοντας τις κρυφές τους σκέψεις.

Και συνεχίζοντας τον λόγο Του στη συνέχεια βάζει τρεις αποδείξεις για να πείσει αυτούς ότι η μαρτυρία που δίδει για τον εαυτό Του είναι αληθινή: α)33 ὑμεῖς ἀπεστάλκατε πρὸς ᾿Ιωάννην, καὶ μεμαρτύρηκε τῇ ἀληθείᾳ· 34 ἐγὼ δὲ οὐ παρὰ ἀνθρώπου τὴν μαρτυρίαν λαμβάνω, ἀλλὰ ταῦτα λέγω ἵνα ὑμεῖς σωθῆτε. 35 ἐκεῖνος ἦν ὁ λύχνος ὁ καιόμενος καὶ φαίνων, ὑμεῖς δὲ ἠθελήσατε ἀγαλλιαθῆναι πρὸς ὥραν ἐν τῷ φωτὶ αὐτοῦ.

Θα πεις τώρα και τι κι αν ο Ιωάννης δίδει μαρτυρία για τον Χριστό; Είναι απλά ένας άνθρωπος. Ναι αλλά δεν λέει «ο Ιώαννης έδωσε μαρτυρία για μένα», αλλά ότι «εσείς στείλατε ανθρώπους στον Ιωάννη για να σας που για μένα» και δεν θα στέλενατε εκεί κάποιους να ρωτήσουν αν δεν θεωρούσατε την μαρτυρία του Ιωάννου αξιόπιστη. Και αυτοί που πήγαν στον Ιωάννη δεν ρώτησαν τι γνώμη έχεις περί του Χριστού; Αλλά αν εσύ είσαι ο Χριστός. Και ποιοι εστάλησαν τότε στον Ιωάννη; Όχι τυχαία πρόσωπα. Αλλά νομοδιδάσκαλοι, φαρισαίοι δηλαδή άνθρωποι γνώστες του Μωσαϊκού νόμου οι οποίοι δεν μπορούσαν εύκολα να εξαπατηθούν από κάποιον στο ζήτημα των Γραφών.

36 ἐγὼ δέ ἔχω τὴν μαρτυρίαν μείζω τοῦ ᾿Ιωάννου·

Τότε λοιπόν γιατί δέχτηκες την μαρτυρία του Ιωάννου; Διότι η μαρτυρία εκείνου δεν προέρχονταν από τον ίδιο. Άλλωστε εκείνος έλεγε «Εκείνος που έστειλε να βαπτίζω με ύδωρ, εκείνος μου είπε». Ώστε λοιπόν η μαρτυρία του Ιωάννου, ήταν μαρτυρία του Θεού. Εσείς δε επειδή δεν πιστεύετε σε μένα προστρέξατε σε άνθρωπο και γι’ αυτό κι εγώ σας θυμίζω και εκείνου την μαρτυρία την οποία ε΄γω δεν έχω καθόλου ανάγκη για να αποδείξω ότι είμαι Θεός. τὰ γὰρ ἔργα ἃ ἔδωκέ μοι ὁ πατὴρ ἵνα τελειώσω αὐτά, αὐτὰ τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ, μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ ὅτι ὁ πατήρ με ἀπέσταλκε. ἐκεῖνος (ο Πρόδρομος) ἦν ὁ λύχνος ὁ καιόμενος καὶ φαίνων, ὑμεῖς δὲ ἠθελήσατε ἀγαλλιαθῆναι πρὸς ὥραν ἐν τῷ φωτὶ αὐτοῦ. Αλλά ούτε και σε εκείνον τελικά πιστέψατε, διότι αν πιστεύατε στα λόγια εκείνου τότε θα καταλήγατε στον πιστέψετε σε Μένα.

37 καὶ ὁ πέμψας με πατήρ, αὐτὸς μεμαρτύρηκε περὶ ἐμοῦ.

Και που μαρτύρησε ο Πατήρ; Στον Ιορδάνη όταν είπε: «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός. Αυτό ν’ ακούετε».

 οὔτε φωνὴν αὐτοῦ ἀκηκόατε πώποτε οὔτε εἶδος αὐτοῦ ἑωράκατε,

Τι θέλει τώρα να πει με αυτήν την φράση; Εισαγάγει ολίγον κατ’ όλίγον το νέο δόγμα το οποίο λέει ότι ο Θεός δεν έχει ούτε μορφή, ούτε φωνή. Αλλά ότι ανώτερος από μορφες και φωνές. Δεν ενννοεί βέβαια ότ ο Θεός εκβάλλει φωνή αλλά ότι δεν ακούγεται, ούτε ότι δεν έχει μορφή, αλλά ότι έχει μεν μορφή  αλλά είναι αθέατος.

38 καὶ τὸν λόγον αὐτοῦ οὐκ ἔχετε μένοντα ἐν ὑμῖν, ὅτι ὃν ἀπέστειλεν ἐκεῖνος, τούτῳ ὑμεῖς οὐ πιστεύετεΚαι τα παθαίνετε όλα αυτά από τον εγωισμό σας. Και εξαιτία αυτού του εγωισμού και της αλαζονείας σας  Θεός απομακρύνθηκε από σας. Και πολύ σωστά, διότι  εσείς δεν πιστεύετε στον Υιό του Θεού. Διότι αν πιστεύατε οι ίδιες οι Γραφες τις οποίες εσείς επικαλέιστε θα σας είχαν οδηγήσει σε μένα, γιατί οι Γραφές για μένα μιλάνε. Μη ρωτήσετε λοιπόν και μην πείτε δεν ακούσαμε τον Πατέρα να μαρτυρεί για σένα, διότι να, οι Γραφές όλες σε μένα αναφέρονται και δια των Γραφών ο Πατήρ μαρτυρεί περί του Υιού. Και δεν λέει επικαλέιται καθόλου την μαρτυρία της φωνής του Πατρός στον Ιορδάνη ποταμό, διότι οι ακορατές Του ήταν οι πλέον δύσπιστοι…

39 ἐρευνᾶτε τὰς γραφάς, ὅτι ὑμεῖς δοκεῖτε ἐν αὐταῖς ζωὴν αἰώνιον ἔχειν· καὶ ἐκεῖναί εἰσιν αἱ μαρτυροῦσαι περὶ ἐμοῦ· 40 καὶ οὐ θέλετε ἐλθεῖν πρός με ἵνα ζωὴν ἔχητε.

Ο Χριστός δεν λέει στους Ιουδαίους απλά να κάνουν ανάγνωση των Γραφών, αλλά να τις ερευνήσουν. Διότι αν κάποιος θέλει να βρει κάτι που αξίζει πρέπει να κοπιάσει με προσοχή και συνέπεια. Αλλά δεν αρκεί κάποιος να ερευνά τις Γραφές, διότι αυτό από μόνο του του γεγονός δεν σώζει κανέναν. Αλλά μαζί με την έρευνα χρειάζεται και η πίστη. Οι Ιουδαίοι λοιπόν δεν ήθελαν να πιστέψουν, αλλά να δικαιωθούν επειδή έκαναν απλή ανάγνωση των Γραφών. Διότι αν πίστευαν στις Γραφές όπωσδήποτε μέσα από αυτές θα οδηγούνταν στον Μεσσία Χριστό. Και για να μη νομίσουν οι Ιουδαίοι ότι όλα αυτά τα έλεγε από κενοδοξία προσθέτει:

 41 δόξαν παρὰ ἀνθρώπων οὐ λαμβάνω·

Δεν χρειάζομαι καθόλου, τους λέγει, την ανθρώπινη δόξα. Αλλά όλα αυτά τα λέω όχι για μένα, αλλά για να σωθείτε εσείς. Και τα λέω όλα αυτά και για έναν ακόμη λόγο: 42 ἀλλ' ἔγνωκα ὑμᾶς ὅτι τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔχετε ἐν ἑαυτοῖς.

Εσείς  με διώκετε διότι ομολογώ τον ευατό μου ίσο με τον Θεό, ο Θεός λοιπόν τον Οποίο εσείς δήθεν τιμάτε σας δίδει μαρτυρία για μένα διά μέσου των έργων και της Αγίας Γραφής.  Και πρότι σας απέδειξα την Θεότητά μου, εσείς αντί να τρέξετε προς εμένα με μισήσατε.

43 ἐγὼ ἐλήλυθα ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ πατρός μου, καὶ οὐ λαμβάνετέ με· ἐὰν ἄλλος ἔλθῃ ἐν τῷ ὀνόματι τῷ ἰδίῳ, ἐκεῖνον λήψεσθε.

Ποιον εννοεί ότι θα έρθει εξ’ όνόματός Του; Εδώ υπενίσσεται τον αντίχριστο.Ο οποίος θα έρθει δίχως κανείς να τον αποστείλει, από τον ευατό του και για τον εαυτό του παρουσιάζοντας τον ευατό του ως θεό. Αυτόν λοιπόν οι Ιουδαίοι με μεγάλη ευχαρίστηση θα τον δεχτούν ως μεσσία.!

Εγώ όμως, λέει ο Κύριος δεν έχω έρθει με αυτόν τον τρόπο, αλλά εν ονόματι του Πατρός μου. Και αυτό είναι απόδειξη πως οι Ιουδαίοι δεν αγαπούσαν τον Θεό. 

Και γιατί ο Χριστός δεν είπε «θα έλθει», αλλά είπε «αν έλεθει»; Διότι λυπήθηκε τους ακροατές Του και επειδή δεν είχε συμπληρωθεί ακόμη ο κύκλος της ασέβειάς τους.

44 πῶς δύνασθε ὑμεῖς πιστεῦσαι, δόξαν παρὰ ἀλλήλων λαμβάνοντες, καὶ τὴν δόξαν τὴν παρὰ τοῦ μόνου Θεοῦ οὐ ζητεῖτε;

Νας λοιπόν το κίνητρο με το οποίο οι Ιουδαίοι μελετούσαν τις Γραφές. Όχι για να σωθούν, όχι για να ανακαλύψουν στις Γραφές τον Μεσσία, αλλά για να ικανοποιήσουν το προσωπικό του πάθος. Ποιοο πάθος; Της κενοδοξίας τους. Και γι’αυτό και επιδίωκαν τις τιμές ο ένας απ’ τον άλλον.


45 μὴ δοκεῖτε ὅτι ἐγὼ κατηγορήσω ὑμῶν πρὸς τὸν πατέρα· ἔστιν ὁ κατηγορῶν ὑμῶν Μωϋσῆς, εἰς ὃν ὑμεῖς ἠλπίκατε.

Μη νομίσετε με όσα κάνετε ότι τιμάτε τον Μωυσή. Μάλλον δε τον υβρίζετε απορρίπτοντας εμένα χα΄ριν του Οποίου ο Μωυσής έγραψε και κήρυξε. Εάν λοιπόν πιστεύατε πράγματι στον Μωυσή, τότε και σε μένα θα πιστεύατε. 46 εἰ γὰρ ἐπιστεύετε Μωϋσεῖ, ἐπιστεύετε ἂν ἐμοί· περὶ γὰρ ἐμοῦ ἐκεῖνος ἔγραψεν. 47 εἰ δὲ τοῖς ἐκείνου γράμμασιν οὐ πιστεύετε, πῶς τοῖς ἐμοῖς ρήμασι πιστεύσετε;

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ (ΣΤ΄)

 

´\ΜΕΤΑ ταῦτα ἀπῆλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς πέραν τῆς θαλάσσης τῆς Γαλιλαίας τῆς Τιβεριάδος· 2 καὶ ἠκολούθει αὐτῷ ὄχλος πολύς, ὅτι ἑώρων αὐτοῦ τὰ σημεῖα ἃ ἐποίει ἐπὶ τῶν ἀσθενούντων. 3 ἀνῆλθε δὲ εἰς τὸ ὄρος ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἐκεῖ ἐκάθητο μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ. 4 ἦν δὲ ἐγγὺς τὸ πάσχα, ἡ ἑορτὴ τῶν ᾿Ιουδαίων.

          Και γιατί απήλθε ο Ιησούς στην Γαλιλαία; Με αυτόν τον τρόπο θέλησε πάλι να μας διδάξει πως πρέπει να αποφεύγουμε τις κακές συναναστροφές αποφεύογντας την θρασύτητα των πονηρών ανθρώπων. 

          Και γιατί τον ακολούθησαν οι όχλοι; Διότι είχαν δει πολλά θαύματα. Ποια θαύματα και γιατί δεν μας τα αναφέρει; Διότι ο Ευαγγελιστής φρίντισε να γεμίσει το βιβλίο του με λόγους του Χριστού και όχι με τα αναρίθμητα θαύματα. Κι όμως, τα πλήθη ακολουθούσαν τον Ιησού όχι γιατί άκουσαν λόγους, αλλά επειδή είδαν θαύματα, πράγμα που δείχνει ατελή πίστη και διάθεση.

          Γιατό ο Χριστός ανέβηκε σε όρος μαζί μαε τους μαθητές Του; Για το θαύμα που επρόκειτο να γίνει και συνάμα για να μας διδάξει ότι πρέπει να αποφεύγουμε τον θόρυβο διότι για να πλησιάσουμε στον Θεό χρειάζεται μόνωση και ησυχία.

          Και μας λέει ο ευαγγελιστής ότι πλησίαζε το πάσχα και η εορτή των αζύμων. Γιατί λοιπόν ο Χριστός δεν πήγε στα Ιεροσόλυμα αλλά βάδιζε προς την Γαλιλαία;  -Ολίγον κατ’ ολγίγον καταργεί τον νόμο, λαμβάνοντας αφορμή από την κακία των Ιουδαίων.

5 ἐπάρας οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ θεασάμενος ὅτι πολὺς ὄχλος ἔρχεται πρὸς αὐτόν, λέγει πρὸς τὸν Φίλιππον· πόθεν ἀγοράσωμεν ἄρτους ἵνα φάγωσιν οὗτοι;

          Και για ποιο λόγο ρώτησε τον Φίλιππο; -Γνώριζε ποιοι από τους μαθητές Του είχαν ανάγκη από περισσότερη διδασκαλία. Διότι ο Φίλιππος ήταν αυτός που αργότερα είπε: «Δίξε σε μας τον Πατέρα και αυτό μας αρκεί». Διότι αν το θαύμα γινόταν χωρίς προετοιμασία, δεν θα φαινόταν τόσο πολύ ως θαύμα.  Τώρα όμως αναγκάζει τον Φίλιππο να ομολογήσει την υπάρχουσα έλλειψη. Και πρόσεχε τι ρωτά τον Φίλιππο: πόθεν ἀγοράσωμεν ἄρτους ἵνα φάγωσιν οὗτοι; Ώστε ο Φίλιππος συγκρίνοντας αυτά που είχε με αυτούς που χόρτασαν να κατανοήσει περισσότερο την έκταση του θαύματος. Έτσι ο Φίλιπος απάντησε: 6 τοῦτο δὲ ἔλεγε πειράζων αὐτόν· αὐτὸς γὰρ ᾔδει τί ἔμελλε ποιεῖν. 7 ἀπεκρίθη αὐτῷ Φίλιππος· διακοσίων δηναρίων ἄρτοι οὐκ ἀρκοῦσιν αὐτοῖς ἵνα ἕκαστος αὐτῶν βραχύ τι λάβῃ.

Τι σημαίνει «για να δοκιμάσει»; Μήπως δεν γνώριζε τι θα του απαντούσε ο Φίλιππος; Τη σημασία της λέξης μπορούμε να την ακτανοήσουμε από την Παλαιά Διαθήκη. Διότι και εκεί λέει: «Μετά ταύτα δοκίμασε ο Θεός τον Αβραάμ και είπε, πάρε τον υιό σου τον μονογενή τον οποίο ηγάπησες τον Ισαάκ». Αλλά ούτε και εκεί υπάρχει ακριβή γνώση της λέξης, διότι ο Θεός ως Παντογνώστης δεν περίμενε να δει το τέλος της δοκιμασίας για να γνωρίσει. Άρα η λέξη δοκιμάσει τελικά δεν σημαίνει την άγνοια, αλλά την ακριβή γνώση. Ή επίσης μπορεί να σημαίνει ότι διά της ερωτήσεως οδηγεί τον Φίλιππο στην ακριβή γνώση του θαύματος. Γι’ αυτό και ο Ευαγγελιστής προσθέτει αὐτόν· αὐτὸς γὰρ ᾔδει τί ἔμελλε ποιεῖν.

 8 λέγει αὐτῷ εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ᾿Ανδρέας ὁ ἀδελφὸς Σίμωνος Πέτρου. 9 ἔστι παιδάριον ἓν ὧδε, ὃς ἔχει πέντε ἄρτους κριθίνους καὶ δύο ὀψάρια· ἀλλὰ ταῦτα τί ἐστιν εἰς τοσούτους;

Λεπτότερα από τον Φίλιππο σκέφτεται ο Ανδρέας. Αλλά όμως ούτε και αυτός κατανόησε το θαύμα. Και ο Ανδρέας το είπε αυτό έχοντας υπόψιν του το θαύμα του Ελισαίου. Αλλά παρότι έφτασε στο ύψωμα εν τούτοις δεν έφτασε στην κορυφή. Όταν λοιπόν και οι δύο μαθητές έπαψαν να ελπίζουν και σίγησαν, τότε ακριβώς ο Ιησούς έκανε το θαύμα. Και για να δείξει ότι δεν είχε καθόλου ανάγκη την ύλη για να κάνει το θαύμα, γι’ αυτό πριν καν εμφανιστούν αυτοί μπροστά του ξεκινά να τελεί το θαύμα. Και για να φανεί το πόσο πολύ οι μαθητές είχαν ωφεληθεί από την συζήτηση που προηγήθηκε υπάκουσαν αμέσως στις εντολές του Χριστού δίχως περαιτέρω ερωτήσεις ή δισταγμό.

10 εἶπε δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς· ποιήσατε τοὺς ἀνθρώπους ἀναπεσεῖν· ἦν δὲ χόρτος πολὺς ἐν τῷ τόπῳ. ἀνέπεσον οὖν οἱ ἄνδρες τὸν ἀριθμὸν ὡσεὶ πεντακισχίλιοι. 11 ἔλαβε δὲ τοὺς ἄρτους ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ εὐχαριστήσας διέδωκε τοῖς μαθηταῖς, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ἀνακειμένοις· ὁμοίως καὶ ἐκ τῶν ὀψαρίων ὅσον ἤθελον.

          Και γιατί ενώ όταν θεράπευσε τον παραλυτικό, ή όταν γαλήνεψε τα κύματα, ή όταν ανέστησε τον νεκρό, δεν προσευχήθηκε προτίτερα, ενώ τώρα το κάνει; Για να μας διδάξει την ευχαριστία που πρέπει να κάνουμε και την προσευχή πριν από κάθε γεύμα. Επί πλέον υπήρχε και πολύς κόσμος ο οποίος έπρεπε να πειστεί ότι ήρθε με τη θέληση του Θεού. Είναι επίσης σημαντικό το πώς ποιεί το θάμυα. Με πλήρη εξουσία και όχι ως δούλος.

 12 ὡς δέ ἐνεπλήσθησαν, λέγει τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· συναγάγετε τὰ περισσεύσαντα κλάσματα, ἵνα μή τι ἀπόληται. 13 συνήγαγον οὖν καὶ ἐγέμισαν δώδεκα κοφίνους κλασμάτων ἐκ τῶν πέντε ἄρτων τῶν κριθίνων ἃ ἐπερίσσευσε τοῖς βεβρωκόσιν.

Και η ενέργειά Του αυτή δεν έχει τίποτα το περιττό. Αλλά έγινε για να μη νομίσει κανείς πως αυτό το θαύμα ήταν απόροοια φαντασίας. Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο και ο Χριστός δεν πολλαπλασίασε εκ του μηδενός αλλά από την υπάρχουσα ύλη που του έφεραν μπροστά Του.  Και γιατί δεν έδωσε εντολή τα περισσεύματα να τα μαζέψει ο όχλος αλλά οι μαθητές Του; Διότι αυτοί σε λίγο θα γινόταν διδάσκαλοι όλοι της οικουμένης και γι’ αυτό έπρεπε να διδαχθούν επαρκώς από το θαύμα αυτό.  Άλλωστε ο Χριστός σε άλλη περίπτωση τους υπενθύμισε το γεγονός ρωτώντας : «Δεν γνωρίζετε πόσα κοφίνια πήρατε»; Και το ότι τα κοφίνια ήταν σε αριθμό ίσα με τον αριθμό των μαθητών έγινε για την αυτή αιτία.

 14 Οἱ οὖν ἄνθρωποι, ἰδόντες ὃ ἐποίησε σημεῖον ὁ ᾿Ιησοῦς, ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης ὁ ἐρχόμενος εἰς τὸν κόσμον.

Ω υπερβολική γαστριμαργία! Είχε κάνει άπειρα θαύματα πολύ πιο αξιόλογα απ’ αυτό, αλλά πουθενά δεν ομολόγησαν έτσι παρά μόνο όταν χόρτασαν.

15 ᾿Ιησοῦς οὖν γνοὺς ὅτι μέλλουσιν ἔρχεσθαι καὶ ἁρπάζειν αὐτὸν ἵνα ποιήσωσιν αὐτὸν βασιλέα, ἀνεχώρησε πάλιν εἰς τὸ ὄρος αὐτὸς μόνος.

Κι ενώ προτίτερα ενδιαφέρονταν πολύ για την καταπάτηση της αργίας του Σαββάτου και εξέταζαν και σκανδαλίζονταν, τώρα που χόρτασαν τίποτα απ’ αυτά δεν τους ενδιαφέρει και τώρα θέλουν να στε΄ψουν βασιλέα! Αλλά ο Χριστό φεύγει. Γιατί φεύγει; Διότι θέλει να μας διδάξει να περιφρονούμε τα κοσμικά αξιώματα και ότι ο Χριστός δεν έχει ανάγκη από καμιά επίγεια τιμή.

Και πράγματι κάθε ανθ΄ρωπινη τιμή είναι πανομοιότυπη με γέλωτα και ύβρη και ηρωνεία. Ας μην την επιδιώκουμε λοιπόν. Διότι η δόξα του ανθ΄ρωπου είναι ως άνθος χόρτου. Διότι τι πιο ταπεινό υπάρχει από το άνθος του χόρτου;


             16 ῾Ως δὲ ὀψία ἐγένετο, κατέβησαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπὶ τὴν θάλασσαν, 17 καὶ ἐμβάντες εἰς τὸ πλοῖον ἤρχοντο πέραν τῆς θαλάσσης εἰς Καπερναούμ. καὶ σκοτία ἤδη ἐγεγόνει καὶ οὐκ ἐληλύθει πρὸς αὐτοὺς ὁ ᾿Ιησοῦς, 18 ἥ τε θάλασσα ἀνέμου μεγάλου πνέοντος διηγείρετο.

Επειδή ο Χριστός είχε αφήσει τους μαθητές μόνους και πήγε στο όρος να προσευχηθεί, οι μαθητές καθώς οι ώρες περνούσαν άρχισαν να ανησυχούν και επειδή τόσο μεγάλη ήταν επιθυμία τους για τον Κύριο αδιαφορώντας για το γεγονός ότι είχε νυχτώσει, μπήκαν στο πλοίο για να Τον αναζητήσουν. Τόσο μεγάλος ήταν ο πόθος τους για τον Χριστό. Και γιατί ο Χριστός τους άφησε μόνους; Αφενός για να Τον επιθυμήσουν περισσότερο και αφ’ εταίρου για ν αδουν πόσο βαρύ πράγμα είναι η Θεία εγκατάλειψη. Αλλά και για ένα κόμη λόγο. Για να τους δείξει την δύναμή Του.

 19 ἐληλακότες οὖν ὡς σταδίους εἴκοσι πέντε ἢ τριάκοντα θεωροῦσι τὸν ᾿Ιησοῦν περιπατοῦντα ἐπὶ τῆς θαλάσσης καὶ ἐγγὺς τοῦ πλοίου γινόμενον, καὶ ἐφοβήθησαν.

Για πολλούς λόγους ταράχθηκαν οι μαθητές: Πρω΄τον διότι βρίσκονταν μακριά από την ξηρά, δεύτερον διότι είχε νυχτώσει, τρίτον διότι φυσούσε δυαντός αέρας, τέταρτον διότι η θάλασσα φούσκωνε και πέμπτον διότι είδαν τον Χριστό να περπατά πάνω στα κύματα.

Το θαύμα αυτό ο Ιερός Χρυσόστομος λέει πως είναι διαφορετικό απ’ αυτό που μας παρουσιάζει ο Ματθαίος. Και αυτός καθώς λέει διαπιστώνεται από πολλά πράγματα:

 20 ὁ δέ λέγει αὐτοῖς· ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε. 21 ἤθελον οὖν λαβεῖν αὐτὸν εἰς τὸ πλοῖον, καὶ εὐθέως τὸ πλοῖον ἐγένετο ἐπὶ τῆς γῆς εἰς ἣν ὑπῆγον.

Όπως διαβάζουμε στον παραπάνω στίχο μόλις οι μαθητές άκουσαν την φωνή του Χριστού, δεν αναρωτήθηκαν όπως τότε που είπε ο Πέτρος «αν είσαι διέταξε να έρθω κοντά σου», αλλά αμέσως πίστηκαν ότ ο Κύριος είναι. Ο Χριστός φαίνεται να επαναλαμβάνει κάποια θαύματα για παιδαγωγικούς  λόγους προς τους μαθητές Του ώστε αυτοί να ενισχύονται ολοένα και περισσότερο στην πίστη. Παρατηρούμε επίσης και μία άλλη μεγάλη διαφορά. Ενώ στο θαύμα που περιγράφει ο Ματθαίος ο Ιησούς επιτιμά τους ανέμους και η θάλασσα γαληνεύει, εδώ με το που εμφανίζεται το πλοίο εκ θαύματος μεταβαίνει αμέσως στην στεριά.

        22 Τῇ ἐπαύριον ὁ ὄχλος ὁ ἑστηκὼς πέραν τῆς θαλάσσης ἰδὼν ὅτι πλοιάριον ἄλλο οὐκ ἦν ἐκεῖ εἰ μὴ ἓν ἐκεῖνο εἰς ὃ ἐνέβησαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ὅτι οὐ συνεισῆλθε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς τὸ πλοιάριον, ἀλλὰ μόνοι οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπῆλθον· 23 ἄλλα δὲ ἦλθε πλοιάρια ἐκ Τιβεριάδος ἐγγὺς τοῦ τόπου, ὅπου ἔφαγον τὸν ἄρτον εὐχαριστήσαντος τοῦ Κυρίου· 24 ὅτε οὖν εἶδεν ὁ ὄχλος ὅτι ᾿Ιησοῦς οὐκ ἔστιν ἐκεῖ οὐδὲ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, ἐνέβησαν αὐτοὶ εἰς τὰ πλοῖα καὶ ἦλθον εἰς Καπερναοὺμ ζητοῦντες τὸν ᾿Ιησοῦν. 25 καὶ εὑρόντες αὐτὸν πέραν τῆς θαλάσσης εἶπον αὐτῷ· ραββί, πότε ὧδε γέγονας;

Και μας περιγράφει ο ευαγγελιστής τόσο λεπτομερώς την συμπεριφορά του πλήθους, διότι μ’ αυτόν τον τρόπο θέλει να μας πει πως και εκείνοι υποψιάστηκαν το θαύμα. Διότι δεν υπήρχε άλλος τρόπος να  φτάσει εκεί ο Χριστός παρά μόνο εκ θαύματος αφού δεν υπήρχε άλλο πλοίο πέρα απ’ αυτό που μετέβησαν από βραδύς οι μαθητές. Και μολονότι είχαν δει την προηγούμενη μέρα το θαύμα του πλλαπλασιασμού των πέντε άρτων  και ήθελαν τότε να τον ανακηρύξουν βασιλέα, τώρα δεν τον αναζητούν για τον ίδιο λόγο αλλά γιατί επιζητούσαν και πάλι φαγητό.

῾        26 ᾿Απεκρίθη αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ζητεῖτέ με, οὐχ ὅτι εἴδετε σημεῖα, ἀλλ' ὅτι ἐφάγετε ἐκ τῶν ἄρτων καὶ ἐχορτάσθητε. 27 ἐργάζεσθε μὴ τὴν βρῶσιν τὴν ἀπολλυμένην, ἀλλὰ τὴν βρῶσιν τὴν μένουσαν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἣν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὑμῖν δώσει· τοῦτον γὰρ ὁ πατὴρ ἐσφράγισεν ὁ Θεός.

          Ο διδάσκαλος ενίτοτε θα πρέπει να είναι και αυστηρός διότι δεν ωφελεί πάντοτε η επιείκια και η πραότητα. Γιατί αν ο μαθητής είναι νωθρός και χονδροκέφαλος , τότε πρέπει να χρησιμοποιεί το κέντρισμα ώστε να αποβάλλει την νωθρότητα. Αλλά προσέξτε: Δεν είπε «ω λαίμαργοι και κοιλιόδουλοι και ….» αλλά τους μίλησε με γλυκήτητα και ηρεμία.

          28 εἶπον οὖν πρὸς αὐτόν· τί ποιῶμεν ἵνα ἐργαζώμεθα τά ἔργα τοῦ Θεοῦ; 29 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτό ἐστι τὸ ἔργον τοῦ Θεοῦ, ἵνα πιστεύσητε εἰς ὃν ἀπέστειλεν ἐκεῖνος. 30 εἶπον οὖν αὐτῷ· τί οὖν ποιεῖς σὺ σημεῖον ἵνα ἴδωμεν καὶ πιστεύσωμέν σοι; τί ἐργάζῃ; 31 οἱ πατέρες ἡμῶν τὸ μάννα ἔφαγον ἐν τῇ ἐρήμῳ, καθώς ἐστι γεγραμμένον· ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς φαγεῖν.

          Κε έβαλαν στο μέσον αυτό το επιχείρημα διότι εξακολουθούσαν να ζητούν από τον Χριστό υλική τροφή.  Και ήταν τόσο αδιάντροποι ώστε σαν μην είχαν δει λίγο νωρίτερα το θαύμα ζητούσαν να δουν σημείο. Κι ενώ λίγο νωρίτερα ήθενα να τον κάνουν βασιλέα τους τώρα ουρλιάζουν εναντίομ Του σαν πεινασμένα σκυλιά.  Να όμως πως τους απάντησε ο Χριστός:

          32 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ Μωϋσῆς δέδωκεν ὑμῖν τὸν ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, ἀλλ' ὁ πατήρ μου δίδωσιν ὑμῖν τὸν ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τὸν ἀληθινόν.

          Δηλαδή σταματείστε να ζητείτε αυτού του είδος την τροφή με τόσο πόθο, αλλά να ζητά τε την πνευματική. Ορισμένοι χρησιμηποιώντας τα λόγια αυτά του Χριστού, λένε «να ο Θεός δεν θέλει να εργαζόμαστε». Αλλά φαίνεται πως ξεχωρίζουν με πονηρία αυτούς τους στίχους αδιαφορώντας για άλλα εδάφια όπως αυτό που λέει ο Άπόστολος Παύλος: «Ο κλέφτης να μην κλέβει πλέον, αλλά μάλλον να κοπιάζει εργαζόμενος με τα χέρια του για να έχει να δώσει και σε εκείνον που έχει ανάγκη». (Εφ. 4,28).  Δηλαδή όχι απλώς να εργάζεται αλλά εκ περισσού να εργάζεται.. Και άλλα πολλά μπορούμε να επικαλεστούμε αλλά δεν είναι της παρούσης.

33 ὁ γὰρ ἄρτος τοῦ Θεοῦ ἐστιν ὁ καταβαίνων ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ζωὴν διδοὺς τῷ κόσμῳ.

Και δίδει ζωή διότι ζωρίς Αυτόν οι άνθρωποι Ιουδαίοι και εθνικοί είναι νεκροί.

 34 εἶπον οὖν πρὸς αὐτόν· Κύριε, πάντοτε δὸς ἡμῖν τὸν ἄρτον τοῦτον.

Και μίλησαν και πάλι μ’ αυτόν τον τρόπο διότι ακόμη και τώρα ήλπιζαν να τους δώσει υιλική τροφή για να χορτάσουν.

35 εἶπε δὲ αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς· ὁ ἐρχόμενος πρός με οὐ μὴ πεινάσῃ, καὶ ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ διψήσῃ πώποτε. 36 ἀλλ' εἶπον ὑμῖν ὅτι καὶ ἑωράκατέ με καὶ οὐ πιστεύετε.

Και εισέρχεται πλέον ο Χριστός στην αποκάλυψη των μυστηρίων. Και πρώτον κάνει λόγο για την Θεότητά Του λέγοντας ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς. Εδώ δεν εννοεί το Σώμα Του διότι αργότερα θα πει και τον άρτον τον οποίο εγώ θα δώσω είναι το Σώμα μου, αλλά την Θεότητά Του.

37 Πᾶν ὃ δίδωσί μοι ὁ πατήρ, πρὸς ἐμὲ ἥξει, καὶ τὸν ἐρχόμενον πρός με οὐ μὴ ἐκβάλω ἔξω·

Εδώ υποννοεί ότι εκείνος που πιστεύει στον Χριστό θα σωθεί και θα μπεί στον παράδεισο, ενώ εκείνος που δεν πιστεύει παραβαίνει το θέλημα του Πατρός και ως εκ τούτου οδεύει προς την απώλεια.

 38 ὅτι καταβέβηκα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ οὐχ ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμόν, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με. 39 τοῦτο δέ ἐστι τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με πατρός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκέ μοι μὴ ἀπολέσω ἐξ αὐτοῦ, ἀλλὰ ἀναστήσω αὐτὸ ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ. 40 τοῦτο δέ ἐστι τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με, ἵνα πᾶς ὁ θεωρῶν τὸν υἱὸν καὶ πιστεύων εἰς αὐτὸν ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον, καὶ ἀναστήσω αὐτὸν ἐγὼ τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ.

Θα πει κάποιος: «Άρα εφόσον ο Πατήρ παρέδωσε στον Υιό κάποιους για να διαφυλαχθούν, είναι απαλαλγμένοι όλοι εκείνοι που δεν παραδώθηκαν από κάθε είδους τιμωρία και απιελές».

Αυτά όμως είναι ψιλά λόγια και προφάσεις. Διότι η διδασκαλία και η πίστη έγγυται στην δική μας ελευθερία και θέληση. Τι σημαίνει λοιπόν αυτός ο λόγος; -Σημαίναι ότι η πίστη στον Χριστό δεν είναι τυχαίο πράγμα, ούτε έργο ανθρωπίνων συλλογισμών, αλλά χρειάζεται και η άνωθενα αποκάλυψις καθώς και η ευσεβής ψυχή που  δέχεται την αποκάλυψη. Και το «εκείνος που θα έρθει προς εμένα θα σωθεί» σημαίνει: Αυτός θα απολαύσει μεγάλη πρόνοια, διότι χάριν αυτών ήρθα και έλαβα σάρκα και μορφή δούλου.

Αλλά τι σημαίνει το ὅτι καταβέβηκα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ οὐχ ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμόν, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με. Δηλαδή άλλο θέλημα έχει Εσύ και άλλο ο Πατέρας; -Για να απομακρύνει όμως τον ακροατή από τέτοιες υποψίες λέγει παρακάτω: 40 τοῦτο δέ ἐστι τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με, ἵνα πᾶς ὁ θεωρῶν τὸν υἱὸν καὶ πιστεύων εἰς αὐτὸν ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. Αν λοιπόν και Πατέρας και Υιός θέλουν το ίδιο, άρα έχουν το ίδιο και το αυτό θέλημα. Και ποιο είναι αυτό το θέλημα; -Να σωθούν οι άνθρωποι. Άρα ο Χριστός τους λέει με άλλα λόγια ότι έγινα άνθρωπος, όχι γιατί αυτό ωφελεί εμένα, αλλά για σας, για να σωθείτε. Και δεν χρειάζομαι ούτε και επιδιώκω τις δικές σας τιμές, αυτές δεν τις έχω καθόλου ανάγκη. Αλλά ήρθα στον κόσμοεκπληρώνοντας τον σκοπό της σωτηρίας σας. Και τους υπενθυμίζει την ανάσταση για να τους απομακρύνει από την προσμονή μόνο των επιγείων. Αλλά αν εκείνοι δεν ωφελήθηκαν τίποτα από τα λόγια αυτά του Χριστού, ας ωφεληθούμε εμείς. Όταν επιθυμούμε τα γηίνα και τις τιμές και την δόξα και τα πλούτη ας ενθυμούμεθα εκείνη την ημέρα. Και ας λέγουμε και στους εαυτούς μας και στους άλλους : «Θα έρθει η ανάσταση» και η ενθύμηση αυτού του γεγονότος θα λειτουργεί στην σκέψη μας σαν φραγμό, σαν χαλινάρι. Και αν δούμε κάποιον να στερείτε και να βασανίζεται και σ’ αυτόν τα ίδια να πούμε βεβαιόνοντάς τον ότι οι λύπες θα τελειώσουν. Και αν πάλι δούμε κάποιον ράθυμο και οκνηρό, ας επαναλάβουμε και σ’ αυτό τα ίδια.

Άρα η ενθύμηση της αναστάσεως λειτουργεί θεραπευτικά και στους μεν και στους δε και σε μας τους ίδιους.  Διότι υπάρχει ανάσταση και κρίση και ευθύνη για τις πράξεις και τα λόγια μας. Και όχι μόνο υπάρχει, αλλά είναι και πολύ πλησίον. Και αν υπάρχει και κρίση και ανάσταση τότε δεν υπάρχει πεπρωμένο. Και υατός που δεν πιστεύει στην ανάσταση τότε δεν μπορεί να είναι χριστιανός. Και τελικά ποιοι είναι αυτοί που δεν πιστεύουν στην ανάσταση; Ασφαλώς εκείνοι που ακολουθούν μολυσμένες οδούς. Διότι δεν υπάρχει άνθρωπος που ακολυθεί καθαρό βίο ο οποίος δεν πιστεύει στην ανάσταση.


             41 ᾿Εγόγγυζον οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι εἶπεν, ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ καταβὰς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, 42 καὶ ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ᾿Ιησοῦς ὁ υἱὸς ᾿Ιωσήφ, οὗ ἡμεῖς οἴδαμεν τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα; πῶς οὖν λέγει οὗτος ὅτι ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβέβηκα;

          Μέχρι πρότινος ήθελαν να τον κάνουν βασιλιά τους επειδή τους έδωσε φαγητό και έφαγαν. Τώρα που τους αρνήθηκε την τροφή γογγύζουν. Δεν αντιδρούν φανερά αλλά γογγύζουν γιατί ήταν ακόμη νωπή η μνήμη του θαύματος. Και από τα λόγια τους αυτά  φαίνεται πως δεν έχουν μάθει τίποτα ακόμη από τον θαυαμστό τρόπο της γέννησης του Χριστού και γι’ αυτό τον αποκαλούν υιό του Ιωσήφ. Όμως ο Ιησούς τίποτα δεν τους εξηγεί διότι οι ακροατές δεν ήταν σε θέση να κατανοήσουν τα των μυστηρίων και γι’ αυτό με διαφορετικό τρόπο τους απαντά:

43 ἀπεκρίθη οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· μὴ γογγύζετε μετ' ἀλλήλων. 44 οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐὰν μὴ ὁ πατὴρ ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν,

Σ’ αυτό το εδάφιο στηρίζονται οι Μανιχαίοι και ισχυρίζονται ότι εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα από μόνοι μας. Το ερώτημα λοιπόν που προκύπτει είναι: - Αν εμείς πηγαίνουμε προς τον Θεό με την θέλησή μας, σε τι είναι χρήσιμο Αυτός να μας ελκύσει;

Απ.: Αυτό δεν αναιρεί την γνώση μας, αλλά φανερώνει πως χρειαζόμαστε βοήθεια χωρίς ασφαλώς αυτό να καταργεί την ελεύθερη βούληση και ελευθερία μας. Είναι αυτό που λένε ορισμένοι πατέρες «βάλε εσύ το ένα και ο Θεό θα συμπληρώσει τα υπόλοιπα 99 που σου λείπουν».

Έπειτα δυκνείει και τον τρόπο με τον  οποίο ελκύει:

καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ.

Ο Πατήρ ελκύει και ο Υιός ανασταίνει!! Έτσι δυκνείεται ι ισοτιμία της δυνάμεως.

45 ἔστι γεγραμμένον ἐν τοῖς προφήταις· καὶ ἔσονται πάντες διδακτοὶ Θεοῦ. πᾶς ὁ ἀκούων παρὰ τοῦ πατρὸς καὶ μαθὼν ἔρχεται πρός με· 46 οὐχ ὅτι τὸν πατέρα τις ἑώρακεν, εἰ μὴ ὁ ὢν παρὰ τοῦ Θεοῦ, οὗτος ἑώρακε τὸν πατέρα.

Να λοιπόν πως ελκύει. Διά μέσου της διδασκαλίας. Και στους μεν ανθ΄ρωπους της προ Χριστού εποχής δίδαξε διά των προφητών, στους δε μετά Χριστόν εποχής απεθείας διά του Υιού και δια του Αγίου Πνεύματος!

Και λέγοντας οὗτος ἑώρακε τὸν πατέρα μιλά όχι σύμφωνα με τον λόγο της αιτίας ,α λά σύμφωνα με τον τρόπο της ουσίας. Και δεν το εξήγησε αυτό πιο ξεκάθαρα εξαιτίας της αδυναμίας των ακροατών.  

47 ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ ἔχει ζωὴν αἰώνιον. 48 ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς. 49 οἱ πατέρες ὑμῶν ἔφαγον τὸ μάννα ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ ἀπέθανον·

Ως «άρτο» εννοεί την διδασκαλία Του και την πίστη σ’ Αυτόν ή εις το Σώμα Του, διότι και τα δύο ενδυναμώνουν την ψυχή. Και αμέσως διαφοροποιεί την αξία του «μάννα» και του δικού Του Σώματος.

 50 οὗτός ἐστιν ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβαίνων, ἵνα τις ἐξ αὐτοῦ φάγῃ καὶ μὴ ἀποθάνῃ. 51 ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς· ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα. καὶ ὁ ἄρτος δὲ ὃν ἐγὼ δώσω, ἡ σάρξ μού ἐστιν, ἣν ἐγὼ δώσω ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς.

Βλέπεις τη διαφορά; Ενώ οι ισραηλίτες έφαγαν μεν το «μάννα» αλλά δεν στάθηκαν εξ΄αυτού ικανοί ούτε καν στη γη της επαγγελίας να εισέλθουν, οι χριστιανοί που θα φάνε τον Άρτο της ζωής θα ζήσουν αιώνια.  Και όλα αυτά ενώ δεν τα καλάβαιναν αντί να ρωτήσουν και να μάθουν απομακρύνθηκαν ίδιον της μωρίας τους. Διότι ίδιον του καλού μαθητού είναι να μην πολπραγμονεί εις τας ρήσεις του διδασκάλου, αλλά να περιμένει και τον κατάλληλο καιρό να λύνει τις απορίες του. Αυτό έπραξαν και απόστολοι. Οι οποίοι όταν άκουσαν ότι για να ζήσουν αιώνια πρέπει να φάνε τη Σάρκα Του και να πιουν το Αίμα Του δεν απομακρύνθηκαν ούτε τον πολιόρκησαν με σκανδαλιζόμενοι, αλλά ανέμεναν τον κατάλληλο καιρό να του αποκαλύψει αυτά που τότε αγνοούσαν. Γιατί όταν εισέλθει στην ψυχή το ερώτημα «πως», μετά από λίγο ακολουθεί και η απιστία. Γιατί αν αυτό το αντικρούεις τότε θα πρέπει να ξεκινήσεις να ρωτάς: πως έγινε άνθρωπος ο Θεός, πως πολλαπλασίασε τους άρτους, κ.α.

Αλλά τι τέλος πάντων συμβαίνει εδώ; Γιατί μας δίδει ο Χριστός να φάμε την Σάρκα Του;

-Για να γίνουμε ένα Σώμα από αγάπη πρέπει να αναμιχθούμε με Εκείνο το Σώμα και επειδή θέλει να μας δείξει την μεγάλη αγάπη Του προς εμάς, ανέμειξε τον Εαυτό Του με μας και αποτέλεσε με μας ένα Σώμα για να είμαστε ένα. Όπως ακριβώς το σώμα είναι συνδεδεμένο με την κεφαλή. Και εμείς φεύγουμε από Τράπεζα εκείνη σαν λέοντες που βγάζουν φωτιά αφού γινόμαστε φοβεροί ακόμη και στον διάβολο. «Εγώ σας τρέφω με τις σάρκες μου, σας παραθέτω τον εαυτό μου. Και δίδοντας το Αίμα μου σας καθιστώ πλέον συγγενείς μου γιατί θέλησα να γίνω αδερφός σας». Και το Αίμα αυτό ποτίζει την ψυχή μας και της δίδει μεγάλη δύναμη. Και αν λάβουμε αξίως αυτό το Αίμα, τότε Αυτό εκδιώκει τους δαίμονες και τους κτατά μακριά μας και φέρνει κοντά μας τους αγγέλους και τον Κύριο των αγγέλων. Όταν χύθηκε αυτό το Αίμα ξέπλυνε όλη την οικουμένη. Με αυτό το Αίμα επιτυγχάνεται η σωτηρία των ψυχών μας, με αυτό λούεται η ψυχή μας, με αυτό στολίζεται, με αυτό φλέγεται, Αυτό κάνει το νου μας να λάμπει περισσότερο από το πυρ, αυτό το αίμα που χύθηκε μας άνοιξε τον ουρανό. Και πράγματι προκαλούν δέος τα Μυστήρια της Εκκλησίας και το θυσιαστήριο. Από τον παράδεισο πλέον αναβλύζει πηγή και χύνει αισθητούς ποταμούς . Ο Χριστός μας αγόρασε με το Αίμα Του και μας στόλισε με το Αίμα Του και όποιος είναι μέτοχος αυτού του Αίματος στέκεται μαζί με τους αγγέλους, τους αρχαγγέλους και τις άνω δυνάμεις. Αλλά το σπουδαιότερο είναι ότι έχει ενδυθεί όπως ο Βασιλεύς… Μέχρι πότε θα είμαστε προσηλωμένοι στα παρόντα;  Μέχρι πότε δεν θα φροντίζουμε για τη σωτηρία μας;

52 ᾿Εμάχοντο οὖν πρὸς ἀλλήλους οἱ ᾿Ιουδαῖοι λέγοντες· πῶς δύναται οὗτος ἡμῖν δοῦναι τὴν σάρκα φαγεῖν; 53 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς.

Επειδή προηγουμένως ισχυρίζονταν ότι αυτό είναι αδύνατο, με αυτό τον λόγο αποδεικνύει ότι όχι μόνο δεν είναι αδύνατο αλλά αντίθετα απολύτως αναγκαίο. Γι’ αυτό λοιπόν επιπλέον προσθέτει: 54 ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον, καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ.

Επειδή αυτοί θα έλεγαν και ο Αβραάμ και ο Ισαάκ και ο Ιακώβ και όλοι οι πρόγονοί μας πέθαναν, δίνει λύση σε αυτό το πρόβλημα παρουσιάζοντας τώρα την ανάσταση εισάγοντας πλέον τα μυστήρια και την αναγκαιότητα αυτών στη ζωή μας.

55 ἡ γὰρ σάρξ μου ἀληθῶς ἐστι βρῶσις, καὶ τὸ αἷμά μου ἀληθῶς ἐστι πόσις.

Τι σημαίνει αυτή η φράση; Εδώ ή θέλει να πεί ότι αληθινή τροφή είναι αυτή που σώζει την ψυχή ή θέλει να τους κάνει να πιστέψουν στα λόγια Του ώστε να μη νομίζουν ότι αυτά είναι αίνιγμα ή παραβολή αλλά ότι πρέπει να ξέρουν ότι θα πρέπει να φάγουν το Σώμα Του οπωσδήποτε και προσθέτει:

 56 ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ.

Αν λοιπόν τρώγοντας κανείς την σάρκα μου μένει μέσα μου και εγώ ζω, τότε και εκείνος θα ζήσει. Έπειτα λέγει:  57 καθὼς ἀπέστειλέ με ὁ ζῶν πατὴρ κἀγὼ ζῶ διὰ τὸν πατέρα, καὶ ὁ τρώγων με κἀκεῖνος ζήσεται δι' ἐμέ.  Δηλαδή: όπως ζει ο Πατήρ κατά τον ίδιο τρόπο ζω και εγώ και εκείνος που θα φάει τη Σάρκα μου, ένεκα εμού και αυτού του τρόπου  θα ζήσει και εκείνος. Και λέγοντας ζωή δεν εννοεί την πρόσκαιρη, αλλά την ένδοξο και περιφανή.

58 οὗτός ἐστιν ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, οὐ καθὼς ἔφαγον οἱ πατέρες ὑμῶν τὸ μάννα καὶ ἀπέθανον· ὁ τρώγων τοῦτον τὸν ἄρτον ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα.

          Συνεχώς επαναλαμβάνει το ίδιο ώστε να αντυπωθεί αυτό στον νου των ακροατών. Και αφού παλαιότερα κατάφερε να τους συντηρήσει επί τεσσαράκοντα έτη στην έρημο δίχως σίτο, δίχως συγκομιδή, πολύ περισσότερο θα το κάνει τώρα που ήρθε για να εκπληρώσει πολύ περισσότερα και σπουδαιότερα. Και δεν υπάρχει τίποτα σπουδαιότερο από τον μην πεθάνει κανείς ποτέ. Στην Παλαιά Διαθήκη υπήρχε η υπόσχεση την μακροβιότητας, τώρα όμως η υπόσχεση για ζωή που δεν έχει τέλος. 

59 Ταῦτα εἶπεν ἐν συναγωγῇ διδάσκων ἐν Καπερναούμ.

          Γιατί τα είπε όλα αυτά σε συναγωγή; Αφ’ ενός μεν διότι ήθελε να προσελκύσει το πλήθος των Ιουδαίων, αφ’ ετέρου για να δείξει πως δεν είναι αντίθετος με τον Πατέρα.

60 Πολλοὶ οὖν ἀκούσαντες ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἶπον· σκληρός ἐστιν οὗτος ὁ λόγος· τίς δύναται αὐτοῦ ἀκούειν;

Και γιατί παρακαλώ είναι σκληρός ο λόγος; Μήπως επειδή ομιλούσε περί αναστάσεως και ατευτήτου ζωής; Μήπως επειδή είπε ότι κατέβηκε από τον ουρανό;  Ή μήπως επειδή είπε ότι είναι αδύνατον να σωθεί κάποιος αν δεν φάει την Σάρκα και δεν πειει το Αίμα του; Και επειδή δεν ήθελαν να ακούσουν πεισσότερα και προετοίμαζαν έτσι την αποχώρησή τους, διά τούτο είπαν ότι είναι σκληρός ο λόγος και ποιος δύναται να τον ακούει.  Και γι’ αυτό και  προσθέτει:

61 εἰδὼς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐν ἑαυτῷ ὅτι γογγύζουσι περὶ τούτου οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτο ὑμᾶς σκανδαλίζει; 62 ἐὰν οὖν θεωρῆτε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἀναβαίνοντα ὅπου ἦν τὸ πρότερον;

Επειδή λοιπόν άλλοτε είπε «έχω κατεβεί από τον ουρανό» αλλά δεν πρόσθεσε κάτι περισσότερο. Τώρα λοιπόν συναρμολογεί τον λόγο αναιρόντας πλέον κάθε υποψία για τον τρόπο που ήλθε και θα επιστρέψει. Και με τα όσα σπουδαία λέει αναιρεί την γνώμη ότι ο πατέρας του ήταν ο Ιωσήφ. Συνεπώς τα λέγει τώρα όλα αυτά όχι για να δημιουργήσει σκάνδαλο, αλλά για ντ ο εξαφανίσει.  Διότι εκείνο που θα νόμιζε ότι ο Ιησούς ήταν υιός του Ιωσήφ δεν θα παραδέχονταν τα λεγόμενά Του.

63 τὸ πνεῦμά ἐστι τὸ ζωοποιοῦν, ἡ σὰρξ οὐκ ὠφελεῖ οὐδέν·

Αυτό σημαίνει: Όσα λέγονται περί εμού πρέπει να τα λαμβάνετε πνευματικώς. Διότι εκείνος που τα ακούει σαρκικώς, ούτε ωφελήθηκε ούτε απόλαυσε κάτι απ’ όλα αυτά. Διότι το να φάει κανείς την Σάρκα Του έπρεπε να το εκλάβουν με πνευματικά και όχι με σαρκικά αυτιά. Όπως και το ότι κατέβηκε από τον ουρανό και άλλα πολλά.

Και θα ρωτήσει πως και με ποιο τρόπο θα μπορούσαν εκείνοι να εκλάβουν πνευματικά το ότι έπρεπε να φάγουν την σάρκα Του; - Έρεπε να περιμένουν την κατάλληλη ευκαιρία να ζητήσουν να μάθουν και να μην αποχωρήσουν.

τὰ ρήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, πνεῦμά ἐστι καὶ ζωή ἐστιν.  64 ἀλλ' εἰσὶν ἐξ ὑμῶν τινες οἳ οὐ πιστεύουσιν. ᾔδει γὰρ ἐξ ἀρχῆς ὁ ᾿Ιησοῦς τίνες εἰσὶν οἱ μὴ πιστεύοντες καὶ τίς ἐστιν ὁ παραδώσων αὐτόν. 65 καὶ ἔλεγε· διὰ τοῦτο εἴρηκα ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐὰν μὴ ᾖ δεδομένον αὐτῷ ἐκ τοῦ πατρός μου.

Βλέπει πως ο Ευαγγελιστής χρησιμοποιεί τημ φράση «από την αρχή» θέλοντας να δείξει πως ο Χριστός γνώριζε όχι βάση γογγυσμού ή σκέψεων και συλλογισμών αλλά εξ’ αρχής το ποιοι δεν θα πιστέψουν, ποιοι θα πιστέψουν και ποιος θα ήταν αυτό που θα τον προδώσει. Και αυτό είναι αποόδειξη θεότητας. Και λέγοντας «δεδομένον εκ του πατρός μου» τους πείθει ότι πρέπει να θεωρούν ως Πατέρα Του τον Θεό και όχι τον Ιωσήφ. Καθώς επίσης με αυτό τον τρόπο είναι σαν να τους λέει «δεν ταράσσομαι» από την θέα αυτών που δεν πιστεύουν διότι αυτό το γνώριζα εξ’ αρχής.  

 66 ᾿Εκ τούτου πολλοὶ ἀπῆλθον ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἰς τὰ ὀπίσω καὶ οὐκέτι μετ' αὐτοῦ περιεπάτουν. 67 Εἶπεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς τοῖς δώδεκα· μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε ὑπάγειν;

Κι ενώ πολλοί έπαθαν αυτό ότι δηλ. έφυγαν αποκλέιοντας τους εαυτούς τους από την μάθηση, αυτό δεν το έπαθαν οι δώδεκα μαθητές. Κι όμως αντί να τους επαινέσει τους ρωτά: «Μήπως και σεις θέλετε να φύγετε»; Και με αυτόν τον λόγοι αφαιρεί κάθε βία και ανάγκη και ντροπή λέγοντας ότι κανέναν δεν καρατά με το ζόρι.  Αλλά να τι απάντησε ο Πέτρος:  68 ἀπεκρίθη οὖν αὐτῷ Σίμων Πέτρος· Κύριε, πρὸς τίνα ἀπελευσόμεθα; ρήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις· 69 καὶ ἡμεῖς πεπιστεύκαμεν καὶ ἐγνώκαμεν ὅτι σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος.

Κι όμως, ο Χριστός ακούγοντας αυτά τα λόγια του Πέτρου και πάλι δεν τον επαίνεσε ούτε κολάκευσε όπως έκανε σε άλλη περίπτωση, αλλά να τι του είπε:

 70 ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· οὐκ ἐγὼ ὑμᾶς τοὺς δώδεκα ἐξελεξάμην; καὶ ἐξ ὑμῶν εἷς διάβολός ἐστιν. 71 ἔλεγε δὲ τὸν ᾿Ιούδαν Σίμωνος ᾿Ισκαριώτην· οὗτος γὰρ ἔμελλεν αὐτὸν παραδιδόναι, εἷς ὢν ἐκ τῶν δώδεκα.

Και γιατί το απάντησε με αυτόν τον τρόπο ο Χριστός; Διότι σε άλλη περίπτωση ο Πέτρος απάντησε εκπροσωπώντας τον αυτό του: «Συ ε΄σαι ο Χριστός ο Υιός του Θεού…», ενώ εδώ ομιλεί εξ’ ονόματος όλων των μαθητών: «προς τίνα απελευσόμεθα». Για να εξαιρέσει λοιπόν απόν την χωρία των μαθητών τον Ιούδα γι’ αυτό απάντησε με αυτόν τον τρόπο ο Κύριος αλλά ταυτόχρονα και για να αποτρέψει τον προδότη από την προδοσία. Αλλά εκείνος παρέμεινε αναίσθητος. Παρατήρησε δε την σοφία Του. Διότι ούτε τον Ιούδα αποκάλυψε, ούτε όμως αποσιώπησε την μέλλουσα προδοτική πράξη.

Γιατί όμως οι μαθητές δεν αντέδρασαν; Προφανώς δεν κατάλαβαν τα λόγια του Χριστού, αλλά νόμιθζαν ότι τους επιπλήττει όλους ως πονηρούς.

 

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ (Ζ΄)

 

´\ΚΑΙ περιεπάτει ὁ ᾿Ιησοῦς μετὰ ταῦτα ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ· οὐ γὰρ ἤθελεν ἐν τῇ ᾿Ιουδαίᾳ περιπατεῖν, ὅτι ἐζήτουν αὐτὸν οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἀποκτεῖναι.

Τι είναι αυτά που λες μακάριε Ιωάννη; Ο Χριστός δεν είναι αυτός που είπε «ποιον ζητείτε» και όλοι έπεσαν επί εδάφους; Αυτός δεν εμφανίστηκε αργότερα στο μέσον του ναού κηρύττοντας με λόγια που εξόργιζαν περισσότερο τους Ιουδαίους;  Αυτό θαύμαζαν και οι περισσότεροι των Ιουδαίων οι οποίοι αναρωτιόνταν: «Δεν είναι αυτός που ζητούν να φονεύσουν»;  Όλα αυτά λοιπόν είναι εκείνα που αποδεικνύουν τον Χριστό ως Θεό και άνθρωπο συνάμα.

 2 ἦν δὲ ἐγγὺς ἡ ἑορτὴ τῶν ᾿Ιουδαίων ἡ σκηνοπηγία.

Όταν ο Ιησούς βρίσκονταν στο όρος όπου ετέλεσε το θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων ήταν Πάσχα. Άρα ο Ευαγγελιστής παραλείπει ένα χρονικό διάστημα πέντε μηνών για να φτάσει στην εορτή της Σκηνοπηγίας. Σε αυτό το διάστημα είναι βέβαιο πως έκανε πολλά θαύματα τα οποία ο Ευαγγελιστής όπως είπαμε παραλείπει. Και γιατί παραέιφθηκε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα; -Διότι δεν ήταν δυνατόν να καταγραφούν όλα λεπτομερώς.

          3 εἶπον οὖν πρὸς αὐτὸν οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ· μετάβηθι ἐντεῦθεν καὶ ὕπαγε εἰς τὴν ᾿Ιουδαίαν, ἵνα καὶ οἱ μαθηταί σου θεωρήσωσι τὰ ἔργα σου ἃ ποιεῖς· 4 οὐδεὶς γὰρ ἐν κρυπτῷ τι ποιεῖ καὶ ζητεῖ αὐτὸς ἐν παρρησίᾳ εἶναι. εἰ ταῦτα ποιεῖς, φανέρωσον σεαυτὸν τῷ κόσμῳ. 5 οὐδὲ γὰρ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ ἐπίστευον εἰς αὐτόν.

          Και θα ρωτήσεις: -«Που βρίσκεται εδώ η απιστία»; Κι όμως υπάρχει μεγάλη απιστία. Διότι και τα λόγια και το θράσος και η άκαιρος ελευθερία είναι απόδειξη απιστίας. Διότι νόμιζαν ότι θα μπορούν να μιλούν ελεύθερα εξαιτίας της συγγένειάς τους με τον Χριστό. Και με τη φράση «τίποτα δεν κάνει κανείς στα κρυφά» κατηγορούν τον Χριστό για δειλία ενώ συγχρόνως φανερώνουν ότι έχουν υποψία για τα έργα Του. Και εκείνο που πρόσθεσαν: «Ζήτει να γίνει γνωστόν» φανερώνει κενοδοξία. Συ όμως πρόσεχε την δύναμη του Χριστού, διότι ο πρώτος από τους αδελφούς Του, ο μακάριος Ιάκωβος έγινε επίσκοπος Ιεροσολύμων.

          6 λέγει οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ὁ καιρὸς ὁ ἐμὸς οὔπω πάρεστιν, ὁ δὲ καιρὸς ὁ ὑμέτερος πάντοτέ ἐστιν ἕτοιμος. 7 οὐ δύναται ὁ κόσμος μισεῖν ὑμᾶς· ἐμὲ δὲ μισεῖ, ὅτι ἐγὼ μαρτυρῶ περὶ αὐτοῦ ὅτι τὰ ἔργα αὐτοῦ πονηρά ἐστιν.

          Είδατε με πόση πραότητα απάντησε στους συγγενείς Του ο Ιησούς; Και να τι τους είπε: «Εμένα θέλουν να με φονεύσουν διότι λέω αυτά που δεν του αρέσουν. Ενώ εσάς δεν σας ενοχλούν διότι λέτε τα ίδια με εκείνους»

8 ὑμεῖς ἀνάβητε εἰς τὴν ἑορτὴν ταύτην· ἐγὼ οὔπω ἀναβαίνω εἰς τὴν ἑορτὴν ταύτην, ὅτι ὁ καιρὸς ὁ ἐμὸς οὔπω πεπλήρωται.

Γιατί όμως ο Χριστός έστειλε τους αδελφούς Του στην εορτή; Όχι βέβαια για να τους κολακεύσει, αλλά για να τους επιτρέψει να εκτελέσουν τα Ιουδαϊκά τους έθιμα.

 9 ταῦτα δὲ εἰπὼν αὐτοῖς ἔμεινεν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ. 10 ῾Ως δὲ ἀνέβησαν οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, τότε καὶ αὐτὸς ἀνέβη εἰς τὴν ἑορτήν, οὐ φανερῶς, ἀλλ' ὡς ἐν κρυπτῷ.

Γιατί όμως ενώ είπε «δεν θα υπάγω» πήγε τελικά και Εκείνος στην εορτή; Διότι δεν είπε «δεν θα υπάγω», αλλά δεν θα υπάγω ΤΩΡΑ., δηλαδή μαζί με εσάς.  Γιατί όμως πήγε κρυφά; Διότι αν πήγαινε φανερά θα εμφάνιζε την Θεότητά Του πριν τον καθορισμένο υπ’ Αυτού χρόνο.

Και γιατί ενώ ομιλεί πάντοτε φανερά κάνει εδώ κάτι στα κρυφά; Δεν λέει «στα κρυφά», αλλά «σχεδόν κρυφά».

11 οἱ οὖν ᾿Ιουδαῖοι ἐζήτουν αὐτὸν ἐν τῇ ἑορτῇ καὶ ἔλεγον· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; 12 καὶ γογγυσμὸς πολὺς περὶ αὐτοῦ ἦν ἐν τοῖς ὄχλοις. οἱ μὲν ἔλεγον ὅτι ἀγαθός ἐστιν· ἄλλοι ἔλεγον, οὔ, ἀλλὰ πλανᾷ τὸν ὄχλον.

Πολύ «ωραία» έργα ετοίμαζαν οι Ιουδαίοι σε εορτάσιμη ημέρα… Έψαχναν τον Χριστό για ν τον φονεύσουν!!!

Η πρώτη γνώμη «ότι είναι αγαθός άνθρωπος» εξέφραζε τους περισσότερους ανθρώπους, ενώ η δεύτερη «ότι είναι πονηρός», αντηχούσε περισσότερο στους κύκλους των ιερέων και των αρχόντων. Κανείς όμως δεν μιλούσε δημοσίως υπέρ του Χριστού. 13 οὐδεὶς μέντοι παρρησίᾳ ἐλάλει περὶ αὐτοῦ διὰ τὸν φόβον τῶν ᾿Ιουδαίων. Βλέπεις ότι παντού οι μεν άρχοντες είναι διεφθαρμένοι, ενώ οι αρχόμενοι έχουν ορθή κρίση, αλλά δεν έχουν την αρμόζουσα δύναμη η οποία είναι πάρα πολύ αναγκαία στο πλήθος.

14 ῎Ηδη δὲ τῆς ἑορτῆς μεσούσης ἀνέβη ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς τὸ ἱερὸν καὶ ἐδίδασκε.

          Το αιφνίδιον της παρουσίας του Ιησού στο μέσον του ναού κατέπαυσε την οργή του λαού και τις διφορούμενες απόψεις και έτσι όλοι συγκεντρώθηκαν πέριξ Αυτού. Το τι δίδαξε ο Ευαγγελιστής το παραλείπει., λέγει όμως ότι κατέπληξε τους ακροατές, τους συνάρπασε και τους άλλαξε. 15 καὶ ἐθαύμαζον οἱ ᾿Ιουδαῖοι λέγοντες· πῶς οὗτος γράμματα οἶδε μὴ μεμαθηκώς;         Για να τους δείξει ο Χριστός ότι αυτά που δίδασκε δεν απόρρεαν από ανθρώπινη διδαχή αλλά ήταν Θεϊκά απαντά στις υποψίες τους λέγοντας: 16 ἀπεκρίθη οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν· ἡ ἐμὴ διδαχὴ οὐκ ἔστιν ἐμή, ἀλλὰ τοῦ πέμψαντός με· 17 ἐάν τις θέλῃ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιεῖν, γνώσεται περὶ τῆς διδαχῆς, πότερον ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν ἢ ἐγὼ ἀπ' ἐμαυτοῦ λαλῶ.

          Δηλαδή εάν κανείς θέλει να προσέχει στις προφητείες  θα γνωρίσει εάν ομιλώ σύμφωνα με αυτές ή όχι. Εφόσον όμως όλα τα του Πατρός δικά Του είναι, άρα και η διδασκαλί Του δεν είναι ξένη προς Αυτόν αλλά δική Του.  Διότι η διδασκαλία του Πατρός και η δικασκαλία του Χριστού είναι μία και η αυτή,

18 ὁ ἀφ' ἑαυτοῦ λαλῶν τὴν δόξαν τὴν ἰδίαν ζητεῖ, ὁ δὲ ζητῶν τὴν δόξαν τοῦ πέμψαντος αὐτόν, οὗτος ἀληθής ἐστι, καὶ ἀδικία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν.

Εφόσον λοιπόν δεν διδάσκω διαφορετικά πράγματα απ’ αυτά που επιθυμεί ο Πατέρας, άρα στην δόξα του Πατρός αποβλέπω και εις την επιθυμία Εκείνου. Και τι επιθυμεί ο Πατήρ; Να πιστέψουν οι άνθρωποι και να σωθούν.

19 οὐ Μωϋσῆς δέδωκεν ὑμῖν τὸν νόμον; καὶ οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ποιεῖ τὸν νόμον. τί με ζητεῖτε ἀποκτεῖναι;

          Και ποια σχέση έχει αυτό θα ρωτήσεις με όλα τα προηγούμενα; -Για δύο εγκλήματα κατηγορούσαν οι Ιουδαίοι τον Χριστό: Το ένα ότι καταργεί το Σάββατο και το άλλο ότι έλεγε τον Θεό πατέρα Του.  Δηλαδή ότι έκανε τον ευατό Του ίσο με τον Θεό. Είπε λοιπόν ο νόμος «Δεν θα φονεύσεις», εσείς όμως όλοι θέλετε να με φονεύσετε, άρα κανείς από σας δεν τηρεί τον νόμο. Εκείνο λοιπόν που κάνετε εσείς είναι τελεία ανατροπή του νόμου. Πως λοιπόν εσείς που ισοπεδώνετε και ακυρώνετε τον νόμο θα κατηγορείσετε εμένα που έκανα εν ημέρα Σαββάτου ολόκληρο άνθρωπο υγιή;

Εσύ δε παρατήρησε την μετριοπάθεια του Χριστού και την θρασύτητα όλων εκείνων που του είπαν:  20 ἀπεκρίθη ὁ ὄχλος καὶ εἶπε· δαιμόνιον ἔχεις· τίς σε ζητεῖ ἀποκτεῖναι;

Τα λόγια τους φανερώνουν οργή και μανία και ψυχή αναίσχυντη.

21 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἓν ἔργον ἐποίησα, καὶ πάντες θαυμάζετε διὰ τοῦτο. 22 Μωϋσῆς δέδωκεν ὑμῖν τὴν περιτομήν, οὐχ ὅτι ἐκ τοῦ Μωϋσέως ἐστίν, ἀλλ' ἐκ τῶν πατέρων, καὶ ἐν σαββάτῳ περιτέμνετε ἄνθρωπον. 23 εἰ περιτομὴν λαμβάνει ἄνθρωπος ἐν σαββάτῳ ἵνα μὴ λυθῇ ὁ νόμος Μωϋσέως, ἐμοὶ χολᾶτε ὅτι ὅλον ἄνθρωπον ὑγιῆ ἐποίησα ἐν σαββάτῳ!

Και λέγοντας «εν έργο εποίησα» θέλει να αποδείξει ότι εκείνο που δεν έκανε ήταν η κατάλυση του νόμου. Διότι η περιτομή η οποία γίνεται Σάββατο γίνεται ανεκτή από τον νόμο και μάλιστα όχι μόνο ανεκτή αλλά και θεωρούνταν ως ευλογημένη πράξη. Το να θεραπευτεί ένας άνθρωπος και να γίνει όλος υγιής δεν είναι έργο ανώτερο από την περιτομή; Που λοιπόν υπάρχει η  παραβίαση του νόμου;  24 μὴ κρίνετε κατ' ὄψιν, ἀλλὰ τὴν δικαίαν κρίσιν κρίνατε.

Επειδή δηλαδή ο Μωυσής τιμάται περισσότερο από σας, μη κρίνετε από την αξία του προσώπου αλλά από την φύση των πραγμάτων. Διότι αυτό παιτεί η δικαία κρίσις. Γιατί δεν κατηγόρησε κανείς τον Μωυσή; Γιατί κανείς δεν απειθάρχησε όταν εκείνος επέβαλε την παράβαση του Σαββάτου από την εντολή που προσετέθη έξω από τις δέκα εντολές; Εσείς όμως ενώ δεν είστε νομοθέτες διεκδικείτε τον νόμο υπερμέτρως και τον προστατεύετε. Αλλά ο Μωυσής είναι περισσότερο αξιόπιστος από σας, διότι αυτός διέταξε να παραβιάζεται ο νόμος.  Όταν λοιπόν είπε «ολόκληρο άνθρωπο» δηλώνει ότι η περιτομλη είναι ένα μέρος της υγείας. Και ποια είναι η υγεία από την περιτομή; «Κάθε ψυχή» λέγει ο προφήτης, εάν δεν περιτμηθεί θα εξολοθρευτεί». Εγώ όμως όχι μόνο ένα εξασθενημένο μέρος, αλλά ολόκληρο άνθρωπο καταστραμμένο τον θεράπευσα.  Μη κρίνετε λοιπόν κατά τα εξωτερικά φαινόμενα.

Ας πεισθούμε ότι όλα αυτά δεν ελέχθησαν μόνο για εκείνους, αλλά και για μας, για να μη προσπαθούμε να διαφθείρουμε το δίκαιο για κανέναν λόγο. Και είτε είναι κανείς πλούσιος ή πτωχός να μην προσέχει μόνον σε πρόσωπα, αλλά ας εξετάζει τα πράγματα.


           25 ῎Ελεγον οὖν τινες ἐκ τῶν ῾Ιεροσολυμιτῶν· οὐχ οὗτός ἐστιν ὃν ζητοῦσιν ἀποκτεῖναι; 26 καὶ ἴδε παρρησίᾳ λαλεῖ, καὶ οὐδὲν αὐτῷ λέγουσι. μήποτε ἀληθῶς ἔγνωσαν οἱ ἄρχοντες ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ Χριστός;

Ο ευαγγελιστής στο χωρίο αυτό δεικνύει ότι εκείνοι που είχαν απολαύσει τα περισσότερα από τα θαύματα ήταν αθλιώτεροι απ’ όλους. Διότι αν και είχαν δει πολύ μεγάλη απόδειξη της Θεότητας του Χριστού, άφηναν τα πάντα στην κρίση των διεφθαρμένων αρχόντων του. Κι ενώ βρίσκονταν κάτω από καθεστώς μανίας και επιζητούσαν να θανατώσουν τον Ιησού, ησύχασαν αιφνιδίως. Πως και με ποιο τρόπο έγινε αυτό; Και αφού ησύχασαν και άκουσαν την δημόσια ομιλία του Κυρίου μέσα στον ναό καταλήφθηκαν από άλλη μανία: 27 ἀλλὰ τοῦτον οἴδαμεν πόθεν ἐστίν· ὁ δὲ Χριστὸς ὅταν ἔρχηται, οὐδεὶς γινώσκει πόθεν ἐστίν.

Γνωρίζουμε και δεν γνωρίζουμε. Τι υπάρχει σαφέστερο απ΄’ αυτή την λογομαχία; Διότι αυτοί σε άνα μόνο πράγμα απέβλεπαν, στο να μη πιστέψουν. Και τι απάντησε ο Χριστός σε όλα αυτά;

28 ἔκραξεν οὖν ἐν τῷ ἱερῷ διδάσκων ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ λέγων· κἀμὲ οἴδατε, καὶ οἴδατε πόθεν εἰμί· καὶ ἀπ' ἐμαυτοῦ οὐκ ἐλήλυθα ἀλλ' ἔστιν ἀληθινὸς ὁ πέμψας με, ὃν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε· 29 ἐγὼ οἶδα αὐτόν, ὅτι παρ' αὐτοῦ εἰμι κἀκεῖνός με ἀπέστειλεν.

Ο Χριστός λέει ότι και Αυτόν γνωρίζουν  και γνωρίζουν από πού είναι και αλλού πάλι ότι ούτε Αυτόν γνωρίζουν ούτε τον Πατέρα Του. Μην βιάζεσαι να πεις… Δεν αντιλέγει στον εαυτό Του, αλλά αντίθετα είναι πολύ συνεπής. Όταν λέει «δεν γνωρίζετε» εννοεί την άλλη γνώση την πνευματική,  διότι είναι δυνατόν κάποιος να γνωρίζει και να μη γνωρίζει. Κι αυτή η κατάσταση της αγνοσίας των Ιουδαίων δεν προέρχονταν από άγνοια, αλλά από πονηρή γνώμη. Και ποια ήταν η πονηρή τους γνώμη; Ότι ενώ τους ελέγχει λέει ταυτόχρονα τα ίδια που έλεγαν κι εκείνοι. Διότι εκείνοι είπαν «Αυτός όμως δεν γνωρίζουμε από πού είναι», ο Χριστός προσέθεσε «και εμέ γνωρίζετε». Διότι τι είπαν εκείνοι; «Δεν γνωρίζουμε». Αλλά οι άλλοι που έλεγαν «Γνωρίζουμε από πού είναι», εννοώντας την γήινη καταγωγή Του,  αυτούς ο Χριστός ανύψωσε στους ουρανούς αποδεικνύοντάς τους ούτε και αυτοί τελικά γνώριζαν. Και λέγοντάς τους «Δεν έχω έλθει από τον ευατό μου», υπαινίσσεται ότι γνώριζαν μεν ότι είχε σταλεί από τον Πατέρα, αλλά δεν το ομολογούσαν από πονηρία. Τους ελέγχει λοιπόν κατά δύο τρόπους και σε δύο δειαφορετικά επίπεδα.

Και τι σημαίνει «Είναι αληθινός αυτός που με έστειλε»; Ότι εφόσον Αυτός είναι αληθινός  τότε με έστειλε για την αλήθεια. Εάν είναι Εκείνος αληθινός, είναι και ο απεσταλμένος Του.

30 ᾿Εζήτουν οὖν αὐτὸν πιάσαι, καὶ οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ' αὐτὸν τὴν χεῖρα, ὅτι οὔπω ἐληλύθει ἡ ὥρα αὐτοῦ.

Βλέπεις ότι αυτοί συγκρατούνται αοράτως και με θαυμαστό τρόπο χαλιναγωγείται ο θυμός τους.

 31 πολλοὶ δὲ ἐκ τοῦ ὄχλου ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν καὶ ἔλεγον ὅτι ὁ Χριστὸς ὅταν ἔλθῃ, μήτι πλείονα σημεῖα τούτων ποιήσει ὧν οὗτος ἐποίησεν;

Πόσα ήταν τα θαύματα αυτά; Τρία εξιστορεί ο Ευαγγελιστής: Το θαύμα του οίνου, το θαύμα του παραλυτικού και το θάυμα του αξιωματούχου βασιλέως. Άλλο εκτός απ’ αυτά δεν αφηγήθηκε ο Ευαγγελιστής. Από αυτά φαίνεται ότι οι Ευαγγελιστές παραλείπουν πολλά και μας αναφέρουν μόνον εκείνα τα οποία μηχανεύονται οι άρχοντες των Ιουδαίων.  Και ποιοι ζητούσαν να πιάσουν τον Ιησού; Όχι ο λαός που δεν ήθελε τους άρχοντες, αλλά οι ιερείς. Διότι ο λαός έλεγε «μήπως περισσότερα θαύματα θα κάνει απ’ Αυτόν ο Χριστός όταν έλθει»; Αλλά και η πίστη του λαού δεν ήταν υγιής, αλλά όπως είναι συνήθως η πίστη του αμόρφωτου λαού. Διότι οι αμαθέστεροι δεν προσελκύονται από την διδασκαλία, αλλά από τα θαύματα.

32 ἤκουσαν οἱ Φαρισαῖοι τοῦ ὄχλου γογγύζοντος περὶ αὐτοῦ ταῦτα, καὶ ἀπέστειλαν ὑπηρέτας οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα πιάσωσιν αὐτόν.

Βλέπεις τώρα ξεκάθαρα ότι η παραβίαση του Σαββάτου ήταν πρόσχημα. Εκείνο λοιπόν που στην πραγματικότητα τους κατέτρωγε ήταν το εξής: Επειδή δηλαδή δεν καμμία αιτία για να τον κατηγορήσουν, είτε από τα λόγια, είτε από τα έργα Του, ήθελαν να τον συλλάβουν εξαιτίας του λαού. Κι επειδή εκείνοι δεν τολμούσαν, έστειλαν τους υπηρέτες τους. Και τι απάντησε σ΄αυτήν την μανία τους ο Χριστός;

33 εἶπεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς· ἔτι μικρὸν χρόνον μεθ' ὑμῶν εἰμι καὶ ὑπάγω πρὸς τὸν πέμψαντά με.

Ενώ με ποικίλους τρόπους μπορούσε όλους αυτούς να τους κάμψει και να οτυς κάνει να φοβηθούν μιλά με μεγάλη ταπεινοφροσύνη. Σαν να τους έλεγε: «Γιατί βιάζεστε να με φονεύσετε και να με διώξετε; Περιμένετε ολίγον καιρό και χωρίς να βιάζεστε τόσο θα ανεχτώ να με συλλάβετε». Και για να μη νομίσει κανείς ότι θα έχουν κάποια εξουσία πάνω Του ακόμη και όταν τον συλλάβουν προσθέτει:

 34 ζητήσετέ με καὶ οὐχ εὑρήσετε· καὶ ὅπου εἰμὶ ἐγώ, ὑμεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν.

Και αυτά τα λόγια άλοους έκαμπταν, άλλους φόβιζαν και του φιλομαθέστερους κέντριζαν για να μάθουν περισσότερα και να απολαύσουν αυτήν την διδασκαλία. Και τα λόγια Του ότι θα πάει σ’ Αυτόν που Τον έστειλε φανερώνουν ότι δεν πρόκειται να πάθει καμμία βλ΄βη από το εκούσιο πάθος Του.

35 εἶπον οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι πρὸς ἑαυτούς· ποῦ οὗτος μέλλει πορεύεσθαι, ὅτι ἡμεῖς οὐχ εὑρήσομεν αὐτόν; μὴ εἰς τὴν διασπορὰν τῶν ῾Ελλήνων μέλλει πορεύεσθαι καὶ διδάσκειν τοὺς ῞Ελληνας; 36 τίς ἐστιν οὗτος ὁ λόγος ὃν εἶπε, ζητήσετέ με καὶ οὐχ εὑρήσετε, καὶ ὅπου εἰμὶ ἐγώ, ὑμεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν;

Βλέπεις πως τα λόγια του συγκλόνισαν τους ακροατές. Διότι αντί να πουν εκείνοι «χαιρόμαστε που θα φύγεις και πότε θα γίνει αυτό» αντιθέτως ρωτούσαν ο ένας τον άλλο προσπαθώντας να μαντέψουν μέσα στην ανοησία τους.

Φόβος όμως και αγωνία θα πρέπει να καταλάβει κι εμάς. Διότι εξαιτίας της αμαρτωλής ζωής μας ίσως να μη μπορούμε κι εμείς να πάμε όπου είναι  Εκείνος. Διότι όταν ενεργούμε εναντίον των εντολών Του πώς θα μπορέσουμε να Τον ακολουθήσουμε εκεί που Εκείνος υπάγει; Ναι, μπορεί να λάβαμε Πνεύμα όμως ο Απόστολος Παύλος φωνάζει «το Πνέυμα μη σβένηται» διότι αν σβήσει θα μείνει μόνο καπνός και εκεί που υπάρχει σκέτος καπνός κατ’ ανάγκη εκεί προηγουμένως υπήχε πυρ το οποίο έσβησε.

37 ᾿Εν δὲ τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἔκραξε λέγων· ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω.

          Αυτό σημαίνει: Εγώ κανέναν δεν ελκύω χωρίς εκείνος να το θέλει, αλλά προσκαλώ μόνο εκείνον που έχει μεγάλη προθυμία και όποιον φλέγεται από την επιθυμία. Αλλά γιατί ο Ευαγγελιστής μας λέει «την τελευτάι ημέρα»; Διότι την πρώτη και την τελευταία ημέρα της εορτής, οι Ιουδαίοι τις κατανάλωναν προς διασκέδαση. Συνεπώς για να μη πάνε χαμένα τα λόγια Του δεν το είπε αυτό ούτε την δεύτερη ούτε την Τρίτη ημέρα, αλλά την τελευταία, όταν δηλαδή οι Ιουδαίοι επρόκειτο να διασκεδάσουν.

38 ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος.

Ως κοιλία εδώ ονομάζει την καρδιά και το ύδωρ αυτό δεν είναι άλλο από τον πλούτο και την αφθονία της χάριτος. Και το ονομάζει «ζων» για να δείξει ότι αυτή η Χα΄ρις θα ενεργεί διαρκώς και ακατάπαυστα. Η πηγή αυτή ποτέ δεν σταματά, ποτέ δεν στερεύει. Και γι’ αυτό αυτή την χάρη δεν την ονόμασε «ποταμό», αλλά «ποταμούς».


         39 τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα ῞Αγιον, ὅτι ᾿Ιησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη.

          Πως όμως οι προφήτες οι προ Χριστού προφήτευαν αν δεν είχαν λάβει Άγιο Πνεύμα; Πως οι Απόστολοι εξεδίωκαν δαιμόνια όταν απεστάλλεισαν χωρίς να έχουν λάβει Άγιο Πνεύμα; Όταν τους απέστειλε να πατούν επάν σκορπίων και των δαιμόνω αυτό το έκανε με την δική Του εξουσία: «Έδωκε εις αυτούς εξουσίαν». Ως προςε τους προφήτες κατά γενική ομολογία είχε δοθεί σ’ αυτούς Άγιο Πνεύμα, αλλά αυτή Χάρις είχε ατονήσει ή είχε φύγει από τη γη εκείνη την ημέρα κατά την οποία ελέχθη: «Να, εγκαταλείπεται η οικία σας έρημος».Αλλά και πριν από την ημέρα εκείνη ήδη είχε γίνει σπάνιο το να προφητεύει κανείς. Είχε λοιπόν ανασταλλεί το Άγιο Πνεύμα διότι επρόκειτο να αποσταλλεί στο μέλλον αφθόνως.

          Και τι εννοεί «δεν είχε δοξασθεί ακόμη ο Ιησούς»;  Εδώ δόξα ονομάζει τον Σταυρό.

40 πολλοὶ οὖν ἐκ τοῦ ὄχλου ἀκούσαντες τὸν λόγον ἔλεγον· οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης· 41 ἄλλοι ἔλεγον· οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός· ἄλλοι ἔλεγον· μὴ γὰρ ἐκ τῆς Γαλιλαίας ὁ Χριστὸς ἔρχεται; 42 οὐχὶ ἡ γραφὴ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ σπέρματος Δαυῒδ καὶ ἀπὸ Βηθλεὲμ τῆς κώμης, ὅπου ἦν Δαυῒδ, ὁ Χριστὸς ἔρχεται; 43 σχίσμα οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι' αὐτόν.

Βλέπετε; Και οι οι γνώμες μέσα σ’ αυτό το ταραγμένο πλήθος ήταν διαφορετικές. Διότι ούτε άκουγαν τα λόγια Του με προσοχή, ούτε είχαν την επιθυμία να μάθουν. Γι’ αυτό δεν απαντά τόποτα σ’ αυτούς. Οι Φαρισαίοι μόνο σε ένα πράγμα απέβλεπαν, στο να ανατρέπψουν την γνώμη ότι αυτός είναι ο Χριστός. Γι’ αυτό και δεν αποκάλυπτε τίποτα σ’ αυτούς. Αυτό αποδεικνύεται ευκόλως από τον τρόπο τους. Διότι κανείς απ’ αυτούς δεν Τον πλησίασε να τον ρωτήσει: «Οι μεν Γραφές λέγουν ότι ο Χριστός πρέπει να έλθει από την Βηθλεέμ, ενώ εσύ έχεις έρθει από την Γαλιλαία»; Δεν του έκαναν ποτέ τέτοια ερώτηση, αλλά μιλούσαν για όλα με πονηρία.  Το ότι βέβαια δεν ερευνούσαν, ούτε ήθελαν να μάθουν , το απέδειξε ο Ευαγγελιστής προσθέτονταν τα παρακάτω:

44 τινὲς δὲ ἤθελον ἐξ αὐτῶν πιάσαι αὐτόν, ἀλλ' οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ' αὐτὸν τὰς χεῖρας. Τέτοια είναι η πονηρία. Δεν θέλει να υποχωρεί σε τίποτα, αλλά αποβλέπει μόνο σε ένα, πώς να εξοντώσει εκείνον που επιβουλεύεται.


45 ῏Ηλθον οὖν οἱ ὑπηρέται πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαίους, καὶ εἶπον αὐτοῖς ἐκεῖνοι· διατί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν; 46 ἀπεκρίθησαν οἱ ὑπηρέται· οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος.

          Οι μεν Φαρισαίοι παρότι ήταν κοντά στον Ιησού, έβλεπαν τα θαύματά Του άκουγαν τις ομιλίες Του και μελετούσαν την Αγία Γραφή, εν τούτοις τίποτα δεν ωφελήθηκαν διότι μοναδικό τους κίνητρο ήταν να Τον επιβουλεύονται, Οι υπηρέτες όμως ως απολοϊκοί παρότι εστάλησαν για να συλλάβουν τον Χριστό αιχμαλωτίστηκαν όχι από τα θαύματά Του αλλά από τον λόγο Του. Γι’ αυτό και είπαν οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος. Και όχι μόνο δεν τον συνέλαβαν , αλλά επέστρεψαν στους Φαρισαίους γενόμενου κήρυκες του Ιησού. Οι Φαρισαίοι όμως αντί να συντριβούν απ’ αυτήν την ομολολογία να τι τους είπαν:

47 ἀπεκρίθησαν οὖν αὐτοῖς οἱ Φαρισαῖοι· μὴ καὶ ὑμεῖς πεπλάνησθε; 48 μή τις ἐκ τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς αὐτὸν ἢ ἐκ τῶν Φαρισαίων;


          Αντί λοιπόν να ρωτήσουν για να μάθουν τι άκουσαν στο κήρυγμα οι υπηρέτες προβάλλουν στους υπηρέτες ένα ανόητο επιχείρημα. «Γιατί δεν πίστεψε σ’ Αυτόν κανείς από τους άρχοντες»; Με αυτό όμως το επιχείρημα κατηγόρησαν τελικά τον Χριστό ή εκείνουν που δεν πίστεψαν;

49 ἀλλ' ὁ ὄχλος οὗτος ὁ μὴ γινώσκων τὸν νόμον ἐπικατάρατοί εἰσι!

Και να αυτή είναι η βαρύτερη κατηγορία η οποία επέστρεψε στις κεφαλές τους. Ότι δηλαδή ο μεν όχλος πίστεψε, ενώ αυτοί όχι. Κι αν εσείς Φαρισαίοι δεν πιστέψατε, αυτό τι σημαίνει ότι καταργείται η αξιοπιστία του Θεού; Όχι βέβαια. Αυτό το έγκλημα της απιστίας είναι δικό σας. Και είναι έγκλημα διότι ενώ γνωρίζατε τον νόμο, ενώ ήσαστα διδάσκαλοι του λαού εν τούτοις εσείς δεν πιστέψατε, αλλά ο μεν λαός πίστεψε.

50 λέγει Νικόδημος πρὸς αὐτούς, ὁ ἐλθὼν νυκτὸς πρὸς αὐτόν, εἷς ὢν ἐξ αὐτῶν· 51 μὴ ὁ νόμος ἡμῶν κρίνει τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν μὴ ἀκούσῃ παρ' αὐτοῦ πρότερον καὶ γνῷ τί ποιεῖ;

Και εδώ ο Νικόδημος, ο νυχτερινός επισκέπτης του Ιησού, αποδεικνύει ότι οι νομοδιδάσκαλοι δεν γνώριζαν τον νόμο και ούτε τον εφάρμοζαν.  Το ότι επίσης ο Νικόδημος πίστεψε στον Χριστό αναιρεί και εκείνη την κατηγορία που έλεγαν ότι «κανείς από τους άρχοντες δεν πίστεψαν». Και γι’ αυτό και ο Ευαγγελιστής επισημαίνει την ομολογία και στάση του Νικοδήμου.

52 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ; ἐρεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται. 53 Καὶ ἀπῆλθεν ἕκαστος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ.

Ποια συνέπεια έχει αυτό που είπε ο Νικόδημος με την απάντηση των Φαρισαίων «μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ;». Διότι ενώ έπρεπε να αποδείξουν ότι ορθώς έστειλαν υπηρέτες για να Τον συλλάβουν αντιθέτως προβάλλουν προκλητική αντίρρηση δίχως επιχειρήματα.

 

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ (η΄)

 

 Η´\ΙΗΣΟΥΣ δὲ ἐπορεύθη εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν· ὄρθρου δὲ πάλιν παρεγένετο εἰς τὸ ἱερόν, 2 καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἤρχετο πρὸς αὐτόν· καὶ καθίσας ἐδίδασκεν αὐτούς. 3 ἄγουσι δὲ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι γυναῖκα ἐπὶ μοιχείᾳ κατειλημμένην, καὶ στήσαντες αὐτὴν ἐν μέσῳ 4 λέγουσιν αὐτῷ· διδάσκαλε, αὕτη ἡ γυνὴ κατείληπται ἐπ' αὐτοφώρῳ μοιχευομένη· 5 καὶ ἐν τῷ νόμῳ ἡμῶν Μωϋσῆς ἐνετείλατο τὰς τοιαύτας λιθάζειν. 6 σὺ οὖν τί λέγεις; τοῦτο δὲ εἶπον ἐκπειράζοντες αὐτόν, ἵνα σχῶσι κατηγορίαν κατ' αὐτοῦ. ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς κάτω κύψας τῷ δακτύλῳ ἔγραφεν εἰς τὴν γῆν. 7 ὡς δὲ ἐπέμενον ἐρωτῶντες αὐτόν, ἀνέκυψε καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπ' αὐτήν. 8 καὶ πάλιν κάτω κύψας ἔγραφεν εἰς τὴν γῆν. 9 οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐξήρχοντο εἷς καθ' εἷς, ἀρξάμενοι ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων, καὶ κατελείφθη ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἡ γυνὴ ἐν μέσῳ οὖσα. 10 ἀνακύψας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῇ· γύναι, ποῦ εἰσιν; οὐδείς σε κατέκρινεν; 11 ἡ δὲ εἶπεν· οὐδείς, Κύριε. εἶπε δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς· οὐδὲ ἐγώ σε κατακρίνω· πορεύου καὶ ἀπὸ τοῦ νῦν μηκέτι ἁμάρτανε.

12 Πάλιν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς ἐλάλησε λέγων· ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ' ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς.

Μεγάλος ο λόγος, αλλά δεν εξέπληξε τους Φαρισαίους, διότι δεν παρουσίασε αυτή την φορά τον εαυτό Του ίσο με τον Θεό ούτε ως Υιό του Θεού, αλλά ως Φως. Η λέξη Φως έχει πνευματική έννοια και σημαίνει ότι «εκείνος που με ακολοθυθεί δεν μένει στην πλάνη. Και φώναξε διότι από την μία ήθελε να προσέξουν στα λόγια Του, και από την άλλη να υπαινίσσονταν τους Φαρισαίους οι οποίοι δολοπλοκούσαν στο σκοτάδι.

13 εἶπον οὖν αὐτῷ οἱ Φαρισαῖοι· σὺ περὶ σεαυτοῦ μαρτυρεῖς· ἡ μαρτυρία σου οὐκ ἔστιν ἀληθής. 14 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· κἂν ἐγὼ μαρτυρῶ περὶ ἐμαυτοῦ, ἀληθής ἐστιν ἡ μαρτυρία μου, ὅτι οἶδα πόθεν ἦλθον καὶ ποῦ ὑπάγω·

Τι σημαίνει αυτό; -Έχω έλθει από τον Θεό και είμαι Θεός και Υιός του Θεού. Και ο Θεός είναι για τον εαυτό Του αξιόπιστος μάρτυρας.

ὑμεῖς δὲ οὐκ οἴδατε πόθεν ἔρχομαι ἢ ποῦ ὑπάγω.

Δηλαδή με την θέλησή σας κάνετε το κακό διότι δεν θέλετε να καταλάβετε τίποτα περισσότερο από την φαινομενική άποψη.

15 ὑμεῖς κατὰ τὴν σάρκα κρίνετε· ἐγὼ οὐ κρίνω οὐδένα.

Εσείς κρίνετε με ανθρώπινα  κριτήρια. Και όποιος κρίνει με ανθρώπινα κριτήρια σημαίνει ότι κρίνει αδίκως. Εγά όμως δεν κρίνω κανέναν.

16 καὶ ἐὰν κρίνω δὲ ἐγώ, ἡ κρίσις ἡ ἐμὴ ἀληθής ἐστιν

Και αν όμως πάλι κρίνω η κρίση μου θα είναι σύμφωνη με την αλήθεια. Και αν εγώ έκρινα τότε σίγουρα τώρα θα σας είχα τιμωρήσει. Γι άυτό και λέει δεν κρίνω κανέναν. Τώρα όμως δεν είναι ακόμη καιρός για κρίση.

, ὅτι μόνος οὐκ εἰμί, ἀλλ' ἐγὼ καὶ ὁ πέμψας με πατήρ.

Εδώ υπαινίσσεται τημν μέλλουσα κρίση και κάνει το λόγο  Του επί πλέον ξεκάθαρο λέγοντας:

17 καὶ ἐν τῷ νόμῳ δὲ τῷ ὑμετέρῳ γέγραπται ὅτι δύο ἀνθρώπων ἡ μαρτυρία ἀληθής ἐστιν. 18 ἐγώ εἰμι ὁ μαρτυρῶν περὶ ἐμαυτοῦ, καὶ μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ ὁ πέμψας με πατήρ.

Και λέγοντας αυτό, εννοεί ότι είναι της αυτής ουσία με τον Πατέρα. Και δεν χρειάζεται κανείς άλλος να μαρτυρήσει περί του εαυτού Του παρά μόνον ο ίδιος υποδεικνύοντας έτσι την αυθεντία Του. Εδώ επίσης θέλει να πει πως κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει τον Πατέρα αν δεν περάσει πρώτα από τον Υιό. Ώστε αυτοί που βλασφημούν στον Υιό, βλασφημούν ταυτόχρονα και στον Πατέρα.Αλλά αυτοί δεν κατάλαβαν τα λεγόμενα και γι’ αυτό και ρώτησαν:

19 ἔλεγον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ὁ πατήρ σου; ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· οὔτε ἐμὲ οἴδατε οὔτε τὸν πατέρα μου· εἰ ἐμὲ ᾔδειτε, καὶ τὸν πατέρα μου ᾔδειτε ἄν.

Και το είπε αυτό διότι ενώ αυτοί κατάλαβαν τι ήθελε να τους πει έκαναν πως δεν κατάλαβαν και πως δεν ήξεραν για να Τον δοκιμάσουν. Και γι’ αυτό απαξιώνει της απαντήσεως ο Κύριος.

20 Ταῦτα τὰ ρήματα ἐλάλησεν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐν τῷ γαζοφυλακίῳ, διδάσκων ἐν τῷ ἱερῷ, καὶ οὐδεὶς ἐπίασεν αὐτόν, ὅτι οὔπω ἐληλύθει ἡ ὥρα αὐτοῦ.

Πόση η ανοησία των Ιουδαίων! Οι οποίοι ενώ αναζητούσαν τον Ιησού προν το Πάσχα κι ενώ τον είχαν περικυκλώσει και είχαν επιχειρήσει πολλές φορές να Τον συλλάβουν τώρα απλά Τον παρατηρούν να διδάσκει μέσα στον ναό σαν διδάσκαλος. Κι όμως δεν τον άγγιξαν γιατί δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα Του.

21 Εἶπεν οὖν πάλιν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγὼ ὑπάγω καὶ ζητήσετέ με,

Για ποιο επαναλαμβάνει αυτή τη φράση ο Ιησούς; Για να ταράξει τις ψυχές τους. Και τόσο πολύ φόβο αυτό τους προκάλεσε ώστε ενώ ήθελαν να τον φονεύσουν και να απαλλαγούν απ’ Αυτόν εν τούτοις τώρα Τον ρωτούν που θα πάει. Αλλά αυτό που τελικά ήθελε να τους πει ο Χριστός ήταν άλλο πράγμα. Ότι όλα αυτά θα συμβούν όχι εξαιτίας της δικής τους βιαιότητας, αλλά επειδή τούτο είχε προαναγγλθεί άνωθεν.

 καὶ ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ ὑμῶν ἀποθανεῖσθε· ὅπου ἐγὼ ὑπάγω, ὑμεῖς οὐ  δύνασθε ἐλθεῖν. 22 ἔλεγον οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι· μήτι ἀποκτενεῖ ἑαυτόν, ὅτι λέγει, ὅπου ἐγὼ ὑπάγω, ὑμεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν;

Ο Χριστός για να τους αφαιρέσει και αυτή την υποψία και να τους δείξει ότι αυτό το πράγμα (η αυτοκτονία) ήταν αμάρτημα τους είπε:

23 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὑμεῖς ἐκ τῶν κάτω ἐστέ,

Που σημαίνει: Δεν είναι καθόλου παράδοξο που εσείς σκέπτεστε κατ’ αυτόν τον τρόπο, διότι είστε άνθρωποι γήινοι και δεν συλλογίζεστε τίποτα το πνευμνατικό. Αλλά εγώ δεν θα πράξω κάτι παρόμοιο.

 ἐγὼ ἐκ τῶν ἄνω εἰμί· ὑμεῖς ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ἐστέ,

Και πάλι εδώ ομιλεί για κοσμικές και γήινες σκέψεις και όχι ασφαλώς ότι δεν έλαβε σάρκα. Άλλωστε και για τους μαθητές Του είχε πει ότι δεν είναι εκ του κόσμου τούτου.

ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου. 24 εἶπον οὖν ὑμῖν ὅτι ἀποθανεῖσθε ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν· ἐὰν γὰρ μὴ πιστεύσητε ὅτι ἐγώ εἰμι, ἀποθανεῖσθε ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν.

Διότι εάν ήλθε για να σηκώσει την αμαρτία του κόσμου και δεν είναι δυνατόν να εκδιώξει αυτήν με άλλον τρόπο παρά με το λουτρό του Αίματός Του, τότε είναι πολύ αναγκαίο αυτό να συμβεί και στους ακροατές του λόγου. Και πως θα συμβεί αυτό αν δεν αποδεχτούν την Θεανθρώπινη θυσία; «Εκείνος που δεν πιστεύει έχει ήδη κριθεί», όχι μόνο διότι δεν πιστεύει και και γιατί φεύγει κουβαλώντας μαζί του τα προηγούμενα αμαρτήματά του.

25 ἔλεγον οὖν αὐτῷ· σὺ τίς εἶ;

Ω πόση μεγάλη ανοησία! Τον ρωτούν μετά από τόσο χρόνο  και τόσα θαύματα και διδασκαλία. Και τι απάντησε ο Χριστός;

καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· τὴν ἀρχὴν ὅ τι καὶ λαλῶ ὑμῖν.

Δηλαδή είστε όλως διόλου ανάξιοι για να ακούτε τα λόγια μου, αφού δεν μπορείτε να μάθετε ποιος είμαι. Διότι εσείς μιλάτε πάντοτε για να με δοκιμάστε και δεν προσέχετε στα λεγόμενά μου. Και μπορώ για όλα τα πράγματα να σας ελέγξω. Διότι αυτή την σημασία είχαν τα παρακάτω λόγια:

 26 πολλὰ ἔχω περὶ ὑμῶν λαλεῖν καὶ κρίνειν·

Και όχι μόνο να σας κατακρίνω, αλλά και για να σας τιμωρήσω. Αλλά εκείνος που με έστειλε, δηλαδή ο Πατήρ μου, δεν το θέλει αυτό. Διότι δεν ήλθα για να κρίνω τον κόσμο, αλλά για να σώσω τον κόσμο. Άρα αυτά που σας λέγω τώρα δεν είναι για τον έλεγχό σας , αλλά για την σωτηρία σας.  ἀλλ' ὁ πέμψας με ἀληθής ἐστι, κἀγὼ ἃ ἤκουσα παρ' αὐτοῦ, ταῦτα λέγω εἰς τὸν κόσμον.

         27 οὐκ ἔγνωσαν ὅτι τὸν πατέρα αὐτοῖς ἔλεγεν.

          Πόσο ανόητοι ήταν! Εν΄πω δεν έπαυε συνεχώς να του μιλά για τον Πατέρα, αυτοί όμως εξακολουθούσαν να μην καταλαβαίνουν. Και επειδή δεν τους προσύλκησε αν και είχε κάνει τόσα θαύματα και είχε διδάξει τόσα πολλά, τους μιλά για την στάυρωσή Του:

28 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ὅταν ὑψώσητε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, τότε γνώσεσθε ὅτι ἐγώ εἰμι, καὶ ἀπ' ἐμαυτοῦ ποιῶ οὐδέν, ἀλλὰ καθὼς ἐδίδαξέ με ὁ πατήρ μου, ταῦτα λαλῶ. 29 καὶ ὁ πέμψας με μετ' ἐμοῦ ἐστιν· οὐκ ἀφῆκέ με μόνον ὁ πατήρ, ὅτι ἐγὼ τὰ ἀρεστὰ αὐτῷ ποιῶ πάντοτε. 30 Ταῦτα αὐτοῦ λαλοῦντος πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν.

Μέχρι αυτού του σημείου δεν πρόσεχαν σε όσα τους έλεγε. Όταν όμως εξαιτίας του εκουσίου Του πάθους και όσων θα επακολουθήσουν θα καταργηθεί η παλαιά λατρεία  και έτσι πλέον δεν θα σας επιτρέπετε να λατρεύετε τον Θεό κατά την παλαιά συνήθεια, τότε θα γνωρίσετε την απόλυτη συμφωνία Πατρός και Υιού. Τότε λοιπόν θα γνωρίσετε δύο πράγματα: Την δική μου δύναμη και την συμφωνία μου με τον Πατέρα.

Εν τέλει λέει ο Ευαγγελιστής πολλοί πίστεψαν μετά απ’ αυτά τα λόγια. Αλλά οπωσδήποτε δεν πίστεψαν όπως έπρεπε, αλλά απλώς και τυχαίως, επειδή ευχαριστήθηκαν και ανακουφίστηκαν από την απλότητα των λόγων. Και αυτό αποδεικνύεται από τους παρακάτω λόγους:

31 ῎Ελεγεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς πρὸς τοὺς πεπιστευκότας αὐτῷ ᾿Ιουδαίους· ἐὰν ὑμεῖς μείνητε ἐν τῷ λόγῳ τῷ ἐμῷ, ἀληθῶς μαθηταί μού ἐστε,

Για να τους αποδείξει ότι δεν είχαν πιστέψει στην διδασκαλία Του, αλλά πρόσεχαν μόνο στα λόγια Του.

32 καὶ γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς.

Είναι σαν να τους λέει: πρόκειται να κάνω βαθιά τομή, αλλά εσείς μην κινείστε. Γιατί; Γιατί ήθελε να τους ελευθερώσει. Από ποιον και από τι; -Από τις αμαρτίες τους βεβαίως. Αλλά εκείνοι ήταν αλαζόνες και απάντησαν:

33 ἀπεκρίθησαν αὐτῷ· σπέρμα ᾿Αβραάμ ἐσμεν καὶ οὐδενὶ δεδουλεύκαμεν πώποτε· πῶς σὺ λέγεις ὅτι ἐλεύθεροι γενήσεσθε;

Και με αυτά τα λόγια φανερώθηκαν όσα είχαν μέσα στην καρδιά τους. Διότι αν είχαν καλή διάθεση θα ρωτούσαν: «Δεν γνωρίζουμε τώρα την αλήθεια»; «Ο νόμος είναι ψευδής και γνώση μας»; Όμως τίποτα απ’ αυτά δεν ρώτησαν διότι δεν τους ενδιέφερε τίποτα, παρά μόνο τα γήινα. Κι όμως οι ισραηλίτες πολλές φορές έγιναν δούλοι. Ο Χριστός θα μπορούσε να τους αναφέρει τα εβδομήντα έτη δουλείας της εποχής των κριτών, την δουλεία στους Αιγυπτίους, στους Βαβυλωνίους. Αλλά δεν Τον ενδιέφερε να αποδείξει ότι έγιναν δούλοι των ανθρώπων, αλλά της αμαρτίας. Και από την δουλεία της αμαρτίας μόνο ο Θεός μπορεί να απαλλάξει έναν τέτοιο δούλο. Γι΄αυτό και τους λέει:

34 ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν δοῦλός ἐστι τῆς ἁμαρτίας. 35 ὁ δέ δοῦλος οὐ μένει ἐν τῇ οἰκίᾳ εἰς τὸν αἰῶνα· ὁ υἱὸς μένει εἰς τὸν αἰῶνα.

Δηλαδή: Εγώ είμαι ισότιμος και Ομοούσιος τω Πατρί, άρα και οικοδεσπότης της οικίας. Μη ρωτάτε λοιπόν πλέον «ποιος είσαι». Όλα είναι δικά μου, διότι είμαι ο Υιός και μένω στην οικία του Πατρός μου. Την δε οικία, ονομάζει και εξουσία.

36 ἐὰν οὖν ὁ υἱὸς ὑμᾶς ἐλευθερώσῃ, ὄντως ἐλεύθεροι ἔσεσθε.

Είδες με ποιο τρόπο αποδεικνύει ότι είναι της αυτής ουσία με τον Πατέρα; Διότι αν αυτός που κρίνει είναι ο Θεός, τότε ποιος μπορεί να σας καταδικάσει; Η αληθινινή λοιπόν ελευθερία δεν είναι αυτή του κόσμου τούτου, αλλά η ελευθερία από την αμαρτία, την οποία χαρίζει ο Υιός.

 37 οἶδα ὅτι σπέρμα ᾿Αβραάμ ἐστε· ἀλλὰ ζητεῖτέ με ἀποκτεῖναι, ὅτι ὁ λόγος ὁ ἐμὸς οὐ χωρεῖ ἐν ὑμῖν.

Λοιπόν έχετε αμαρτία και μάλιστα πολύ μεγάλη και βαριά. Ποια; «Ζητείτε να με φονεύσετε». Ποια λοιπόν συγγένεια έχετε με τον Αβραάμ; Άρα η ελευθερία και η δουλεία εξαρτάται από τα έργα. Έτσι και η συγγένεια. Και δεν τους  είπε «δεν κατανοείτε τον λόγο μου», αλλά «ο λόγος μου δεν χωρεί μέσα σας».

38 ἐγὼ ὃ ἑώρακα παρὰ τῷ πατρί μου λαλῶ· καὶ ὑμεῖς οὖν ὃ ἑωράκατε παρὰ τῷ πατρὶ ὑμῶν ποιεῖτε.

Όπως Εγώ με τα λόγια και με την αλήθεια αποκαλύπτω τον Πατέρα μου, το ίδιο κάνετε και σεις με τις πράξεις σας. Διότι Εγώ δεν έχω μόνο την ίδια ουσία με τον Πατέρα, αλλά και την ίδια αλήθεια.

39 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ὁ πατὴρ ἡμῶν ᾿Αβραάμ ἐστι. λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· εἰ τέκνα τοῦ ᾿Αβραὰμ ἦτε, τὰ ἔργα τοῦ ᾿Αβραὰμ ἐποιεῖτε. 40 νῦν δὲ ζητεῖτέ με ἀποκτεῖναι, ἄνθρωπον ὃς τὴν ἀλήθειαν ὑμῖν λελάληκα, ἣν ἤκουσα παρὰ τοῦ Θεοῦ· τοῦτο ᾿Αβραὰμ οὐκ ἐποίησεν.

Συνεχώς ανακινεί την φονική τους διάθεση, για να τους αφαιρέσει την περιττή καυχησιολογία και να τους πείσει να μην ελπίζουν ότι θα τους σώσει ο Αβραάμ. Διότι η φαντασία τους για την συγγένειά τους με τον Αβραάμ τους εμπόδιζε να προσέλθουν στον Χριστό. Και ποια ήταν η αλήθεια που τους διακήτυττε; -Ότι είναι ίσος με τον Πατέρα.

 41 ὑμεῖς ποιεῖτε τὰ ἔργα τοῦ πατρὸς ὑμῶν. εἶπον οὖν αὐτῷ· ἡμεῖς ἐκ πορνείας οὐ γεγεννήμεθα· ἕνα πατέρα ἔχομεν, τὸν Θεόν. 42 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· εἰ ὁ Θεὸς πατὴρ ὑμῶν ἦν, ἠγαπᾶτε ἂν ἐμέ· ἐγὼ γὰρ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐξῆλθον καὶ ἥκω· οὐδὲ γὰρ ἀπ' ἐμαυτοῦ ἐλήλυθα, ἀλλ' ἐκεῖνός με ἀπέστειλε.

Κι επειδή τους αφαίρεσε την συγγένεια με τον Αβραάμ, καταφεύγουν στον Θεό. Αλλά και πάλι τι ισχυρίζεστε; Ότι εσείς έχετε πατέρα τον Θεό; Και τότε πως κατηγορείτε τον Χριστό; Αν ήσασταν παιδιά του Θεού θα με αγαπούσατε.  

43 διατί τὴν λαλιὰν τὴν ἐμὴν οὐ γινώσκετε; ὅτι οὐ δύνασθε ἀκούειν τὸν λόγον τὸν ἐμόν. 44 ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρὸς τοῦ διαβόλου ἐστέ, καὶ τὰς ἐπιθυμίας τοῦ πατρὸς ὑμῶν θέλετε ποιεῖν. ἐκεῖνος ἀνθρωποκτόνος ἦν ἀπ' ἀρχῆς καὶ ἐν τῇ ἀληθείᾳ οὐχ ἕστηκεν, ὅτι οὐκ ἔστιν ἀλήθεια ἐν αὐτῷ· ὅταν λαλῇ τὸ ψεῦδος, ἐκ τῶν ἰδίων λαλεῖ, ὅτι ψεύστης ἐστὶ καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ.

Αφού τους απέκλεισε την συγγένεια με τον Αβραάμ και αφού αυτοί τόλμησαν να ισχυριστούν ανώτερη συγένεια με τον Θεό, τότε ο Χριστός τους τους καταφέρει το κτύμημα λέγοντας ότι όχι μόνο του Αβραάμ. Όχι μόνο του Θεού δεν είστε τέκνα, αλλά αντιθέτως είστε παιδιά του διαβόλου. Και δεν το λέει αυτό αναπόδειχτα, αλλά το αποδεικνύει με την φονική τους διάθεση, διότι ο φόνος είναι απόδειξη της κακίας του διαβόλου. Και δεν είπε «κάνετε μόνο τα έργα», αλλά «τις επιθυμίες εκείνου κάνετε».

45 ἐγὼ δὲ ὅτι τὴν ἀλήθειαν λέγω, οὐ πιστεύετέ μοι. 46 τίς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με περὶ ἁμαρτίας; εἰ δὲ ἀλήθειαν λέγω, διατί ὑμεῖς οὐ πιστεύετέ μοι; 47 ὁ ὢν ἐκ τοῦ Θεοῦ τὰ ρήματα τοῦ Θεοῦ ἀκούει· διὰ τοῦτο ὑμεῖς οὐκ ἀκούετε, ὅτι ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἐστέ.

Και είναι άξιον θαυμασμού, ότι εσείς θέλετε να με φονεύσετε και καταφέρεστε με λύσσα και μανία εναντίον μου, χωρίς να έχετε τίποτα να πείτε εναντίον μου. Το ίδιο δεν κάνει και ο διάβολος; Δεν στείνει ψευδείς πλεκτάνες κατά του Χριστού και των ανθρώπων του Θεού;

 48 ἀπεκρίθησαν οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι καὶ εἶπον αὐτῷ· οὐ καλῶς λέγομεν ἡμεῖς ὅτι Σαμαρείτης εἶ σὺ καὶ δαιμόνιον ἔχεις;

Και μολονότι πουθενά ο ευαγγελιστής δεν μας ανέφερε πως τον αποκαλούσαν Σαμαρείτη, απ’ αυτό το εδάφιο φαίνεται πως Τον αποκαλούσαν έτσι. Και ποιος είναι αυτός που έχει δαιμόνιο; Αυτός που τιμά τον Θεό ή αυτός που υβρίζει αυτόν που τον τιμά; Τι απαντά όμως σ’ αυτούς η πραότης η επιείκια;

49 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· ἐγὼ δαιμόνιον οὐκ ἔχω, ἀλλὰ τιμῶ τὸν πατέρα μου, καὶ ὑμεῖς ἀτιμάζετέ με.

Βλέπετε; Στην περίπτωση που χρειάζονταν να τους διδάξει και να καταρρίψει την μεγάλη αλαζονεία τους ήταν αυστηρός. Όταν όμως υβρίζονταν έδειχνε πολύ πραότητα.

 50 ἐγὼ δὲ οὐ ζητῶ τὴν δόξαν μου· ἔστιν ὁ ζητῶν καὶ κρίνων.

Γι’ αυτό και αποφεύγω να σας τιμωρήσω. Αντιθέτως έρχομαι να σας συμβουλεύσω ώστε να αποφύγετε την τιμωρία και να επιτύχετε την αιώνια ζωή.  51 ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐάν τις τὸν λόγον τὸν ἐμὸν τηρήσῃ, θάνατον οὐ μὴ θεωρήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα.

 52 εἶπον οὖν αὐτῷ οἱ ᾿Ιουδαῖοι· νῦν ἐγνώκαμεν ὅτι δαιμόνιον ἔχεις. ᾿Αβραὰμ ἀπέθανε καὶ οἱ προφῆται, καὶ σὺ λέγεις, ἐάν τις τὸν λόγον μου τηρήσῃ, οὐ μὴ γεύσηται θανάτου εἰς τὸν αἰῶνα; 53 μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν ᾿Αβραάμ, ὅστις ἀπέθανε; καὶ οἱ προφῆται ἀπέθανον· τίνα σεαυτὸν σὺ ποιεῖς;

Πόση μεγάλη κενοδοξία!!! Πάλι καταφεύγουν στην συγγένειά τους με τον Αβραάμ. Αν και φυσικό ήταν να ρωρήσουν «μήπως εσύ είσαι μεγαλύτερος από τον Θεό»; Ρωτούν «μήπως είσαι μεγαλύτερος από τον Αβραάμ» επειδή Τον θεωρούσαν κατώτερο.

54 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· ἐὰν ἐγὼ δοξάζω ἐμαυτόν, ἡ δόξα μου οὐδέν ἐστιν· ἔστιν ὁ πατήρ μου ὁ δοξάζων με, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι Θεὸς ὑμῶν ἐστι, 55 καὶ οὐκ ἐγνώκατε αὐτόν· ἐγὼ δὲ οἶδα αὐτόν. καὶ ἐὰν εἴπω ὅτι οὐκ οἶδα αὐτόν, ἔσομαι ὅμοιος ὑμῶν ψεύστης· ἀλλ' οἶδα αὐτὸν καὶ τὸν λόγον αὐτοῦ τηρῶ.

Αν λοιπόν εγώ πω ότι δεν γνωρίζω τον Πατέρα θα ήμουν όμοιός σας ψεύτης, εσείς όμως που λέτε πως Τον γνωρίζετε, εσείς είστε αυτού που ψεύδεστε. Και πως αποδεικνύει ότι απεστάλει από τον Πατέρα; «Και τον λόγο αυτού τηρώ». Και εδώ ενώ θα μπορούσαν να Τον ελέγξουν αποστομώνονται.

56 ᾿Αβραὰμ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἠγαλλιάσατο ἵνα ἴδῃ τὴν ἡμέραν τὴν ἐμήν, καὶ εἶδε καὶ ἐχάρη.

Και πάλι δείχνει πως αυτοί ήταν ξένοι από τον Αβραάμ, αφού γι’ αυτά για τα οποία εκείνος χαίρονταν, αυτοί ένιωθαν λύπη. Ο δε Χρυσόστομος έχει τη γνώμη ότι ο Χριστός εννοούσε την ημέρα του σταυρού την οποία προεικόνιζε ο Αβραάμ με τη θυσία του κριού και του Ισαάκ.


57 εἶπον οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι πρὸς αὐτόν· πεντήκοντα ἔτη οὔπω ἔχεις καὶ ᾿Αβραὰμ ἑώρακας;

Ώστε ο Χριστός όταν τους μιλούσε βρίσκονταν κοντά στα σαράντα έτη.

 58 εἶπεν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, πρὶν ᾿Αβραὰμ γενέσθαι ἐγώ εἰμι. 59 ἦραν οὖν λίθους ἵνα βάλωσιν ἐπ' αὐτόν. ᾿Ιησοῦς δὲ ἐκρύβη, καὶ ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ ἱεροῦ διελθὼν διὰ μέσου αὐτῶν, καὶ παρῆγεν οὕτως.. 

Βλέπεις πως απέδειξε ότι είναι ανώτερος από τον Αβραάμ; Διότι εκείνο που χάρηκε τόσο για να δει αυτήν την ημέρα χάρηκε για κάτι που είναι ανώτερο από κείνον. Και γιατί χάρηκε τόσο πολύ ο Αβραάμ; Διότι η σταυρική θυσία αποτελεί την σωτηρία όλης της οικουμένης. Γιατί όμως δεν είπε «πριν γεννηθεί ο Αβραάμ «εγώ υπήρχα», αλλά είπε «εγώ υπάρχω»; Όπως ακριβώς και ο Πατέρας χρησιμοποιεί τη λέξη «υπάρχω» έτσι και ο Υιός. Διότι ο ενεστώτας χρόνος δηλώνει κάτι το συνεχές και ακατάπαυστο.

Και θα πει κάποιος: -Μα γιατί για να τους πείσει δεν διέλυσε την δύναμή τους ώστε να του αναγκάσει να πιστέψουν; - Μα θαύματα πολλά είδαν και δεν πίστεψαν. Διότι δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από την απεγνωσμένη ψυχή η οποία κι αν ακόμη δει θαύματα δείχνει την ίδια αναισχυντία, όπως ακριβώς και ο Φαραώ αν και εκείνος δέχτηκε τότε μυρίες πληγές.

 

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ (Θ΄)

 

 ΚΑΙ παράγων εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς.

2 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ;

Εφόσον γεννήθηκε τυφλός είναι εσφαλμένη η ερώτηση για το αν αμάρτησε αυτός και γεννήθηκε τυφλός. Αλλά και τι; Για τις αμαρτίες των γονέων του γεννήθηκε τυφλός; Όχο γιατί δεν είναι δυνατόν να αμαρτάνει άλλος και να τιμωρείται άλλο. Διότι αν το παραδεχτούμε αυτό κατ’ ανάγκη θα πρέπει να παραδετούμε και το άλλο. Ότι αμάρτησε ο τυφλός πριν γεννηθεί.  Γιατί λοιπόν έκαναν αυτή την ερώτηση; -Δεν έκαναν την ερώτηση αυτή υπό την μορφή ερωτήσεως αλλά ωσάν απορία. Και τι απάντησε ο Χριστός;

 3 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ' ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ.

Ναι μεν λοιπόν και οι γονείς του και αυτός αμάρτησε αλλά δεν είναι αυτή η αιτία για να γεννηθεί αυτός τυφλός. Τότε λοιπόν γιατί; -Για να δοξασθεί ο Θεός. Και θα ρωτήσεις «δηλαδή δεν μπορούσε με άλλο τρόπο να φανερωθεί η δόξα του Θεού; Έπρεπε αυτός να τυφλωθεί»; -Και βέβαια θα μπορούσε. Όμως αυτός ευεργετήθηκε από την τύφλωσή του καθ’ όσον ανέβλεψε με τους εσωτερικούς του οφθαλμούς. Διότι τι ωφελήθηκαν οι Ιουδαίοι που ενώ έχοντας την σωματική όρασή τους, τυφλώθηκαν  πνευματικά; Η τύφλωση λοιπόν δεν ήταν κακή. Κακό πράγμα είναι μόνον η αμαρτία. Αυτός λοιπόν που έφερε στη ζωή τον τυφλό από την ανυπαρξία, είχε εξουσία να τον αφήσει σ’ αυτήν την κατάσταση.

Και λέγοντας «για να φανερωθεί η δόξα του Θεού» δεν εννοεί τον Πατέρα, αλλά τον εαυτό του.

4 ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. 5 ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ᾦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. 6 ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ

Και με την ενέργειά Του αυτή φανέρωσε την κρυμμένη δόξα Του, διότι δεν ήταν μικρή δόξα να θεωρηθεί δημιουργός της κτίσεως. Και γιατί το λέμε αυτό; Διότι με παρόμοια ενέργεια έπλασε τον άνθρωπο. Ενώ εδώ στην προκειμένη περίπτωση θεράπευσε ένα μικρό μέλος μεν ως προς το σώμα του ανθρώπου αλλά το πολυτιμότερο μέλος του που οπωσδήποτε είναι ο οφθλαμός. Ο οφθαλμός κυνερνά ολόκληρο το σώμα, του δίδει κάλλος, στολίζει το πρόσωπο, είναι λύχνος όλων των μελών. Διότ αυτό που είναι ο ήλιος για όλη την οικουμένη, είναι ο οφθαλμός για το ανθρώπινο σώμα. Αν σβήσεις τον ήλιο όλα τα καταστρέφεις, αν σβήσεις τους οφθαλμούς και τα πόδια είναι άχρηστα και τα χέρια και η ψυχή διότι χάνεται η γνώση αχρηστευομένων αυτών. Διότι τα αόρατα του Θεού βλέπονται καθαρά διά μέσου των δημιουργημάτων. Επομένως δεν είναι ο οφθαλμός λύχνος μόνο για το σώμα, αλλά και λύχνος για την ψυχή. Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο τοποθετήθηκε σε βασιλική θέση του σώματος.

-Και γιατί έπτυσε στο χώμα και δεν έριξε νερό σ’ αυτό ώστε να φτιάξει τον πηλό;

Απ: Για να μην αποδωθεί καμμία θεραπευτική δύναμη στην πηγή. Το ότι έστειλε τον τυφλό να πλυθεί έχει και αυτό την αιτία του: Για να μην θεωρηθεί θεραπευτική ιδιότητα στο χώμα.

Όλα βέβαια αυτά συντελούν στο να μάθουμε και κάτι ακόμη: Τη πίστη του τυφλού, την αποστόμωση των Ιουδαίων. Αλλά και κάτι επιπλέον ακόμη: Ότι ο Χριστός δεν είναι ξένος προς την Παλαιά Διαθήκη.

7 καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων.

Στη συνέχεια για να δείξει ότι δεν έχει ανάγκη από την ύλη, αλλά χρησιμοποίησε τον πηλό για να διδάξει ότι αυτός είναι ο Δημιουργός, είπε στον τύφλο «ύπαγαι νίψαι» για να γνωρίσεις ότι δεν έχω ανάγκη από τον πηλό για να σου ανοίξω τους οφθαλμούς.

Συνεπώς Αυτός που χάρισε την όραση, άνοιξε τους οφθαλμούς, άρα ενεφύσησε και την ψυχή και χάρισε σε κάθε μέλος τα πάντα και αρτηρίες και νέυρα και φλέβες και αίμα και όλα τα άλλα από τα οποία αποτελείται το σώμα μας.

8 Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; 9 ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι.

Πω πω φιλανθρωπία Θεού! Ο Θεός που θεραπεύει τους επαίτες δεικνύοντας την ίδια φροντίδα για πλούσιους και φτωχούς, διάσημους και άσημους. Κι ενώ όλοι έδειχνα αμφιβολία για το αν ήταν αυτός που θεραπεύτηκε, ο τυφλός ομολογεί: «εγώ είμαι». Δεν ένοιωσε ντροπή για την προηγούμενη τύφλωσή του, ούτε φοβήθηκε τον θυμό του λαού, αλλά ούτε και απέφυγε στο να διακηρύξει τον ευεργέτη του.

10 ἔλεγον οὖν αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; 11 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ἄνθρωπος λεγόμενος ᾿Ιησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα.

Πρόσεξε ότι λέει όλη την αλήθεια. Διότι δεν είπε πως έκανε το θαύμα, διότι δεν είδε ότι έπτυσε κάτω, αλλά ότι του άλειψε με πηλό τους οφθαλμούς.  Λέει λοιπόν ό,τι αισθάνθηκε και ότι άκουσε.

 12 εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ οἶδα.

Και τον ρωτούν με φονικές διαθέσεις. Πρόσεχε όμως και την μετριοφροσύνη του Χριστού ο Οποίος δεν παρέμενε κοντά στους θεραπευομένους διότι δεν ήθελε να αποκτήσει δόξα.

13 ῎Αγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. 14 ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς.

Ήθελαν να βρουν τον Χριστό ώστε να τον οδηγήσουν στους ιερείς, επειδή όμως δεν το πέτυχαν, οδήγησαν τον τυφλό προς τους Φαρισαίους. Γι’ αυτό και ο Ευαγγελιστής αναφέρει ότι ήταν Σάββατο, για να δείξει την κακή διάθεση και την αιτία για την οποία τον αναζητούσαν. Και αυτό γίνεται επίσης φανερό από το ότι μόλις είδαν τον τυφλό δεν τον ρώτησαν τίποτε άλλο παρά τούτο:15 πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. Με σκοπό να τον κατηγορήσουν για παραβίαση του Σαββάτου.

ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω.

Πρόσεχε σε παρακαλώ πως ο τυφλός δεν ταράσσεται. Και δεν ταράσσεται παρότι είναι το πλέον φανερό ότι διατρέχει μεγάλο κίνδυνο με τόσους μανιακούς να τον περιτρυγυρίζουν.

16 ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς.

Βλέπεις; Ακόμη και οι Φαρισαίοι προσελκύονταν από τα θαύματα του Ιησού, ώστε στο συνέδριό τους αυτό προκλήθηκε χάσμα απόψεων για το πρόσωπο του Χριστού.


17 λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν.

Θέτουν τώρα ερώτηση όχι πραγματικής απορίας, αλλά ερώτηση απολογίας. Κι όμως ο τυφλός απαντά με σύνεση, δίχως να τους φοβηθεί και είπε «προφήτης είναι». Κι όμως αυτοί δεν πίστευαν ότι αυτός ήταν πράγματι τυφλός ωσότου φώναξαν τους γονείς του για να επιβεβαιώσουν την εκ γεννετής τύφλωση του παιδιού τους. 18 οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος

 19 καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει;

Δηλαδή η φύση της ερωτήσεως είναι εξής: -μήπως με κάποιο μαγικό τρόπο επιτελέσθηκε η θεραπεία; Πρόσεξε δε τον τρόπο τους. Ρωτούς με πάσα αυστηρότητα λες και ήταν οι γονείς του τυφλού κακούργοι: «αυτός  είναι ο υιός σας που λέγετε ότι εγεννήθη τυφλός»; Και δεν είπαν ο «άλλοτε τυφλός», αλλά «που λέγετε ότι εγεννήθη τυφλός». Βδελυροί άνθρωποι και μιαρότατοι.

Και ρωτούν: «Πως λοιπόν βλέπει τώρα»; Πω πω μέγεθος ανοησίας! Με τρεις ερωτήσεις: Εάν ήταν υιός τους, πώς ανέβλεψε, και εάν ήταν τυφλός απαντούν οι ίδιοι στις ερωτήσεις που θέτουν.

20 ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· 21 πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει.

Δεν είναι παιδί απαντούν, ούτε πνευματικά καθηστερημένος ρωτήστε τον ίδιο για το πώς ανέβλεψε. Για το ότι είναι αυτός υιός μας και ότι γεννήθηκε τυφλός, αυτό σας το επιβεβαιώνουμε.

 22 ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς ᾿Ιουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. 23 διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. 24 ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ·

«Δόξασε τον Θεό»: Δηλαδή ομολόγησε ότι αυτός δεν σου έκανε τίποτα.  Αλλά για να μάθεις ότι δεν αποτελεί δόξα του Θεού ο έπαινος, αλλά η πίστη, όταν λίγο αργότερα ο Χριστός συνάντησε τον τυφλό δεν του είπε: «Γιατί δεν δόξασες τον Θεό»; Αλλά τον ρώτησε: «Πιστεύεις στον Υιό του θεού»;

 ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. 25 ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω.

Ο τυφλός δεν το λέει αυτό με κακή διάθεση, ούτε γιατί φοβήθηκε, αλλά επειδή θέλει να απαλλάξει τον Ιησού από τις κατηγορίες.

26 εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; 27 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν;

Και αφού τους κατατρόπωσε ο τυφλός και τους απόδειξε διά μέσου του γεγονότος του θαύματος πως οι κατηγορίες τους έπεφταν στο κενό δεν τους μιλά πλέον με χαλαρότητα, ούτε συνεσταλμένα, αλλά με θάρρος. Είδες παρρησία επαίτου προς άνδρες γραμματείς και Φαρισαίους;  Τόσο ισχυρή είναι η αλήθεια, τόσο ασθενές είναι το ψεύδος. Δεν προσέχετε εσείς τα λόγια μου, διά τούτο δεν θα σας μιλήσω πλέον, ούτε θα απαντώ συνέχεια σε σας, αφού ρωτάτε άσκοπα και όχι θέλοντας να ακούσετε για να μάθετε, αλλά για να κατηγορήσετε τα λεγόμενα.

μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι;

Δηλαδή εγώ είμαι ήδη μαθητής Του, μήπως θέλετε να γίνετε κι εσείς όπως κι εγώ; Από τη μία λοιπόν ομολογεί, από την άλλη διακομωδεί.

 

28 ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί.
29 ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν.

Τι υποκρισία! Διότι λένε γνωρίζουν αυτά που άκουσαν, αλλά δεν πιστεύουν σ’ αυτά που είδαν. Μα αν ήταν μαθητές του Μωυσή, θα είσασταν και μαθητές του Ιησού. Αφού ο Μωυσής περί του Χριστού ομίλησε. Τι απαντά λοιπόν ο τυφλός;

30 ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. 31 οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ' ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. 32 ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου. 33 εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν.

Εδώ λοιπόν όχι μόνο απαλλάσει τον Ιησού από τις κατηγορίες, αλλά Τον παρουσιάζει και πάρα πολύ αρεστό ενώπιον του Θεού. Μάλιστα δε εξυψώνει το γεγονός της θεραπείας του λέγοντας:  «ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου».

34 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω.

Όσο δηλαδή ήλπιζαν ότι θα αρνηθεί τον Χριστό, και αξιόπιστο τον θεωρούσαν και τον κάλεσαν ενώπιόν τους και μία και δύο φορές. Όταν όμως αντέταξε σ΄αυτούς γενναία και ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό, τότε κατηγόρησαν την τύφλωσή του ως μαρτυρία της αμαρτίας του , πράγμα που βέβαια δεν ήταν λογικό.

Και όλα αυτά γράφηκαν για να διδαχθούμε κι εμείς και να μιμούμεθα τον τυφλό και επαίτη για το θάρρος και την παρρησία, διότι αυτός προτίμησε να ριφθεί έξω και να διωχθεί, ίσως δεν και να ξυλοκοπηθεί ή θανατωθεί, παρά να προδώσει την αλήθεια.

35 ῎Ηκουσεν ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; 36 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; Να πως ανταμοίβει ο Χριστός αυτούς που ομολογούν Εκείνο με θάρρος. Και πρόσεχε με τι τον ανταμοίβει, με το αποκορύφωμα τοων αγαθών καθ’ όσον και τον ευατό Του φανέρωσε σ’ αυτόν και κατέταξε αυτόν στον χορό των μαθητών Του. Συ όμως πρόσεχε πως ο Ευαγγελιστής περιγράφει την ακρίβεια της συνομιλίας, διότι όταν είπε ο Ιησούς «Συ πιστεύεις ειςτον Υιόν του Θεού»; Λέγει ο τυφλός «Κύριε ποιος είναι»; Διότι δεν τον γνώριζε ακόμη αν και είχε θεραπευτεί από Κείνον καθ’ όσον τυφλός ήταν προν έλεθει προν τον Ευεργέτη  και μετά την θεραπεία σέρνονταν εδώ κι εκεί  από εκείνους  τους σκύλους. Και γιατί τον ρωτά αν πιστεύει μετά από τόση ομολογία; Γιατί θέλει να του φανερώσει τον ευατό Του και να του δείξει ότι εκτιμά πάρα πολύ την πίστη του.

«Και ποιος είναι Κύριε για να πιστέψω σ’ αυτόν»; Η φράση αυτή φναερώνει ψυχή που ποθεί και επιθυμεί πάρα πολύ τον γνωρίσει.

37 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. 38 ὁ δὲ ἔφη· πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.

Κι αφού αποκάλυψε στον τέως τυφλό τον Εαυτό Τουπροσθέτει ο Ευαγγελιστής και την πράξη του τυφλού: ότι έπεσε και Τον προσκύνησε. Πράγμα που λίγοι από τους θεραπευμένους το έκαναν.

39 καὶ εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς· εἰς κρῖμα ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἦλθον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσι καὶ οἱ βλέποντες τυφλοὶ γένωνται.

Το ίδιο είπε και ο Παύλος: «Τι λοιπόν θα πούμε; Ότι οι εθνικοί που δεν επεδίωκαν την δικαίωσή τους, πέτυχαν να δικαιωθούν διά της πίστεως προς τον Ιησού, ενώ ο Ισραήλ που επεδίωκε την δικαίωσή του διά της τηρήσεως του νόμου δεν κατόρθωσε να δικαιωθεί».

Η λέξη «εις κρίμα» το είπε για ναδηλώσει τη μεγαλύτερη τιμωρία που τους περιμένει για να δείξει ότι αυτοί που Τον καταδίκασαν αυτοί είναι οι καταδικασμένοι, αυτοί που τον κατέκριναν ως αμαρτωλό αυτοί είναι οι κατεκριμμένοι.

 40 καὶ ἤκουσαν ἐκ τῶν Φαρισαίων ταῦτα οἱ ὄντες μετ' αὐτοῦ, καὶ εἶπον αὐτῷ· μὴ καὶ ἡμεῖς τυφλοί ἐσμεν; 41 εἶπεν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· εἰ τυφλοὶ ἦτε, οὐκ ἂν εἴχετε ἁμαρτίαν· νῦν δὲ λέγετε ὅτι βλέπομεν· ἡ οὖν ἁμαρτία ὑμῶν μένει.

Επειδή δηλαδή αυτοί θεωρούσαν την σωματική τύφλωση ως ντροπή και απόδειξη αμαρτίας, επέρριψε σ’ αυτούς πάνω στην κεφαλή τους τους λόγους τους αποδεικνύοντας ότι τυφλότητα στην πραγματικότητα δεν είναι  αυτή του σώματος, αλλά της ψυχής.

 

ΣΕΛΙς………………………….96…………………………

 

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ (Ι΄)

 

Ι´\ΑΜΗΝ ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ μὴ εἰσερχόμενος διὰ τῆς θύρας εἰς τὴν αὐλὴν τῶν προβάτων, ἀλλὰ ἀναβαίνων ἀλλαχόθεν, ἐκεῖνος κλέπτης ἐστὶ καὶ λῃστής·

Πρόσεχε τα γνωρίσματα του ληστού: Πρώτος ότι δεν εισέρχεται φανερά, δεύτερον όχι σύμφωνα με τις «Γραφές», διότι αυτό σημαίνει «Το μη διάτης θύρας»¨. Εδώ υποννοεί και αυτούς που ήλθαν πριν απ’ Αυτόν και αυτούς που θα έλθουν μετά απ’ Αυτόν. Και τον αντίχριστο και τους ψευδόχριστους. Πολύ σωστά ονόμασε θύρα τις Γραφές. Διότι αυτές μας οδηγούν στον Θεό και παρέχουν θεογνωσία.

Τι σημαίνει «εις την αυλήν»; Προς τα πρόβατα και την πρόνοια εκείνων. Διότι εκείνος που δεν ακολουθεί την κανονική οδό, οπωσδήποτε είναι κλέπτης. Πρόσεχε τώρα και το γνώρισμα του ποιμένος:

 2 ὁ δὲ εἰσερχόμενος διὰ τῆς θύρας ποιμήν ἐστι τῶν προβάτων. 3 τούτῳ ὁ θυρωρὸς ἀνοίγει, καὶ τὰ πρόβατα τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει, καὶ τὰ ἴδια πρόβατα καλεῖ κατ' ὄνομα καὶ ἐξάγει αὐτά. 4 καὶ ὅταν τὰ ἴδια πρόβατα ἐκβάλῃ, ἔμπροσθεν αὐτῶν πορεύεται, καὶ τὰ πρόβατα αὐτῷ ἀκολουθεῖ, ὅτι οἴδασι τὴν φωνὴν αὐτοῦ· 5 ἀλλοτρίῳ δὲ οὐ μὴ ἀκολουθήσωσιν, ἀλλὰ φεύξονται ἀπ' αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τὴν φωνήν.

Κατά μία άλλη έννοι μπορούμε να παρομοιάσουμε ως θυρωρό τον Μωυσή, διότι εκείνος είναι που μας ενεπιστέυθηκε τα λόγια του Πατέρα. Αλλά ποιμένας είναι ο Χριστός ο Οποίος μας οδηγεί με ασφάλεια προς τον Πατέρα. Κι αν όλα τα πρόβατα δεν ακολούθησαν τον καλό ποιμένα, αυτό δεν διαβάλλει τον ποιμένα αλλά τα πρόβατα που αποκόπησαν από την μάνδρα. Πρόσεξε δε πως Αυτός ο ποιμένας ακολουθεί μία διαφορετική ποιμαντική από την δική μας. Διότι και τα πρόβατα τα έστειλέ έξω και μάλιστα εν μέσω λύκων.. Εδώ υπαινίσσεται και τον τυφλό ο οποίος άκουσε την φωνη Αυτού.

Αλλά παρά ταύτα εκείνοι δεν κατάλαβα τα λόγια Του και έτσι ο Ιησούς αφού πρώτα προσέλκυσε το ενδιαφέρον  με τα λόγια Του, στη συνέχεια διαλύει και την παραμικρή ασάφεια:

6 Ταύτην τὴν παροιμίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐκεῖνοι δὲ οὐκ ἔγνωσαν τίνα ἦν ἃ ἐλάλει αὐτοῖς. 7 Εἶπεν οὖν πάλιν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἐγώ εἰμι ἡ θύρα τῶν προβάτων. 8 πάντες ὅσοι ἦλθον πρὸ ἐμοῦ, κλέπται εἰσὶ καὶ λῃσταί· ἀλλ' οὐκ ἤκουσαν αὐτῶν τὰ πρόβατα. 9 ἐγώ εἰμι ἡ θύρα· δι' ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ, σωθήσεται, καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται, καὶ νομὴν εὑρήσει.

Δηλαδή θα ζει δίχως φόβο, πράγμα που συνέβη και στους Αποστόλους, οι οποίο εισήρχοντο και εξήρχοντο άφοβα, ώστε να γίνουν κύριοι όλης της οικουμένης και κανείς δεν μπόρεσε να τους εκδιώξει. Με την φράση «όσοι ήλθαν προ εμού» δεν εννοεί τους προφήτες όπως λέγουν οι αιρετικοί αλλά εννοεί τον Θευδά και τον Ιούδα και τους άλλους στασιαστές.

10 ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχεται εἰ μὴ ἵνα κλέψῃ καὶ θύσῃ καὶ ἀπολέσῃ·

Πράγμα που έγινε τότε, αφού όλοι εσφάγησαν και εξαφανίστηκαν.

ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσιν.

Πες μου: Τι υπάρχει περισσότερο από τη ζωή; Η Βασιλεία των ουρανών, αλλά δεν το λέγει ακόμη, αλλά επαναλαμβάνει το όνομα της ζωής που ήταν γνωστό σ’ αυτούς.

11 ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός. ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων·

Εδώ ομιλέι πλέον περί του σταυρικού Του θανάτου, δεικνύοντας ότι αυτό θα γίνει για την σωτηρία του κόσμου και ότι δεν εισέρχεται σ’ αυτό χωρίς την θέλησή Του.

Έπειτα πάλι αναφέρεται προς τον μισθωτό, δηλαδή τον κλέφτη ή τον ψευδοποιμένα.

12 ὁ μισθωτὸς δὲ καὶ οὐκ ὢν ποιμήν, οὗ οὐκ εἰσὶ τὰ πρόβατα ἴδια, θεωρεῖ τὸν λύκον ἐρχόμενον καὶ ἀφίησι τὰ πρόβατα καὶ φεύγει· καὶ ὁ λύκος ἁρπάζει αὐτὰ καὶ σκορπίζει τὰ πρόβατα.

Εδώ δείχνει τον ευατό Του να έχει τόση εξουσία επί των προβάτων, όση και ο Πατήρ. Εφόσον αυτός είναι ο ποιμήν και δικά Του είναι τα πρόβατα. Θυμηθείτε τον Ιησού που όταν Τον περικύκλωσαν και οι μαθητές Του κινδύνευσαν Εκείνος είπε: «Αφήσατε αυτούς να φύγουν», δια να πληρωθεί ο λόγος ότι κανείς απ’ αυτούς δεν χάθηκε.

13 ὁ δἑ μισθωτὸς φεύγει, ὅτι μισθωτός ἐστι καὶ οὐ μέλει αὐτῷ περὶ τῶν προβάτων.

Διά τούτο παρακαλώ ας μένουμε βόσκοντες υπό την προστασία του ποιμένος ακούγοντας την φωνή Του. Και ποια είναι η φωνή του Του: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, μακάριοι αυτοί που έχουν καθαρή καρδία, μακάριοι οι ελεήμονες», αν κάνουμε αυτά θα μείνουμε υπό την προστασία του Ποιμένος και ο λύκος δεν θα μπορέσει να εισέλθει μέσα, αλλά κι αν ακόμη εισέλεθει, θα το κάνει αυτό προς ζημία του, διότι έχουμε τον ποιμένα, που τόσο μας αγαπά ώστε και τη ζωή Του θα δώσει για χάρη μας. Όταν λοιπόν ο Δυνατός μας αγαπά, τι μας εμποδίζει να σωθούμε;  Τίποτα. Εκτός αν φύγουμε εμείς από κοντά Του.

14 ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός, καὶ γινώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώσκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν,

Είναι μεγάλο πράγμα αγαπητοί μου η προστασία της Εκκλησίας και έχει ανάγκη μεγάλης ανδρείας και ευσέβειας ώστε ο ποιμένας με γενναιότητα να σταθεί ενώπιον των λύκων διότι ως προς αυτό διαφέρει ο ποιμήν από τον μισθωτό, διότι ο μισθωτός φροντίζει πάντα για τη σωτηρία του και παραμελεί τα πρόβατα, ενώ ο ποιμήν φροντίζει πάντοτε για την την σωτηρία των προβάτων και παραμελεί τη δικιά του. Θυμηθείτε τον Ιεζεκιήλ τι λέει: «Ω ποιμένες του Ιεζεκιήλ! Μήπως άραγε βόσκουν τους εαυτούς τους οι ποιμένες»; (Ιεζ. 34,2).

Δείτε τι έκανς ο Ποιμήν ο καλός (Χριστός): Ούτε τη διδασκαλί Του διέκοψε, ούτε τους πιστεύοντας πρόδωσε, αλλά στάθηκε και προτίμησε να πεθάνει.

 15 καθὼς γινώσκει με ὁ πατὴρ κἀγὼ γινώσκω τὸν πατέρα, καὶ τὴν ψυχήν μου τίθημι ὑπὲρ τῶν προβάτων.

Συνεχώς αυτό λέει για να τους δείξει ότι δεν είναι πλάνος, διότι και ο Απόστολος Παύλος όταν ήθελε να δείξει ότι είναι γνήσιος διδάσκαλος συνέκρινε τον εαυτό του με τους ψευδαποστόλους.

 16 καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω, ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης· κἀκεῖνά με δεῖ ἀγαγεῖν, καὶ τῆς φωνῆς μου ἀκούσουσι, καὶ γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν.

Δηλαδή σαν να έλεγε, τι θαυμάζετε ότι αυτοί με ακολοθούν, διότι θα έρθει ώρα που και άλλα πρόβατα θα με ακολουθήσουν και εσείς θα εκπλαγείτε βλέποντας αυτό το γεγονός. Εδώ σαφώς εννοεί την είσοδο των εθνικών στην Χάρη πράγμα που ξ΄πενιζε ασφαλώς τους Ιουδαίους. Ο Απόστολος Παύλος  λέει: «Ούτε η περιτομή έχει καμμία ισχύ, ούτε η ακροβυστία» (Γαλ. 5,6)

 17 διὰ τοῦτο ὁ πατήρ με ἀγαπᾷ, ὅτι ἐγὼ τίθημι τὴν ψυχήν μου, ἵνα πάλιν λάβω αὐτήν.

Τι θα μπορούσε να υπάρξει ταπεινότερο απ’ αυτά τα λόγια; Εάν πρόκειται ο Κύριός μας να αγαπηθεί εξ’ αιτίας μας, επειδή δηλαδή πεθαίνει προς χάριν μας; Τι λοιπόν; Ειπέ μου, τον προηγούμενο χρόνο δεν Τον αγαπούσε και εμείς γίναμε αιτία της αγάπης αυτού του Πατρός; Βλέπεις συγκατάβαση;

 18 οὐδεὶς αἴρει αὐτὴν ἀπ' ἐμοῦ, ἀλλ' ἐγὼ τίθημι αὐτὴν ἀπ' ἐμαυτοῦ· ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι αὐτήν, καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν·

Ναι ο καθένας έχει εξουσία να θυσιάσει τη ζωή του και να θανατώσει τον εαυτό του. Τούτο δεν είναι λοιπόν θαυμαστό. Το θαυμαστό είναι το ότι Εκείνος αν δεν ήθελε κανείς δεν μπορούσε να τον θανατώσει. Και όχι μόνο αυτό αλλά έχει την εξουσία να λάβει και πάλι την ζωή Του καθ’ όσον είναι ο αρχηγός της Ζωής.

ταύτην τὴν ἐντολὴν ἔλαβον παρὰ τοῦ πατρός μου. Ποια εντολή; Το να πεθάνει υπέρ του κόσμου. Και με το να πει ότι έλαβε εντολή από τον Πατέρα, τίποτα άλλο δεν δείχνει , παρά το ότι συμφωνεί  και ο Πατήρ με αυτό που Εκείνος πράττει, ώστε όταν τον θανατώσουν να μη νομίσουν ότι τον εγκατέλειψε ο Πατέρας.

19 Σχίσμα οὖν πάλιν ἐγένετο ἐν τοῖς ᾿Ιουδαίοις διὰ τοὺς λόγους τούτους. 20 ἔλεγον δὲ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν· δαιμόνιον ἔχει καὶ μαίνεται· τί αὐτοῦ ἀκούετε; 21 ἄλλοι ἔλεγον· ταῦτα τὰ ρήματα οὐκ ἔστι δαιμονιζομένου· μὴ δαιμόνιον δύναται τυφλῶν ὀφθαλμοὺς ἀνοίγειν;

Επειδή δηλαδή τα λεγόμενα ήταν ανώτερα και όχι κατ’ άνθρωπος λεγόμενα, τον ονομάζουν δαιμονισμένο. Αλλά τα έργα Του αποδείκνυαν αμέσως σ’ αυτούς πως δεν ήταν δαιμονισμένος, διότι δεν είναι έργο δαίμονο το να αναοίγει κανείς τα μάτια εκ γεννετούς τυφλού.  Είδες συλλογισμό; Τι έκανε ακούγοντας όλα αυτά ο Χριστός; Δεν έδωσε καμμία απάντηση. Τα υπέμεινε όλα αυτά με πραότητα και επιείκια. Ας μιμηθούμε λοιπόν κι εμείς οι οργίλοι τον Χριστό, διότι όχι μόνο σιώπησε αλλά πήγε και πάλι και πάλι προς αυτούς ευεργτώντας τους δείχνοντας τεράστια μακροθυμία.

Και πως γίνεται κανείς να δείχνει μακροθυμία και πραότητα; Εάν σκεπτόμεθα διαρκώς τις αμαρτίες μας. Αν πενθούμε, αν δακρύζουμε, διότι δεν ανέχεται η ψυχή όταν ζει με τόση πολλή οδύνη να εξάπτεται και να οργίζεται. Καθ’ όσον όπου υπάρχει λύπη, κάθε οργή εκδιώκεται. Διότι ο παρών καιρός είναι πένθους και οδυρμών, διότι πολλές αμαρτίες διαπράττουμε καθημερινώς και με λόγια και με έργα.

22 ᾿Εγένετο δὲ τὰ ἐγκαίνια ἐν τοῖς ῾Ιεροσολύμοις, καὶ χειμὼν ἦν· 23 καὶ περιεπάτει ὁ ᾿Ιησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ ἐν τῇ στοᾷ τοῦ Σολομῶντος. 24 ἐκύκλωσαν οὖν αὐτὸν οἱ ᾿Ιουδαῖοι καὶ ἔλεγον αὐτῷ· ἕως πότε τὴν ψυχὴν ἡμῶν αἴρεις; εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστός, εἰπὲ ἡμῖν παρρησίᾳ.

          Κάθε αρετή είναι καλή. Προ πάντων όμως η αρετή της επιείκιας και της πραότητας. Διότι αυτές μας αποδεικνύουν ως ανθρώπους και μας διαχωρίζει από τα ζώα. Αυτές μας κάνουν να συναγωνιζόμστε τους αγγέλους.

          Ας δούμε όμως το παραπάνω εδάφιο για να καταλάβουμε περισσότερα.. Μας μιλά ο ευαγγελιστής για την εορτή των εγκαινίων η οποία ερτάζοντα σε πείοδο χειμώνα και με τη συμμετοχή του κόσμου. Σ’ αυτή λοιπόν την εορτή της αναμνήσεως των εγκαινίων του ναού του Σολομώντος συμμετείχε και ο Χριστός. Τον κύκλωσαν λοιπόν τότε οι Ιουδαίοι και τον ρώτησαν: «Αν εσύ είσαι ο Χριστός πες το μας ξεκάθαρα και με παρρησία.

          Κι όμως ο Χριστός δεν τους εξεδίωξε αυτούς που άλλοτε τον αποκάλεσαν δαιμονισμένο, άλλοτε μανικαό και άλλοτε Σαμαρείτη. Και γιατί ρωτούσαν αφού αυτά πίστευαν για Κείνον; Σίγουρα δεν ρωτούσαν από φιλομαθεία, αλλά και πάλι από πονηρία. Κι ενώ σε άλλη περίπτωση έλεγξε αυτούς «τι με πειράζετε υποκριτές»; Σε αυτή την περίπτωση δεν κάνει το ίδιο, για να μας διδάξει να μην ελέγχουμε πάντοτε αυτούς που μας επιβουλεύονται αλλά να τους ανεχόμαστε με πολλή επιείκια και πραότητα.

25 ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· εἶπον ὑμῖν, καὶ οὐ πιστεύετε· τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ πατρός μου, ταῦτα μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ·

Αφού λοιπόν δεν πιστεύετε στα έργα μου τα οποία αποδεικνύουν την Θεότητά μου θα πιστέψετε στα λόγια μου; Ώστε λοιπόν ήταν περιττή η ερώτηση.

26 ἀλλ' ὑμεῖς οὐ πιστεύετε· οὐ γάρ ἐστε ἐκ τῶν προβάτων τῶν ἐμῶν, καθὼς εἶπον ὑμῖν. 27 τὰ πρόβατα τὰ ἐμὰ τῆς φωνῆς μου ἀκούει, κἀγὼ γινώσκω αὐτά, καὶ ἀκολουθοῦσί μοι,

Εγώ βέβαια από μέρους μου έκανα όλα όσα έπρεπε να κάνω ως ποιμήν, εάν δεν με ακολουθείτε, συμβαίνει αυτό, όχι επειδή δεν είμαι ποιμήν, αλλά επειδή εσείς δεν είστε πρόβατά μου. Διότι αν είσασταν πρόβτάς μου θα με ακολουθούσατε, θα αναγνωρίζατε την φωνή μου 28 κἀγὼ ζωὴν αἰώνιον δίδωμι αὐτοῖς, καὶ οὐ μὴ ἀπόλωνται εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ οὐχ ἁρπάσει τις αὐτὰ ἐκ τῆς χειρός μου. 29 ὁ πατήρ μου, ὃς δέδωκέ μοι, μείζων πάντων ἐστί, καὶ οὐδεὶς δύναται ἁρπάζειν ἐκ τῆς χειρὸς τοῦ πατρός μου. 30

Πρόσεξε πως με την απαγόρευση τους προτρέπει να Τον ακολουθήσουν.

Μα θα ρωτήσεις: Τι; Από τον Πατέρα κανείς δεν δύναται να αρπάξει, συ όμως δεν μπορείς, αλλά είσαι ανίσχυρος να τα φυλάξεις;

-Καθόλου δεν συμβαίνει αυτό.Το «Ο Πατήρ μου μου τα έδωκε» ελέχθη για κείνους για να μην τον αποκαλέσουν πάλι αντίθεο, αφού είπε «κανείς δεν αρπάζει από τα χέρια μου» έδειξε ότι ένα είναι το χέρι Αυτού και του Πατρός. Γι’ αυτό λοιπόν πρόσθεσε ἐγὼ καὶ ὁ πατὴρ ἕν ἐσμεν. Εφόσον λοιπόν η δύναμη που έχουν Υιός και Πατήρ είναι ίδια, αλλά έχουν και την ίδια ουσία.

31 ᾿Εβάστασαν οὖν πάλιν λίθους οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἵνα λιθάσωσιν αὐτόν. 32 ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· πολλὰ καλὰ ἔργα ἔδειξα ὑμῖν ἐκ τοῦ πατρός μου· διὰ ποῖον αὐτῶν ἔργον λιθάζετέ με;

Κι ενώ αυτοί είναι εξαγριωμένοι και ετοιμάζονται να Τον λιθοβολήσουν, ο Χριστός όχι μόνο δεν μετριάζει τον λόγο Του, αλλά τους ελέγχει γιατί εκείνοι δεν είχαν την πρέπουσα γνώμη για το πρόσωπό Του.

 33 ἀπεκρίθησαν αὐτῷ οἱ ᾿Ιουδαῖοι λέγοντες· περὶ καλοῦ ἔργου οὐ λιθάζομέν σε, ἀλλὰ περὶ βλασφημίας, καὶ ὅτι σὺ ἄνθρωπος ὢν ποιεῖς σεαυτὸν Θεόν. 34 ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· οὐκ ἔστι γεγραμμένον ἐν τῷ νόμῳ ὑμῶν, ἐγὼ εἶπα, θεοί ἐστε; 35 εἰ ἐκείνους εἶπε θεούς, πρὸς οὓς ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἐγένετο, καὶ οὐ δύναται λυθῆναι ἡ γραφή, 36 ὃν ὁ πατὴρ ἡγίασε καὶ ἀπέστειλεν εἰς τὸν κόσμον, ὑμεῖς λέγετε ὅτι βλασφημεῖς, ὅτι εἶπον, υἱὸς τοῦ Θεοῦ εἰμι; 37 εἰ οὐ ποιῶ τὰ ἔργα τοῦ πατρός μου, μὴ πιστεύετέ μοι·

Αυτό που λέει σημαίνει το εξής: Εάν δεν κατηγορούνται εκείνοι που έλαβαν αυτό υπό της χάριτος του Θεού, ονομάζντας τους ευατούς τους θεούς, πως θα μπορούσε να είναι δίκαιο, να επιτιμάται Αυτός που εκ φύσεως έχει αυτό το όνομα; Και με αυτό τον τρόπο καταπράυνε τον θυμό τους καταβιβάζοντας τον λόγο και ταπεινώνοντας κι άλλο τον ευατό Του. Στη συνέχεια όμως προσθέτει με σαφήνεια:


38 εἰ δὲ ποιῶ, κἂν ἐμοὶ μὴ πιστεύητε, τοῖς ἔργοις πιστεύσατε, ἵνα γνῶτε καὶ πιστεύσητε ὅτι ἐν ἐμοὶ ὁ πατὴρ κἀγὼ ἐν αὐτῷ.

Κι έτσι αποδεικνύει πως δεν είναι κατώτερος από τον Πατέρα σε τίποτα αλλά ίσος προς όλα.  Κι επειδή δεν μπορούσαν να δουν οι ακροατές την ισότητα της Ουσία Πατρός και Υιού παρουσιάζει την ισότητα και ταυτότητα των έργων Του. Και ακούγοντας πάλι την σαφήνεια του λόγου 39 ᾿Εζήτουν οὖν πάλιν πιάσαι αὐτόν· καὶ ἐξῆλθεν ἐκ τῆς χειρὸς αὐτῶν.

Όταν έλεγε κάτι ανώτερο και πνευματικά υψηλό αναχωρούσε αμέσως δίδοντας τόπο στον θυμό τους ώστε να καθησυχάσει και να παύσει το πάθος τους διά της απουσία Του. Και γιατί μας αναφέρει τον τόπο εις τον οποίο αναχώρησε; Δια να μάθεις ότι γι’ αυτό αναχώρησε εκεί, για να υπενθυμίσει σ’ αυτούς τα όσα συνέβησαν εκεί και ελέχθησαν από τον Ιωάννη και την μαρτυρία εκείνου.

40 Καὶ ἀπῆλθε πάλιν πέραν τοῦ ᾿Ιορδάνου, εἰς τὸν τόπον ὅπου ἦν ᾿Ιωάννης τὸ πρῶτον βαπτίζων, καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ.
41 καὶ πολλοὶ ἦλθον πρὸς αὐτὸν καὶ ἔλεγον ὅτι ᾿Ιωάννης μὲν σημεῖον ἐποίησεν οὐδέν, πάντα δὲ ὅσα εἶπεν ᾿Ιωάννης περὶ τούτου, ἀληθῆ ἦν. 42 καὶ ἐπίστευσαν πολλοὶ ἐκεῖ εἰς αὐτόν.

Και με την σύγκριση ότι ο μεν Ιωάννης δεν έκανε κανένα θαύμα ενώ ο Ιησούς πλήθος θαυμάτων αποδείχθηκε και πάλι η υπεροχή του Ιησού. Ενώ παράλληλα εξαιτίας του τόπου θυμήθηκαν και την μαρτυρία του Ιωάννου ως προς το πρόσωπο του Χριστού.

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ (ΙΑ΄)

ΗΝ δέ τις ἀσθενῶν Λάζαρος ἀπὸ Βηθανίας, ἐκ τῆς κώμης Μαρίας καὶ Μάρθας τῆς ἀδελφῆς αὐτῆς. Πολλοί από τους ανθρώπους όταν δουν κάποιους που είναι αρεστοί στο Θεό να πάσχουν από κάποιο νόσημα π.χ να έχουν αρρωστήσει ή να είναι σε κατάσταση πτωχείας σκανδαλίζονται, μη γνωρίζοντας ότι το κατ’ εξοχήν γνώρισμα των φίλων του Χριστού είναιτο να πάσχουν απ’ αυτά.  Και ο Λάζαρος λοιπόν ήταν ένας από τους φίλους του Κυρίου που ασθένησε. Και δεν ανέφερε τυχαία τον τόπο καταγωγής του Λαζάρου, αλλά από κάποια αιτία την οποία αναφέρει στη συνέχεια.

2 ἦν δὲ Μαρία ἡ ἀλείψασα τὸν Κύριον μύρῳ καὶ ἐκμάξασα τοὺς πόδας αὐτοῦ ταῖς θριξὶν αὐτῆς, ἧς ὁ ἀδελφὸς Λάζαρος ἠσθένει.

Κατά πρώτον πρέπει να μάθουμε πως αυτή η Μαρία δεν είναι δεν είναι αυτή η πόρνη που μας αναφέρει ο Ματθαίος, ούτε αυτή που αναφέρει ο Λουκάς.

          3 ἀπέστειλαν οὖν αἱ ἀδελφαὶ πρὸς αὐτὸν λέγουσαι· Κύριε, ἴδε ὃν φιλεῖς ἀσθενεῖ.

          Και γιατί δεν πήγαν οι ίδιες στον Ιησού, αλλά έστειλαν αγγελιοφόρους; -Σίγουρα δεν ήτα δείγμα ασέβειας αυτό, αλλά απόδειξη μεγάλης οικειότητας.

4 ἀκούσας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν· αὕτη ἡ ἀσθένεια οὐκ ἔστι πρὸς θάνατον, ἀλλ' ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ δι' αὐτῆς.

Πρόσεχε πως πάλι λέγει ότι είναι μία η δόξα του Υιού και του Πατρός.

5 ἠγάπα δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς τὴν Μάρθαν καὶ τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς καὶ τὸν Λάζαρον. 6 ὡς οὖν ἤκουσεν ὅτι ἀσθενεῖ, τότε μὲν ἔμεινεν ἐν ᾧ ἦν τόπῳ δύο ἡμέρας· 7 ἔπειτα μετὰ τοῦτο λέγει τοῖς μαθηταῖς· ἄγωμεν εἰς τὴν ᾿Ιουδαίαν πάλιν.

Γιατί δεν ξεκίνησε αμέσως προς την Βηθανία αλλά παρέμεινε στον τόπου που βρίσκονταν δύο μέρες; - Για να πεθάνει και ταφεί και να μυρίσει το σώμα του Λαζάρου από την σύψη.


         8 λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταί· ραββί, νῦν ἐζήτουν σε λιθάσαι οἱ ᾿Ιουδαῖοι, καὶ πάλιν ὑπάγεις ἐκεῖ; 9 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· οὐχὶ δώδεκά εἰσιν ὧραι τῆς ἡμέρας; ἐάν τις περιπατῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ, οὐ προσκόπτει, ὅτι τὸ φῶς τοῦ κόσμου τούτου βλέπει· 10 ἐὰν δέ τις περιπατῇ ἐν τῇ νυκτί, προσκόπτει, ὅτι τὸ φῶς οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῷ.

          Δηλαδή. Τι φοβάστε; Πράξατε κάτι κακό για να φοβάστε; -Όχι. Άρα γιατί φοβάστε; -Φοβάστε γιατί είστε πνευματικά ασθενείς. Και μάλιστα ασθενέστεροι και από τους απίστους. Εφόσον λοιπόν περιπατείτε μαζί με το Φως φοβάστε το σκοτάδι; Κι αφού τους έδωσε θάρρος με αυτά τα λόγια είπε:

          11 ταῦτα εἶπε, καὶ μετὰ τοῦτο λέγει αὐτοῖς· Λάζαρος ὁ φίλος ἡμῶν κεκοίμηται· ἀλλὰ πορεύομαι ἵνα ἐξυπνίσω αὐτόν.

          Δηλαδή δεν πηγαίνει πάλι στην Ιουδαία για να συγκρουστώ με τους Ιουδαίους, αλλά για να ξυπνήσω τον φίλο μου.

12 εἶπον οὖν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· Κύριε, εἰ κεκοίμηται, σωθήσεται.

Αυτό δεν το είπα τυχαία, αλλά θέλοντας να εμποδίσουν την μετάβαση του Ιησού εκεί.

13 εἰρήκει δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς περὶ τοῦ θανάτου αὐτοῦ· ἐκεῖνοι δὲ ἔδοξαν ὅτι περὶ τῆς κοιμήσεως τοῦ ὕπνου λέγει. 14 τότε οὖν εἶπεν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς παρρησίᾳ· Λάζαρος ἀπέθανε, 15 καὶ χαίρω δι' ὑμᾶς, ἵνα πιστεύσητε, ὅτι οὐκ ἤμην ἐκεῖ· ἀλλ' ἄγωμεν πρὸς αὐτόν.

Και γιατί λέει «χαίρομαι σας»; Διότι τους το προείπε χωρίς να είναι εκεί και όταν τον αναστήσω δεν θα υπάρχει καμμιά αμφιβολία ούτε υποψία για το θαύμα.

16 εἶπεν οὖν Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος τοῖς συμμαθηταῖς· ἄγωμεν καὶ ἡμεῖς ἵνα ἀποθάνωμεν μετ' αὐτοῦ.

Βέβαια όλοι είχαν φοβηθεί την επίθεση των Ιυοδαίων, αλλά περισσότερο απ’ όλους ο Θωμάς, γι’ αυτό και είπε «πάμε κι εμείς να πεθάνουμε μαζί Του». Όχι λοιπόν διότι ήθελε να μαρτυρήσει, αλλά γιατί φοβήθηκε το είπε αυτό. Όμως δεν επετιμήθηκε γι’ αυτό διότι ο Χριστός ανέχονταν ακόμη την πνευματική αδυναμία. Αυτός όμως ο τότε πνευματικά ατελής, διέτρεξε στη συνέχεια όλη την οικουμένη και κινούνταν μεταξύ του πλήθους που διψούσε για αίμα και ήθελε να τον φονεύσει.

17 ᾿Ελθὼν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς εὗρεν αὐτὸν τέσσαρας ἡμέρας ἤδη ἔχοντα ἐν τῷ μνημείῳ. 18 ἦν δὲ ἡ Βηθανία ἐγγὺς τῶν ῾Ιεροσολύμων ὡς ἀπὸ σταδίων δεκαπέντε, 19 καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ἐληλύθεισαν πρὸς τὰς περὶ Μάρθαν καὶ Μαρίαν ἵνα παραμυθήσωνται αὐτὰς περὶ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτῶν.

Υπάρχει όμως ένα ερώτημα: -Αν απείχε ο Χριστό από την βηθανία δέκα στάδια που ισοδυναμούν με δύο μίλια, πως ο Λάζαρος ήταν νεκρός πριν από τέσσερις μέρες; - Έμεινε δύο μέρες και πριν από αυτές τις δύο μέρες ήλθε ο αγγελιοφόρος και του ανήγγειλε το γεγονός. Την ημέρα δη΄. Που πέθανε. Οπότε όταν έφτασε είχαν πλέον περάσσει τέσσερις μέρες από τον θάνατο του Λαζάρου.

 

 20 ἡ οὖν Μάρθα ὡς ἤκουσεν ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς ἔρχεται, ὑπήντησεν αὐτῷ· Μαρία δὲ ἐν τῷ οἴκῳ ἐκαθέζετο. 21 εἶπεν οὖν ἡ Μάρθα πρὸς τὸν ᾿Ιησοῦν· Κύριε, εἰ ἦς ὧδε, ὁ ἀδελφός μου οὐκ ἂν ἐτεθνήκει. 22 ἀλλὰ καὶ νῦν οἶδα ὅτι ὅσα ἂν αἰτήσῃ τὸν Θεόν, δώσει σοι ὁ Θεός.

Βλέπετε πόση η φιλοσοφία των γυναικών και γνώμη τους αν και είναι αυτή πνευματικά ατελής; Πίστευαν βέβαια στον Χριστό, αλλά όχι με την πρέπουσα γνώμη και γνώση. Έτσι απευθύνονται προς Αυτόν σαν έναν ενάρετο άνθρωπο και όχι ως Θεό.

 23 λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἀναστήσεται ὁ ἀδελφός σου.

Αμέσως λοιπόν ο Ιησούς ανατρέπει εκείνο το «όσα ζητήσεις» και δεν είπε «ζητώ», αλλά «θα αναστηθεί ο αδελφός σου».

 24 λέγει αὐτῷ Μάρθα· οἶδα ὅτι ἀναστήσεται ἐν τῇ ἀναστάσει ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ. 25 εἶπεν αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή.

Δεν έχω ανάγκη από άλλον Μάρθα για να δώσω ζωή, αφού Εγώ είμαι η Ζωή. 26 ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται· καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα. πιστεύεις τοῦτο;  Εγώ είμαι λοιπόν ο χορηγός της ζωής. Ο σκοπός λοιπόν της παρουσία Του εκεί δεν ήταν μόνο το να αναστήσει τον Λάζαρο, αλλάνα διδάξει μέσω του θαύματος και όσους παρευρίσκονταν εκεί.

27 λέγει αὐτῷ· ναί, Κύριε, ἐγὼ πεπίστευκα ὅτι σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὁ εἰς τὸν κόσμον ἐρχόμενος.

«Έχω την γνώμη ότι η γυναίκα δεν αντιλήφθηκε το νόημα των λόγων του Χριστού. Αλλά ότι μεν εσήμαινε κάτι το σπουδαίο το αντιλήφθηκε, δεν αντιλήφθηκε όμως όλο το νόημα αυτού. Δια τούτο, άλλο ρωτήθηκε και άλλη απάντηση δίνει» (Χρυσόστομος)

*Μη ζητείς αδελφέ εκ των προταίρων αθανασία τη στιγμή που γεννήθηκε θνητός. Αυτό ορίστηκε από την αρχή. Μη λοιπόν λυπάσαι, ούτε να θρηνείς, αλλ’ υπέμεινε εκείνα που ορίστηκαν για όλους, να λυπάσαι για τα αμαρτήματά σου, γι’ αυτό το πένθος είναι καλό, αυτό φιλοσοφία μεγίστη.

28 καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἀπῆλθε καὶ ἐφώνησε Μαρίαν τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς λάθρᾳ εἰποῦσα· ὁ διδάσκαλος πάρεστι καὶ φωνεῖ σε. 29 ἐκείνη ὡς ἤκουσεν, ἐγείρεται ταχὺ καὶ ἔρχεται πρὸς αὐτόν. 30 οὔπω δὲ ἐληλύθει ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς τὴν κώμην, ἀλλ' ἦν ἐν τῷ τόπῳ ὅπου ὑπήντησεν αὐτῷ ἡ Μάρθα. 31 οἱ οὖν ᾿Ιουδαῖοι οἱ ὄντες μετ' αὐτῆς ἐν τῇ οἰκίᾳ καὶ παραμυθούμενοι αὐτήν, ἰδόντες τὴν Μαρίαν ὅτι ταχέως ἀνέστη καὶ ἐξῆλθεν, ἠκολούθησαν αὐτῇ, λέγοντες ὅτι ὑπάγει εἰς τὸ μνημεῖον ἵνα κλαύσῃ ἐκεῖ.

Δείτε τον ζήλο και την εν Χριστώ φιλοσοφία  αυτής της γυναίκας, διότι ενώ θα «έπρεπε» να παραμείνει με τον κόσμο και να σκεφτεί την θέση της, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έπραξε αλλά έτρεξε προς τον Χριστό, συμπαρασύροντας μα ζί της και όλους τους παρευρισκομένους Ιουδαίους οι οποίοι νόμιζαν πως πηγαίναις προς τον τάφο, πράγμα που πιστοποιεί τον θάνατο του Λαζάρου.

 32 ἡ οὖν Μαρία ὡς ἦλθεν ὅπου ἦν ὁ ᾿Ιησοῦς, ἰδοῦσα αὐτὸν ἔπεσεν αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας λέγουσα αὐτῷ· Κύριε, εἰ ἦς ὧδε, οὐκ ἂν ἀπέθανέ μου ὁ ἀδελφός.

Τι κάνει ο Χριστός ακούγοντας τα λόγια αυτά της Μαρίας; Κατ’ αρχήν δεν λέγει τίποτα προς αυτήν, ούτε λέγει αυτά που είπε προς την αδελφή της, αλλά μόνο δείχνει μετριοφροσύνη και συγκατάβαση επιβεβαιώνοντας  την ανθρώπινη φύση Του. , δακρύζει ήρεμα και αναβάλλει προς το παρόν το θαύμα ώστε να είναι όλοι εκεί παρόντες την ώρα του θαύματος προσκομίζοντας απ’ αυτό τεράστια πνευματική ωφέλεια.  33 ᾿Ιησοῦς οὖν ὡς εἶδεν αὐτὴν κλαίουσαν καὶ τοὺς συνελθόντας αὐτῇ ᾿Ιουδαίους κλαίοντας, ἐνεβριμήσατο τῷ πνεύματι καὶ ἐτάραξεν ἑαυτόν, 34 καὶ εἶπε· ποῦ τεθείκατε αὐτόν;

Και γιατί ρώτησε «που τεθείκατε αυτόν»; Επειδή δεν θέλησε να φανεί ότι το κάνει από μόνος Του, αλλά να φανεί ότι όλα τα πληροφορείτε από κείνους και τα κάνει παρακαλούμενος από κείνους ώστε να απαλλάξει το θαύμα από κάθε αμφιβολία.

35 λέγουσιν αὐτῷ· Κύριε, ἔρχου καὶ ἴδε. ἐδάκρυσεν ὁ ᾿Ιησοῦς.

Βλέπεις ότι ακόμα δεν είχε δείξει κανένα σημείο για την ανάσταση, και ούτε πηγαίνει με τέτοιο σκοπό, ν’ αναστήσει δηλαδή, αλλά ωσάν διά να κλαύσει.  Και αυτό το αποδεικνείει και η φράση των Ιουδαίων: 36 ἔλεγον οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι· ἴδε πῶς ἐφίλει αὐτόν·

37 τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν εἶπον· οὐκ ἠδύνατο οὗτος, ὁ ἀνοίξας τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ, ποιῆσαι ἵνα καὶ οὗτος μὴ ἀποθάνῃ;

Πρόσεξε ότι από αυτά που θα έπρεπε να θαυμάσουν την δύναμη του Ιησού, από αυτά τον διαβάλλουν.

38 ᾿Ιησοῦς οὖν, πάλιν ἐμβριμώμενος ἐν ἑαυτῷ, ἔρχεται εἰς τὸ μνημεῖον· ἦν δὲ σπήλαιον, καὶ λίθος ἐπέκειτο ἐπ' αὐτῷ.

Γιατί ο Ευαγγελιστής και πάλι γράφει ότι ένοιωσε ο Ιησούς συγκίνηση; -Διά να μάθεις ότι πραγματικά έφερε την ανθρώπινη φύση μας.

 39 λέγει ὁ ᾿Ιησοῦς· ἄρατε τὸν λίθον.

Και γιατί δεν ανέστησε τον Λάζαρο ενώ ο λίθος ήταν πάνώ από τον τάφο; -Διά να κάνει αυτούς μάρτυρες του θαύματος. Άλλωστε το γεγονός του ότι βρέθηκε μπροστά στο μνημείο και ότι διέταξε να άρουν τον λίθο ανάγκασε την Μάρθα να πει: λέγει αὐτῷ ἡ ἀδελφὴ τοῦ τεθνηκότος Μάρθα· Κύριε, ἤδη ὄζει· τεταρταῖος γάρ ἐστι.

40 λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· οὐκ εἶπόν σοι ὅτι ἐὰν πιστεύσῃς, ὄψει τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ;

Υπενθυμίζει τώρα τα λόγια που είπε προηγουμένως «θα ιδής την δόξαν του Θεού» φέροντας στο προσκήνιο το μέγα αγαθό της πίστης και την αναγκαιότητα αυτής. Μέγα λοιπόν το αγαθό της πίστεως, όταν προέρχεται από θερμή διάνοια, από πολύ αγάπη και φλογερή ψυχή. Αυτή μας καθιστά φιλοσόφους, αυτή αποκρύπτει την ανθρωπίνη ευτέλεια και εγκαταλείψει τα γήινα φρονήματα, φιλοσοφεί περί των ουρανίων πραγμάτων. Ας έχουμε λοιπόν αυτή μέσα μας και ας μην αφήνουμε στους λογισμούς τα αφορώντα ημάς.

41 ἦραν οὖν τὸν λίθον οὗ ἦν ὁ τεθνηκὼς κείμενος. ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς ἦρε τοὺς ὀφθαλμοὺς ἄνω καὶ εἶπε· πάτερ, εὐχαριστῶ σοι ὅτι ἤκουσάς μου. 42 ἐγὼ δὲ ᾔδειν ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις· ἀλλὰ διὰ τὸν ὄχλον τὸν περιεστῶτα εἶπον, ἵνα πιστεύσωσιν ὅτι σύ με ἀπέστειλας.

Αυτό που έχουμε πει και άλλες φορές ότι ο Χριστός δεν αποβλέπει τόσο προς την δική του αξία, όσο προς τη σωτηρία τη δική μας, ούτε πώς να πει κάτι σπουδαίο, αλλά κάτι που να μπορεί να μας προσελκύσει κοντά Του. Συνεπώς οι ταπεινοί αυτοί λόγοι ελέχθησαν προς χάριν των ακροατών ώστε να προσελκύσει αυτούς στην πίστη. Και μην σκανδαλίζεσαι γι’ αυτό διότι και το ότι έγινε άνθρωπος και το ότι έλαβε μορφή δούλου είναι ασφαλώς ανάξιο για Εκείνον, ανα λογίσου λοιπόν τώρα το ύψος της φιλανθρωπίας Του.

Ας ρωτήσουμε τώρα τον αιρετικό: -Από την προσευχή έλβε δύναμη και ανέστησε τον νεκρό; Διότι αλλού ενεργεί δίχως προσευχή βλ. παράλυτο «Σήκωσε το κρεβάτι σου», βλ. λεπρό «θέλω καθαρίσου», βλ. θάλασσα «Σιώπα, βουβάσου». Και τι παραπάνω θα είχει από τους αποστόλους αν και Αυτός έκανε θαύματα κατόποιν προσευχής; Ή μάλλον ούτε και εκείνοι κατόπιν προσευχής, αλλά επικαλούμενοι το όνομα του Ιησού. Εάν λοιπόν το όνομά Του έχει τόση μεγάλη δύναμη ποια προσευχή χρειάστηκε ο Χριστός για να αναστήσει τον νεκρό; Όλα αυτά λοιπόν δεν τα έκανε γιατί είχε ανάγκη την προσευχή ,αλλά για το παρευρισκόμενο πλήθος «για να πιστέψουν ότι συ με απέστειλες» και για να πείσω το πλήθος ότι Εσύ κι Εγώ έχουμε μία θέληση.

43 καὶ ταῦτα εἰπὼν φωνῇ μεγάλῃ ἐκραύγασε· Λάζαρε, δεῦρο ἔξω.

Γιατί δεν είπε «Πάτερ ανάστησε αυτόν» ή «εν ονόματι του Πατός μου έλα έξω»; Διότι και αυτό είναι δείγμα της σοφίας Του, αν επιδεικνύει διά των μεν λόγων την συγκατάβαση, διά δε των έργων την εξουσία.

Και τι έκανε; Δεν είχε πει «έρχεται ώρα κατά την οποία οι νεκροί θ’ ακούσουν την φωνή του Υιού του Θεού και θα ζήσουν αυτοί που θα την ακούσουν». Έτσι κι εδώ συνομιλεί με τον Λάζαρο ωσαν να είναι ζωντανός. Τι θα μπορούσε να εξισωθεί με αυτή την εξουσία;

44 καὶ ἐξῆλθεν ὁ τεθνηκὼς δεδεμένος τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας κειρίαις, καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ σουδαρίῳ περιεδέδετο. λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· λύσατε αὐτὸν καὶ ἄφετε ὑπάγειν.

Και αφού τον ανέστησε. Πρώτον μεν διατάσσει να τον λύσουν από τα σπάργανα, ώστε να μην θεωρήσει κανείς ότι επρόκειτο περί φαντάσματος και δεύτερον είπε «αφήστε τον να φύγει» και αυτό το είπε πάλι από ταπεινοφροσύνη, διότι δεν τον διέταξε να μείνει κοντά Του για να μη θεωρήσει κανείς ότι επιδεικνύεται.


45 Πολλοὶ οὖν ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων, οἱ ἐλθόντες πρὸς τὴν Μαρίαν καὶ θεασάμενοι ἃ ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς, ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν. 46 τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν ἀπῆλθον πρὸς τοὺς Φαρισαίους καὶ εἶπον αὐτοῖς ἃ ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς.

47 Συνήγαγον οὖν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι συνέδριον καὶ ἔλεγον· τί ποιοῦμεν, ὅτι οὗτος ὁ ἄνθρωπος πολλὰ σημεῖα ποιεῖ;

          Πόση μεγάλη η ανοησία! Ενώ έπρεπε να εκπλήττωνται και να θαυμάζουν, συνεδριάζουν και αποφασίζουν να φονεύσουν αυτόν που ανέστησε τον νεκρό. Εκείνον που κατανίκησε τον θάνατο, νομίζουν ότι θα τον παραδώσουν στον θάνατο.

 48 ἐὰν ἀφῶμεν αὐτὸν οὕτω, πάντες πιστεύσουσιν εἰς αὐτόν, καὶ ἐλεύσονται οἱ Ρωμαῖοι καὶ ἀροῦσιν ἡμῶν καὶ τὸν τόπον καὶ τὸ ἔθνος.

Τι είναι αυτό που σκέπτονται να κάνουν; Θέλουν να εξεγείρουν τον λαό, ότι τάχατις επρόκειτο να κινδυνεύσουν από το νέο τυραννικό καθεστώς που τάχατις θα επέβαλλε ο Ιησούς.

 49 εἷς δέ τις ἐξ αὐτῶν Καϊάφας, ἀρχιερεὺς ὢν τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνου, εἶπεν αὐτοῖς· ὑμεῖς οὐκ οἴδατε οὐδέν, 50 οὐδὲ διαλογίζεσθε ὅτι συμφέρει ἡμῖν ἵνα εἷς ἄνθρωπος ἀποθάνῃ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ καὶ μὴ ὅλον τὸ ἔθνος ἀπόληται. «Επαγιδεύθησαν έθνη μέσα εις την διαφθοράν που διέπραξαν από την ίδια παγίδα, που έκρυψαν, συνελήφθη το πόδι των» (ψαλ. 9,16). Αυτό ακριβώς συνέβη με τους Ιουδαίους, διότι αυτοί μεν έλεγαν να φονεύσουν τον Ιησού, διά να μη έλθουν οι Ρωμαίοι και υποτάξουν το έθνος τους και την πόλη τους, όταν δε τον θανάτωσαν, έπαθαν αυτά και αυτά που έπραξαν για να αποφύγουν το κακό, αυτά επειδή τα έπραξαν, δεν τα διέφυγαν.

51 τοῦτο δὲ ἀφ' ἑαυτοῦ οὐκ εἶπεν, ἀλλὰ ἀρχιερεὺς ὢν τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνου προεφήτευσεν ὅτι ἔμελλεν ὁ ᾿Ιησοῦς ἀποθνήσκειν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, 52 καὶ οὐχ ὑπὲρ τοῦ ἔθνους μόνον, ἀλλ' ἵνα καὶ τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ τὰ διεσκορπισμένα συναγάγῃ εἰς ἕν. 53 ἀπ' ἐκείνης οὖν τῆς ἡμέρας συνεβουλεύσαντο ἵνα ἀποκτείνωσιν αὐτόν.

Βλέπετε τη δύναμη της αρχιερατικής εξουσίας; Διότι επειδή ο είχε αξιωθεί της αρχιερωσύνης, αν και ήταν ανάξιος αυτής, προφήτευσε, χωρίς να γνωρίζει αυτά που έλεγε, η χάρις χρησιμοποίησε μόνο το στόμα, χωρίς να εγγίσει τη μιαρά καρδιά.

 54 ᾿Ιησοῦς οὖν οὐκέτι παρρησίᾳ περιεπάτει ἐν τοῖς ᾿Ιουδαίοις, ἀλλὰ ἀπῆλθεν ἐκεῖθεν εἰς τὴν χώραν ἐγγὺς τῆς ἐρήμου, εἰς ᾿Εφραὶμ λεγομένην πόλιν, κἀκεῖ διέτριβε μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ.

Και πάλι με ανθρώπινο τρόπο σώζει τον εαυτό Του . Οι δε μαθητές Του παρέμενα κοντά Του παρά τους κινδύνους. Γι’ αυτό και ο Χριστός αλλού είπε: «Σεις είσθε εκείνοι που παραμείνατε κοντά μου κατά τον χρόνο των δοκιμασιών μου».

55 ἦν δὲ ἐγγὺς τὸ πάσχα τῶν ᾿Ιουδαίων, καὶ ἀνέβησαν πολλοὶ εἰς ῾Ιεροσόλυμα ἐκ τῆς χώρας πρὸ τοῦ πάσχα ἵνα ἁγνίσωσιν ἑαυτούς. 56 ἐζήτουν οὖν τὸν ᾿Ιησοῦν καὶ ἔλεγον μετ' ἀλλήλων ἐν τῷ ἱερῷ ἑστηκότες· τί δοκεῖ ὑμῖν, ὅτι οὐ μὴ ἔλθῃ εἰς τὴν ἑορτήν; 57 δεδώκεισαν δὲ καὶ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι ἐντολὴν ἵνα ἐάν τις γνῷ ποῦ ἐστι, μηνύσῃ, ὅπως πιάσωσιν αὐτόν.

Ωραιότατος εξαγνισμός…!!! … με αιμοβόρο πρόθεση, με σκέψη για ανθρωποκτονία με χέρια αιματωμένα.  Έτσι τον καιρό της εορτής τον μετέβαλλαν σε καιρό σφαγής. Οποία ασέβεια!

 

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ (ΙΒ΄)

1.Ο οὖν ᾿Ιησοῦς πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα ἦλθεν εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 2 ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ.

Αυτό ήταν απόδειξη πραγματικής αναστάσεως, διότι μετά από πολλές ημέρες ο Λάζαρος και ζούσε και έτρωγε.

 3 ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου. 4 λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ᾿Ιούδας Σίμωνος ᾿Ισκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι· 5 διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς; 6 εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ' ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν. 7 εἶπεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς· ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. 8 τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ' ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε.

Γιατί όμως δεν έλεγξε τον Ιούδα φανερά γι’ αυτό που είπε για την γυναίκα; -Ήθελε με την πολλή μακροθυμία Του να τον μεταβάλλει. Άλωσστε σε άλλες περιπτώσεις έλεγε: «Δεν θα πιστέψουν όλοι» και «ένας από σας είναι διάβολος».  Το έκανε λοιπόν φανερό ότι γνωρίζει πως είναι προδότης, δεν ήλεγξε όμως φανερά, αλλά τον συγχώρεσε επειδή ήθελε να τον επαναφέρει στον σωστό δρόμο.

Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμη που μπορούμε να ρωτήσουμε: -Γιατί αφού αυτός ήταν κλέφτης του εμπιστεύτηκε το ταμείο;  -Με υατόν τον τρόπο του αφαίρεσε κάθε δικαιολογία, διότι δεν μπορούσε να πλέον να πει ότι το έκανε αυτό από αγάπη προς τα χρήματα καθ’ όσον μπορούσε να ικανοποιήσει αρκετά την επιθυμία του από το χρηματοκιβώτιό του.

9 ῎Εγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστι, καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν ᾿Ιησοῦν μόνον, ἀλλ' ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν.

Όπως ακριβώς ο πλούτος σκληρύνει συνήθως εκείνους που δεν προσέχουν, έτσι και η εξουσία, διότι ο μεν πλούτος οδηγεί εις πλεονεξία, ενώ η εξουσία εις αλαζονεία. Πρόσεχε λοιπόν ότι το μεν πλήθος των Ιουδαίων που ήταν υπό εξουσία, είναι υγιές, οι δε άρχοντες διεφθαρμένοι.

10 ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν, 11 ὅτι πολλοὶ δι' αὐτὸν ὑπῆγον τῶν ᾿Ιουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν ᾿Ιησοῦν.

Πόση δίψα για αίμα; Που πήγε το “ου φονεύσεις”;  Γι’ αυτό ακριβώς τους κατηγορούν και οι προφήτες. Διότι τα χέρια τους ήταν γεμάτα αίμα.

12 Τῇ ἐπαύριον ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται ᾿Ιησοῦς εἰς ῾Ιεροσόλυμα, 13 ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἔκραζον· ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ ᾿Ισραήλ.

Αφού πρώτα έφυγε και έσβησε ο θυμός τους με το πέρασμα του χρόνου και πάλι επιστρέφει αφού πλέον είχαν καθησυχάσει. Και εισερχόμενος στα Ιεροσόλυμα αφ’ ενός μεν διατυπώνει προφητεία, αφ’ ετέρου δε εκπληρώνει προφητεία και το ίδιο πράγμα ήταν αρχή της μια προφητεία και τέλος της άλλης. Διότι το μεν «χαίρε, διότι ο βασιλεύς σου έρχεται προς εσένα πράος», ήταν σημείο εκπληρώσεως προφητείας, το να καθίσει δε επάνω εις όνον, ήταν πράγμα που προδιετύπωνε το μέλλον.

14 εὑρὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ' αὐτό, καθώς ἐστι γεγραμμένον· 15 μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου. 16 Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ' ὅτε ἐδοξάσθη ὁ ᾿Ιησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ' αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ. 17 ᾿Εμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ' αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν.
Και αυτό ήταν κατά κύριο λόγο που κατέπνιγε τους Φαρισαίους και τους προεστούς του λαού ότι ο λαός πείσθηκε πως δεν ήταν αντίθεος ο Ιησούς.

Τι σημαίνει δε το «χαίρε πάρα πολύ, θυγατέρα Σιών»; -Επειδή όλοι οι βασιλείς αυτών ήταν ως επί το πλείστον άδικοι και πλεονέκτες και παρέδωσαν αυτούς  στους εχθρούς τους, «λάβε θάρρος» λέγει αυτός δεν είναι τέτοιος, αλλά είναι πράος και επιεικής και αυτό γίνεται φανερό από την όνο. Διότι δεν εισήλθε ακολουθούμενος από στρατό , αλλά έχων μόνον όνον. Και αυτό δεν το γνώριζαν οι μαθητές Του ότι ήταν γραμμένο δι Αυτόν. Και το΄πυτη την άγνοια δεν ντρέπεται να μας την αναφέρει ο Ευαγγελιστής.

18 διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον. 19 οἱ οὖν Φαρισαῖοι εἶπον πρὸς ἑαυτούς· θεωρεῖτε ὅτι οὐκ ὠφελεῖτε οὐδέν; ἴδε ὁ κόσμος ὀπίσω αὐτοῦ ἀπῆλθεν.

Και αυτά τα λόγια των Φαρισαίων πηγάζουν μεν από υγιή εκτίμηση των πραγμα΄των, όμως δεν τολμούσαν να εκφραστούν με θάρρος, αντιλαμβάνονταν όμως ότι επιχειρούσαν ακατόρθωτα πράγματα.

20 ῏Ησαν δέ τινες ῞Ελληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ.

Γιατί οι έλληνες βρίσκονταν στην εορτή; Διότι πλησίαζαν στο να γίνου προσήλυτοι. Όταν λοιπόν διεδόθη η φήμη ότο ήλθε ο Ιησούς λέγουν: 21 οὗτοι οὖν προσῆλθον Φιλίππῳ τῷ ἀπὸ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· κύριε, θέλομεν τὸν ᾿Ιησοῦν ἰδεῖν. 22 ἔρχεται Φίλιππος καὶ λέγει τῷ ᾿Ανδρέᾳ, καὶ πάλιν ᾿Ανδρέας καὶ Φίλιππος λέγουσι τῷ ᾿Ιησοῦ·

 

Ο Φίλιππος το λέει στον Ανδρέα διότι δεν προηγείται ιεραρχικά αυτού, αλλά ούτε ο Ανδρέας παίρνει από μόνος του πρωτοβουλία διότι ήκουσε «μη μεταβείτε στους εθνικούς» γι’ αυτό το συζήτησε με τον μαθητή και στη συνέχεια το ανέφερε στο διδάσκαλο. Και τι είπε ο Διδάσκαλος; 23 ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς ἀπεκρίνατο αὐτοῖς λέγων· ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. 24 ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ, πολὺν καρπὸν φέρει.

Τι σημαίνουν αυτά τα λόγια του Ιησού; Επειδή οι Ιουδαίοι επέμεναν να απειθούν , ενώ οι εθνικοί ήθελαν να προσέλθουν «καιρός πλέον είναι»  λέγει να βαδίσω προς το πάθος, αφού όλα έχουν εκπληρωθεί. Διότι αν επρόκειτο να φροντίζουμε μεν δι’ αυτούς αν και είναι απειθείς, να μη δεχόμεθα δε εκείνους αν και θέλουν να προσέλθουν, θα είναι αυτά ανάξια της κηδεμονίας μας. Επειδή λοιπόν επρόκειτο ν’ αφήσει τους μαθητές Του να μεταβούν προς αυτούς λέγει: «καιρός είναι να βαδίσω προς τον σταυρό» δεν τους άφησε δηλαδή προηγουμένως, για ν’ αποτελεί αυτό μαρτυρία γι’ αυτούς, διότι μέχρι τότε που τον απομάκρυναν με τα έργα τους, μέχρι τότε που τον σταύρωσαν δεν είπε «πηγαίνετε και κάμετε μαθητάς μου όλα τα έθνη», αλλά ¨μη μεταβείτε προς τους εθνικούς». Επειδή όμως τον μίσησαν και τόσο πολύ τον μίσησαν, ώστε να τον θανατώσουν, περιττό ήταν πλέον να φροντίζει για κείνους, αφού εκείνοι τον απέκρουσαν καθ’ όσον τον αρνήθηκαν λέγοντας: «Δεν έχουμε βασιλέα, παρά τον Καίσαρα». Δηλαδή τότε πλέον τους άφησε, όταν αυτοί τον άφησαν.

Τι σημαίνει όμως «ο κόκκος του σίτου αν δεν πέσει στη γη και δεν αποθάνει»; -Σημαίνει την στάυρωσή Του. Αυτό λοιπόν το γεγονός της Σταυρώσεώς Του θα κάνει τους εθνικούς περισσότερο να προσέλθουν και θα αυξήσει το κήρυγμά Του. Διότι το ίδιο γίνεται και με τον σίτο, τότε φέρει περισσότερο καρπό, όταν πεθάνει φέρει περισσότερο καρπό. Αλλά οι μαθητές δεν αντιλήφθηκαν τα λεγόμενα.

Ποία λοιπόν απολογία θα έχουν αυτοί που δεν πιστεύουν στην ανάσταση, την στιγμή που διαπιστώνουμε να γίνεται αυτό το πράγμα καθημερινώς στα σπέρματα και στα φυτά και στη δική μας την γέννηση; Διότι πρώτα πρέπει να καταστραφεί το σπέρμα και τότε να γεννηθεί το νέο. Και γενικά όταν ο Θεός κάμνει κάτι δεν χρειάζονται συλλογισμοί. Διότι πως δημιούργησε ημάς από το μηδέν; Και τι θα πει κανείς; Δεν υπάρχει ανάσταση των σωμάτων; Όμως ποιο πράγμα είναι αδύνατο στον Θεό; Και γιατί δεν πρέπει το φθαρτό σώμα, που έλαβε μέρος στους πόνους και τον θάνατο, να λάβει μέρος και εις τους στεφάνους; Διότι αν δεν έπρεπε δεν θα δημιουργούνταν από την αρχή. Και ο ίδιος ο Κύριος δεν θα λάμβανε σάρκα.

25 ὁ φιλῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν, καὶ ὁ μισῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, εἰς ζωὴν αἰώνιον φυλάξει αὐτήν. 26 ἐὰν ἐμοὶ διακονῇ τις, ἐμοὶ ἀκολουθείτω, καὶ ὅπου εἰμὶ ἐγώ, ἐκεῖ καὶ ὁ διάκονος ὁ ἐμὸς ἔσται· καὶ ἐάν τις ἐμοὶ διακονῇ, τιμήσει αὐτὸν ὁ πατήρ.

Φαίνεται να μοιάζουν με αίνιγμα τα λεγόμενα, όμως δεν είναι, αλλά είναι γεμάτα από πολύ σοφία. Και πως αυτός που αγαπά την ψυχή του θα την χάσει; -Θα την χάσει αυτός που εκετελεί τις παράλογες απαιτήσεις της. Και τι σημαίνει «ο μισών αυτήν»; -Εκείνος που δεν υποχωρεί όταν του προστάζει εκείνα που βλάπτουν. Και δεν είπε «εκείνος που δεν υποχωρεί σ’ αυτήν», αλλά «εκείνος που μισεί αυτήν». Διότι όπως ακριβώς δεν ανεχόμαστε ούτε την φωνή ν’ ακούσουμε εκείνων που μισούμε, ούτε το πρόσωπό τους να δούμε ευχαρίστως, έτσι και την ψυχή πρέπει να την αποστρεφόμεθα με όλη τη δύναμή μας, όταν προστάζει αντίθετα από εκείνα που αρέσουν στον Θεό. Επειδή δηλαδή πρόκειται πλέον να τους ομιλήσει περί του θανάτου του ευατού Του και προείδε ότι θα λιγοψυχήσουν, χρησιμοποίησε υπερβολή στα λόγια  του αυτά.

«εκείνος που με υπηρετεί, πρέπει να με ακολουθεί», εδώ εννοεί τον θάνατό Του και απαιτεί να τον ακολουθεί κανείς με τα έργα του, πρέπει δηλαδή οπωσδήποτε ο υπηρέτης ν’ ακολουθεί αυτόν που υπηρετεί.

 27 Νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται, καὶ τί εἴπω; πάτερ, σῶσον με ἐκ τῆς ὥρας ταύτης.

Και βέβαια αυτά δεν είναι καθόλου λόγια κάποιου που προτρέπει τους άλλους να βαδίσουν μέχρι τον θάνατο. Είναι πράγματι λόγια ανθρώπινα που δεικνύουν όλτι δεν φιλοσοφεί περί θανάτου με ευκολία ευρισκόμενος έξω από την ανθρώπινη φύση. Και είναι τόσο ταραγμένος ώστε να ζητεί την απαλλαγή από το μαρτύριο. Όμως:  ἀλλὰ διά τοῦτο ἦλθον εἰς τὴν ὥραν ταύτην. Δηλαδή ακόμη κι αν θορυβόμεθα, κι αν ταρασσώμεθα δεν πρέπει να αποφεύγουμε τον θάνατο, διότι και εγώ αν και τώρα νοιώθω ταραχή, δεν λέγω να τον αποφύγω διότι πρέπει να υπομείνω εκείνο που έρχεται. Και μολονότι η ταραχή με αναγκάζει να το πω αυτό, τελικά λέγω το αντίθετο:  28 πάτερ, δόξασόν σου τὸ ὄνομα. Δηλαδή οδήγησέ με στον σταυρό. Και όλα αυτά είναι όπως είπαμε ανθρώπινα γνωρίσματα και ακατηγόρητα. Διότι όπως είναι ακατηγόρητο  το να πεινά ή να διψά κανείς, έτσι είναι ακατηγόρητο το να μη θέλει κανείς να αποχωρησθεί την παρούσα ζωή. Ο Χριστός είχε σώμα μεν καθαρό από αμαρτίες, όχι όμως απαλλαγμένο από τις φυσικές ανάγκες, διότι αλλιώς δε θα ήταν αυτό ούτε καν σώμα. Και ονομάζει τον θάνατό Του δόξα του Θεού, διότι πεθαίνει για την αλήθεια, διότι εξαιτίας του θανάτου Του όλη οικουμένη θα μπορούσε πλεόν να επιστρέψει στην αλήθεια και να γνωρίσει το όνομα του Θεού. ἦλθεν οὖν φωνὴ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ· καὶ ἐδόξασα καὶ πάλιν δοξάσω. Πως το δόξασε; Με όσα συνέβησαν πριν από αυτά και πάλι θα το δοξάσω μετά τον σταυρό. 29 ὁ οὖν ὄχλος ὁ ἑστὼς καὶ ἀκούσας ἔλεγε βροντὴν γεγονέναι· ἄλλοι ἔλεγον· ἄγγελος αὐτῷ λελάληκεν.

Και γιατί το νόμισαν αυτό οι μαθητές; Μήπως δεν ήταν σαφής και ευκρινής η φωνή; Ατέλειάς τους οι μάθητές δεν κατανόησαν ότι ήταν έναρθρος φωνή και δεν δεν κατάλαβαν ευκρινώς και τα λόγια. 30 ἀπεκρίθη ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν· οὐ δι' ἐμὲ αὕτη ἡ φωνὴ γέγονεν, ἀλλὰ δι' ὑμᾶς. Γιατί το είπε αυτό; Με σκοπό να αντικρούσει εκείνο που έλεγαν πάντοτε., ότι δεν είναι εκ του Θεού. Συνεπώς αυτή η φωνή δεν ακούστηκε για να μάθω εγώ απ’ αυτήν, αλλά για σας.

 31 νῦν κρίσις ἐστὶ τοῦ κόσμου τούτου, νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου ἐκβληθήσεται ἔξω· Και τι σχέση έχει αυτό προς το «εδόξασα και πάλιν δοξάσω»; -Έχει μεγάλη σχέση και είναι σύμφωνη διότι τώρα δείχνει και τον τρόπο της δόξης. Ποιος είναι αυτός ο τρόπος; -Οδήγησε ο Θεός τον πρώτο άνθρωπο σε δικαστήριο αφού τον κατέστησε υπεύθυνο του αθνάτου (διότι διά της αμαρτίας εισήλθε ο θάνατος), αυτό όμως (την αμαρτία) δεν την βρήκε σε μένα. Για ποιο λόγο λοιπόν επιτέθηκε σε μένα και με παρέδωσε στον θάνατο; Για ποιο λόγο εισήλθε στην ψυχή του Ιούδα, ώστε να με θανατώσει; Μη μου πεις τώρα ότι ο Θεός τα όρισε έτσι, διότι αυτό δεν είναι έργο του διαβόλου, αλλά της σοφία αυτού. Για να κατανοήσουμε τα παραπάνω ας στήσουμε νοερό δικαστήριο και ας δικάσουμε τον διάβολο: Θα του πούμε:  Όλους τους θανάτωσες επειδή τους βρήκες υπεύθυνους της αμαρτίας, τον Χριστό όμως γιατί τον θανάτωσες;  Δεν είναι ολοφάνερο ότι το έκανες αδίκως; Γι’ αυτό λοιπόν θα σε εκδικηθεί όλος ο κόσμος.
32 κἀγὼ ἐὰν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν. Και θα ελκύσει όχι μόνο του Ισραηλίτες, αλλά και τους εθνικούς.

Όμως υπάρχει και ένα άλλο ερώτημα: -Πως θα κατασυντριβεί αν και σένα θα καταβάλλει; Λέγει δεν θα με καταβάλλει, διότι πως είναι δυνατόν να καταβάλλει αυτόν που τους άλλους προσελκύει;

33 τοῦτο δὲ ἔλεγε σημαίνων ποίῳ θανάτῳ ἤμελλεν ἀποθνήσκειν. 34 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ὄχλος· ἡμεῖς ἠκούσαμεν ἐκ τοῦ νόμου ὅτι ὁ Χριστὸς μένει εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ πῶς σὺ λέγεις, δεῖ ὑψωθῆναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου; Και από την ερώτησή τους αυτή οι Ιουδαίοι πιάνονται θα λέγαμε στη φάκα. Διότι από τα λεγόμενά τους αυτά φαίνεται πως γνώριζαν ότι ο Χριστός είναι αθάνατος και έχει ζωή που δεν έχει τέλος. Όμως για να αποδείξουν ότι αυτός που είχαν μπροστά τους δεν είναι ο Χριστός ομολογούν ότι ο Χριστός μένει εις τον αιώνα. Και πρόσεχε με πόση κακουργία, διότι δεν είπαν ότι εμείς ακούσαμε ότι ο Χριστός δεν παθαίνει τίποτα, ούτε σταυρούται, αλλ’ ότι μένει εις τον αιώνα. Αν και ούτε αυτά τα λόγια ήταν αντίθετα, διότι το πάθος δεν έγινε εμπόδιο για την αθανασία. Έπειτα ρωτούν τίς ἐστιν οὗτος ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου; Και αυτό ο ρωτούν γεμάτοι από κακία. Τι κλανει λοιπόν τότε ο Χριστός; Τους αποστομώνει δείχνοντας ότι το πάθος δεν αποτελεί εμπόδιο στην αθανασία λέγοντας:  35 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἔτι μικρὸν χρόνον τὸ φῶς μεθ' ὑμῶν ἐστι Φανερώνοντας έτσι ότι ο θάνατός Του είναι αλλαγή καταστάσεως, καθ’ όσον το ηλιακό φως δεν εξαφανίζεται, αλλά αφού χαθεί επ’ ολίγον πάλι εμμανίζεται. · περιπατεῖτε ἕως τὸ φῶς ἔχετε, ἵνα μὴ σκοτία ὑμᾶς καταλάβῃ· Ποιον καιρό εννοεί εδώ; Άραγε όλη την παρούσα ζωή ή τον χρόνο προ του σταυρού;  Εγώ (Χρυσόστομος) βέβαια νομίζω ότι εννοεί και τα δύο.  καὶ ὁ περιπατῶν ἐν τῇ σκοτίᾳ οὐκ οἶδε ποῦ ὑπάγει. Αυατό τελικά έπαθαν οι Ιουδαίοι οιο οποίοι νομίζοντας πως βαδίζουν την ορθή οδό, βαδίζουν την αντίθετη, τηρούν τα Σάββατα και φυλάσσουν τον νόμο και τις διακρίσει των τροφών, αλλ΄όμως δεν γνωρίζουν που περιπατούν. 36 ἕως τὸ φῶς ἔχετε, πιστεύετε εἰς τὸ φῶς, ἵνα υἱοὶ φωτὸς γένησθε. Και εδώ και πάλι αποκαλύτει το Ομοούσιον με τον Πατέρα λέγοντας ότι ο ίδιος γεννά και τούτο για να μάθεις ότι Πατήρ και Υιός μία ενέργεια έχουν. Ταῦτα ἐλάλησεν ὁ ᾿Ιησοῦς, καὶ ἀπελθὼν ἐκρύβη ἀπ' αὐτῶν. Και γιατί κρύφτηκε; Εεπιδή εισήρχετεο στις καρδίες τους, γνώριζε το μίσος που γεννήθηκε εναντίον Του και κρύπτεται για να καταπραύνει τις φονικές τους διαθέσεις.

37 Τοσαῦτα δὲ αὐτοῦ σημεῖα πεποιηκότος ἔμπροσθεν αὐτῶν οὐκ ἐπίστευον εἰς αὐτόν, Τι εννοεί εδώ ο Ευαγγελιστής ποία «τοσαύτα»; -Όσα παρέλειψε να μας πει ο Ευαγγελιστής.

38 ἵνα ὁ λόγος ῾Ησαΐου τοῦ προφήτου πληρωθῇ ὃν εἶπε· Κύριε, τίς ἐπίστευσε τῇ ἀκοῇ ἡμῶν; καὶ ὁ βραχίων Κυρίου τίνι ἀπεκαλύφθη; 39 διὰ τοῦτο οὐκ ἠδύναντο πιστεύειν, ὅτι πάλιν εἶπεν ῾Ησαΐας· 40 τετύφλωκεν αὐτῶν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ πεπώρωκεν αὐτῶν τὴν καρδίαν, ἵνα μὴ ἴδωσι τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ νοήσωσι τῇ καρδίᾳ καὶ ἐπιστραφῶσι, καὶ ἰάσομαι αὐτούς. 41 ταῦτα εἶπεν ῾Ησαΐας ὅτε εἶδε τὴν δόξαν αὐτοῦ καὶ ἐλάλησε περὶ αὐτοῦ.

Πότε τα είπε όλα αυτά ο Ησαίας; - Όταν είδε την δόξα Αυτού και ομίλησε περί Αυτού. Και τι είδε ο προφήτης; Είδε την αθεράπευτη απιστία των Ιουδαίων και την προφήτευσε. Και θα πει κάποιος, αφού οπωσδήποτε θα γίνοντα αυτά που προείδε ο προφήτης, τότε γιατί ήρθς ο Χριστός στον κόσμο; -Ήλθε για να μην έχουν δικαιολογία για την αμαρτία τους και φυσικά για να σώσει την μαγιά των πιστευσάντων εις Αυτόν.

42 ὅμως μέντοι καὶ ἐκ τῶν ἀρχόντων πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν, ἀλλὰ διὰ τοὺς Φαρισαίους οὐχ ὡμολόγουν, ἵνα μὴ ἀποσυνάγωγοι γένωνται· 43 ἠγάπησαν γὰρ τὴν δόξαν τῶν ἀνθρώπων μᾶλλον ἤπερ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.

Να πως αυτοί αποκόπησαν από την πίστη εξαιτίας της κενοδοξίας. Δεν τους το είχε πει και νωρίτερα; «Πως μπορείτε σεις να πιστεύετε, αφού δέχεστε τιμές ο ένας από τον άλλο και δεν ζητείτε την μόνη τιμή που προέρχεται από τον Θεό»; Επομένως δεν ήταν άρχοντες, αλλά δούλοι της χειρότερης μορφής δουλείας. Αργότερα όμως με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος θα δούμε και άρχοντες και ιερείς να πιστεύον και να ομολγούν και είναι άκαμπτοι στην πίστη. Κι επειδή ο Ιησούς γνώρισε την αδυναμία τους είπε δυνατά και ηχηρά για ακούσουν όλοι:  44 ᾿Ιησοῦς δὲ ἔκραξε καὶ εἶπεν· ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ πιστεύει εἰς ἐμέ, ἀλλ' εἰς τὸν πέμψαντά με, για να μη νομίσει κανείς ότι αυτά τα λέει για τα λόγια Του αλλά στο πρόσωπο. Διότι η πίστη στο πρόσωπό μου μεταβαίνει εις τον Θεό, όπως βέβαια και η απιστία. Πρόσεχε πως σε όλα δείχνει το απαράλλακτο της ουσίας. Γι’αυτό τονίζουμε δεν είπε «όποιος πιστεύει στα λόγια μου», αλλά «όποιος πιστεύει σε μένα».

 45 καὶ ὁ θεωρῶν ἐμὲ θεωρεῖ τὸν πέμψαντά με. Τι λοιπόν ο Θεός είναι σώμα; Καθόλου. Διότι εδώ εννοεί την θεωρία δια του νου και δείχνει με αυτό το Ομοούσιο.

 46 ἐγὼ φῶς εἰς τὸν κόσμον ἐλήλυθα, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ ἐν τῇ σκοτίᾳ μὴ μείνῃ. Και ονομάζει τον ευατό Του φως, επειδή απαλλάσσει από το σκοτάδι. 47 καὶ ἐάν τίς μου ἀκούσῃ τῶν ρημάτων καὶ μὴ πιστεύσῃ, ἐγὼ οὐ κρίνω αὐτόν· οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ' ἵνα σώσω τὸν κόσμον.  Και το είπε αυτό για να μη νομίσουν ότι αντιπαρήλθε εκείνους που τον περιφρόνησαν από αδυναμία. Γι΄ αυτό είπε «δεν ήρθα να καταδικάσω τον κόσμο». Έπειτα για να μη γίνουν ακούγοντας αυτά ραθυμότεροι, όταν μάθουν πως όποιος πιστεύει σώζεται, ενώ εκείνος που δεν πιστεύει τιμωρείται, πρόσεχε πως παρουσιάζει ενώπιόν τους φοβερότατο δικαστήριο:48 ὁ ἀθετῶν ἐμὲ καὶ μὴ λαμβάνων τὰ ρήματά μου, ἔχει τὸν κρίνοντα αὐτόν· ὁ λόγος ὃν ἐλάλησα, ἐκεῖνος κρινεῖ αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ· 49 ὅτι ἐγὼ ἐξ ἐμαυτοῦ οὐκ ἐλάλησα, ἀλλ' ὁ πέμψας με πατὴρ αὐτός μοι ἐντολὴν ἔδωκε τί εἴπω καὶ τί λαλήσω· Επειδή δηλαδή έλεγαν ότι δεν είναι εκ του Θεού, μίλησε έτσι για να μάθουν ότι τα λόγια αυτά θα πάρουν τη θέση κατηγόρου σε εκείνο το φοβερό δικαστήριο.

50 καὶ οἶδα ὅτι ἡ ἐντολὴ αὐτοῦ ζωὴ αἰώνιός ἐστιν. ἃ οὖν λαλῶ ἐγώ, καθὼς εἴρηκέ μοι ὁ πατήρ, οὕτω λαλῶ. Βλέπεις το ταπεινόν του λόγου Του, διότι εκείνος που έλαβε εντολή δεν είναι κύριος του εαυτού του, μολονότι βέβαια Αυτός είναι. Και ομιλεί έτσι εξαιτίας της αδυναμίας των ακροατών Του. όταν δε λέγει «Εγώ δεν κρίνω» φανερώνει με αυτό ότι αυτός δεν είναι ο αίτιος της απωλείας των ανθρώπων αυτού του είδους και εκφράζεται έτσι ωσάν να διαμρτύρεται για την απιστία και την αμαρτία τους.

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ (ΙΓ΄)

1.Προ δὲ τῆς ἑορτῆς τοῦ πάσχα εἰδὼς ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ἐλήλυθεν αὐτοῦ ἡ ὥρα ἵνα μεταβῇ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου πρὸς τὸν πατέρα, ἀγαπήσας τοὺς ἰδίους τοὺς ἐν τῷ κόσμῳ, εἰς τέλος ἠγάπησεν αὐτούς.

Ας δούμε τι κάνει τώρα ο Ιησούς προς τους μαθητές Του, τι κάνει δε και προς τον επίβουλο μαθητή Του τον Ιούδα. Διότι εκείνον που έπρεπε περισσότερο απ’ όλους να μισούν γιατί ενώ αυτός έφαγε από την ίδια τράπεζα, ηξιώθη να δει θαύματα και άλλες ευεργεσίες, αυτός έπεραξε τα χειρότερα απ’ όλους. Κι όμως αυτός ο μαθητής γίνεται αποδεκτός από τον Χριστό με φιλοφρόνυση και του νίπτει τα πόδια, μολονότι βέβαια μπορούσε αν ήθελε και να τον ξεράνει όπως τη συκή και να τον κατασυντρίψει, όπως ακριβώς το καταπέτασμα, όμως δεν ήθελε να τον απομακρύνειαπό την επιβουλή του με εξαναγκασμό, αλλά να το θελήσει ο ίδιος, διά τούτο του νίπτει τας πόδας. Και ούτε αυτό σεβάστηκε ο ταλαίπωρος εκείνος και άθλιος.

Και μας λέει λοιπόνο Ευαγγελιστής ότι τώρα που ήρθε η ώρα του αποχωρισμού, δείχνει στους μαθητές με υπερβολικό βαθμό την αγάπη Του. Γιατί όμως αυτό δεν το έκανε από την αρχή; Τα σπουδαιότερα τα κάνει αργότερα, ώστε να μεγάλώσει την εξοικείωση και να εμβάλει εκ των προτέρων πολλή παρηγορία για τα κακά που επρόκειτο να επακολουθήσουν.

Και τους ονομάζει «δικούς του τους εν τω κόσμω». Τι σημαίνει αυτό; Αυτό σημαίνει ότι δικοί του δεν ήταν μόνο οι εν τω κόσμω αλλά και αυτοί που είχαν αναχωρήσει παλαιότερα. (οι αποθανόντες). Βλέπεις ότι Αυτός είναι ο Θεός της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης;

 2 καὶ δείπνου γενομένου, τοῦ διαβόλου ἤδη βεβληκότος εἰς τὴν καρδίαν ᾿Ιούδα Σίμωνος ᾿Ισκαριώτου ἵνα αὐτὸν παραδῷ,

Αυτό το είπε ο Ευαγγελιστής γεμάτος από έκπληξη, για να δείξει ότι αυτόν που είχε λάβει την απόφαση να τον προδώσει, αυτόν ένιψε.

 3 εἰδὼς ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι πάντα δέδωκεν αὐτῷ ὁ πατὴρ εἰς τὰς χεῖρας, καὶ ὅτι ἀπὸ Θεοῦ ἐξῆλθε καὶ πρὸς τὸν Θεὸν ὑπάγει,

Εδώ με θαυμασμό λέει, ότι τόσο μέγας και τόσο ανώτερος εκείνος που ήλθε από τον Θεό και μεταβαίνει προς αυτόν, ο κυρίαρχος  των πάντων, έπραξε αυτό και ούτε παρ’όλα αυτά θεώρησε ανάξιο να κάνει μία τέτοια πράξη.

Και τι του παρέδωσε ο Πατήρ; - Την σωτηρία των πιστών.  Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο διδάσκει τώρα στους μαθητές την μητέρα των αγαθών, την ταπεινοφροσύνη, για την οποία είπε ότι είναι η αρχή και το τέλος της αρετής.

 4 ἐγείρεται ἐκ τοῦ δείπνου καὶ τίθησι τὰ ἱμάτια, καὶ λαβὼν λέντιον διέζωσεν ἑαυτόν.

Πρόσεχε πως όχι μόνο με το ότι ένιψε τα πόδια τους, αλλά και με άλλο τρόπο διδάσκει την ταπεινοφροσύνη, διότι δεν σηκώθηκε πριν καθίσουν οι μαθητές, αλλά αφού αυτοί κάθισαν. Έπειτα δεν τους νίπτει απλώς, αλλά αφού έβγαλε τα εξωτερικά Του ενδύματα, εζώσθη και ποδιά, αλλά και ούτε σ’ αυτό αρκέστηκε, αλλά και ο ίδιος γέμισε τον νιπτήρα και δεν πρόσταξε κάποιον άλλο, αλλά όλα αυτά τα κάνει μόνος, διδάσκοντας ότι τα πάντα πρέπει να κάνουμε με προθυμία. Εγώ δε (Χρυσόστομος) νομίζω ότι πρώτα ένιψε τα πόδια του προδότου.

5 εἶτα βάλλει ὕδωρ εἰς τὸν νιπτῆρα, καὶ ἤρξατο νίπτειν τοὺς πόδας τῶν μαθητῶν καὶ ἐκμάσσειν τῷ λεντίῳ ᾧ ἦν διεζωσμένος. 6 ἔρχεται οὖν πρὸς Σίμωνα Πέτρον, καὶ λέγει αὐτῷ ἐκεῖνος· Κύριε, σύ μου νίπτεις τοὺς πόδας;

Είναι φυσικό να ρωτήσει κανείς γιατί άλλος, παρά μόνον ο Πέτρος δεν εμπόδισε τον Κύριο να του νίψει τα πόδια; - Εγω νομίζω (Χρυσόστομος) ότι πρώτα ένιψε τα πόδια του προδότη και έπειτα πήγε στον Πέτρο και στη συνέχεια όλοι οι υπόλοιποι διδάχθηκαν από τον διάλογο που ακολούθησε.

 7 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὃ ἐγὼ ποιῶ, σὺ οὐκ οἶδας ἄρτι, γνώσῃ δὲ μετὰ ταῦτα.

Δηλαδή τόση είναι η ωφέλεια από αυτό που εγώ κάνω τώρα που εσύ μεν δεν τον αντιλαμβάνεσαι τώρα, αλλά θα το αντιληφθείς μετά.  Τι θα αντιληφθεί; Την αξία της πλήρους ταπεινοφροσύνης.

 8 λέγει αὐτῷ Πέτρος· οὐ μὴ νίψῃς τοὺς πόδας μου εἰς τὸν αἰῶνα. ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐὰν μὴ νίψω σε, οὐκ ἔχεις μέρος μετ' ἐμοῦ. 9 λέγει αὐτῷ Σίμων Πέτρος· Κύριε, μὴ τοὺς πόδας μου μόνον, ἀλλὰ καὶ τὰς χεῖρας καὶ τὴν κεφαλήν.

Ω Πέτρε και όταν αρνείσαι είσαι σφοδρός, αλλά και όταν συγκατατίθεσαι γίνεσαι σφοδρότερος! Και τα δύο τα κάνει από αγάπη.

 10 λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ὁ λελουμένος οὐ χρείαν ἔχει ἢ τοὺς πόδας νίψασθαι, ἀλλ' ἔστι καθαρὸς ὅλος· καὶ ὑμεῖς καθαροί ἐστε, ἀλλ' οὐχὶ πάντες.

Και αν είναι καθαροί, για ποιο λόγο νίπτεις τα πόδια τους; Για να μας διδάξει να είμαστε μετριόφρονες. Τι σημαίνει όμως «ο λελουμένος»; -Ελέχθη αντί του καθαρός. Άραγε λοιπόν αυτοί ήταν καθαροί; Όμως πως ήταν καθαροί, εφόσον το χειρόγραφο των αμαρτιών ακόμη δεν είχε σχιστεί, το θύμα δεν είχε οδηγηθεί ακόμη στη σφαγή και το Άγιο Πνεύμα δεν είχε ακόμη κατέλθει. Πως λοιπόν αυτοί ήταν καθαροί; 11 ᾔδει γὰρ τὸν παραδιδόντα αὐτόν· διὰ τοῦτο εἶπεν· οὐχὶ πάντες καθαροί ἐστε. Είστε λοιπόν καθαροί γιατί μόλις τώρα σας δίδαξα. Δεχθήκατε ήδη το φως και απαλλαχθήκατε από την Ιουδαϊκή πλάνη. Άρα εδώ εννοεί τον καθαρισμό της συνειδήσεως.

12 ῞Οτε οὖν ἔνιψε τοὺς πόδας αὐτῶν καὶ ἔλαβε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, ἀναπεσὼν πάλιν εἶπεν αὐτοῖς· γινώσκετε τί πεποίηκα ὑμῖν; 13 ὑμεῖς φωνεῖτέ με, ὁ Διδάσκαλος καὶ ὁ Κύριος, καὶ καλῶς λέγετε· εἰμὶ γάρ.

Θυμηθείτε: «Μη ονομάσετε κανένα επάνω στη γη διδάσκαλο διότι ένας είναι ο καθηγητής σας» και «μη ονομάσετε κανέναν επάνω στη γη πατέρα σας» το δε «ένας» και «ένας» δεν έχει λεχθεί μόνο για τον Πατέρα, αλλά και γι’ αυτόν τον ίδιο.  Τώρα λοιπόν ξεκάθαρα μιλά στους μαθητές Του λέγοντας  ὑμεῖς φωνεῖτέ με, ὁ Διδάσκαλος καὶ ὁ Κύριος, καὶ καλῶς λέγετε· εἰμὶ γάρ.

14 εἰ οὖν ἐγὼ ἔνιψα ὑμῶν τοὺς πόδας, ὁ Κύριος καὶ ὁ Διδάσκαλος, καὶ ὑμεῖς ὀφείλετε ἀλλήλων νίπτειν τοὺς πόδας. 15 ὑπόδειγμα γὰρ δέδωκα ὑμῖν, ἵνα καθὼς ἐγὼ ἐποίησα ὑμῖν, καὶ ὑμεῖς ποιῆτε·

Που είναι τώρα εκείνοι που περιφρονούν τους συνδούλους τους; Που είναι τώρα εκείνοι που απαιτούν τιμές; Ο Χριστός έπλυνε τα πόδια του προδότου και αν και ήταν αδιόρθωτος, τον εδέχθη εις την ιδίαν τράπεζα και συ μεγαλοφρονείς και γίνεσαι υπερόπτης; Τα πόδια λοιπόν λέγει, να πλένουμε ο ένας του άλλου, οπωσδήποτε βέβαια και των δούλων.

Και δεν είπε ο Κύριος «αφού έπλυνα εγώ τα πόδια σας πόσο μάλλον εσείς», αλλά «έτσι κι εσείς». Τα υπόλοιπα τα άφησε στην συνείδηση των ακροατών. Και βλέποντα και ακούγοντας οι μαθητές ποια μεγαλοφροσύνη και ποια αλαζονεία θα μπορούσε να απομείνει στη σκέψη τους; Εκείνος που κάθεται πάνω από τα Χερουβείμ έπλυνε τα πόδια του προδότου, συ δε άνθρωπε αν και είσαι χώμα και στάκτη και τέφρα υψώνεις τον ευατό σου;

 16 ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐκ ἔστι δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ, οὐδὲ ἀπόστολος μείζων τοῦ πέμψαντος αὐτόν. 17 εἰ ταῦτα οἴδατε, μακάριοί ἐστε ἐὰν ποιῆτε αὐτά. Εφόσον λοιπόν αυτά που σας λέω εγώ πρώτος τα έπραξα, πόσο μάλλον εσείς. Και δεν σας τα λέω αυτά απλά για να γνωρίζετε, αλλά και για να τα πράξετε. Διότι το να τα γνωρίζουν ανήκει σε όλους, το να τα πράξουν όμως δεν είναι έργο όλων. Γι’ αυτό λοιπόν πρόσθεσε «θα είστε μακάριοι, αν τα πράττετε αυτά».

18 οὐ περὶ πάντων ὑμῶν λέγω· ἐγὼ οἶδα οὓς ἐξελεξάμην· ἀλλ' ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ, 19 ἀπ' ἄρτι λέγω ὑμῖν πρὸ τοῦ γενέσθαι, ἵνα ὅταν γένηται πιστεύσητε ὅτι ἐγώ εἰμι.

Πω πω μέγεθος ανεξικακίας! Δεν ελέγχει ακόμη τον προδότη, αλλά συγκαλύπτει το πράγμα, δίδοντας έτσι ακόμη την ευκαιρία για μετάνοια. Και ελέγχει και δεν ελέγχει λέγοντας: ὁ τρώγων μετ' ἐμοῦ τὸν ἄρτον ἐπῆρεν ἐπ' ἐμὲ τὴν πτέρναν αὐτοῦ.  Κι αυτό το λέγει για να μας διδάξει να ευεργετούμε εκείνους που μας κάνουν κακό κι αν ακόμη εξακολουθούν να είναι αδιόρθωτοι. Άξιοι πολλώ θρήνων και όχι μνησικακίας είναι αυτοί που μας κάνουν κακό, διότι αυτοί στην ουσία δεν αδικούν άλλον παρά μόνον τον εαυτό τους. Ενώ εμάς μας ωφελούν τα μέγιστα αν δεν εκδικηθούμε.

20 ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ λαμβάνων ἐάν τινα πέμψω, ἐμὲ λαμβάνει, ὁ δὲ ἐμὲ λαμβάνων λαμβάνει τὸν πέμψαντά με.

Μεγάλη είναι η ανταπόδοση του Θεού για την προσφερομένη υπηρεσία στους δούλους Του και από αυτή την πράξη μας χορηγεί και εμάς αμοιβή. Τι θαμπορούσε να υπάρξει ίσο με το να δεχόμαστε τον Χριστό και τον Πατέρα Αυτού;

 

21 Ταῦτα εἰπὼν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐταράχθη τῷ πνεύματι, καὶ ἐμαρτύρησε καὶ εἶπεν· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἷς ἐξ ὑμῶν παραδώσει με.

Για ποιο πράγμα ταράχθηκε ο Ιησούς; -Για τον προδότη. Σκεπτόμενος ο Χριστός πόσων δωρεών θας στερηθεί ο προδότης ταράχθηκε!

22 ἔβλεπον οὖν εἰς ἀλλήλους οἱ μαθηταί, ἀπορούμενοι περὶ τίνος λέγει.

Εφόσον δεν είπε το όνομα του προδότη δημιούργησε φόβο μεταξύ των μαθητών.

23 ἦν δὲ ἀνακείμενος εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ ἐν τῷ κόλπῳ τοῦ ᾿Ιησοῦ, ὃν ἠγάπα ὁ ᾿Ιησοῦς· 24 νεύει οὖν τούτῳ Σίμων Πέτρος πυθέσθαι τίς ἂν εἴη περὶ οὗ λέγει.

Ο Πέτρος λίγο πριν επιτιμήθηκε, αλλά ως ο πιο ένθερμος σιώπησε μεν αυτή την φορά, αλλά έκανε νεύμα στον Ιωάννη ώστε μέσω αυτού να μάθει τα του προδότου.

 25 ἐπιπεσὼν δὲ ἐκεῖνος ἐπὶ τὸ στῆθος τοῦ ᾿Ιησοῦ λέγει αὐτῷ· Κύριε, τίς ἐστιν;

Μας κάνει εντύπωση και μας δημιουργεί απορία το ότι ενώ όλοι είναι κυριευμένοι από αγωνία και τρόμο, ο Ιωάννης βρίσκεται σαν κατά κάποιο τρόπο σε διασκέδαση επιπεσών επί το στήθος του Ιησού. Μάλιστα δε περισσότερη εντύπωση μας κάνει αυτό που λέγει ο Ιωάννης για τον ευατό του «τον οποίο ηγάπα ο Ιησούς». Γιατί κανείς άλλος δεν είπε κάτι ανάλογο για τον εαυτό του. Μήπως αυτοί δεν αγαπιώντουσαν από τον Ιησού; Γιατί λοιπόν μίλησε έτσι για τον εαυτό του; -Το έκανε για να μας λύσει την απορία το γιατί ο Πέτρος ένευσε προς αυτόν. Μήπως είναι μικρό πράγμα το να μάθεις πως αυτός ο μαθητής ήταν πεσμένος στην αγκαλιά του Ιησού; Και γιατί πίπτει ο μαθητής αυτός στο στήθος του Ιησού; -Οι μαθητές ένιωσαν έντονο φόβο από τα λεγόμενα του Χριστού. Καταπραύνοντας λοιπόν ο Ιησούς τούτη την ένταση επιτρέπει στον Ιωάννη να πέσει στο στήθος Του. Πρόσεχε όμως και την έλλειψη της καυχήσεως. Διότι ο Ιωάννης δεν αναφέρει το όνομά του.

26 ἀποκρίνεται ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐκεῖνός ἐστιν ᾧ ἐγὼ βάψας τὸ ψωμίον ἐπιδώσω. καὶ ἐμβάψας τὸ ψωμίον δίδωσιν ᾿Ιούδᾳ Σίμωνος ᾿Ισκαριώτῃ.

Και ο τρόπος αυτός προκαλεί μεγάλη ντροπή διότι δεν σεβάστηκε ούτε την τράπεζα αφού έφαγε από τον ίδιο τον άρτο.

27 καὶ μετὰ τὸ ψωμίον τότε εἰσῆλθεν εἰς ἐκεῖνον ὁ σατανᾶς. λέγει οὖν αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ὃ ποιεῖς, ποίησον τάχιον.

Ο σατανάς γέλασε με αυτού την αναισχυντία διότι ως τότε ανήκε στην χορία των αποστόλων και ως εκ τούτου δεν τολμούσε εισέλθει εντός του, αλλά τον πρόσβαλλε μόνον εξωτερικά, όταν όμως τον φανέρωσε ο Κύριος και τον διαχώρισε από τον χορό των μαθητών, εισήλθε τότε πλέον τελείως ελεύθερα.

Αλοίμονο! Πόση η αναισχυντία του; πως δεν μαλάκωσε η ψυχή του, ούτε ένοιωσε ντροπή, αλλά γενόμενος αναισχυντότερος εξήρχετο!

Το δε «κάμε το το ταχύτερο» δεν είναι λόγια κάποιου που προστάζει, ούτε που συμβουλεύει, αλλά κάποιου που επιτιμά και δείχνει ότι Αυτός μεν ήθελε να τον διορθώσει, αλλά επειδή εξακολοθούσε να παραμένει αδιόρθωτος, τον εγκαταλείπει.

28 τοῦτο δὲ οὐδεὶς ἔγνω τῶν ἀνακειμένων πρὸς τί εἶπεν αὐτῷ· 29 τινὲς γὰρ ἐδόκουν, ἐπεὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχεν ὁ ᾿Ιούδας, ὅτι λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς, ἀγόρασον ὧν χρείαν ἔχομεν εἰς τὴν ἑορτήν, ἢ τοῖς πτωχοῖς ἵνα τι δῶ. Και γιατί δεν κατάλαβε κανείς; Έτσι επέτρεψε ο Κύριος, διότι αν το καλάβαινε ο Πέτρος πιθανόν να τον φόνευε ή να τον λίντζαρε.

Και κάτι ακόμη ας ρωτήσουμε; Γιατί οι μαθητές είχαν ταμία και κιβώτιο με χρήματα; Για να μάθεις ότι και ο πάρα πολύ ακτήμων πρέπει να καταβάλλει μεγάλη φροντίδα για τους φτωχούς.

30 λαβὼν οὖν τὸ ψωμίον ἐκεῖνος εὐθέως ἐξῆλθεν· ἦν δὲ νύξ.

Και γιατί μου αναφέρεις ότι ήταν νύχτα; Για να μάθεις την θρασύτητα, το ότι δηλαδή ούτε ο χρόνος, ούτε το σκοτάδι συγκράτησε την ορμή της κακίας του.

31 ῞Οτε οὖν ἐξῆλθε, λέγει ὁ ᾿Ιησοῦς· νῦν ἐδοξάσθη ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ὁ Θεὸς ἐδοξάσθη ἐν αὐτῷ. 32 εἰ ὁ Θεὸς ἐδοξάσθη ἐν αὐτῷ, καὶ ὁ Θεὸς δοξάσει αὐτὸν ἐν ἑαυτῷ, καὶ εὐθὺς δοξάσει αὐτόν.

Και όλα αυτά, την προδοσία, το φίλημα, τον ατιμοτικό θάνατο, όλα αυτά τα ονομάζει ο Χριστός δόξα, διδάσκοντάς μας, ότι τίποτα δεν είναι τόσο αισχρό και ατιμωτικό, το οποίο να μην καθιστά λαμπρότερο αυτόν που υφίσταται, όταν γίνεται στο όνομα του Θεού. Και «ευθύς δοξάσει αυτόν», δηλαδή όχι μετά από καιρό αλλά ταυτόχρονα την στιγμή της σταύρωσης θα φανερωθούν τα λαμπρά αυτού. Πράγματι ο ήλιος εσκοτίσθη, οι πέτρες ερράγισαν, το καταπέτασμα του ναού εσχίσθη, πολλά σώματα των αγίων που είχαν πεθάνει αναστήθηκαν κ.α 

Και ποιος θα τον δοξάσει; Μήπως οι άγγελοι; Οι αρχάγγελοι; Όχι. Αλλά ποιος; Ο ίδιος ο Πατέρας. Πως; Δια του Υιού τα οποία αποδίδονται στον Πατέρα.

33 τεκνία, ἔτι μικρὸν μεθ' ὑμῶν εἰμι. ζητήσετέ με, καὶ καθὼς εἶπον τοῖς ᾿Ιουδαίοις ὅτι ὅπου ὑπάγω ἐγώ, ὑμεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν, καὶ ὑμῖν λέγω ἄρτι.

Αρχίζει πλέον τα δυσάρεστα μετά το δείπνο, διότι όταν εξήλθε ο Ιούδας δεν ήταν πλέον εσπέρας, αλλά νύχτα. Επειδή λοιπόν επρόκειτο μετά από λίγο να έλθουν να τον συλλάβουν, έπρεπε όλα τα παραδώσει σ’ αυτούς προς φύλαξη, ώστε να τα έχουν στη μνήμη τους. Μάλλον δε το Πνεύμα τους τα υπενθύμισε όλα.

«Όπως είπα και στους Ιουδαίους» : Τους υπενθύμισε ότι αυτά δεν τα προλέγει τώρα εξαιτίας των δεινών , αλλά τα γνώριζε από την αρχή και μάρτυρες είναι αυτοί οι ίδιοι. Και του τα είπε τώρα αυτά όχι για να τους γεμίσει λύπη, αλλά να τους παρηγορήσει ώστε να μην τους συνταράξουν τα επερχόμενα δεινά.

 34 ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους.

Ακούγοντας αυτά οι μαθητές και σκεπτόμενοι ότι μπορεί να μείνουν έρημοι, τους παρηγορεί περιφρουρώντας αυτούς με την ρίζα όλων των αγαθών που είναι η αγάπη. Σαν να τους έλεγε: Νιώθετε λύπη που φεύγω από κοντά σας; Αλλά αν αγαπάτε ο ένας τον άλλον θα γίνετε ισχυρότεροι. 35 ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις. Με το γνώρισμα της αγάπης που διαπνέει τους μαθητές θα γνωρίσουν πάντες ότι είναι μαθητές του Χριστού. Αλλά πως ονόμασε την εντολή αυτή νέα, όταν την συναντάμε και στην Παλαιά Διαθήκη; -Αυτός την έκανε νέα με τη νέα μορφή που της έδωσε διότι πρόσθεσε: «Όπως ηγάπησα εσάς».

Σκέψου τίποτα άλλο δεν σκανδαλίζει περισσότερο τους εθνικούς παρά το να μην υπάρχει αγάπη. Δεν σκανδαλίζονται αν δεν δουν να συμβαίνουν θαύματα, αλλά ότα δεν αντικρύζουν την αγάπη μεταξύ των χριστιανών.

36 Λέγει αὐτῷ Σίμων Πέτρος· Κύριε, ποῦ ὑπάγεις; ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ὅπου ἐγὼ ὑπάγω, οὐ δύνασαί μοι νῦν ἀκολουθῆσαι, ὕστερον δὲ ἀκολουθήσεις μοι.

Είναι μεγάλο καλό η αγάπη. Είναι σφοδρότερο από πυρ και οδηγεί προς τον ίδιο τον ουρανό και δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο που να μπορεί να ανακόψει την ορμή της. «Κύρις που πηγαίνεις»; Και το ρωτά αυτό ο Πέτρος όχι γιατί ήθελε να μάθει, όσο επειδή ήθελε να τον ακολουθήσει. Ο δε Χριστός δεν αποκρίθηκε σύμφωνα με τα λόγια του, αλλά σύμφωνα με τη σκέρψη του. Ακούγοντας δε ότι θα Τον ακολουθήσει μεν , αλλά όχι τώρα αλλά αργότερα δεν συγκράτησε τον πόθο του και είπε:  37 λέγει αὐτῷ ὁ Πέτρος· Κύριε, διατί οὐ δύναμαί σοι ἀκολουθῆσαι ἄρτι; τὴν ψυχήν μου ὑπὲρ σοῦ θήσω.

Όταν δηλαδή απέβαλε τον φόβο της προδοσίας και φάνηκε ότι αυτός είναι ένας από τους γνήσιους μαθητές, με παρρησία πλέον ρωτά μόνος αυτός, ενώ οι άλλοι σιωπούν.

Τι λες Πέτρε; Σου είπε ότι «δεν μπορείτε» και συ λέγεις «μπορώ»; Λοιπόν θα γνωρίσεις με αυτή τη δοκιμασία ότι δεν έχει καμμία αξία η αγάπη σου, εάν δεν υπάρχει η ουράνιος ενίσχυση. Γίνεται επί πλέον φανερό ότι και εκείνη την πτώση την επέτρεψε από ενδιαφέρον γι’ αυτόν για να αντιληφθεί εν τέλει την αδυναμία του.

38 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· τὴν ψυχήν σου ὑπὲρ ἐμοῦ θήσεις! ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, οὐ μὴ ἀλέκτωρ φωνήσει ἕως οὗ ἀπαρνήσῃ με τρίς.

Και πρόσεχε το τεράστιο μέγεθος της πτώσεώς του. διότι δεν το έπαθε αυτό μία φορά, αλλά τόσο πολύ παρεκτράπη, ώστε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να επαναλάβει τον λόγο της αρνήσεως, για να μάθει ότι δεν αγάπησε τόπο πολύ όσο αγαπήθηκε. Αργότερα ο Κύριος θα τον ρωτήσει: «Με αγαπάς περισσότερο από αυτούς»; Αυτό συνέβη όχι επειδή εψυχράνθη η αγάπη του, αλλά για να φανερωθεί η εκ του ουρανού βοήθεια. Την δε αγάπη του Πέτρου λοιπόν την αποδέχεται ο Κύριος, την δε αντιλογία που πηγάζει απ’ αυτήν την αποκόπτει διότι αν αγαπάς οφείλει να δείχνεις την υπακοή σ’ αυτόν που αγαπάς.

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ  (ΙΔ΄)

Μη ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία· Με αυτά τα λόγια, κατά πρώτον φανερώνει την δύναμη της Θεότητάς Του, ότι δηλαδή γνώριζε αυτά που είχαν στην ψυχή τους και προσθέτει: πιστεύετε εἰς τὸν Θεόν, καὶ εἰς ἐμὲ πιστεύετε. Δηλαδή όλα τα δεινά θα περάσουν, διότι η πίστη σε μένα και στον Πατέρα μου είναι πιο δυνατή από τα κακά που έρχονται και δεν θ’ αφήσει κανένα από τα δυσάρεστα να επικρατήσει. Έπειτα προσθέτει:

2 ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πατρός μου μοναὶ πολλαί εἰσιν·  όπως ακριβώς παρηγορεί τον ταρασσόμενο από την θλίψη Πέτρο λέγοντας «θα με ακολουθήσεις αργότερα» έτσι και σ’ αυτούς παρουσιάζει πολύ αμυδρά αυτήν την ελπίδα, για να μη νομίσουν ότι η υπόσχεση δόθηκε μόνο στον Πέτρο. Εάν δεν υπήρχαν άλλωστε θα σας το έλεγα.

εἰ δὲ μή, εἶπον ἂν ὑμῖν· πορεύομαι ἑτοιμάσαι τόπον ὑμῖν· δηλαδή και σας θα σας υποδεχθεί εκείνος ο τόπος που θα υποδεχθεί και τον Πέτρο. Ώστε: 3 καὶ ἐὰν πορευθῶ καὶ ἑτοιμάσω ὑμῖν τόπον, πάλιν ἔρχομαι καὶ παραλήψομαι ὑμᾶς πρὸς ἐμαυτόν, ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγώ, καὶ ὑμεῖς ἦτε. Τόσο μεγάλη φροντίδα έδειξα γι’ αυτό το πράγμα, και ότι θα φρόντιζα γι’ αυτό το πράγμα εάν δεν είχε προετοιμαστεί προ πολλού ο τόπος αυτός για σας. Έπειτα για να μη φανεί ότι τα λέγει αυτά ωσάν ακριβώς να θέλει να τους ψυχαγωγήσει, αλλά για να πιστέψουν, ότι έτσι θα συμβούν προσθέτει: 4 καὶ ὅπου ἐγώ ὑπάγω οἴδατε, καὶ τὴν ὁδὸν οἴδατε. Βλέπεις πως τους δίδει απόδειξη, ότι αυτά  δεν λέχθηκαν έτσι τυχαία;

5 Λέγει αὐτῷ Θωμᾶς· Κύριε, οὐκ οἴδαμεν ποῦ ὑπάγεις· καὶ πῶς δυνάμεθα τὴν ὁδὸν εἰδέναι; Πολύ λογική η ερώτηση η οποία αντιπροσωπεύει την αγωνία όλων των μαθητών οι οποίοι δεν θέλουν να αποχωριστούν τον Κύριο. Τι απαντά λοιπόν ο Χριστός;

 6 λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή· οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα εἰ μὴ δι' ἐμοῦ.

Γιατί λοιπόν ερωτηθείς από τον Πέτρο «που πηγαίνεις»;, δεν απαντά αμάεσως, όπως άλλωστε έκανε και στους Ιουδαίους, ενώ τώρα αμέσως απαντά; -Για να μη θεωρήσουν τα λόγια αυτά ως δείγμα αλαζονείας. «Εγώ είμαι η οδός»: Δεν χρειαστείτε οδηγό, εάν δε είμαι και η αλήθεια, δεν είναι ψεύδος τα λεγόμενά μου. Εάν δε και η ζωή, και αν ακόμη πεθάνετε, θα επιτυ΄χετε τα όσα ελέχθηκαν.

7 εἰ ἐγνώκειτέ με, καὶ τὸν πατέρα μου ἐγνώκειτε ἄν. καὶ ἀπ' ἄρτι γινώσκετε αὐτὸν καὶ ἑωράκατε αὐτόν.

Δεν τα λέγει για να αναιρέσει το ένα με το άλλο, διότι γνώρισαν μεν μέσω Αυτού τον Πα΄τερα, δεν τον γνώρισαν όμως όπως έπρεπε. Αργότερα, αφού ήλθε το Άγιο Πνεύμα, ολοκλήρωσε σ’ αυτούς όλη την γνώση. Αυτό δε που λέγει σημαίνει το εξής: «Αν γνωρίστα την δική μου ουσία και την αξία γνωρίσατε και την του Πατρός». «Και από τώρα θα γνωρίσετε Αυτόν και έχετε δει Αυτό δι Εμού». Το μεν πρώτο θα συμβεί μελλοντικά, το δε άλλο τώρα. Δηλαδή αυτό θα συμβεί δι εμού. Ως «όψιν» δε ονομάζει την διά του νου γνώση, διότι αυτούς που βλέπουμε είναι δυνατόν και να τους βλέπουμε και να τους αγνοούμε, αυτούς όμως που γνωρίζουμε δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε και να αγνοούμε. Γι’ αυτό λέει: «Και έχετε δει αυτόν». Είδαν δε Αυτόν όχι με γυμνη΄την ουσία Του, αλλά φέροντα ανθρώπινη σάρκα. Συνηθίζει δε και σ’ άλλες περιπτώσεις να ονομάζει την όψη γνώση, όπως ότα λέγει «Μακάριοι οι καθαροί εις την καρδίαν, διότι αυτοί θα γνωρίσουν τον Θεό». Κααθρούς ονομάζει όχι αυτούς που είναι απαλλγμένοι από την πορνεία, αλλά απαλλαγμένοι από όλα τα αμαρτήματα. Διότι κάθε αμαρτία προσθέτει στην ψυχή ρύπο.

8 Λέγει αὐτῷ Φίλιππος· Κύριε, δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα καὶ ἀρκεῖ ἡμῖν. 9 λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· τοσοῦτον χρόνον μεθ' ὑμῶν εἰμι, καὶ οὐκ ἔγνωκάς με, Φίλιππε; ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν πατέρα· καὶ πῶς σὺ λέγεις, δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα;

Κι όμως υπάρχουν ορισμένοι που μετά απ’ αυτά τα λόγια αποχωρίζουν τον Υιό από τον Πατέρα. Και πράγματι, ποια άλλη συγγένεια από αυτήν ζητείς;

Ας δούμε όμως τι σημαίνουν αυτά τα λόγια; «Τόσο χρόνο είμαι μαζί σας και δεν με γνώρισες Φίλιππε»; Τι δηλαδή; Συ είσαι ο Πατήρ που επιζητώ; Όχι, λέγει. Δια τούτο δεν είπε «δεν εγνώρισες αυτόν», αλλά «δεν με γνώρισες», φανερώνοντας ότι ο Υιός δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτό που είναι ο Πατήρ, παραμένοντας ως προς την ύπαρξη Υιός. Τι είναι αυτό που οδήγησε τον Φίλιππο σ’ αυτήν την ερώτηση; Έλεγε: «Εάν είχατε γνωρίσει εμένα, θα είχατε γνωρίσει και τον Πατέρα μου». Ο δεν Φίλιππος για να μη φανεί ότι ρωτά τα ίδια με τους Ιουδαίους προσθέτει «και μας είναι αυτό αρκετό», τίποτα επί πλέον δεν θέλουμε.  ΟΧριστός λοιπόν τον οδηγεί τώρα με σαφήνεια πείθοντάς τον να γνωρίσει τον Πατέρα μέσω του Ιδίου. Ο Φίλιππος βέβαία ήθελε να γνωρίσει τον Πατέρα με τους σωματικούς του οφθαλμούς, ίσως επειδή άκουγε από τους προφήτες ότι είχαν δει τον Θεό. Αλλά εκείνα Φίλιππε λέγονταν κατά συγκατάβαση. Γι’ αυτό ο Χριστός έλεγε: «Τον Θεό κανείς δεν τον είδε ποτέ».

Τι λοιπόν απάντησε ο Χριστός στον Φίλιππο; «τοσοῦτον χρόνον μεθ' ὑμῶν εἰμι, καὶ οὐκ ἔγνωκάς με, Φίλιππε»; Και τούτο το είπε με πάρα πολύ επιτιμητικό τρόπο. Έπειτα διακρίνοντας τις υποστάσεις λέγει: «Εκείνος που είδε εμένα, είδε και τον Πατέρα», για να μη πει κάποιος ότι ο ίδιος είναι Πατήρ δεν θα ήταν δυνατόν να πει «εκείνος που είδε εμένα, είδε εκείνον». Αλλά στην ουσία ούτε εμένα, ούτε εκείνον είναι δυνατόν να δει. Διότι ο Φίλιππος ζητούσε την διά οφθαλμών γνώση, και επειδή νόμιζε ότι τον Χριστό τον είχε δει, ήθελε κατά τον ίδιο τρόπο να δει και τον Πατέρα.

«Τόσο χρόνο είμαι μαζί σας»: Τόση διδασκαλία άκουσες, είδες θαύματα αυθεντικά και όλα εκείνα που είναι χαρακτηριστικά γνωρίσματα της θεότητας και αυτά που ο Πατήρ μόνος επιτελεί, συγχώρηση αμαρτιών, αποκάλυχη απορρήτων, αναχώρηση θανάτου, δημιουργία πραγματοποιουμένη δια της γης, «και δεν με γνώρισες»; Μη ζητά να δεις τα επι πλέον, διότι εις εκείνον είδες εμένα. Εάν με είδες, μη δείχνεις καμμιά περιέργεια καθ’ όσον εις εμένα γνώρισες Εκείνον.

10 οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι; Δηλαδή ότι φαίνομαι εις εκείνη την ουσία; τὰ ρήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, ἀπ' ἐμαυτοῦ οὐ λαλῶ· Είδες υπερβολή συγγενείας και απόδειξη μιας ουσίας; Δεν υπάρχει λοιπόν τίποτα το ενδιάμεσο μεταξύ Υιού και Πατρός.Αλλού είχε πει: «Ο Πατήρ μου εως τώρα εργάζεται και εγώ επίσης εργάζομαι». Εκεί μεν για να δείξει το απαράλλακτο των έργων, εδώ δε την ταυτότητα αυτών. Εάν δε η χρησιμοποίηση προχείρων λέξεων παρουσιάζει ταπεινότητα, μη θαυμάσεις. Αν δεν μπορείτε τώρα να καταλάβετε την απόδειξη του ομοτίμου και ομοουσίου, τουλάχιστον μάθετε από τα έργα. «Εάν δε μη πιστεύετε με δια τα έργα»: ὁ δὲ πατὴρ ὁ ἐν ἐμοὶ μένων αὐτὸς ποιεῖ τὰ ἔργα. 11 πιστεύετέ μοι ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί· εἰ δὲ μή, διὰ τὰ ἔργα αὐτὰ πιστεύετέ μοι. 12 ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει, ὅτι ἐγὼ πρὸς τὸν πατέρα μου πορεύομαι, δηλαδή σε σας πλέον ανήκει η επιτέλεση θαυμάτων  διότι εγώ φεύγω. Έπειτα, αφού κατόρθωσε εκείνο που ήθελε ο λόγος λέγει:  13 καὶ ὅ,τι ἂν αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου, τοῦτο ποιήσω, ἵνα δοξασθῇ ὁ πατὴρ ἐν τῷ υἱῷ. 14 ἐάν τι αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐγὼ ποιήσω.Βλέπεις  πως πάλι Αυτός το κάνει αυτό; Διότι λέει «θα το κάμω εγώ». Και δεν είπε «το ζητώ από τον Πατέρα», αλλά «δια να δοξασθή δι εμού ο Πατήρ». Κι όμως σε άλλη περίπτωση είπε: «Ο Θεός θα τον δοξάσει με όσα θα κάνει γι’ αυτόν», ενώ εδώ λέγει «Αυτός θα δοξάσει τον Πατέρα». Τι δε σημαίνει «Εν τω ονόματί μου»; Εκείνο ακριβώς που οι απόστολοι έλεγαν «Εις το όνομα του Ιησού Χριστού σήκω όρθιος και περιπάτει» διότι όλα τα θαύματα που έκαναν, αυτός τα έκανε.

15 ᾿Εὰν ἀγαπᾶτέ με, τὰς ἐντολὰς τὰς ἐμὰς τηρήσατε,  δεν είναι αρκετή η δια λόγων αγάπη, αλλά χρειάζονται και πράξεις που να αποδεικνύουν την αγάπη μας. 16 καὶ ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν πατέρα καὶ ἄλλον παράκλητον δώσει ὑμῖν, και πάλι ο λόγος αυτός γίνεται από συγκατάβαση. Δηλαδή θα στείλει άλλν σαν εμένα. Και με το ότι είπε άλλον, δείχνει την διαφορά της υποστάσεως του, ενώ με το να πει «παράκλητο», δείχνει την συγγένεια της ουσίας.  Τι σημαίνει όμως αυτό που είπε «ερωτήσω τον Πατέρα»; -Το λέγει για να δείξει τον καιρό της παρουσίαςστον κόσμο του Πνεύματος, διότι όταν τους καθάρισε δια της θυσίας, τότε εστάλη το Πνεύμα το Άγιον.Και γιατί δεν έρχονταν το Άγιο Πνέυμα όσο ήταν ο Χριστός στον κόσμο; -Διότι δεν είχε προσφερθεί ακόμη η θυσία. Αλλά όταν πλέον και η αμαρτία κατελύθη και αυτοί σε κινδύνους αποστέλλονταν, έπρεπε να έλθει Εκείνος που θα τους προετοίμαζε και θα τους οδηγούσε σοτυς αγώνες. Και γιατί ήρθε το Άγιο Πνεύμα μετά την Ανάσταση; -Για να το δεχτούν με πολύ προθυμία και χαρά.

  ἵνα μένῃ μεθ' ὑμῶν εἰς τὸν αἰῶνα, Αυτό δείχνε ότι ούτε μετά τον θάνατο απομακρύνεται. Και για να μην γίνει παρανόηση και περιμένουν να δουν τον Παράκλητο ένσαρκο λέει: 17 τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ ὁ κόσμος οὐ δύναται λαβεῖν, ὅτι οὐ θεωρεῖ αὐτὸ οὐδὲ γινώσκει αὐτό· δεν θα σας συναναστραφεί όπως σας συναναστρέφομαι εγώ, αλλά θα κατοικήσει μέσα στις ψυχές σας. Ως «κόσμο»  εδώ ονομάζει τους πονηρούς.

ὑμεῖς δὲ γινώσκετε αὐτό, ὅτι παρ' ὑμῖν μένει καὶ ἐν ὑμῖν ἔσται. 18 οὐκ ἀφήσω ὑμᾶς ὀρφανούς· ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς.  αφού και ο ίδιος έρχομαι προς εσάς, το ότι αποστέλλεται το Άγιο Πνεύμα, αυτό δε σημαίνει ότι εμένα θα με αποχωρηστείτε. Και για να γίνει πιο σαφής λέει:  19 ἔτι μικρὸν καὶ ὁ κόσμος με οὐκέτι θεωρεῖ, ὑμεῖς δὲ θεωρεῖτέ με, ὅτι ἐγὼ ζῶ καὶ ὑμεῖς ζήσεσθε. Δεν μας αποχωρίζει λοιπόν ο Σταυρός για πάντα, αλλά με απομακρύνει για πολύ μικρή στιγμή. 20 ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ γνώσεσθε ὑμεῖς ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρί μου καὶ ὑμεῖς ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ὑμῖν.Για μεν τον Πατέρα, τα λόγια αυτά δηλώνουν ουσία, γι’ αυτούς δε ομόνοια και βοήθεια εκ μέρους του Θεού. Όταν λοιπόν εγώ αναστηθώ, τότε θα γνωρίσετε ότι δεν είμαι χωρισμένος από τον Πατέρα, αλλ΄αότι έχω την ίδια δύναμη και τα ίδια τα γεγονότα θα διακηρύσσουν την προς εσάς βοήθεια, που θα προέρχεται από εμένα, όταν οι εχθροί θα κατανικώνται, σεις θα ομιλείτε με παρρησία, τα δεινά θα εξαφανίζονται από το μέσον, το κήρυγμα θα ανθίζει καθημερινώς και όλοι θα υποχωρούν και θα αποδέχονται τον λόγο της ευσεβείας. 21 ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με· διότι δεν αρκεί μόνον να τις έχει, αλλά χρειάζεται και ακριβής φύλαξη αυτών. ὁ δὲ ἀγαπῶν με ἀγαπηθήσεται ὑπὸ τοῦ πατρός μου, καὶ ἐγὼ ἀγαπήσω αὐτὸν καὶ ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν. 22 Λέγει αὐτῷ ᾿Ιούδας, οὐχ ὁ ᾿Ισκαριώτης· Κύριε, καὶ τί γέγονεν ὅτι ἡμῖν μέλλεις ἐμφανίζειν σεαυτὸν καὶ οὐχὶ τῷ κόσμῳ; Βλέπεις την ψυχή που είναι λυπημένη από δειλία; Διότι ο Ιούδας έπαθε σύγχυση και ταράχθηκε και νόμισε, όπως ακριβώς βλέπουμε τους νεκρούς στο όνειρο, έτσι και αυτόν πρόκειται να τον βλέπουν. Για να μην υποπτευθούν λοιπόν αυτό άκουσε τι λέγει: 23 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ' αὐτῷ ποιήσομεν. Είναι σαν να λέγει, όπως ακριβώς ο Πατήρ εμφανίζει τον εαυτό Του, έτσι κι εγώ. Όχι δε μόνον με αυτό, αλλά και με το να πει ότι «θα κατοικήσουμε μονίμως εις αυτόν», διέλυσε την υποψία, αυτό δε δεν είναι δείγμα ονείρων. Εσύ πρόσεχε ότι ο μαθητής εκείνος δεν είπε αυτό που πραγματικά ήθελε να ρωτήσει: «Αλοίμονό μας που πεθαίνεις και πρόκειται να εμφανίζεσαι σε μας όπως καριβώς οι αποθανόντες». Δεν είπε όμως αυτό αλλά «τι είναι εκείνο που σε κάνει να εμφανίζεσαι σε μας και όχι στον κόσμο;  Λέγει λοιπόν ότι αποδέχομαι εσάς, διότι εσείς τηρείτε την εντολή μου. Για να μη νομίσουν λοιπόν, βλέποντες αυτόν μετά από όλα αυτά, ότι είναι φάντασμα, διά τούτο αυτά προλέγει. Έτσι μετά την Ανάστασή Του συντρώγει μαζί τους αποκρούοντας τέτοιου είδους λογισμούς.

24 ὁ μὴ ἀγαπῶν με τοὺς λόγους μου οὐ τηρεῖ· καὶ ὁ λόγος ὃν ἀκούετε οὐκ ἔστιν ἐμός, ἀλλὰ τοῦ πέμψαντός με πατρός. Ώστε όχι μόνο εμένα, αλλά ούτε και τον Πατέρα μου αγαπά εκείνος που ν ακούει αυτούς τους λόγους. Διότι αν αυτό είναι απόδειξη αγάπης, το να ακούει δηλαδή κανείς στις εντολές , αυτές δε είναι του Πατρός, αυτός που τις ακούει, αγάπησε όχι μόνον τον Υιό, αλλά και τον Πατέρα.
25 Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν παρ' ὑμῖν μένων· κι επειδή αυτά όλα ήταν ασαφή και τα μεν ούτε καν τα αντιλήφθηκαν, τα δε περισσότερα και αμφέβαλλαν, για να θορυβούνται πάλι ούτε να λέγουν «ποιες εντολές» απάλλαξε αυτούς από όλη την αγωνία λέγοντας:  26 ὁ δὲ παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ὃ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν. Ίσως είναι ασαφή τα όσα τώρα λέχθηκαν σε σας, αλλά είναι εκείνος σαφής διδάσκαλος αυτών. 27 Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, σαν να τους έλεγε: «τι ανησυχείτε από την ταραχή του κόσμου, καθ’ όσον έχετε ειρήνη προς εμένα»; Και τούτη ειρήνη σας κάνει ισχυρότερους. Διότι η άλλη, η εξωτερική ειρήνη, πολλές φορές αν και υπάρχει και ανώφελη είναι και πολλές φορές και επιζήμια. εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν· οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν. μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία μηδὲ δειλιάτω.28 ἠκούσατε ὅτι ἐγὼ εἶπον ὑμῖν, ὑπάγω καὶ ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς· εἰ ἠγαπᾶτέ με, ἐχάρητε ἂν ὅτι εἶπον, πορεύομαι πρὸς τὸν πατέρα· ὅτι ὁ πατήρ μου μείζων μού ἐστι· και ποια χαρά επρόκειτο αυτό να τους φέρει; Ποια παρηγοριά; -Δεν γνώριζαν ακόμη περί της Αναστάσεώ Του, ούτε είχαν περί αυτού την ορθή γνώμη, ενώ τον Πατέρα τον θεωρούσαν μέγα. Συνεπώς λοιπόν έπρεπε να χαίρεστε διότο εγώ πηγαίνω προς Εκείνος που είναι δυνατός και ικανός να εξαλείψει όλα τα δεινά.

29 καὶ νῦν εἴρηκα ὑμῖν πρὶν γενέσθαι, ἵνα ὅταν γένηται πιστεύσητε. Μήπως θα τα γνωρίζατε αν εγώ δεν σας τα έλεγα; Δεν θα ήταν δυνατόν επίσης να σας τα πω όλα αυτά αν δεν ήμουν σίγουρος πως αυτά θα συμβούν. Είδες ότι ο λόγος είναι γεμάτος από συγκατάβαση; Ομιλεί ανάλογα με την πνευματική ωριμότητα των ακροατών.
30 οὐκέτι πολλὰ λαλήσω μεθ' ὑμῶν· ἔρχεται γὰρ ὁ τοῦ κόσμου ἄρχων, καὶ ἐν ἐμοὶ οὐκ ἔχει οὐδέν· άρχοντα του κόσμου ονομάζει τον διάβολο και έτσι ονομάζει και τους πονηρούς ανθρώπους. Και τι είδους άρχοντας είναι αυτός; Είναι άρχοντας αυτών που του παραδίδονται. Και τι λοιπόν ο διάβολος τελικά σε θανατώνει; -Όχι βέβαια, διότι δεν έχει καμία εξουσία πάνω Του,. πως λοιπόν τότε σε θανατώνει; -Επειδή εγώ το θέλω και για να γνωρίσει ο κόσμος ότι αγαπώ τον Πατέρα.  31 ἀλλ' ἵνα γνῷ ὁ κόσμος ὅτι ἀγαπῶ τὸν πατέρα, καὶ καθὼς ἐνετείλατό μοι ὁ πατήρ, οὕτω ποιῶ. ἐγείρεσθε ἄγωμεν ἐντεῦθεν.

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΠΕΜΠΤΟ (ΙΕ΄)

1. Εγώ εἰμι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή, καὶ ὁ πατήρ μου ὁ γεωργός ἐστι. 2 πᾶν κλῆμα ἐν ἐμοὶ μὴ φέρον καρπόν, αἴρει αὐτό, καὶ πᾶν τὸ καρπὸν φέρον, καθαίρει αὐτό, ἵνα πλείονα καρπὸν φέρῃ. Τι θέλει να υπαινιχθεί με την παραβολή αυτή; -Ότι δεν είναι δυνατόν να ζήσει εκείνος που δεν προσέχει στους λόγους Του, και ότι τα μελλοντικά θαύματα γίνονται δια της δυνάμεως του Χριστού. «Ο πατήρ μου είναι γεωργός». Τι λοιπόν; Έχει ανάγκη δυνάμεως ο Υιός;  Μακριά μία τέτοια σκέψη. Διότι αυτό το παράδειγμα δεν φανερώνει αυτό. Διότι λέγει δεν δέχεται την φροντίδα γεωργού η ρίζα, αλλά τα κλήματα.

3 ἤδη ὑμεῖς καθαροί ἐστε διὰ τὸν λόγον ὃν λελάληκα ὑμῖν.

Βλέπεις πως παρουσιάζει τον εαυτό Του να φροντίζει για τα κλήματα; Διότι λέγει «εγώ σας καθάρισα». Όμως… δεν αρκεί αυτό αλλά χρειάζεται και η δική σας προσπάθεια για να μείνετε καθαροί.

 4 μείνατε ἐν ἐμοί, κἀγὼ ἐν ὑμῖν. καθὼς τὸ κλῆμα οὐ δύναται καρπὸν φέρειν ἀφ' ἑαυτοῦ, ἐὰν μὴ μείνῃ ἐν τῇ ἀμπέλῳ, οὕτως οὐδὲ ὑμεῖς, ἐὰν μὴ ἐν ἐμοὶ μείνητε. 5 ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα.

Για να μην αποχωρισθούν λοιπόν εξ’ αιτίας της δειλίας τους, ενισχύει την ατονίσασα από τον φόβο ψυχή τους και την συνενώνει με τον ευατό Του και τους δίδει πλέον χρηστές ελπίδες, διότι η μεν ρίζα μένει, η δε αφαίρεση και η φροντίδα ανήκει στα κλήματα.

 

ὁ μένων ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν, ὅτι χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν. 6 ἐὰν μή τις μείνῃ ἐν ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς τὸ κλῆμα καὶ ἐξηράνθη, καὶ συνάγουσιν αὐτὰ καὶ εἰς τὸ πῦρ βάλλουσι, καὶ καίεται.

Δεικνύει εδώ ότι κανείς δεν μπορεί να ανήκει εις Αυτόν δίχως έργα.

7 ἐὰν μείνητε ἐν ἐμοὶ καὶ τὰ ρήματά μου ἐν ὑμῖν μείνῃ, ὃ ἐὰν θέλητε αἰτήσασθε, καὶ γενήσεται ὑμῖν.

Αυτά τα έλεγε για να δείξει ότι αυτοί που τον επιβουλεύονται θα κατακαούν. Και φού λοιπόν έδειξε με αυτόν τον τρόπο πως οι μαθητές Του θα γίνουν ακατανίκητοι λέγει:

8 ἐν τούτῳ ἐδοξάσθη ὁ πατήρ μου, ἵνα καρπὸν πολὺν φέρητε, Με αυτά που λέγει κάνει αξιόπιστο τον λόγο Του, διότι αν η καρποφορία συντελεί εις την δόξαν του Πατρός, δεν θα αδιαφορήσει για την δική Του δόξα. καὶ γενήσεσθε ἐμοὶ μαθηταί. Βλέπεις πως μαθητής Του είναι εκείνος που παράγει καρπό;

9 καθὼς ἠγάπησέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ ἠγάπησα ὑμᾶς· μείνατε ἐν τῇ ἀγάπῃ τῇ ἐμῇ.

Διότι το να μείνετε στην αγάπη μου αυτό εξαρτάται από σας. Και πως θα συμβεί αυτό;  10 ἐὰν τὰς ἐντολάς μου τηρήσητε, μενεῖτε ἐν τῇ ἀγάπῃ μου, καθὼς ἐγὼ τὰς ἐντολὰς τοῦ πατρός μου τετήρηκα καὶ μένω αὐτοῦ ἐν τῇ ἀγάπῃ.

Και πάλι εδώ ο λόγος προχωρεί ανθρωπίνως. Διότι δεν γίνεται βέβαια ο νομοθέτης  να υποταχθεί στις εντολές. Έπειτα για να μη λέγουν, «όταν μας έκανες πολεμίους με όλους, τότε μας αφήνεις και φεύγεις», δείχνει ότι δεν τους αφήνει, αλλά έτσι είναι ενωμένος με αυτούς, εάν το θέλουν, όπως το κλήμα με την άμπελο.

11 Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ ἐν ὑμῖν μείνῃ καὶ ἡ χαρὰ ὑμῶν πληρωθῇ.

Όλα τα αγαθά τότε παρέχουν την αμοιβή, όταν φθάσουν στο κατάλληλο αποτέλεσμα. Εάν θα κοπεί η προσπάθεια στο μέσον, γίνεται ναυάγιο. «Μη φύγετε λοιπόν από κοντά μου, για να μην διακόψετε τον δρόμο. Θα εκδιώξω την θλίψη σας από την οποία έχετε τώρα κυριευτεί, για να έλεθει στο τέλος η χαρά, δείχνοντάς σας ότι τα παρόντα δεν είναι άξια λύπης, αλλά ηδονής».

12 αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολὴ ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς. Βλέπεις την αγάπη του Θεού που είναι συνηνωμένη με την δική μας και συνδεδεμένη σαν να αποτελεί κάποια σειρά; Αν λοιπόν το να μείνουν στον Θεό εξαρτάται από την αγάπη, η δε αγάπη από την τήρηση των εντολών και η εντολή είναι «Να αγαπάμε ο ένας τον άλλο» και δεν ομιλεί απλώς για αγάπη, αλλά δείχνει και τον τρόπο: «καθώς σας αγάπησα εγώ». Συνεπώς η αναχώρησή Του δεν είναι αποτέλεσμα μίσους, αλλά αγάπης. 13 μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ.

14 ὑμεῖς φίλοι μού ἐστε, ἐὰν ποιῆτε ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν. 15 οὐκέτι ὑμᾶς λέγω δούλους, ὅτι ὁ δοῦλος οὐκ οἶδε τί ποιεῖ αὐτοῦ ὁ κύριος· ὑμᾶς δὲ εἴρηκα φίλους, ὅτι πάντα ἃ ἤκουσα παρὰ τοῦ πατρός μου ἐγνώρισα ὑμῖν.

Τίποτε άλλο δεν εννοεί με το «πάντα» και το «ακούσαι», παρά ότι τίποτε ξένο δεν λέγει, αλλά τις εντολές του Πατρός. Με το «πάντα» επίσης εννοεί ότι οι μαθητές άκουσαν όσα έπρεπε να ακούσουν.

16 οὐχ ὑμεῖς με ἐξελέξασθε, ἀλλ' ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς, Δηλαδή εγώ επιδίωξα την φιλία σας. Και δεν σταμάτησε εδώ, αλλά λέγει «και σας τοποθέτησα», δηλαδή σας φύτευσα «δια να μεταβήτε» (ακόμη χρησιμοποιεί την μεταφορά της αμπέλου), δηλαδή να σκορπισθείτε σε όλο τον κόσμο.

 καὶ ἔθηκα ὑμᾶς ἵνα ὑμεῖς ὑπάγητε καὶ καρπὸν φέρητε,

Εάν δε ο καρπός μένει, πολύ περισσότερο θα μείνετε εσείς, διότι λέγει «δεν σας αγάπησα μόνο, αλλά και σας ευεργ’ετησα σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό, επεκτείνων σε κάθε μέρος της οικουμένης τα κλήματα».

Βλέπεις με πόσα δείχνει την αγάπη Του; Με το να πει τα απόρρητα, με το ότι πρώτος επιδίωξε την φιλία τους, με το ότι τους χάρισε μεγάλα αγαθά, με το ότι έπαθε χάριν αυτών εκείνα που έπαθε τότε. Και τελικά με το ότι θα παραμείνει κοντά σε αυτούς που πρόκειται να καρποφορήσουν: καὶ ὁ καρπὸς ὑμῶν μένῃ, ἵνα ὅ,τι ἂν αἰτήσητε τὸν πατέρα ἐν τῷ ὀνόματί μου, δῷ ὑμῖν. Και πως γίνεται το αίτημα να απευθύνεται μεν προς τον Πατέρα, αλλά ο Υιός να το πραγματοποιεί; -Για να μάθεις  ότι ο Υιός δεν είναι κατώτερος.

17 Ταῦτα ἐντέλλομαι ὑμῖν, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. Δηλαδή δεν τα λέω αυτά για να σας κατηγορήσω, ότι προς χάριν σας θυσιάζω την ζωή μου, αλλά για να σας οδηγήσω στην φιλία.

18 Εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ, γινώσκετε ὅτι ἐμὲ πρῶτον ὑμῶν μεμίσηκεν. 19 εἰ ἐκ τοῦ κόσμου ἦτε, ὁ κόσμος ἂν τὸ ἴδιον ἐφίλει· ὅτι δὲ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ' ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διὰ τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος.

Ώστε αν σας αγαπούσε ο κόσμος, αυτό θα ήταν απόδειξη πονηρίας. Έπειτα, επειδή με αυτά που προείπε δεν πέτυχε αυτό που ήθελε, επανέρχεται πάλι στο θέμα αυτό λέγοντας:

 20 μνημονεύετε τοῦ λόγου οὗ ἐγὼ εἶπον ὑμῖν· οὐκ ἔστι δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ. εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν· εἰ τὸν λόγον μου ἐτήρησαν, καὶ τὸν ὑμέτερον τηρήσουσιν.

Δείχνει λοιπόν τώρα ότι με αυτό θα γίνουν μιμητές Του, διότι εν όσω ο Χριστός έφερε ανθρώπινη σάρκα, προς εκείνον έκαμναν τον πόλεμο οι Ιουδαίοι, όταν όμως έφυγε από τον κόσμο, η μάχη στράφηκε και πάλι προς αυτούς. Ενθαρρύνει λοιπόν την ψυχή των μαθητών λέγοντας προ πάντων ότι είναι έργο χαράς, το να μισήσθε από αυτούς, διότι έτσι θα γίνετε μέτοχοι στα πάθη μου. Δεν πρέπει λοιπόν να ανησυχείτε, διότι εσείς δεν είστε ανώτεροι από μένα.

21 ἀλλὰ ταῦτα πάντα ποιήσουσιν ὑμῖν διὰ τὸ ὄνομά μου, ὅτι οὐκ οἴδασι τὸν πέμψαντά με. Δηλαδή και Εκείνον τον υβρίζουν. Επιπλέον στερώντα από τους Ιουδαίους της συγνώμης και προσθέτοντας άλλη πατηγοριά λέγει: 22 εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν. Δεικνύοντας ότι αδίκως θα διαπράξουν τα όσα θα διαπράξουν εναντίον Του και εναντίον αυτών.  23 ὁ ἐμὲ μισῶν καὶ τὸν πατέρα μου μισεῖ. Επειδή δηλαδή συνεχώς προέβαλαν ως δικαιολογία ότι τον καταδίωκαν εξ αιτίας του Πατρός, είπε αυτά ανατρέποντας την δικαιολογία τους.

 

 24 εἰ τὰ ἔργα μὴ ἐποίησα ἐν αὐτοῖς ἃ οὐδεὶς ἄλλος πεποίηκεν, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ καὶ ἑωράκασι καὶ μεμισήκασι καὶ ἐμὲ καὶ τὸν πατέρα μου. 25 ἀλλ' ἵνα πληρωθῇ ὁ λόγος ὁ γεγραμμένος ἐν τῷ νόμῳ αὐτῶν, ὅτι ἐμίσησάν με δωρεάν. Είστε λοιπόν όλων αυτών και εσείς μάρτυρες, ότι αιτία του μίσους τους δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η παραφροσύνη και η πονηρία. Όμως «Αν τον ιδικό σου λόγο δεν τήρησα, άρα ούτε τον δικό μας λόγο θα τηρήσουν, εάν εσένα καταδίωξαν και εμάς θα καταδιώξουν, εάν είδαν θαύματα, τέτοια που κανένας άλλος δεν έκανε, εάν άκουσαν λόγους, τετοιους που κανένας άλλος δεν είπε και δεν ωφελήθηκαν καθόλου απ΄όλα αυτά και εάν εντ τέλει μισούν τον Πατέρα και εσένα, τότε για ποιο λόγο μας έστειλες σ’ αυτούς»; -Για να μην ανησυχούν για όλα αυτά προσθέτει:  26 ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ· 27 καὶ ὑμεῖς δὲ μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ' ἀρχῆς μετ' ἐμοῦ ἐστε.

Εκείνος λοιπόν (ο Παράκλητος) θα είναι αξιόπιστος, διότι είναι Πνεύμα αληθείας. Γι’ αυτό λοιπόν δεν το ονόμασε Πνεύμα Άγιο, αλλά Πνεύμα αληθείας. Το δε «ο παρά του Πατρός εκπορεύεται», φανερώνει ότι όλα τα γνωρίζει ακριβώς, όπως ακριβώς και ο ίδιος λέγει για τον ευατό του «ότι γνωρίζω από πού έρχομαι και που πηγαίνω», μιλώντας και εκεί πε΄ρι της αληθείας. 

«Τον οποίο εγώ θα στείλω». Να, δεν είναι μόνον ο Πατήρ που που αποστέλει τον Παράκλητο, αλλά και ο Υιός. Και σεις δε θα είστε αξιόπιστοι που με συναναστρέφεστε και που δεν τα ακούσατε αυτά πό άλλους. Διά τούτο οι Απόστολοι  επιβεβαιώνου πε΄ρι αυτού λέγοντας: «Οι οποίοι φάγαμε μαζί του και επίομεν» (πραξ. 10,41)

 

 

 

 

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΚΤΟ (ΙΣΤ΄)

 

1.Ταύτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα μὴ σκανδαλισθῆτε. 2 ἀποσυναγώγους ποιήσουσιν ὑμᾶς· ἀλλ' ἔρχεται ὥρα ἵνα πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξῃ λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῷ. 3 καὶ ταῦτα ποιήσουσιν, ὅτι οὐκ ἔγνωσαν τὸν πατέρα οὐδὲ ἐμέ.
4 ἀλλὰ ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, μνημονεύητε αὐτῶν ὅτι ἐγὼ εἶπον ὑμῖν. ταῦτα δὲ ὑμῖν ἐξ ἀρχῆς οὐκ εἶπον, ὅτι μεθ' ὑμῶν ἤμην.

Είναι μεγάλη η τυραννία της λύπης και χρειαζόμαστε πολύ ανδρεία, ώστε να σταθούμε απέναντι απ’ αυτό το πάθος με γενναιότητα και καρπούμενοι την χρησιμότητα απ’ αυτό να αφήνουμε κατά μέρος το περιττό, καθ’ όσον έχει και κάτι το χρήσιμο. Διότι όταν αμαρτάνουμε εμείς ή άλλοι, τότε μόνον είναι σωστό να λυπόμαστε. Όταν όμως περιπέσουμε σε ανθρώπινες καταστάσεις, τα΄τοε πλέον είναι άχρηστη  η χρήση της λύπης. Πράγματι είναι φοβερό πράγμα η υπερβολική λύπη, είναι φοβερή και γίνεται και αιτία θανάτου.

«Αυτά δεν σας τα είπα από την αρχή». Και γιατί; - Για να μη πει κανείς ότι τα έλεγε αυτά συμπεραίνοντας από αυτά που πολλές φορές συμβαίνουν. Και δεν τα έλεγε τόσο καιρό όλα αυτά όχι γιατί δεν τα γνώριζε, αλλά «επειδή ήταν μαζί τους» κι έτσι ανά πάσα ώρα και στιγμή μπορούσαν να τον ρωτήσουν και έτσι  όλος ο πόλεμος μεταφέρονταν εναντίον Του. Όμως δεν τους έλεγε: «θα οδηγηθείτε ενώπιον ηγεμόνων και βασιλέων και θα σας μαστιγώσουν μέσα στις συναγωγές»; Πως λοιπόν λέγει «δεν σας τα είπα αυτά από την αρχή»; -Ναι, προείπε τότε για τις μαστιγώσεις και την οδήγησή τους ενώπιον των αρχών, δεν τους είπε όμως ότι ο θάνατός τους θα θεωρούνταν τόσο σημαντικός, ώστε αυτό το πράγμα να θεωρείται λατρεία.

5 νῦν δὲ ὑπάγω πρὸς τὸν πέμψαντά με, καὶ οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἐρωτᾷ με ποῦ ὑπάγεις!
6 ἀλλ' ὅτι ταῦτα λελάληκα ὑμῖν, ἡ λύπη πεπλήρωκεν ὑμῶν τὴν καρδίαν.

Δεν είναι και αυτή μικρή παρηγοριά, το να μάθουν δηλαδή ότι γνώριζε το υπερβολικό μέγεθος της  λύπης τους. Γιατί όμως δεν τους τα είπε όλα αυτά όταν έλαβαν το Πνεύμα το Άγιο; -Για να μάθεις ότι ήταν πάρα πολύ ενάρετοι, διότι χωρίς ακόμη να αξιωθούν να λάβουν το Άγιο Πνεύμα, δεν τον εγκατέλειψαν κυριευθέντες από την λύπη, σκέψου τώρα ποιοι επρόκειτο αυτοί να γίνουν λαμβάνοντες το Άγιο Πνέυμα…

 7 ἀλλ' ἐγὼ τὴν ἀλήθειαν λέγω ὑμῖν·

Πρόσεχε πως τους παρηγορεί πάλι διότι λέγει, δεν σας λέγω λόγια που προκαλούν ευχαρίστηση, αλλά κι αν ακόμη είναι τόσο πολύ δυδάρεστα αυτά, πρέπει να ακούσετε αυτά που σας συμφέρουν. Διότι εσείς μεν επιθυμείτε να είμαι μαζί σας, το συμφέρον σας όμως είναι άλλο. Γνώρισμα δε εκείνω που φροντίζουν για τους φίλους είναι το να μη παρασύρεται από τα συναισθήματα των φίλων του.

 συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω. ἐὰν γὰρ ἐγὼ μὴ ἀπέλθω, ὁ παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρὸς ὑμᾶς· ἐὰν δὲ πορευθῶ, πέμψω αὐτὸν πρὸς ὑμᾶς·

Τι λέγουν εδώ εκείνοι που δεν έχουν την πρέπουσα γνώμη περί του Αγίου Πνεύματος; Συμφέρει να φύγει ο Κύριος και να έλθει ο δούλος; -βλέπεις όμως πόση είναι η αξιά του Πνεύματος; «Εάν δε απέλθω θα στείλω αυτόν προς εσάς».  Και ποιο το κέρδος;  8 καὶ ἐλθὼν ἐκεῖνος ἐλέγξει τὸν κόσμον περὶ ἁμαρτίας καὶ περὶ δικαιοσύνης καὶ περὶ κρίσεως.

Δηλαδή δεν θα τα κάνουν αυτά χωρίς να τιμωρηθούν. Δηλαδή τω΄ρα μεν λέγουν ότι υιός του ξυλουργού, του οποίου εμείς γνωρίζουμε τον πατέρα και την μητέρα, όταν όμως δουν τον θάνατο να καταλύεται, την κακία να εκδιώκεται, την αναπηρία της ανθρώπινης  φύσεως να θεραπεύεται, τους δαίμονες να εκδιώκονται, την απερίγραπτη χορηγία του Πνεύματος, και όλα αυτά θα συμβαίνουν διά της επικλήσεως του ονόματός μου, τι θα πουν; Διότι μαρτύρησε για μένα ο Πατήρ, θα μαρτυρήσει και το Πνεύμα, αν και βεάβαια και στην αρχή μαρτύρησε, όμως θα το κάνει αυτό και τώρα.

9 περὶ ἁμαρτίας μέν, ὅτι οὐ πιστεύουσιν εἰς ἐμέ· Θα αποκλέισει δηλαδή κάθε δικαιολογία και θα αποδείξει ότι διέπραξαν πράγματα ασυγχώρητα.

10 περὶ δικαιοσύνης δέ, ὅτι πρὸς τὸν πατέρα μου ὑπάγω καὶ οὐκέτι θεωρεῖτέ με·  Δηλαδή σας χάρισα ακατάληπτο βίο και αυτό είναι απόδειξη ότι μεταβαίνω προς τον Πατέρα μου, διότι επειδή πάντοτε τον κατηγορούσαν γι’ αυτό, ότι δεν προέρχεται από τον Θεό και με αυτή την κατηγορία τον αποκαλούσαν αμαρτωλό και παράνομο, λέγει λοιπόν ότι και αυτήν την δικαιολογία θα εξαλείψει.

11 περὶ δὲ κρίσεως, ὅτι ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου κέκριται. Πάλι εδώ κάνει λόγο περί δικαιοσύνης, διότι κατενίκησε τον αντίδικό Του. και πως τον κατανίκησε; Με την Ανάστασή Του.

 12 ῎Ετι πολλὰ ἔχω λέγειν ὑμῖν, ἀλλ' οὐ δύνασθε βαστάζειν ἄρτι.

Να λοιπόν γιατί σας συμφέρει να απέλθω, εφόσον τότε πρόκειται να τα κατανοήσετε, όταν θα απέλθω. Και τι έχει συμβεί; Είναι ανώτερο το Πνεύμα από σένα αφού τώρα μεν δεν κατανοούμε, ενώ Εκείνο θα μας προετοιμάσει για να τα κατανοήσουμε; -Δεν είναι αυτό, διότι και ο Παράκλητος θα σας πει αυτά που σας λέω κι εγώ. Διά τούτο λέγει:  13 ὅταν δὲ ἔλθῃ ἐκεῖνος, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν· οὐ γὰρ λαλήσει ἀφ' ἑαυτοῦ, ἀλλ' ὅσα ἂν ἀκούσῃ λαλήσει, καὶ τὰ ἐρχόμενα ἀναγγελεῖ ὑμῖν. 14 ἐκεῖνος ἐμὲ δοξάσει, ὅτι ἐκ τοῦ ἐμοῦ λήψεται καὶ ἀναγγελεῖ ὑμῖν. 15 πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι·

Για να μη γίνει λοιπόν παρανόηση ότι το Πνέυμα είναι ανώτερο από  Εκείνον, γι’ αυτό λοιπόν λέγει «εκ του εμού λήψεται», δηλαδή εκείνα ακριβώς που είπα εγώ, αυτά και εκείνος θα πει. Όταν δε λέγει «Τίποτα δεν θα πει από τον εαυτό του», εννοεί ότι τίποτα το αντίθετο, τίποτε το δικό του δεν θα πει, παρά αυτά που λέω εγώ.

διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι ἐκ τοῦ ἐμοῦ λήψεται καὶ ἀναγγελεῖ ὑμῖν.

Αυτό σημαίνει, από όσα εγώ γνωρίζω, από την δική μου γνώση, διότι μία είναι η γνώση, η δική μου και του Πνεύματος.

Και τι το καινούριο έχει να μας αναγγείλει το Πνεύμα; «Τα μέλλοντα να συμβούν». Εδώ δεικνύει το κατ΄’ εξοχήν αξίωμα αυτού, επειδή γνώρισμα του θεού αυτό είναι προ πάντων, το να προλέγει τα μέλλοντα. Εάν δε και αυτό το μάθαινε από άλλους, τότε τίποτα περισσότερο δεν θα είχε από τους προφήτες. Αλλά εδώ δηλώνει την ακριβή περί Θεού γνώση.

 16 μικρὸν καὶ οὐ θεωρεῖτέ με, καὶ πάλιν μικρὸν καὶ ὄψεσθέ με, ὅτι ἐγὼ ὑπάγω πρὸς τὸν πατέρα. 17 Εἶπον οὖν ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ πρὸς ἀλλήλους· τί ἐστι τοῦτο ὃ λέγει ἡμῖν, μικρὸν καὶ οὐ θεωρεῖτέ με, καὶ πάλιν μικρὸν καὶ ὄψεσθέ με, καὶ ὅτι ἐγὼ ὑπάγω πρὸς τὸν πατέρα; 18 ἔλεγον οὖν· τοῦτο τί ἐστιν ὃ λέγει τὸ μικρόν; οὐκ οἴδαμεν τί λαλεῖ. 19 ἔγνω οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ἤθελον αὐτὸν ἐρωτᾶν, καὶ εἶπεν αὐτοῖς· περὶ τούτου ζητεῖτε μετ' ἀλλήλων ὅτι εἶπον, μικρὸν καὶ οὐ θεωρεῖτέ με, καὶ πάλιν μικρὸν καὶ ὄψεσθέ με;

Όταν ενθάρρυνε τους μαθητές Του με τα λόγια τα περί Αγίου Πνεύματος, τότε πάλι καταβάλλει το φρόνημα αυτών. Για ποιο λόγο το κάνει αυτό; -Ασκεί τη σκέψη τους και την κάνει σταθερότερη και τους συνηθίζει στην ακρόαση λυπητερών γεγονότων και συγκεκριμένα με το γεγονός της αποχωρήσεως. Όμως τους ξεκαθαρίζει πως αυτός ο χωρισμός δεν θα είναι μόνιμος, αλλά μία πολύ πρόσκαιρη κατάσταση. Αλλά αυτό δεν το αντιλήφθηκαν. Ώστε θα μπορούσε κάποιος να θαυμάσει  πως ενώ πολλές φορές άκουσα τα ίδια πράγματα ήταν σαν να μην άκουσαν τίποτε. Και γιατί συνέβη αυτό; -Εξαιτίας της λύπης.

20 ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι κλαύσετε καὶ θρηνήσετε ὑμεῖς, ὁ δὲ κόσμος χαρήσεται· ὑμεῖς δὲ λυπηθήσεσθε, ἀλλ' ἡ λύπη ὑμῶν εἰς χαρὰν γενήσεται· 21 ἡ γυνὴ ὅταν τίκτῃ, λύπην ἔχει, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα αὐτῆς· ὅταν δὲ γεννήσῃ τὸ παιδίον, οὐκέτι μνημονεύει τῆς θλίψεως διὰ τὴν χαρὰν ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον. 22 καὶ ὑμεῖς οὖν λύπην μὲν νῦν ἔχετε· πάλιν δὲ ὄψομαι ὑμᾶς καὶ χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία, καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ' ὑμῶν.

Επειδή αυτοί δεν ήθελαν τον θάνατό Του, έφθασαν στο σημείο να πιστεύουν ότι δεν θα πεθάνει. Στη συνέχεια όμως όταν άκουσα ότι θα πεθάνει αμφέβαλλαν μη γνωρίζοντες τι τέλος πάντων σημαίνει εκείνο «το μικρόν». Έτσι λοιπόν τους κάνει τώρα ξεκάθαρο πως μετά την λύπη θα ακολουθήσει μεγάλη χαρά και χρησιμοποιεί την παραβολή της τίκτουσας γυναίκας. Υπαινίσσεται εδώ και κάποιο μυστικό, ότι δηλαδή αυτός κατέλυσε τις ωδίνες του θανάτου και συνετέλεσε ώστε να γεννηθεί νέος άνθρωπος. Και δεν είπε ότι θα παρέλθει η θλίψη μόνο, αλλά ούτε καν θα ενθυμείται αυτήν. Το ίδιο θα συμβεί και με τους αγίους. Και δεν είπε γεννήθηκε «παιδίον», αλλά «άνθρωπος». Εδώ υπαιννίσσεται την Ανάστασή Του.

23 καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἐμὲ οὐκ ἐρωτήσετε οὐδέν· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὅσα ἂν αἰτήσητε τὸν πατέρα ἐν τῷ ὀνόματί μου, δώσει ὑμῖν.

Πάλι τίποτα άλλο δεν θέλει να δείξει με αυτά, παρά ότι προέρχεται από τον Θεό. Τι σημαίνει όμως το «εμέ ουκ ερωτήσετε»; Δεν θα χρειαστείτε μεσίτη, αλλά είναι αρκετό και μόνο να πείτε το όνομά μου και όλα θα τα λάβετε. Κι έτσι εδώ δείχνει ξεκάθαρα την δύμαμη του ονόματός Του.

24 ἕως ἄρτι οὐκ ᾐτήσατε οὐδὲν ἐν τῷ ὀνόματί μου· αἰτεῖτε καὶ λήψεσθε, ἵνα ἡ χαρὰ ὑμῶν ᾖ πεπληρωμένη.

Εδώ και πάλι δείχνει το συμφέρον της αποχωρήσεώς Του. μη νονίσετε λοιπόν ότι επειδή δεν θα βρίσκομαι κοντά σας ότι σας εγκατέλειψα. Το όνομά μου θα σας δώσει μεγαλύτερη παρρησία.

25 Ταῦτα ἐν παροιμίαις λελάληκα ὑμῖν· ἀλλ' ἔρχεται ὥρα ὅτε οὐκέτι ἐν παροιμίαις λαλήσω ὑμῖν, ἀλλὰ παρρησίᾳ περὶ τοῦ πατρὸς ἀναγγελῶ ὑμῖν.

Πότε; Κατά τον χρόνο της Αναστάσεως. Τότε λοιπόν όταν θα μεδείτε αναστημένο και θα με συναναστραφήτε, θα μπορέσετε με σαφήνεια όλα να τα μάθετε. Διότι ο ίδιος ο Πατήρ θα σας αγαπήσει εφόσον θα έχει σταθεροποιηθεί η πίστη σας σε μένα.  26 ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἐν τῷ ὀνόματί μου αἰτήσεσθε· καὶ οὐ λέγω ὑμῖν ὅτι ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν πατέρα περὶ ὑμῶν· 27 αὐτὸς γὰρ ὁ πατὴρ φιλεῖ ὑμᾶς, ὅτι ὑμεῖς ἐμὲ πεφιλήκατε, καὶ πεπιστεύκατε ὅτι ἐγὼ παρὰ τοῦ Θεοῦ ἐξῆλθον. 28 ἐξῆλθον παρὰ τοῦ πατρὸς καὶ ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον· πάλιν ἀφίημι τὸν κόσμον καὶ πορεύομαι πρὸς τὸν πατέρα.

Επειδή δηλαδή δεν ηταν τυχαία η παρηγοριά που λάμβαναν από τον λόγο περί της Αναστάσεώς Του και μαζί με αυτά και το ότι άκουγαν ότι «από τν Θεό εξήλθα και εκεί πηγαίνω», επιβεβαιώνει ότι ορθά πιστεύουν σ’ Αυτόν.

29 Λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· ἴδε νῦν παρρησίᾳ λαλεῖς, καὶ παροιμίαν οὐδεμίαν λέγεις. 30 νῦν οἴδαμεν ὅτι οἶδας πάντα καὶ οὐ χρείαν ἔχεις ἵνα τίς σε ἐρωτᾷ. ἐν τούτῳ πιστεύομεν ὅτι ἀπὸ Θεοῦ ἐξῆλθες.

Δηλαδή πριν ακόμη ακούσεις τις αγνωίες μας, τα ερωτήματά μας, εσύ σε όλα μας απάντησες και μας καθησύχασες με αυτά που μας είπες. Βλέπεις πότε κατανόησαν; Μετά από τόσα και τόσα λόγια επειδή ήταν πντυαμτικά ατελείς. Τίποτα όμως ακόμη δεν κατορθώσατε. Έχετε ακόμη πολύ δρόμο μπροστά σας μέχρι να φτάσετε στο τέλος και στο στο τέλειον. Με άλλα λόγια, τώρα που λέτε ότι πιστεύετε, στην πραγματικότητα ακόμη δεν πιστεύετε, ούτε δέχεστε τα λόγια μου τους μεταφέρει σε άλλο χρόνο:

 31 ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἄρτι πιστεύετε· 32 ἰδοὺ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐλήλυθεν, ἵνα σκορπισθῆτε ἕκαστος εἰς τὰ ἴδια καὶ ἐμὲ μόνον ἀφῆτε· καὶ οὐκ εἰμὶ μόνος, ὅτι ὁ πατὴρ μετ' ἐμοῦ ἐστι. 33 ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ἐν ἐμοὶ εἰρήνην ἔχητε.

Δηλαδή όλα αυτά σας τα είπα για να μη με βγάλετε από σκέψη σας, αλλά να με παραδεχτείτε. Να μη θεωρήσει κανείς υατά τα λεγόμενα σαν κάποιο δόγμα, διότι έχουν λεχθεί προς παρηγοριά σας και εις ένδειξη αγάπης.

ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον.

Κρατείστε λοιπόν ψηλά το φρόνημά σας, διότι τίποτα φοβερό δεν θα πάθετε, διότι από τη στιγμή που ο Διδάσκαλος καταβάλλει τους εχθρούς, δεν πρέπει οι μαθητές να λυπούνται.

Μα πες μου πως νίκησες τον κόσμο; -Σας είπα ήδη ότι κατενίκησα τον άρχοντα αυτού του κόσμου, θα το γνωρίσετε όμως και αργότερα, όταν όλοι θα υποχωρούν από μποροστά σας και θα υπακούν σε σας.

Μπορούμε λοιπόν κι εμεί να νικήσουμε, αν το θελήσουμε, έχοντας στραμμένα τα βλέμματά μας προς τον αρχηγό της πίστεώς μας βαδίζοντας αυτή την οδό που χάραξε αυτός. Έτσι ούτε ο θάνατος θα μπορέσει να μας νικήσει. Τι λοιπόν; Δεν θα πεθάνουμε; Μην μπερδεύεστε. Δεν είμαστε αθάνατοι εξαιτίας της συμπλοκής με τον θάνατο, αλλά εξαιτίας της νίκης μας προς αυτόν. Διότι θνητός δεν είναι αυτός που για λίγο χρόνο βρέθηκε υπό την κατοχή του θανάτου, διότι και εκείνους που κοιμούνται δεν τους ονομάζεις καθόλου ως πεθαμένους.

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΒΔΟΜΟ (ΙΖ΄)

 

1 Ταύτα ἐλάλησεν ὁ ᾿Ιησοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε·

Όταν δεις τον Χριστό σε άλλη περίπτωση να γονατίζει, άλλοτε να υψώνει τους οφθαλμούς Του στον ουρανό, εσύ μη θορυβηθείς. Με όλα αυτά διδασκόμαστε το ακατάπαυστο της προσευχής, ώστε όταν ιστάμεθα να βλέπουμε όχι μόνον με τους οφθαλμούς της σαρκός, αλλά και της διανοίας και για να γονατίζουμε  συντρίβοντες έτσι την καρδιά μας, διότι ήλθε ο Χριστός, όχι μόνον για να μας δείξει τον εαυτό Του, αλλά και για να μας διδάξει την ανεκδιήγητο αρετή. Αυτός δε που διδάσκει πρέπει να διδάσκει όχι μόνο με λόγια, αλλά και με έργα.

πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε,

Πάλι μας δείχνει ότι δεν έρχεται στον σταυρό χωρίς τη θέλησή Του. Διότι πως δεν θα έρχονταν με τη θέλησή του αυτός που εύχεται αυτό να συμβεί και δόξα ονομάζει το πράγμα, όχι μόνον αυτού που σταυρώνονταν, αλλά του Πατρός; Και πράγματι έτσι έγινε, καθ’όσον δεν δοξάστηκε μόνον ο Υιός, αλλά και ο Πατήρ. Διότι πριν από τον Σταυρό ούτε οι Ιουδαίοι τον γνώριζαν. Διότι λέγει: «Ο Ισραήλ δεν με γνώρισε». Μετά όμως τον Σταυρό, όλη η οικουμένη έτρεξε κοντά Του. Έπειτα λέγει και τον τρόπο της δόξης και πως θα τον δοξάσει:  2 καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός,

Τι σημαίνει όμως το «καθώς έδωκας αυτώ εξουσίαν πάσης σαρκός»; -Κατ’ αρχήν δείχνει ότι το κήρυγμα αυτού δεν περιορίζεται μόνον μεταξύ των Ιουδαίων, αλλά επεκτείνεται σε όλη την οικουμένη και προετοιμάζει την κλήση των εθνικών.

Όμως μας προβληματίζει το «πάσης σαρκός» καθότι δεν πίστευσαν όλοι. Κι όμως, όσον εξαρτώταν απ’ Αυτόν, όλοι πίστεψαν αν δε δεν πρόσεχαν στα λεγόμενά Του, η κατηγορία δεν ανήκει στον διδάσκαλο, αλλά σ’ εκείνους που δεν δέχτηκαν τα λόγια Του.

ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. Εάν δε και εδώ ομιλεί ανθρωπινότερα, μη θαυμάσεις. Διότι το κάνει αυτό για τους λόγους που έχουμε ήδη πει και διότι αποφεύγει πάντοτε ο ίδιος να λέγει κάτι το σπουδαίο για τον εαυτό Του.

 3 αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας ᾿Ιησοῦν Χριστόν.

Το «μόνον αληθινόν Θεόν» το λέγει προς διάκριση από του μη πραγματικούς θεούς, καθ’ όσον επρόκειτο να στείλει αυτούς στα έθνη.

Τι λοιπόν; Δεν είναι ο Υιός Θεός; Εάν δε ο Υιός είναι Θεός και ονομάζεται μόνος του Πατρός, είναι φανερόν ότι είναι και αληθινός και ονομάζεται μόνος αληθινός.

 4 ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, Καλώς είπε «επί της γης» διότι στον ουρανό είχε δοξασθεί προσκυνούμενος υπό των αγγέλων. Εκείνη την δόξα που είναι συνηνωμένη με την ουσία Του εξακολουθούσε να την έχει στην πληρότητά της, αλλά εδώ ομιλεί για την δόξα που προέρχεται από την λατρεία των ανθρώπων.

τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· μολονότι βέβαια ακόμη το εργο αυτό βρίσκονταν στην αρχή, μάλλον δε ούτε καν στην αρχή. Πως λοιπόν λέγει «ετελείωσα»; -Ο χρόνος βρίσκεται στα χέρια Του (παρελθόν-παρόν-μέλλον). Όλα πλέον έχουν τελειώσει…
5 καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί.

6 ᾿Εφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις Και βέβαια ήταν φανερό το όνομά Του, αλλά ήταν φανερό μόνο στους Ιουδαίους και σ’ αυτούς όχι σε όλους, ενώ τώρα ομιλέι περί των εθνικών. Τους φανέρωσε όμως ότι ο Πατέρας έχει και Υιό πράγμα που δεν γνώριζαν διότι είχαν ακούσει μόνο για τον Πατέρα.

οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. Κι όμως ο ίδιος λέει γιατον ευατό Του ότι είναι η οδός. Άρα γίνεται φανερό  ότι με αυτά τα λόγια  δείχνει δύο πράγματα, ότι δηλαδή δεν είναι αντίθετος με τον Πατέρα και ότι η θέληση του Πατρός είναι να πιστέψουν αυτοί στον Υιό.

σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. Εδώ θέλει να μας διδάξει ότι αγαπάται πάρα πολύ από τον Πατέρα. Πως όμως έλαβε αυτούς; Αν θέλει να εξετάσει αυτή τη φράση κάποιο με ανθρώπινα  κριτήρια, τότε αυτό θα το εκβάλει ότι πλέον αυτοί δεν ανήκουν στον Πατέρα. Αλλά αυτό θα ήταν άξιο για γέλια αν το ισχυριστούμε.

7 νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν·8 ὅτι τὰ ρήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, τίποτα δεν είναι ξένο, τίποτα το ιδιαίτερο από μέρους μου προς εσένα. Γνώρισαν λοιπόν ότι όλα όσα θα διδάξω, ότι είναι δικά σου και διδάγματα και δόγματα. Και από πού το έμαθαν; -από τα δικά μου λόγια. Διότι έτσι τους δίδαξα. Και όχι μόνο αυτό αλλά  καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. Διότι αυτό φρόντισε να δείξει με όλο το Ευαγγέλιό Του.

9 ᾿Εγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· Τι λέγεις; Διδάσκεις σαν ο Πατήρ να το αγνοεί;  Συνομιλείς σαν με άνθρωπο που δεν γνωρίζει; -Από εδώ ένα πράγμα βλέπεις: Ότι η προσευχή αυτή δεν γίνεται για τίποτε άλλο παρά για να μάθουν για την αγάπη Του προς αυτούς.

οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι, Εδώ αναιρεί την πονηρή σκέψη εκείνων που θα νομίσουν ότι είναι πρόσφατη η εξουσία Του και ότι τώρα παρέλαβε αυτούς. 10 καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά,. βλέπεις ισοτιμία; Ώστε το «δέδωκας» ελέχθη απλώς και μόνον από συγκατάβαση. Διότι, το ότι μεν τα του κατωτέρου είναι του ανωτέρου είναι βέβαι εξ’ ολοκλήρου φανερό, δεν συμβαίνει όμως και το αντίθετο. Εδώ όμως το αντιστρέφει, η δε αντιστροφή φανερώνει την ισότητα. Άρα λοιπόν αυτούς που έλαβε, δεν τους έλαβε ως ξένος, αλά τους δικούς Του έλαβε.

καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. Κανείς δεν δοξάζεται με εκείνα επί των οποίω δεν έχει εξουσία. Και πως εδοξάσθη; -Διότι όλοι ομοίως πεθαίνουν υπέρ αυτού, όπως και υπέρ του Πατρός, και κηρύσσουν αυτόν, όπως ακριβώς και τον Πατέρα και όπως ακριβώς λέγουν ότι τα πάντα γίνονται εν τω ονόματι του Πατρός, έτσι και εις το όνομα του Υιού.

11 καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, δηλαδή και αν ακόμη δεν φαίνομαι κατά σάρκα, δοξάζομαι με αυτούς.

καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου  δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. 12 ὅτε ἤμην μετ' αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου· οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας,.

Αν και βέβαια δεν χάθηκε μόνον ο Ιούδας, αλλά αργότερα και πολλοί άλλοι. Άρα εδώ θέλει να πει: διά να μη τους χάσω όσον εξαρτάται από μένα. Εάν όμως αποσκιρτήσουν μόνοι τους, εγώ δεν τους οδηγώ αναγκαστικά.

ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ ποια Γραφή εννοεί; Την Γραφή που προλέγει πολλά περί Αυτού.

13 νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, βλέπεις την συνομιλία που γίνεται με ανθρωπινότερο τρόπο. Ώστε αν κάποιος θέλει να μειώσει τον Υιό από αυτά, θα μειώσει και τον Πατέρα.

καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς. 14 ἐγὼ δέδωκα αὐτοῖς τὸν λόγον σου, καὶ ὁ κόσμος ἐμίσησεν αὐτούς, ὅτι οὐκ εἰσὶν ἐκ τοῦ κόσμου, καθὼς ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ἐκ τοῦ κόσμου.  

Εξαιτίας μου εσείς γίνεστε αντικείμενο μίσους και γι’ αυτό δικαιούστε και της πολύς πρόνοιάς μου.

15 οὐκ ἐρωτῶ ἵνα ἄρῃς αὐτοὺς ἐκ τοῦ κόσμου, ἀλλ' ἵνα τηρήσῃς αὐτοὺς ἐκ τοῦ πονηροῦ.

Πάλι διευκρινίζει τον λόγο , πάλι καθιστά αυτόν μεγαλοπρεπέστερο, πράγμα που τίποτε άλλο δεν αποδεικνύει, παρά ότι δείχνει μεγάλη φροντίδα γι’ αυτούς.

16 ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰσί, καθὼς ἐγὼ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰμί.

Πως λοιπόν αλλού λέγει «εκείνους που έδωσες από τον κόσμο, ήσαν δικοί σού»; - Εκεί μεν εννοεί την φύση αυτών, ενώ εδώ ομιλεί περί πονηρών πράξεων. Και πλέκει μικρό εγκώμιο γι’ αυτούς. Πρώτον ότι δεν είναι εκ του κόσμου, έπειτα ότι ο Πατήρ έδωκε αυτούς και ότι τήρησαν τον λόγο Του και ότι γι’ αυτό μισιούνται. Εάν όμως λέγει «όπως εγώ δεν είμαι από τον κόσμο», μη θορυβηθείς, καθόσον το «καθώς» περί του Υιού και του Πατρός δηλώνει ότι είναι μεγάλη η ισότητα αυτών εξ’ αιτίας της συγγνείας της φύσεώς τους, έτσι όταν λέγεται δι ημάς και δι αυτόν δηλώνει απόσταση, επειδή είναι  μεγάλη και απέραντη η απόσταση της μίας φύσεως από την άλλη, διότι εάν «αμαρτίαν δεν διέπραξε αυτός, ούτε δόλος ευρέθη εις το στόμα του» (Ησ 53,9), πως θα μποορύσαν οι Απόστολοι να εξισωθούν μ’ Αυτόν;

Τι σημαίνει λοιπόν αυτό που λέγει «από τον κόσμο δεν είναι»; -Έχουν την προσοχή τους στραμμένη αλλού, δεν έχουν σχέση με τίποτε από τα γήινα, αλλά έγιναν πολίτες των ουρανών. Και με όλα αυτά δείχνει την αγάπη Του.

 17 ἁγίασον αὐτοὺς ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου·

Δηλ. Κάμε τους αγίους δίδοντας σ’ αυτούς το Πνεύμα και τα ορθά δόγματα.  Διότι τα ορθά δόγματα που λέγονται περί του Θεού, αγιάζουν την ψυχή. Και για να μάθεις ότι ομιλεί περί των δογμάτων, πρόσθεσε: ὁ λόγος ὁ σὸς ἀλήθειά ἐστι. Δηλ.  Δεν υπάρχει κανένα ψέυδος σ’ αυτόν  και πρέπει οπωσδήποτε να πραγματοποιηθούν όλα τα λεχθέντα.

Έχω τη γνώμη (Χρυσόστομος) ότι δείχνει και κάτι άλλο το «αγίασον αυτούς». Είναι σαν να λέγει, ξεχώρισε αυτούς από τον κόσμο με τον λόγο και το κήρυγμα. Κι αυτό είναι φανερό από τα εις την συνέχεια λεγόμενα: 18 καθὼς ἐμὲ ἀπέστειλας εἰς τὸν κόσμον, κἀγὼ ἀπέστειλα αὐτοὺς εἰς τὸν κόσμον.

19 καὶ ὑπὲρ αὐτῶν ἐγὼ ἁγιάζω ἐμαυτόν, Τι σημαίνει αυτό που λέει «αγιάζω εμαυτόν»; -Τον προσφέρω σε σένα θυσία. Οι δε θυσίες όλες λέγονται άγιες και άγια κυρίως είναι τα αφιερωμένα στον Θεό.

ἵνα καὶ αὐτοὶ ὦσιν ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ. Καθόσον και αυτούς τους αφιερώνω και τους κάνω προσφορά.  

20 Οὐ περὶ τούτων δὲ ἐρωτῶ μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πιστευσόντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ,

Και με τα λόγια αυτά ενθάρρυνε πάλι τις ψυχές τους, δείχνοντας ότι θα γίνουν πολλοί οι μαθητές. Διότι επειδή εκείνο που είχαν ως κάτι το εξαιρετικό, το έκανε κοινό για όλους, πάλι τους παρηγορεί, δηλώνοντας ότι αυτοί θα γίνουν αίτιοι της σωτηρία των άλλων.

 21 ἵνα πάντες ἓν ὦσι, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν,  Και πάλι αυτό το «καθώς» δεν δηλώνει τελεία εξίσωση αυτού με αυτούς. Τι σημαίνει το «εν ημίν»; - Το να γίνουν ένα στην πίστη προ ημάς. Διότι τίποτα άλλο δεν σκανδαλίζει τόσο πολύ όλους αυτούς, όσο η διάσπαση, το λέει αυτό ώστε να γίνουν ένα. Και συνέβη τελικά αυτό; - Και πάρα πολύ μάλιστα συνέβη, διότι όλοι που πίστεψαν δια των Αποστόλων είναι ενωμένοι αν και μερικοί διασπάστηκαν απ’ αυτούς. Και βέβαι αυτό δεν διέφυγε της προσοχής Του, αλλά και αυτό το προείπε και έδειξε ότι συνέβη εξ’ αιτίας της αδιαφορίας των ανθρώπων.

ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ με ἀπέστειλας. Αν λοιπόν εκείνα που έμαθαν από αυτούς τα φυλάξουν, θα γνωρίσουν οι ακροατές τον διδάσκαλο από τους μαθητές, εάν όμως φιλονεικούν, δεν θα πουν ότι είναι μαθητές ειρηνικού Θεού εάν εγώ δεν είμαι ειρηνικός, δεν θα ομολογήσουν ότι έχω αποσταλλεί από σένα.

 22 καὶ ἐγὼ τὴν δόξαν ἣν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, την δόξα την δια των θαυμάτων, δια των δογμάτων και για να έχουν ομόνοια. Διότι αυτή η δόξα, το να είναι δηλαδή ενωμένοι, είναι πιο σπουδαία και από τα θαύματα.

ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν, Το ομοούσιον και αδιαίρετον Πατρός-Υιού και Αγίου Πνεύματος.

 23 ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἕν, καὶ ἵνα γινώσκῃ ὁ κόσμος ὅτι σύ με ἀπέστειλας καὶ ἠγάπησας αὐτοὺς καθὼς ἐμὲ ἠγάπησας.

Αφού λοιπόν είπε ότι θα είναι ασφαλισμένοι, ότι δεν θα φύγουν από την ορθή οδό, ότι θα γίνουν άγιοι, ότι πολλοί θα πιστέψουν δι αυτών, ότι θ’ απολαύσουν πολλή δόξα, ότι δεν τους αγάπησε μόνον αυτός, αλλά και ο Πατήρ, ομιλεί πλέον και για τα όσα θα τυ΄χουν μετά την αναχώρησή τους από εδώ, για τα βραβεία και τους στεφάνους που επιφυλάσσονται γι’ αυτούς. Διότι λέγει:  24 πάτερ, οὓς δέδωκάς μοι, θέλω ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ κἀκεῖνοι ὦσι μετ' ἐμοῦ, είναι εκείνο που ζητούσαν πάντοτε, λέγοντας «που πηγαίνεις»;  ἵνα θεωρῶσι τὴν δόξαν τὴν ἐμὴν ἣν δέδωκάς μοι, ὅτι ἠγάπησάς με πρὸ καταβολῆς κόσμου. Πάλι με αυτό δείχνει την συμφωνία του με τον Πατέρα, υψηλότερα μεν από τα προηγούμενα διότι λέγει «προ της δημιουργίας του κόσμου».  Αλλά έχει και αυτό κάποια συγκατάβαση, διότι λέγει: «Μου την έδωσες».

Και ας απαντήσουμε τώρα σε τινες αντιλέγοντες. Εκείνος που δίδει, δίδει σε κάποιον που υπάρχει, άρα λοιπόν πρώτα τον γέννησε και ύστερα έδωσε την δόξα, ενώ προηγουμένως τον άφησε να είναι άδοξος; Και πως  θα μπορούσε αυτό να είναι λογικό; Βλέπεις το «έδωσεν» σημαίνει «εγέννησεν»; Γιατί όμως δεν είπε «για να γίνουν μέτοχοι της δόξης», αλλά είπε «για να βλέπουν την δόξα»; -Εδώ υπαινίσσεται ότι αυτή είναι είναι η όλη ανάπαυση, το να βλέπει κανείς τον Υιό του Θεού. Αυτό βέβαια και μας κάνει να δοξαζόμαστε. Συγχρόνως δε και δείχνει ότι δεν είναι αυτό που βλέπει κανείς, αλλά κάποια φρικτή ουσία:  25 πάτερ δίκαιε, καὶ ὁ κόσμος σε οὐκ ἔγνω, Τι θέλει να πει με αυτό; Ποια σχέση έχει; Δείχνει εδώ ότι κανείς δεν γνωρίζει τον Θεό, παρά μόνον εκείνοι που γνώρισαν τον Υιό. ἐγὼ δέ σε ἔγνων, καὶ οὗτοι ἔγνωσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας·

26 καὶ ἐγνώρισα αὐτοῖς τὸ ὄνομά σου καὶ γνωρίσω, Και βέβαια λέγεις ότι του Πνεύματος είναι η τελεία γνώση, ναι, αλλά τα του Πνεύματος είναι δικά μου.

ἵνα ἡ ἀγάπη ἣν ἠγάπησάς με ἐν αὐτοῖς ᾖ, κἀγὼ ἐν αὐτοῖς.

Διότι αν μάθουν, ποιος είσαι, τότε θα γνωρίσουν ότι εγώ δεν έχω αποσχισθεί από σένα, αλλά είμαι από εκείνους που ηγαπήθησαν πολύ και ότι είμαι γνήσιος Υιός σου και ενωμένος μαζί σου. Και αφού αυτοί θα με αγαπούν όπως πρέπει (ως Υιό του Θεού), θα διαφυλάξουν και την πίστη προς εμένα και την αγάπη. Και αφού αυτοί θα με αγαπούν όπως μου πρέπει, θα μένω και εγώ μέσα σ’ αυτούς.

Βλέπεις πως ολοκλήρωσε με καλό τέλος, με την αγάπη, την μητέρα όλων των αγαθών, ολοκληρώνοντας έτσι τον λόγο Του;

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΟΓΔΟΟ (ΙΗ΄)

1 Ταύτα εἰπὼν ὁ ᾿Ιησοῦς

Και γιατί λέει «αυτά είπε» και δεν είπε «όταν τέλειωσε την προσευχή»; -Διότι δεν ήταν προσευχή, αλλά ομιλία που έγινε για τους μαθητές.

ἐξῆλθε σὺν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ πέραν τοῦ χειμάρρου τῶν Κέδρων, ὅπου ἦν κῆπος, εἰς ὃν εἰσῆλθεν αὐτὸς καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ.

Είναι φρικτό πράγμα ο θάνατος και γεμάτος από πολύ φόβο, αλλά όχι για κείνους που γνωρίζουν την ουράνιο φιλοσοφία. Γι’ αυτούς που αγνοούν ο θάνατος θεωρείται ως διάλυση και τέλος της ζωής, για μας όμως που μάθαμε με τη χάρη του Θεού τα άγνωστα και τα απόκρυφα της σοφίας Του θεωρούμε τον θάνατο μετάβαση από την εδώ ζωή στη άλλη. Κι έτσι χαιρόμαστε και είμαστε εύθυμοι, διότι αφήνουμε αυτό τον φθαρτό βίο και μεταβίνουμε σε άλλο πολύ πιο καλό και λαμπρότερο και που τέλος δεν έχει.

 2 ᾔδει δὲ καὶ ᾿Ιούδας ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν τὸν τόπον, ὅτι πολλάκις συνήχθη καὶ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐκεῖ μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ.3 ὁ οὖν ᾿Ιούδας λαβὼν τὴν σπεῖραν καὶ ἐκ τῶν ἀρχιερέων καὶ Φαρισαίων ὑπηρέτας ἔρχεται ἐκεῖ μετὰ φανῶν καὶ λαμπάδων καὶ ὅπλων.

Μέσα στα μεσάνυχτα οδοιπορεί και περνά ποταμό και βιάζεται να έλεθει στον τόπο που ήταν γνωστός στον προδότη. Παράλληλα ο Χριστός οδεύει οικειοθελώς προς αυτούς βγάζοντάς τους από περιττό κόπο, δείχνοντας έτσι στους μαθητές Του πως μόνος προχωρεί εκουσίως στο πάθος.

4 ᾿Ιησοῦς οὖν εἰδὼς πάντα τὰ ἐρχόμενα ἐπ' αὐτόν, ἐξελθὼν εἶπεν αὐτοῖς· τίνα ζητεῖτε;

Δηλαδή δεν περίμενε να τα μάθει αυτά από την παρουσία εκείνων, αλλά ατάραχος και ως γνώστης οδεύει προς αυτούς.

5 ἀπεκρίθησαν αὐτῷ· ᾿Ιησοῦν τὸν Ναζωραῖον. Είδες δύναμη ακαταμάχητη; Που ενώ βρίσκονταν ανάμεσά τους , τύφλωσε τους οφθαλμούς τους και δεν τον αναγνώρισαν. Και μη πει κανείς πως αιτία της τυφλώσεώς τους ήταν σκοτάδι, διότι κρατούσαν λαμπάδες. Αλλά και αν ακόμη δεν κρατούσαν λαμπάδες έπρεπε από την φωνή να τον αναγνωρίσουν. Και άντε αυτοί δεν τον αναγνώρισαν. Πως δεν τον αναγνώρισε ο Ιούδας; Διότι και αυτός έπεσε μαζί με εκείνους κατά γης. λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγώ εἰμι. εἱστήκει δὲ καὶ ᾿Ιούδας ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν μετ' αὐτῶν. 6 ὡς οὖν εἶπεν αὐτοῖς ὅτι ἐγώ εἰμι, ἀπῆλθον εἰς τὰ ὀπίσω καὶ ἔπεσον χαμαί. Και το έκανε αυτό ο Ιησούν για να τους δείξει ότι όχι μόνο δεν μπορούσαν να το συλλάβουν, αλλά ούτε τον δουν δεν μπορούσαν.

Πρόσεχε δε την μετριοφροσύνη του Ευαγγελιστού, ο οποίος δεν βρίζει τον προδότη, αλλά απλώς περιγράφει τα γεγονότα με σκοπό να δείξει ένα μόνο, ότι όλα έγιναν επειδή τα επέτρεψε ο Ιησούς.

7 πάλιν οὖν αὐτοὺς ἐπηρώτησε· τίνα ζητεῖτε; οἱ δὲ εἶπον· ᾿Ιησοῦν τὸν Ναζωραῖον. 8 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· εἶπον ὑμῖν ὅτι ἐγώ εἰμι. εἰ οὖν ἐμὲ ζητεῖτε, ἄφετε τούτους ὑπάγειν·

Δεικνύει μέχρι την τελευταία ώρα την φιλανθρωπία του προς αυτούς.

9 ἵνα πληρωθῇ ὁ λόγος ὃν εἶπεν, ὅτι οὓς δέδωκάς μοι, οὐκ ἀπώλεσα ἐξ αὐτῶν οὐδένα. «Απώλεια» εδώ δεν ονομάζει τον θάνατό τους, αλλά την αιώνιο ζωή.

 

 10 Σίμων οὖν Πέτρος ἔχων μάχαιραν εἵλκυσεν αὐτήν, καὶ ἔπαισε τὸν τοῦ ἀρχιερέως δοῦλον καὶ ἀπέκοψεν αὐτοῦ τὸ ὠτίον τὸ δεξιόν· ἦν δὲ ὄνομα τῷ δούλῳ Μάλχος.

Θα μπορούσε εδώ να θαυμάσει κανείς το πώς δεν συνέλλαβαν και τους μαθητές μαζί με τον Χριστό και μάλιστα τη στιγμή που ο Πέτρος τους παρώργισε με την πράξη του. ποιος λοιπόν τους συγκράτησε; Κανείς άλλος παρά η δύναμή εκείνη που έεριψε πριν αυτούς κατά γης.

Αξίζει όμως να ενσκύψουμε και να ασχοληθούμε με την συμπεριφορά του Πέτρου. Πως εκείνος που έλαβε εντολή να μην έχει σάκκο, ούτε δύο χιτώνες, έχει μαχαίρι; Έχω την γνώμη (λέει ο Χρυσόστομος) ΄λτι προετοιμάζονταν από παλιά γι’ αυτό επειδή φοβόταν ότι αυτό θα συμβεί.

Και πως εκείνος που έλαβε εντολή να μη ραπίζει, γίνεται ανθρωποκτόνος; -Ναι, έλαβε εντολή να μην αμύνεται, εδώ όμως δεν αμύνθηκε για τον ευατό του, αλλά για τον διδάσκαλό του. έπειτα, δεν ήταν ακόμη οι μαθητές πνευματικά ολοκληρωμένοι. Συ δε, δες τον Πέτρο μετέπειτα όταν θα τον δεις να τραυματίζεται και να υπομένει με πραότητα και να πάσχει αμέτρητα κακά και να μην παροργίζεται.

Δεν τώρα και την συμπεριφορά του Ιησού. Από την μία θεραπεύει τον δούλο και από την άλλη λέει στον Πέτρο: 11 εἶπεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς τῷ Πέτρῳ· βάλε τὴν μάχαιραν εἰς τὴν θήκην· Ο δε Ευαγγελιστής προσθέτει το όνομα του δούλου επειδή ήταν πάρα πολύ σπουδαίο το συμβάν. Όχι μόνο επειδή τον θεράπευσε, αλλά επειδή ήταν εκείνος που ήλθε εναντίον Του και λίγο αργότερα επρόκειτο να ραπίσει Αυτόν. Και δεν αναφέρει τυχαία το δεξία αυτί, αλλά κατά την γνωμη μου, επειδή θέλει να δείξει την ορμή του Αποστόλυο, ότι δηλαδή σχεδόν όρμησε εναντίον της κεφαλής αυτού. Αλλά ο Ιησούς δεν συγκράτησε τον Πέτρο μόνον διά απειλών, αλλά τον παρηγορεί ταυτόχρονα λέγοντας: τὸ ποτήριον ὃ δέδωκέ μοι ὁ πατήρ, οὐ μὴ πίω αὐτό; Δεικνύοντας και πάλι ότι το συμβάν δεν ήταν αποτέλεσμα της δυνάμεως εκείνων, αλλά επειδή ο ίδιος το επέτρεψε και για να δείξει ότι δεν είναι κάποιος αντίθεος, αλλά υπήκοος μέχρι θανάτου στον Πατέρα Του.

12 ῾Η οὖν σπεῖρα καὶ ὁ χιλίαρχος καὶ οἱ ὑπηρέται τῶν ᾿Ιουδαίων συνέλαβον τὸν ᾿Ιησοῦν καὶ ἔδησαν αὐτόν, 13 καὶ ἀπήγαγον αὐτὸν πρὸς ῎Ανναν πρῶτον· ἦν γὰρ πενθερὸς τοῦ Καϊάφα, ὃς ἦν ἀρχιερεὺς τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνου. 14 ἦν δὲ Καϊάφας ὁ συμβουλεύσας τοῖς ᾿Ιουδαίοις ὅτι συμφέρει ἕνα ἄνθρωπον ἀπολέσθαι ὑπὲρ τοῦ λαοῦ.

 

Διαπομπεύουν τα γεγονότα λόγο της ευχαριστήσεώς τους. Σαν να στήνουν ένα τρόπαιο.

15 ᾿Ηκολούθει δὲ τῷ ᾿Ιησοῦ Σίμων Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος μαθητής.

Ποιος είναι ο άλλος μαθητής; -Αυτός που έγραψε όλα αυτά. Και γιατί δεν ονομάζει τον εαυτό του; Διότι όταν μεν έπεσε στο στήθος του Ιησού, πολύ εύλογα κρύπτει τον εαυτό του, τώρα κάνει πάλι το ίδιο για τους ίδιους εύλογους λόγους. Και αναφέρει ότι ήταν κι αυτός εκεί για να μάθεις ότι όλα αυτά τα αναφέρει με μεγαλύτερη ακρίβεια από τους άλλους Ευαγγελιστές επειδή βρίσκονταν μέσα στα γεγονότα.  Και πρόσεχε πως μειώνει το εγκώμιο για τον εαυτό του διότι αιτιολογεί γιατί εκείνος και όχι οι άλλοι βρίσκοντν στην αυλή του Σίμωνος:  ὁ δὲ μαθητὴς ἐκεῖνος ἦν γνωστὸς τῷ ἀρχιερεῖ, καὶ συνεισῆλθε τῷ ᾿Ιησοῦ εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀρχιερέως·

Το αξιοθαύμαστο όμως ήταν αυτό που συνέβη με τον Πέτρο, ότι δηλαδή αν και ήταν κυριευμένος από τόσο φόβο, ήλθε και μέχρι την αυλή , ενώ οι άλλοι αναχώρησαν. Το μεν λοιπόν να έλθει εκεί ήταν δείγμα του πόθου του, το να μη εισέλεθει όμως εντός της αυλής, δείγμα αγωνίας και φόβου. Και γι’ αυτό τα ανέφερε αυτά ο Ευαγελιστής, για να δικαιολογήσει το γεγονός της τριπλής αρνήσεώς του. 16 ὁ δὲ Πέτρος εἱστήκει πρὸς τῇ θύρᾳ ἔξω. ἐξῆλθεν οὖν ὁ μαθητὴς ὁ ἄλλος, ὃς ἦν γνωστὸς τῷ ἀρχιερεῖ, καὶ εἶπε τῇ θυρωρῷ, καὶ εἰσήγαγε τὸν Πέτρον.

 17 λέγει οὖν ἡ παιδίσκη ἡ θυρωρὸς τῷ Πέτρῳ· μὴ καὶ σὺ ἐκ τῶν μαθητῶν εἶ τοῦ ἀνθρώπου τούτου; λέγει ἐκεῖνος· οὐκ εἰμί.

Τι λέγεις Πέτρε; Δεν είπες προηγουμένως ότι αν χρειαστεί «και την ζωή μου να θυσιάσω, θα την θυσιάσω»; Τι λοιπόν συνέβη, ώστε να μην μπορείς ούτε και την ερώτηση της θυρωρού να υποφέρεις; Μήπως δηλαδή ήταν στρατιώτης εκείνος που σε ρώτησε; Και μάλιστα η ερώτηση της θυρωρού ήταν γεμάτη ευσπλαχνία διότι δεν είπε «είσαι μαθητής του πλάνου ή του καταστροφέως», αλλά «αυτου του ανθρώπου». Αλλά τίποτα απ’ αυτά δεν υπέφερε ο Πέτρος. Το δε «μήπως και συ» ελέχθη επειδή ο Ιωάννης ήταν εντός της αυλής. Με τόση δηλαδή φιλικότητα συνομιλούσε η γυναίκα μαζί του. Αλλά ο Πέτρος τίποτα απ’ αυτά δεν αντιλήφθηκε, ούτε έφερε στησκέψη του τα προφητικά λόγια του Χριστού, παρά μόνον μετά την τρίτη άρνήσή του όταν λάλησε ο πετεινός και όταν είδε το πικρό βλέμμα του Ιησού. Αυτά δε τα λέγουμε όχι για να κατηγορήσουμε τον Πέτρο, αλλά για να δείξουμε την αλήθεια των λόγων που ελέχθησαν από τον Χριστό:

18 εἱστήκεισαν δὲ οἱ δοῦλοι καὶ οἱ ὑπηρέται ἀνθρακιὰν πεποιηκότες, ὅτι ψῦχος ἦν, καὶ ἐθερμαίνοντο· ἦν δὲ μετ' αὐτῶν ὁ Πέτρος ἑστὼς καὶ θερμαινόμενος.

19 ῾Ο οὖν ἀρχιερεὺς ἠρώτησε τὸν ᾿Ιησοῦν περὶ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ καὶ περὶ τῆς διδαχῆς αὐτοῦ.

Ω μέγεθος πονηρίας! Μολονότι συνεχώς άκουγε την διδασκαλία του Χριστού, τώρα θέλει να μάθει…Επειδή δηλαδή δεν είχαν να του αποδώσουν καμία κατηγορία, τον ρωτούσαν για τους μαθητές του, που είναι και για ποιο σκοπό τους μάζευε. Και όλα αυτά για να τον κατηγορήσουν σαν στασιαστή ή σαν αρχηγό κάποιας κακής συμμορίας. Τι απαντά λοιπόν ο Χριστός;

20 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγὼ παρρησίᾳ ἐλάλησα τῷ κόσμῳ· ἐγὼ πάντοτε ἐδίδαξα ἐν συναγωγῇ καὶ ἐν τῷ ἱερῷ, ὅπου πάντοτε οἱ ᾿Ιουδαῖοι συνέρχονται, καὶ ἐν κρυπτῷ ἐλάλησα οὐδέν.

Τι λοιπόν; Τίποτα δεν είπε στα κρυφά; Είπε μεν, αλλά όχι όπως νόμιζαν αυτοί.

21 τί με ἐπερωτᾷς; ἐπερώτησον τοὺς ἀκηκοότας τί ἐλάλησα αὐτοῖς· ἴδε οὗτοι οἴδασιν ἃ εἶπον ἐγώ.

Τα λόγια αυτά δεν δείχνουν αυθάδεια, αλλά πεποίθηση στην αλήθεια των όσων είπε. Εκείνο λοιπόν που έλεγε στην αρχή «Εάν εγώ δίδω μαρτυρία για τον εαυτό μου, η μαρτυρία μου δεν είναι αληθής», αυτό και τώρα υπαινίσσεται. Εμένα λοιπόν ρωτάς για τους δικούς μου; Ρώτησε τους εχθρούς, τους επίβουλους, εκείνους που με έδεσαν, αυτοί ας το πουν. Διότι αυτή είναι η αναμφισβήτητη απόδειξη της αλήθειας, όταν κανείς επικαλείται ως μάρτυρες για κείνα που λέει, τους εχθρούς του.

22 ταῦτα δὲ αὐτοῦ εἰπόντος εἷς τῶν ὑπηρετῶν παρεστηκὼς ἔδωκε ράπισμα τῷ ᾿Ιησοῦ εἰπών· οὕτως ἀποκρίνῃ τῷ ἀρχιερεῖ;

Τι θα μπορούσε να υπάρξει θρασύτερο απ’ αυτό; Φρίξε ουρανέ, μετακινήσου γη από την θέση σου, εξαιτίας της μακροθυμίας του Κυρίου και της αχαριστίας των δούλων. Κι ενώ θα μπορούσε όλα εκείνη την στιγμή να τα γκρεμίσει και να τα εξαφανίσει, τίποτα απ’ αυτά δεν κάνει, αντιθέτω λέει λόγια που είχαν την δύναμη κάθε θηριωδία να σταματήσουν: 23 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· εἰ κακῶς ἐλάλησα, μαρτύρησον περὶ τοῦ κακοῦ· εἰ δὲ καλῶς, τί με δέρεις;

 

Κι επειδή αυτό στήσανε εκεί δεν ήταν δικαστήριο, αλλά συνωμοσία και τυραννία. Κι επειδή δεν βρήκαν τίποτα για να τον κατηγορήσουν:

 24 ἀπέστειλεν αὐτὸν ὁ ῎Αννας δεδεμένον πρὸς Καϊάφαν τὸν ἀρχιερέα. 25 ῏Ην δὲ Σίμων Πέτρος ἑστὼς καὶ θερμαινόμενος.

Αλοίμονο! Από πόση νωθρότητα κατέχονταν ο θερμός και σταθερός, την στιγμή που οδηγούνταν ο Ιησούς προς τον Καϊάφα; Και μετά από τα όσα συνέβησαν, ούτε κινείτι πλέον, αλλά ακόμη θερμαίνεται. Για να μάθεις πόσο μεγάλη είναι η αδυναμία της φύσεως, όταν ο Θεός την εγκαταλείψει. Και ερωτηθείς πάλι αρνείται:

εἶπον οὖν αὐτῷ· μὴ καὶ σὺ ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἶ; 26 ἠρνήσατο οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· οὐκ εἰμί. λέγει εἷς ἐκ τῶν δούλων τοῦ ἀρχιερέως, συγγενὴς ὢν οὗ ἀπέκοψε Πέτρος τὸ ὠτίον· οὐκ ἐγώ σε εἶδον ἐν τῷ κήπῳ μετ' αὐτοῦ;

Και ούτε και ο κήπος τον έκανε να θυμηθεί τα όσα συνέβησαν, ούτε η πολλή φιλοστοργία που έδειξε εκεί, αλλά όλα αυτά από την αγωνία του τα ξέχασε.

Γιατί τέλος πάντων οι Ευαγγελιστές έγραψαν τα περί του Πέτρου συμφωνούντες όλοι; -Όχι για να κατηγορήσουν τον μαθητή, αλλά θέλοντας να μας διδάξουν να μην έχουμε εμπιστοσύνη στον ευατό μας, αλλά να εμπιστευόμαστε τα πάντα στον Θεό.

27 πάλιν οὖν ἠρνήσατο ὁ Πέτρος, καὶ εὐθέως ἀλέκτωρ ἐφώνησεν.

28 ῎Αγουσιν οὖν τὸν ᾿Ιησοῦν ἀπὸ τοῦ Καϊάφα εἰς τὸ πραιτώριον· ἦν δὲ πρωΐ·

Πριν ακόμη λαλήσει ο πετεινός οδηγείται προς τον Καϊάφα. Το πρωί δε προς τον Πιλάτο. Με αυτά δείχνει ο Ευαγγελιστής, ότι το ήμισυ της νυκτόςηρωτάτο από τον Καϊάφα και δεν βράθηκε ένοχος. Και γι’ αυτό τον παρέπεμψε στον Πιλάτο. Αλλά εκείνα αφήνοντας να τα διηγηθούν οι άλλοι Ευαγγελιστές, αυτός λέγει τα όσα συνέβσαν στη συνέχεια.

Και πρόσεχε τους Ιουδαίους που είναι άξιοι για γέλια. Αφού συνέλαβαν τον αθώο, φέροντε μαζί όπλα, δεν εισέρχονται στο πραιτώριο «δια να μη μολυνθούν».

καὶ αὐτοὶ οὐκ εἰσῆλθον εἰς τὸ πραιτώριον, ἵνα μὴ μιανθῶσιν, ἀλλ' ἵνα φάγωσι τὸ πάσχα.

Και για ποιο λόγο δεν τον φόνευσα, αλλά τον οδήγησαν στον Πιλάτο; Επειδή το μεγαλύτερο μέρος της αρχής και της εξουσία τους είχε αφαιρεθεί πλέον, αφού τα πάντα βρίσκονταν υπό την κυριαρχία των Ρωμαίων.


29 ἐξῆλθεν οὖν ὁ Πιλᾶτος πρὸς αὐτοὺς καὶ εἶπε· τίνα κατηγορίαν φέρετε κατὰ τοῦ ἀνθρώπου τούτου;

Βλέπεις αυτόν που είναι απαλλαγμένος από την φιλαρχία και τον φθόνο; Διότι όταν είδε δεμένο τον Χριστό να οδηγείται προς αυτόν από τόσο πλήθος, δεν νόμισε αυτό ως αναμφισβήτητη απόδειξη της ενοχής του. αλλά ρωτά λέγοντας ότι είναι παράλογο αυτοί μεν να κρίνουν αυτόν αυθαίρετα, την δε τιμωρία χωρίς κρίση να την αναθέτουν σε κείνον. Τι λέγουν λοιπόν εκείνοι;

 30 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· εἰ μὴ ἦν οὗτος κακοποιός, οὐκ ἄν σοι παρεδώκαμεν αὐτόν.

Ω μέγεθος ανοησίας! Γιατί λοιπόν δεν λέτε το κακό που έκανε, αλλά επισκιάζετε αυτό;

31 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· λάβετε αὐτὸν ὑμεῖς καὶ κατὰ τὸν νόμον ὑμῶν κρίνατε αὐτόν. εἶπον οὖν αὐτῷ οἱ ᾿Ιουδαῖοι· ἡμῖν οὐκ ἔξεστιν ἀποκτεῖναι οὐδένα· 32 ἵνα ὁ λόγος τοῦ ᾿Ιησοῦ πληρωθῇ ὃν εἶπε σημαίνων ποίῳ θανάτῳ ἤμελλεν ἀποθνήσκειν.

Τι εννοεί εδώ ο Ευαγγελιστής; Μάλλον ότι δεν επρόκειτο μόνον υπέρ αυτών να θανατωθεί, αλλά και υπέρ των εθνικών ή ότι δεν επιτρέπονταν οι Ιουδαίοι να θανατώσουν διά σταυρού. Εάν δε λέγουν «Δεν επιτρέπετε σε μας να φονεύσουμε κανέναν», εννούν κατά την εποχή εκείνη. Διότι φόνευαν και φόνευαν με άλλο τρόπο το δείχνει ο λιθοβολισμός του Στέφανου. Αλλά αυτοί επιθυμούσαν να τον σταυρώσουν, ώστε και τον τρόπο του θανάτου Του να διαπομπεύσουν. Ο Πιλάτος όμως δεν προχωρεί σε μακρά κρίση αλλά ρωτά τον Ιησού:

 33 Εἰσῆλθεν οὖν εἰς τὸ πραιτώριον πάλιν ὁ Πιλᾶτος καὶ ἐφώνησε τὸν ᾿Ιησοῦν καὶ εἶπεν αὐτῷ· σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων; 34 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἀφ' ἑαυτοῦ σὺ τοῦτο λέγεις ἢ ἄλλοι σοι εἶπον περὶ ἐμοῦ;

 

 

Για ποιο λόγο το ρώτησε αυτό ο Χριστός; -Θέλοντας να φανερώσει την πονηρή πρόθεση των Ιουδαίων.

35 ἀπεκρίθη ὁ Πιλᾶτος· μήτι ἐγὼ ᾿Ιουδαῖός εἰμι; τὸ ἔθνος τὸ σὸν καὶ οἱ ἀρχιερεῖς παρέδωκάν σε ἐμοί· τί ἐποίησας; 36 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου· εἰ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ἦν ἡ βασιλεία ἡ ἐμή, οἱ ὑπηρέται ἂν οἱ ἐμοὶ ἠγωνίζοντο, ἵνα μὴ παραδοθῶ τοῖς ᾿Ιουδαίοις· νῦν δὲ ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐντεῦθεν.

Ανεβάζει σε πνευματικά ύψη ο Ιησούς τον Πιλάτο διότι αυτός δεν ήταν πολύ πονηρός, και θέλει να του δείξει ότι δεν είναι άνθρωπος απλός, αλλά Θεός και Υιός του Θεού. Και η απάντηση αυτή του Χριστού διαλύει ακόμη μία υποψία του Πιλάτου που ήταν ο στασιασμός.

Όχι βέβαια πως η δεν εξουσιάζει κι εδώ στη γη ο Χριστός. και η εξουσία του αυτή δεν είναι ανθρώπινη, αλλά πολύ ανώτερη και λαμπρότερη από τα γήινα. Εάν όμως είναι ανώτερη πως συνελλήφθη απ’ τους Ιουδαίους; -Το είπαμε και άλλες φορές: Με την δική Του θέληση.

 37 εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· οὐκοῦν βασιλεὺς εἶ σύ; ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· σὺ λέγεις ὅτι βασιλεύς εἰμι ἐγώ. ἐγὼ εἰς τοῦτο γεγέννημαι καὶ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον, ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ. πᾶς ὁ ὢν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει μου τῆς φωνῆς.

Είναι αξιοθαύμαστο πράγμα η μακροθυμία και καθιστά την ψυχή σαν να βρίσκεται μέσα σε γαλήνιο λιμένα, απαλάττουσα αυτήν από τα κύματα και τα πονηρά πνεύματα. Και αυτήν μεν μας την δίδαξε ο Χριστός σε κάθε περίπτωση, προ πάντων δε τώρα που κρίνεται και οδηγείται από τον έναν δικαστή στον άλλο και διαπομπεύεται.

Αλλά γιατί ο Πιλάτος τον εξετάζει κατ’ ιδίαν και όχι πραρουσία και άλλων; -Είχε μια μεγάλη υπόνοια περί αυτών και ήθελε χωρίς τον θόρυβο των Ιουδαίων να τα μάθει όλα με ακρίβεια. Προ πάντων επιθυμούσε να μάθει περί της δικής του βασιλείας και περί αυτής δίδει απάντηση λέγοντας: «Η βασιλεία μου δεν είναι από αυτόν τον κόσμο».

Και μετα λόγια τα περία αληθείας προσελκύει τον Πιλάτο να γίνει και αυτός ακροατής των λόγων Του.

38 λέγει αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· τί ἐστιν ἀλήθεια; Το ενδιαφέρον όμως του Πιλάτου σταματά απότομα ρωτώντας «τι είναι αλήθεια»;  Διότι αντιλήφθηκε ότι αυτό το ερώτημα χρειάζονταν χρόνο πράγμα που δεν είχε αφού αυτό που τον ενδιέφερε εκείνη την στιγμή ήταν να αποσπάσει τον Ισού από την ορμή των Ιουδαίων. Και τι είπε;

καὶ τοῦτο εἰπὼν πάλιν ἐξῆλθε πρὸς τοὺς ᾿Ιουδαίους καὶ λέγει αὐτοῖς· ἐγὼ οὐδεμίαν αἰτίαν εὑρίσκω ἐν αὐτῷ·

Και πρόσεχε με πόση σύνεση το κάνει, διότι δεν είπε επειδή μαρτύρησε και είναι άξιος θανάτου χαρίστε του τη ζωή, αλλά αφού πρώτα τον απάλλαξε από την κατηγορία, τότε με δύναμη διατυπώνει την αξίωση, και αν ακόμη δεν ήθελαν να τον αφήσουν ως αθώο, τουλάχιστον να του χαρίσουν την ζωή, αν και είναι ένοχος, λόγω της εορτής δια τούτο και πρόσθεσε:

 39 ἔστι δὲ συνήθεια ὑμῖν ἵνα ἕνα ὑμῖν ἀπολύσω ἐν τῷ πάσχα· βούλεσθε οὖν ὑμῖν ἀπολύσω τὸν βασιλέα τῶν ᾿Ιουδαίων;
40 ἐκραύγασαν οὖν πάλιν πάντες λέγοντες· μὴ τοῦτον, ἀλλὰ τὸν Βαραββᾶν. ἦν δὲ ὁ Βαραββᾶς λῃστής.

Πω, πω μιαρά απόφαση! Τους μεν ομοίους με αυτούς τους ζητούν και απολύουν ως ενόχους, ενώ τον ανεύθυνο τον προτρέπουν να τον τιμωρήσει, διότι αυτό το έθιμο είχαν από την αρχή. Συ όμως με όλα αυτά πρόσεχε την φιλανθρωπία του Κυρίου προς αυτούς.

 

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΝΑΤΟ (ΙΘ΄)

1 Τότε οὖν ἔλαβεν ὁ Πιλᾶτος τὸν ᾿Ιησοῦν καὶ ἐμαστίγωσε.

Θέλοντας ίσως να χαλαρώσει και να καταπραύνει τον Ιουδαϊκό ζήλο, επειδή δηλαδή με τα προηγούμενα δεν κατόρθωσε να τον ελευθερώσει απ’ αυτούς και θέλοντας να σταματήσει το κακό μέχρις εδώ και τον μαστίγωσε και επέτρεψε να συμβούν τα όσα συνέβησαν. Δηλαδή και να φορέσει χλαμύδα και τον στέφανον, ώστε να καταπραύνει της οργή τους. Γι’ αυτό τον λόγο και οδήγησε Αυτόν προς αυτούς φορούντα τον ακάνθινον στέφανον, ώστε βλέποντες την προσβολή που συνέβη σ’ Αυτόν να συνέλθουν από το πάθος τους και να αποβάλουν το δηλητήριο.

Και πως τα έκαναν αυτά οι στρατιώτες εάν βέβαια δεν ήταν εντολή του άρχοντα; -Γίνονταν αυτά προς χάρη των Ιουδαίων. Διότι ούτε στην αρχή εισήλθαν στον κήπο κατά την διάρκεια της νυχτός λαμβάνοντας εντολή από εκείνον, αλλά τα έκαναν όλα αυτά για να ευχαριστήσουν τους Ιουδαίους και εξ’ αιτίας των χρημάτων. Αλλά όμως αν και συνέβησαν τόσα πολλά και τόσα σπουδαία, Αυτός παρέμενε σιωπών, πράγμα που έκανε και κατά την εξέταση και δεν έδωσε καμμία απάντηση.

Συ όμως  όχι μόνο να ακούς αυτά, αλλά και φύλασσέ τα διαρκώς στην σκέψη σου και βλέποντας τον Βασιλέα της Οικουμένης και όλων των αγγέλων να χλευάζεται υπό των στρατωτών με τους λόγους τους, τις ενέργειές τους και να τα υπομένει όλα σιωπηλός, να μιμήσαι Αυτόν με τα έργα σου.

2 καὶ οἱ στρατιῶται πλέξαντες στέφανον ἐξ ἀκανθῶν ἐπέθηκαν αὐτοῦ τῇ κεφαλῇ, καὶ ἱμάτιον πορφυροῦν περιέβαλον αὐτὸν 3 καὶ ἔλεγον· χαῖρε ὁ βασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων· καὶ ἐδίδουν αὐτῷ ραπίσματα.

Όταν λοιπόν είπε ο Πιλάτος «τον βασιλεα των Ιουδαίων», τον ενδύουν εν συνεχεία με ενδυμασία χλευασμού. Έπειτα οδηγώντας Αυτόν έξω λέγει:

 4 ἐξῆλθεν οὖν πάλιν ἔξω ὁ Πιλᾶτος καὶ λέγει αὐτοῖς· ἴδε ἄγω ὑμῖν αὐτὸν ἔξω, ἵνα γνῶτε ὅτι ἐν αὐτῷ οὐδεμίαν αἰτίαν εὑρίσκω. 5 ἐξῆλθεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς ἔξω φορῶν τὸν ἀκάνθινον στέφανον καὶ τὸ πορφυροῦν ἱμάτιον, 6 καὶ λέγει αὐτοῖς· ἴδε ὁ ἄνθρωπος. ὅτε οὖν εἶδον αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ὑπηρέται, ἐκραύγασαν λέγοντες· σταύρωσον σταύρωσον αὐτόν.

Ούτε έτσι όμως δεν έσβησε την μανία τους… τότε λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· λάβετε αὐτὸν ὑμεῖς καὶ σταυρώσατε·

Άρα είναι φανερό ότι και τα προηγούμενα τα επέτρεψε εξ’ αιτίας της μανίας εκείνων. Διότι  ἐγὼ γὰρ οὐχ εὑρίσκω ἐν αὐτῷ αἰτίαν.

Πρόσεχε με πόσους τρόπους ο δικαστής απολογείται, απαλάσσοντας Αυτόν συνεχώς από τις κατηγορίες, αλλά τους σκύλους τίποτα απ’ αυτά δεν τους απέτρεψε καθ’ όσον το «λάβετε και σταυρώσατε» είναι λόγια που δείχνουν αφοσίωση και που ωθούν σε πράξη που δεν επιτρέπονταν σ’ αυτούς. Γι’ αυτό αυτοί οδήγησαν τον Χριστό στον Πιλάτο, ώστε με απόφαση του άρχοντος να συμβεί η σταύρωση. Συνέβη όμως το αντίθετο, μάλλον δηλαδή Εκείνος να απαλάσσεται δια της αποφάσεως εκείνου. Έπειτα επειδή καταντροπιάστηκαν λέγουν:

 7 ἀπεκρίθησαν αὐτῷ οἱ ᾿Ιουδαῖοι· ἡμεῖς νόμον ἔχομεν, καὶ κατὰ τὸν νόμον ἡμῶν ὀφείλει ἀποθανεῖν, ὅτι ἑαυτὸν Θεοῦ υἱὸν ἐποίησεν.

Πως λοιπόν, όταν είπε ο δικαστής «Λάβετε αυτόν και κρίνατέ τον σύμφωνα με τον νόμο σας» λέγατε: «δεν επιτρέπεται σε μας να φονεύουμε κανέναν», ενώ τώρα καταφεύγετε στον νόμο; Και πρόσεχε την κατηγορία: «Έκαμε τον ευατό του Υιόν του Θεού». Τι κάνει λοιπόν ο Χριστός; Κι ενώ έλεγαν αυτοί μεταξύ τους αυτά, αυτός εσιώπα, εκπληρώνοντας τον προφητικό εκείνον λόγο «Δεν ανοίγει το στόμα με όλη την ταπείνωσή του διεξήχθη η κρίσις αυτού».

 8 ῞Οτε οὖν ἤκουσεν ὁ Πιλᾶτος τοῦτον τὸν λόγον, μᾶλλον ἐφοβήθη,

Και φοβήθηκε μήπως αυτό ήταν αληθινό κι έτσι παρανομήσει. Ενώ αυτοί αν και το γνώρισαν αυτό με έργα και με λόγια , δεν φρίττουν, αλλά τον θανατώνουν για πράγματα για τα οποία έπρεπε να τον προσκυνούν. Διά τούτο δεν ρωτά ο Πιλάτο πλέον Αυτόν «τι έκανες»; , αλλά ταρασσόμενος πάλι υπό του άνωθεν φόβου κάνει την εξέταση λέγοντας: «Μήπως εσύ είσαι ο Χριστός»;

 9 καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ πραιτώριον πάλιν καὶ λέγει τῷ ᾿Ιησοῦ· πόθεν εἶ σύ; ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς ἀπόκρισιν οὐκ ἔδωκεν αὐτῷ.

Και γιατί δεν αποκρίθηκε τίποτα ο Χριστός; -Διότι ο Πιλάτος έπρεπε να εξετάσει με κάθε λεπτομέρεια τις κατηγορίες που δώθηκαν εναντίον του Χριστού, αλλά τίποτα απ’ αυτά δεν κάνει και γι’ αυτό και δεν λαμβένει από τον Χριστό καμμία απόκριση επειδή γνώριζε ότι όλα τα ρωτούσε δίχως σκοπό.  Και εξ’ αλλου αφού τα έργα επιβεβαιώνουν τα υπέρ Αυτού, δεν ήθελε με λόγια να αντικρούσει αυτά και να συνθέσει απολογία, για να δείξει ότι έρχεται προς το πάθος με τη δική Του θέληση.

10 λέγει οὖν αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· ἐμοὶ οὐ λαλεῖς; οὐκ οἶδας ὅτι ἐξουσίαν ἔχω σταυρῶσαί σε καὶ ἐξουσίαν ἔχω ἀπολῦσαί σε;

Βλέπεις πως προκαταδικάζει τον εαυτό του; εάν δηλαδή τα πάντα εξαρτώνται από σένα για ποιο λόγο δεν τον απολύεις αφού δεν βρίσκεις καμμία βάσιμη κατηγορία; Αφού λοιπόν διατύπωσε την απόφαση εναντίον του εαυτού του τότε λέγει:

 11 ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· οὐκ εἶχες ἐξουσίαν οὐδεμίαν κατ' ἐμοῦ, εἰ μὴ ἦν σοι δεδομένον ἄνωθεν· διὰ τοῦτο ὁ παραδιδούς μέ σοι μείζονα ἁμαρτίαν ἔχει.

Δεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο ότι και ο Πιλάτος ήταν υπεύθυνος γι’ αυτή την αμαρτία. Έπειτα καταστέλλοντας το φρόνιμα αυτού και την αλαζονεία λέγει: οὐκ εἶχες ἐξουσίαν οὐδεμίαν κατ' ἐμοῦ, εἰ μὴ ἦν σοι δεδομένον ἄνωθεν·. Για να του δείξει ότι αυτό δεν συμβαίνει τυχαία αλλά κατά μυστικό τρόπο. Το «Δεδομένον» εδώ σημαίνει ότι έχει επιτραπεί. Επειδή έχει επιτραπεί αυτό να συμβεί, εσείς (Ιούδα-Πιλάτος –Ιουδαίοι) δεν είστε απαλλαγμένοι της πονηρίας.

Κι επειδή αυτά τα λόγια κατέπληξαν τον Πιλάτο: 12 ἐκ τούτου ἐζήτει ὁ Πιλᾶτος ἀπολῦσαι αὐτόν· οἱ δὲ ᾿Ιουδαῖοι ἔκραζον λέγοντες· ἐὰν τοῦτον ἀπολύσῃς, οὐκ εἶ φίλος τοῦ Καίσαρος. πᾶς ὁ βασιλέα ἑαυτὸν ποιῶν ἀντιλέγει τῷ Καίσαρι.

Και που στηρίζετε Ιουδάιοι αυτήν την καηγορία; Πότε είδατε τν Χριστό να στασιάζει εναντίον του Καίσαρος;  Αλλά ω μέγεθος ανανδρείας και ανεπικαίρου δειλίας! Ο δε Πιλάτος νομίζοντας ότι κινδυνεύει πλέον εάν παραβλέψει αυτά τα λόγια, εξέρχεται μεν με σκοπό να εξετάσει το πράγμα, χωρίς όμως να κάνει καμμία εξέταση, παραδίδει Αυτόν, νομίζοντας έτσι ότι θα τους καταπραύνει λέγοντας «να ο βασιλεύς σας». Επειδή δε έιπαν εκείνοι «Σταύρωσέ τον», πάλι πρόσθεσε: «Τον βασιλέα σας να σταυρώσω»; Εκείνοι δε εκραύγαζαν: «Δεν έχουμε βασιλέα παρά μόνον τον Καίσαρα».

 13 ὁ οὖν Πιλᾶτος ἀκούσας τοῦτον τὸν λόγον ἤγαγεν ἔξω τὸν ᾿Ιησοῦν, καὶ ἐκάθισεν ἐπὶ τοῦ βήματος εἰς τόπον λεγόμενον Λιθόστρωτον, ἑβραϊστὶ δὲ Γαββαθᾶ· 14 ἦν δὲ παρασκευὴ τοῦ πάσχα, ὥρα δὲ ὡσεὶ ἕκτη· καὶ λέγει τοῖς ᾿Ιουδαίοις· ἴδε ὁ βασιλεὺς ὑμῶν. 15 οἱ δὲ ἐκραύγασαν· ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν. λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· τὸν βασιλέα ὑμῶν σταυρώσω; ἀπεκρίθησαν οἱ ἀρχιερεῖς· οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ μὴ Καίσαρα.

Με την θέλησή τους έρριψαν τους εαυτούς τους στην κόλαση, διά τούτο και ο Θεός παρέδωσε αυτούς από την πρόνοια και την προστασία Του. κιεπειδή ομόφωνα αρνήθηκαν την βασιλεία Του, τους άφησε να περιπέσουν σε ατελείωτα δεινά.

16 τότε οὖν παρέδωκεν αὐτὸν αὐτοῖς ἵνα σταυρωθῇ.

17 Παρέλαβον δὲ τὸν ᾿Ιησοῦν καὶ ἤγαγον· καὶ βαστάζων τὸν σταυρὸν αὐτοῦ ἐξῆλθεν εἰς τὸν λεγόμενον κρανίου τόπον, ὃς λέγεται ἑβραϊστὶ Γολγοθᾶ, 18 ὅπου αὐτὸν ἐσταύρωσαν,

Οι ευημερίες έχουν την δύναμη εκείνους που δεν προσέχουν να τους καταβάλλουν και να τους παρασύρουν. Έτσι και οι Ιουδαίοι, ενώ στην αρχή απολάμβαναν την βασιλεία του Χριστού, ήθελαν τον νόμο της βασιλείας των εθνικών. Και στην έρημο μετά το μάννα έφεραν στη μνήμη τους τα κρεμμύδια κατά τον ίδιο τρόπο λοιπόν και εδώ, αρνούμενοι την βασιλεία του Χριστού, επικαλούνταν για τον εαυτό τους την βασιλεία του Καίσαρος.  Όταν λοιπόν ο Πιλάτος τα άκουσε αυτά, παρέδωσε αυτόν για να σταυρωθεί και αυτό πάρα πολύ απερίσκεπτα, διότι ενώ έπρεπε να ρωτήσει εάν ο Χριστός πράγματι επιχείρησε να εγκαταστήσει τυραννική εξουσία, έβγαλε την απόφαση μόνον από τον φόβο. Αν και βέβαια, για να μη πάθει αυτό ο Πιλάτος τον παραλαμβάνει ο Χριστός και του λέει: «Η δική μου βασιλεία δεν είναι από αυτόν τον κόσμο».

Και γιατί τον σταύρωσαν; Διότι το ξύλο οι Ιουδαίοι το θεωρούσαν ως κακό σημείο και δεν ανέχονταν ούτε να το αγγίξουν. Έτσι συνέβη και κτά την προτύπωση του σταυρικού θανάτου, καθ’ όσον και ο Ισαάκ βάσταξε τα ξύλα. Αλλά τότε μεν το πράγμα έφθασε μέχρι την απόφαση του πατρός του (διότι ήταν προτύπωση), τώρα όμως και στην πράξη, διότι ήταν πραγματικότητα.

Και ήλθε εις τον κρανίου τόπο. Μερικοί λέγουν ότι στον τόπο εκείνο πέθανε και είναι θαμένος ο Αδάμ και ο Ιησούς στον τόπο όπου βασίλευε ο θάνατος, εκεί έστησε και το τρόπαιο.

καὶ μετ' αὐτοῦ ἄλλους δύο ἐντεῦθεν καὶ ἐντεῦθεν, μέσον δὲ τὸν ᾿Ιησοῦν.

Κι έτσι χωρίς να το θέλουν εκπλήρωσαν οι Ιουδαίοι τις Γραφές, διότι εκείνα που αυτοί έπρατταν υβρίζοντας, αυτά απέβαιναν υπέρ της αληθείας. Καθ’ όσον αυτό είπε και ο προφήτης φωτιζόμεος εξ’ ουρανού ότι «ελογίσθη μετά ανόμων». Ήθελε βέβαια ο δαίμονας να επισκιάσει με αυτό τον τρόπο το γεγονός. Διότι σταυρώθηκαν μεν τρεις, έλαμψε όμως μόνον ο Ιησούς για να μάθεις ότι η δύναμή του έπραξε το παν.

19 ἔγραψε δὲ καὶ τίτλον ὁ Πιλᾶτος καὶ ἔθηκεν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ·

Αφ’ ενός προς άμυνα κατά των Ιουδαίων, αφ’ ετέρου δε απολογούμενος υπέρ του Χριστού. Δηλαδή για να μην τον κατηγορήσει κανείς τον Ιησού ως επαναστάτη του δικού του βασιλέως κι έτσι φράζοντας τα στόματα των Ιουδάιων έγραψε επιγραφή αφήνουσα περίλαμπρο φωνή και δηλούσα την νίκη και διακηρύσσουσα την βασιλεία αν και όχι ολόκληρη. Κι αυτό το δήλωσε όχι με μία γλώσσα, αλλά με τρεις.

Σελις……………………………..668

 ἦν δὲ γεγραμμένον· ᾿Ιησοῦς ὁ Ναζωραῖος ὁ βασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων. 20 τοῦτον οὖν τὸν τίτλον πολλοὶ ἀνέγνωσαν τῶν ᾿Ιουδαίων, ὅτι ἐγγὺς ἦν τῆς πόλεως ὁ τόπος ὅπου ἐσταυρώθη ὁ ᾿Ιησοῦς· καὶ ἦν γεγραμμένον ῾Εβραϊστί, ῾Ελληνιστί, Ρωμαϊστί. 21 ἔλεγον οὖν τῷ Πιλάτῳ οἱ ἀρχιερεῖς τῶν ᾿Ιουδαίων· μὴ γράφε, ὁ βασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων, ἀλλ' ὅτι ἐκεῖνος εἶπε, βασιλεύς εἰμι τῶν ᾿Ιουδαίων. 22 ἀπεκρίθη ὁ Πιλᾶτος· ὃ γέγραφα, γέγραφα.
23 Οἱ οὖν στρατιῶται ὅτε ἐσταύρωσαν τὸν ᾿Ιησοῦν, ἔλαβον τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ ἐποίησαν τέσσαρα μέρη, ἑκάστῳ στρατιώτῃ μέρος, καὶ τὸν χιτῶνα· ἦν δὲ ὁ χιτὼν ἄρραφος, ἐκ τῶν ἄνωθεν ὑφαντὸς δι' ὅλου. 24 εἶπον οὖν πρὸς ἀλλήλους· μὴ σχίσωμεν αὐτόν, ἀλλὰ λάχωμεν περὶ αὐτοῦ τίνος ἔσται

Οι στρατιώτες μοιράστηκαν μεταξύ τους τα ενδύματά Του, όχι όμως και τον χιτώνα. Πρόσεχε πως παντού εκπληρώνονται οι προφητείες με όλες εκείνες τις πονηρές τους ενέργειες, καθ’ όσον και προελέχθη ευθύς εξ’ αρχής. Μολονότι βέβαια ήταν τρεις οι σταυρωμένοι, αλλά τα των προφητειών εξεπληρώνοντο σ’ Αυτόν διότι δεν έκαναν το μοίρασμα των ενδυμάτων και στους άλλους ληστές, αλλά μόνο στον Ιησού. Τον δε χιτώνα Του δεν τον μοίρασαν αλλά τον έβαλαν κλήρο. · ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ ἡ λέγουσα· διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς, καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλῆρον.

Το δε «εκ των άνωθεν ύφαντος» δείχνει το ευτελές του ενδύματος του Ιησού. Επειδή στην Παλαιστίνη ένωναν δύο τεμάχια υφάσματος και για να δείξει ο Ιωάννης ότι και στην περιβολή ο Χριστός επέλεγε να είναι λιτός και απέριττος.

25 Οἱ μὲν οὖν στρατιῶται ταῦτα ἐποίησαν. εἱστήκεισαν δὲ παρὰ τῷ σταυρῷ τοῦ ᾿Ιησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ καὶ Μαρία ἡ Μαγδαληνή. 26 ᾿Ιησοῦς οὖν ἰδὼν τὴν μητέρα καὶ τὸν μαθητὴν παρεστῶτα ὃν ἠγάπα, λέγει τῇ μητρὶ αὐτοῦ· γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου. 27 εἶτα λέγει τῷ μαθητῇ· ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου. καὶ ἀπ' ἐκείνης τῆς ὥρας ἔλαβεν ὁ μαθητὴς αὐτὴν εἰς τὰ ἴδια.

Και με αυτή την πράξη μας διδάσκει ότι πρέπει μέχτι την τελευταία μας πνοή να καταβάλλουμε κάθε φροντίδα για τους γονείς μας. Πάλι κρύπτει τον ευατό του ο Ιωάννης από μετριοφροσύνη διότι αν ήθελε να καυχηθεί θα ανέφερε και την αιτία για την οποία τον αγαπούσε καθ’ όσον και αυτή θα πρέπει να ήταν μεγάλη και θαυμαστή. Εσύ δε πρόσεχε ότι ενώ ήταν σταυρωμένος παρέμενε ατάραχος  συνομιλώντας με τον μαθητή για την μητέρα Του, εκπληρώνοντας προφητείες και δίδοντας ελπίδες στον ληστή, αν και βέβαια προν σταυρωθεί ιδρώνει, αγωνιά και δείχνει να φοβάται. Και αυτό δεν φέρει καμμία αντίφαση. Διότι στην πρώτη περίπτωση δεικνέται η αδυναμία της ανθρώπινης φύσεως, στην δε δεύτερη η υπεροχή της δυνάμεώς Του.

«Να ο υιός σου»: πω ,πω μέγεθος τιμής!

 

Πρόσεχε επίσης πως πλησίον του σταυρού στέκονταν το ασθενέστερο φύλο το οποίο φάνηκε τότε ανδρειότερο. Τόσο πολύ πλέον άλαζαν τα πάντα.

28 Μετὰ τοῦτο εἰδὼς ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι πάντα ἤδη τετέλεσται,

Δηλαδή ότι δεν λείπει τίποτα από το σχέδιο της Θείας οικονομίας

 ἵνα τελειωθῇ ἡ γραφή, λέγει· διψῶ. Και πάλι εδώ εκπλήρώνει προφητεία. Αλλά ούτε την ίστατη ώρα δεν ημέρεψαν τα αγρίμια, αλλά έγιναν περισσότερο θηρία απ’ ότι ήταν 29 σκεῦος οὖν ἔκειτο ὄξους μεστόν· οἱ δὲ πλήσαντες σπόγγον ὄξους καὶ ὑσσώπῳ περιθέντες προσήνεγκαν αὐτοῦ τῷ στόματι.

 30 ὅτε οὖν ἔλαβε τὸ ὄξος ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπε, τετέλεσται, καὶ κλίνας τὴν κεφαλὴν παρέδωκε τὸ πνεῦμα.

Βλέπεις πως όλα τα κάνει ατάραχος; Αν και βέβαια η τελευταία εκπνοή δεν συμβαίνει μετά την κλίση της κεφαλής, εδώ όμως συνέβη το αντίθετο. Διότι δεν έκλινε την κεφαλή διότι εξέπνευσε, πράγμα που σε μας συμβαίνει, αλλά εξέπνευσε, όταν έκλινε την κεφαλή. Και με όλα ο Ευαγγελιστής έδειξε ότι αυτός ήταν Κύριος του Πατρός.

31 Οἱ οὖν ᾿Ιουδαῖοι, ἵνα μὴ μείνῃ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τὰ σώματα ἐν τῷ σαββάτῳ, Οι Ιουδαίοι πάλι που καταπίνουν την κάμηλο και διυλίζουν τον κώνωπα, αν και διέπραξαν τόσο μεγάλο τόλμημα, εξετάζουν με λεπτομέρεια την  ημέρα

ἐπεὶ παρασκευὴ ἦν· ἦν γὰρ μεγάλη ἡ ἡμέρα ἐκείνη τοῦ σαββάτου· ἠρώτησαν τὸν Πιλᾶτον ἵνα κατεαγῶσιν αὐτῶν τὰ σκέλη, καὶ ἀρθῶσιν.

Βλέπει πως είναι ισχυρή η αλήθεια; Με εκείνα που εκείνοι διαπράττουν, με αυτά εκπληρώνεται άλλη προφητεία:

32 ἦλθον οὖν οἱ στρατιῶται, καὶ τοῦ μὲν πρώτου κατέαξαν τὰ σκέλη καὶ τοῦ ἄλλου τοῦ συσταυρωθέντος αὐτῷ· 33 ἐπὶ δὲ τὸν ᾿Ιησοῦν ἐλθόντες ὡς εἶδον αὐτὸν ἤδη τεθνηκότα, οὐ κατέαξαν αὐτοῦ τὰ σκέλη, 34 ἀλλ' εἷς τῶν στρατιωτῶν λόγχῃ αὐτοῦ τὴν πλευρὰν ἔνυξε, καὶ εὐθέως ἐξῆλθεν αἷμα καὶ ὕδωρ.

Πω, πω μιαρή και βδελυρή διάθεση! Διότι και νεκρό πλέον το Σώμα το εξύβριζαν. Αλλά εσύ μη θορυβηθείς, ούτε να στενοχωρηθείς αγαπητέ. Διότι εκείνα τα οποά εκείνοι έπραττα από κακή πρόθεση, αυτά αποέβαιναν προς όφελος της αληθείας. Καθ’ όσον και γι’ αυτήν την ενέργεια υπήρχε προφητεία που έλεγε: «Θα στρέψουν τα βλέμματά τους προς εκείνον τον οποίον εκέντησαν» (Ζαχ. 12,10)

Μαζί δε με όλα αυτά ετελείτο και μυστήριον απόρρητον. Διότι εξήλθε ύδωρ και αίμα. Αυτές δε οι πηγές δεν δημιουργήθηκαν απλώς και ως έτυχε, αλλά επειδή από αυτά τα δύο συνεστήθη η Εκκλησία. Και το γνωρίζουν εκείνοι που μετέχουν των μυστηρίων, αναγεννημένοι δι’ ύδατος και τρεφόμενοι δι’ Αίματος και Σαρκός. Από εδώ λαμβάνουν αρχή τα μυστήρια, ώστε όταν προσέρχεσαι στο φρικτό ποτήριο, να προσέρχεσαι έτσι ωσάν να πίνεις από αυτήν την πλευρά.

35 καὶ ὁ ἑωρακὼς μεμαρτύρηκε, καὶ ἀληθινὴ αὐτοῦ ἐστιν ἡ μαρτυρία,

Δηλαδή δεν το άκουσα από άλλους, αλλά ο ίδιος το είδα, ευρισκόμενος εκεί κἀκεῖνος οἶδεν ὅτι ἀληθῆ λέγει, ἵνα καὶ ὑμεῖς πιστεύσητε.

Πολύ εύλογα διότι περιγράφει μια διαπρεχθείσα ύβρη, δεν περιγράφει κάτι το θαυμαστό, ώστε να σου δημιουργήσει υποψία η περιγραφή, αλλά ο ίδιος φράσσοντας τα στόματα των αιρετικών και προλέγοντας τα μελλοντικά μυστήρια και διαβλέποντας τον θησαυρό που υπάρχει σ’ αυτά, περιγράφει με ακρίβεια το συμβάν.

36 ἐγένετο γὰρ ταῦτα, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ, ὀστοῦν οὐ συντριβήσεται αὐτοῦ.  (Ψαλμ. 33,21) 

Διότι αν και ελέχθη αυτό περί του αμνού των Ιουδαίων, αλλά για την αλήθεια ο τύπος προελέχθη και βρήκε εφαρμογή περισσότερο σ’ αυτό το γεγονός. Γι’ αυτό και τον προφήτη ανέφερε. Αναφέρει λοιπόν τον Μωυσή λέγοντας ότι ούτε αυτό συνέβη τυχαία, αλλά προελέχθη ευθύς εξ’ αρχής.  37 καὶ πάλιν ἑτέρα γραφὴ λέγει· ὄψονται εἰς ὃν ἐξεκέντησαν. (Εξ. 12,46 Αριθμ. 9,12)

Βλέπεις πόση φροντίδα καταβάλλει ώστε να γίνει πιστευτό εκείνο που θεωρείται επονείδιστο και που προξενεί ντροπή; Κανείς λοιπόν να μην απιστεί διότι εκείνα που θεωρούνται κατ’ εξοχήν ατιμωτικά, αυτά αποτελούν καύχημα των δικών μας αγαθών.

38 Μετὰ δὲ ταῦτα ἠρώτησε τὸν Πιλᾶτον ᾿Ιωσὴφ ὁ ἀπὸ ᾿Αριμαθαίας, ὢν μαθητὴς τοῦ ᾿Ιησοῦ,

Δεν ήταν μαθητής από τους δώδεκα, αλλά μάλλον ένας εκ των εβδομήκοντα.

κεκρυμμένος δὲ διὰ τὸν φόβον τῶν ᾿Ιουδαίων, ἵνα ἄρῃ τὸ σῶμα τοῦ ᾿Ιησοῦ· καὶ ἐπέτρεψεν ὁ Πιλᾶτος.

Και γιατί να μην έδινε την άδεια ο Πιλάτος; Τον βοηθά και ο Νικόδημος κιέτσι κάνει πολυτελή ταφή διότι τον θεωρούσαν ακόμη ως απλό άνθρωπο. Και προς τον σκοπό αυτό φέρνουν αρώματα και μάλιστα που εκ φύσεως έχουν την ιδιότητα να διατηρούν επί πολύ χρόνο το σώμα και να μην το επιτρέπουν αμέσως να υποκύψει στην φθορά. Πράγμα που έδεινε ότι δεν φαντάζονταν περί αυτού τίποτα το ανώτερο. Πλην όμως έδειχναν πολύ φιλοστοργία:

ἦλθεν οὖν καὶ ἦρε τὸ σῶμα τοῦ ᾿Ιησοῦ. 39 ἦλθε δὲ καὶ Νικόδημος ὁ ἐλθὼν πρὸς τὸν ᾿Ιησοῦν νυκτὸς τὸ πρῶτον, φέρων μῖγμα σμύρνης καὶ ἀλόης ὡς λίτρας ἑκατόν. 40 ἔλαβον οὖν τὸ σῶμα τοῦ ᾿Ιησοῦ καὶ ἔδησαν αὐτὸ ἐν ὀθονίοις μετὰ τῶν ἀρωμάτων, καθὼς ἔθος ἐστὶ τοῖς ᾿Ιουδαίοις ἐνταφιάζειν. 41 ἦν δὲ ἐν τῷ τόπῳ ὅπου ἐσταυρώθη κῆπος, καὶ ἐν τῷ κήπῳ μνημεῖον καινόν, ἐν ᾧ οὐδέπω οὐδεὶς ἐτέθη· 42 ἐκεῖ οὖν διὰ τὴν παρασκευὴν τῶν ᾿Ιουδαίων, ὅτι ἐγγὺς ἦν τὸ μνημεῖον, ἔθηκαν τὸν ᾿Ιησοῦν.

Πως όμως δεν προσήλθε κανένας από τους δώδεκα; Ούτε ο Ιωάννης, ούτε ο Πέτρος, ούτε κάποιος άλλος από τους επίσημους μαθητές. Και ούτε μάλιστα αυτό το αποκρύπτει ο Ευαγγελιστής.

-Δια τον φόβο των Ιουδαίων δεν προσήλθαν.

Ρυθμίζεται δε από την Θεία Οικονομία ώστε να τοποθετηθεί ο Ιησούς σε καινούριο μνημείο που κανείς άλλος δεν είχε ενταφιαστεί εκεί, ώστε να μην νομισθεί αργότερα ότι αναστήθηκε κάποιος άλλος νεκρός και ώστε να μπορέσουν οι μαθητές με ευκολία να μευαβούν και δουν με τα μάτια τους τα συμβάντα.και μάρυρες της αναστάσεως δεν ήταν πλέον μόνον αυτοί, αλλά και οι εχθροί, διότι το σφραγίσουν τον τάφο και να κάθονται εκεί και φυλάσσουν φύλακες, ήταν πράγματα που επιβεβαιώνουν την ταφή καθόσον ο Χριστός φρόντισε να ομολογηθεί ο θάντός Του όχι λιγότερο από την ανάστασή Του. Δια τούτο και οι μαθητές δείχνουν μεγάλη φροντίδα γι’ αυτό, ώστε να αποφείξουν ότι πέθανε. Διότι την μεν ανάσταση επρόκειτο να την επιβεβαιώσει όλος ο χρόνος στην συνέχεια, ενώ ο θάνατός Του, εάν επισκιάζονταν τότε και δεν γίνονταν πάρα πολύ φανερός, επρόκειτο να βλάψει τον περί της Αναστάσεως.

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ (Κ΄)

1 Τη δὲ μιᾷ τῶν σαββάτων Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται πρωῒ σκοτίας ἔτι οὔσης εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ βλέπει τὸν λίθον ἠρμένον ἐκ τοῦ μνημείου.

Δηλαδή αναστήθηκε μεν, αλλά ο λίθος και σφραγίδες βρίσκονταν πάνω στο μνημείο. Επειδή όμως και έπρεπε  και οι άλλοι να πληροφορηθούν την ανάστασή Του, ανοίγεται το μνημείο μετά την ανάσταση και έτσι επιβεβαιώνεται το γεγονός. Αυτό βέβαια παρακίνησε και την Μαρία. Επειδή δηλαδή έτρεφε μεγάλη φιλοστοργία για τον διδάσκαλο και είχε περάσει το Σάββατο, δεν μπορούσε να ησυχάσει, αλλά ήλθε στο μνημείο πάρα πολύ πρωί, θέλονταν να βρει κάποια παρηγοριά από τον τόπο.

2 τρέχει οὖν καὶ ἔρχεται πρὸς Σίμωνα Πέτρον καὶ πρὸς τὸν ἄλλον μαθητὴν ὃν ἐφίλει ὁ ᾿Ιησοῦς, καὶ λέγει αὐτοῖς· ἦραν τὸν Κύριον ἐκ τοῦ μνημείου, καὶ οὐκ οἴδαμεν ποῦ ἔθηκαν αὐτόν.

Βλέπεις πως ακόμη δεν είχε σαφή γνώση περί της αναστάσεώς Του; Αλλά νόμιζε ότι μετέφρερα κάπου αλλού το Σώμα και με ειλικρίνεια όλα τα αναφέρει στους μαθητές. Ο δε Ευαγγελιστής δεν αποκρύπτει ούτε παραλλήπει να πει πως οι μαθητές έμαθαν από την γυναίκα τα περί της Αναστάσεως του Ιησού. Έτσι παντού διαλάμπει η φιλαλήθεια του χαρακτήρος του.

 3 ἐξῆλθεν οὖν ὁ Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς καὶ ἤρχοντο εἰς τὸ μνημεῖον.
4 ἔτρεχον δὲ οἱ δύο ὁμοῦ· καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς προέδραμε τάχιον τοῦ Πέτρου καὶ ἦλθε πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον,
5 καὶ παρακύψας βλέπει κείμενα τὰ ὀθόνια, οὐ μέντοι εἰσῆλθεν.

Τα σεντόνια που είχαν τυλίξει το Σώμα ήταν ακόμη εκεί. Πράγμα που ήταν δείγμα της αναστάσεως του Χριστού. Διότι αν κάποιοι ήθελαν να μεταφέρουν το Σώμα δεν θα το γύμνωναν πρώτα, αλλά έπερναν το Σώμα όπως ήταν. Γι’ αυτό το λόγο προλαμβάνει ο Ιωάννης και λέγει ότι ετάφη με πολλή σμύρνα, που συγκολά όχι λιγότερο από τον μόλυβδο τα σενδόνια με το σώμα, ώστε όταν ακούσεις ότι τα σενδόνια βρίσκονταν εκεί δίχως το σώμα, να μην ανεχθείς τα λεγόμενα ότι εκπλάπη, διότι δεν θα ήταν τόσο ανόητος ο κλέπτης να δείχνει τόση φροντίδα για ένα περιττό πράγμα. Ήταν πολύ φυσικό ότι για να αποκολλήσει τα σενδόνια από το Σώμα θα έπρεπε να δαπανήσει χρόνο κι έτσι να επιβραδύνει.

Γιατί όμως τα σενδόνια ήταν χωριστά από το σουδάριο; -Για να μάθεις ότι αυτό δεν ήταν ενέργεια ανθρώπων που βιάζονταν και ήταν κυριευμένοι από ταραχή.  Από αυτό άλλοστε το γεγονός οι μαθητές πίστεψαν στην Ανάσταση. Πρόσεχε δε και εδώ το ακόμπαστον του Ευαγγελιστού, πως δηλαδή αποδίδει στον Πέτρο την ακρίβεια της ερεύνης. Διότι αν και ο Ιωάννης έφτασε πριν τον πέτρο στον τόπο της ταφής και εόδε τα σενδόνια να βρίσκονταν εκεί, δεν ασχολείται επιπλέον με αυτά, αλλά σταματά ως εκεί. Εκείνος όμως ο θερμός (Πέτρος) εισήλθε στο εσωτερικό του μνημείου και τα έξέτασε όλα αυτά με λεπτομέρεια και είδε και κάτι περισσότερο και τότε παρηγορήθηκε με εκείνα που είδε:

6 ἔρχεται οὖν Σίμων Πέτρος ἀκολουθῶν αὐτῷ, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ μνημεῖον καὶ θεωρεῖ τὰ ὀθόνια κείμενα, 7 καὶ τὸ σουδάριον, ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, οὐ μετὰ τῶν ὀθονίων κείμενον, ἀλλὰ χωρὶς ἐντετυλιγμένον εἰς ἕνα τόπον. 8 τότε οὖν εἰσῆλθε καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ὁ ἐλθὼν πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ εἶδε καὶ ἐπίστευσεν· 9 οὐδέπω γὰρ ᾔδεισαν τὴν γραφὴν ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι.

10 ᾿Απῆλθον οὖν πάλιν πρὸς ἑαυτοὺς οἱ μαθηταί. 11 Μαρία δὲ εἱστήκει πρὸς τῷ μνημείῳ κλαίουσα ἔξω.

Το γυναικείο φύλο διακρίνεται κατά κάποιο τρόπο για την λεπτότητα των αισθημάτων του και έχει μεγαλύτερη τάση προς τον οίκτο. Αυτό το είπα για να μην απορήσει γιατί η Μαρία θρηνούσε πικρώς, ενώ ο Πέτρος  δεν έπαθε κάτι παρόμοιο. Και δες τώρα αυτήν που σκύβει και θέλει να δει τον τόπο εις τον οποίο βρίσκονταν το Σώμα τι μισθό λαμβάνει:

 12 ὡς οὖν ἔκλαιε, παρέκυψεν εἰς τὸ μνημεῖον καὶ θεωρεῖ δύο ἀγγέλους ἐν λευκοῖς καθεζομένους, ἕνα πρὸς τῇ κεφαλῇ καὶ ἕνα πρὸς τοῖς ποσίν, ὅπου ἔκειτο τὸ σῶμα τοῦ ᾿Ιησοῦ.

Επειδή δηλαδή δεν ήταν υψηλή η διάνοια της γυναίκας, ώστε από τα σουδάρια να συμπεράνει την ανάσταση γίνεται κάτι επί πλέον, βλέπει αγγέλους με φαιδρό πρόσωπο ώστε κατ’ αρχήν να ανακουφιστεί από την λύπη της και με αυτό να παρηγορηθεί.Αλλά τίποτα δεν της λέγουν πε΄ρι της αναστάσεως, αλλά σιγά-σιγά οδηγείται στη σκέψη αυτή.

 13 καὶ λέγουσιν αὐτῇ ἐκεῖνοι· γύναι, τί κλαίεις;

Με όλα αυτά δε ωσάν δια κάποιας ανοιγμένης θύρας, οδηγείται στον λόγο περί αναστάσεως.

λέγει αὐτοῖς· ὅτι ἦραν τὸν Κύριόν μου, καὶ οὐκ οἶδα ποῦ ἔθηκαν αὐτόν.

Τι λες Μαρία; Ακόμη ομιλείς περί αλλαγής τοποθέτησης του σώματος; Βλέπεις πως ακόμη δεν έλαβε την υψηλή είδηση;


14 καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω,

Και πως συνέβη αυτό που ακολούθησε, ενώ συνομιλούσε με τους αγγέλους και ακόμη δεν άκουσε τίποτα από αυτούς να στρέψει το βλέμμα της προς τα πίσω; -Εγώ νομίζω (Χρυσόστομος), ενώ έλεγε αυτή αυτά, ξαφνικά εμφανιζόμενος ο Χριστός όπισθέν της κατέπληξε τους αγγέλους και εκείνοι μόλις είδαν τον Κύριο και με την μορφή τους και βλέμμα τους και με τις κινήσεις τους έκαναν την γυναίκα να κοιτάξει προς τα πίσω. Στους δε αγγέλους έκανε μεν λαμπρή εμφάνιση, όχι όμως την ίδια και στη γυναίκα αλλά με ταπεινή ενδυμασία ώστε αυτή νόμιζε ότι ήταν ο κηπουρός. Την τόσο δηλαδή ταπεινή στις σκέψεις δεν έπρεπε να την οδηγήσει αμέσως σε υψηλές σκέψεις, αλλά σιγά-σιγά. 

 καὶ θεωρεῖ τὸν ᾿Ιησοῦν ἑστῶτα, καὶ οὐκ ᾔδει ὅτι ᾿Ιησοῦς ἐστι. 15 λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· γύναι, τί κλαίεις; τίνα ζητεῖς; ἐκείνη δοκοῦσα ὅτι ὁ κηπουρός ἐστι, λέγει αὐτῷ· κύριε, εἰ σὺ ἐβάστασας αὐτόν, εἰπέ μοι ποῦ ἔθηκας αὐτόν, κἀγὼ αὐτὸν ἀρῶ.

Πάλι ομιλεί σαν να επρόκειτο για κάποιον νεκρό του οποίου άλλαξαν την θέση ταφής.

16 λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· Μαρία. στραφεῖσα ἐκείνη λέγει αὐτῷ· ραββουνί, ὃ λέγεται, διδάσκαλε.

Έτσι η αναγνώριση δεν έγινε από την μορφή Του, αλλά από την φωνή Του.

17 λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· μή μου ἅπτου· οὔπω γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν πατέρα μου·

Και της το λέει αυτό για να υψώσει την σκέψη της ώστε να προσέχει με μεγαλύτερη ευλάβεια. Το να πει δηλαδή «μη με πλησιάζεις όπως ακριβώς και προηγουμένως, διότι τα πράγματα δεν είναι όπως πρώτα, ούτε πρόκειται να σας συναναστρέφομαι πλέον καθ’ όμοιον τρόπο» θα δημιουργούσε κάποια δυσαρέσκεια, ενώ το να πει «δεν ανέβηκα ακόμη στον Πατέρα μου» αν και δεν ήταν δυσάρεστο δήλωνε όμως το ίδιο. Ακριβώς αυτό θέλοντας να πει λέει και τα παρακάτω:

πορεύου δὲ πρὸς τοὺς ἀδελφούς μου καὶ εἰπὲ αὐτοῖς· ἀναβαίνω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν.

Και βέβαια δεν επρόκειτο αμέσως να το κάνει αυτό, αλλά μετά σαράντα ημέρες, πως λοιπόν το λέγει αυτό; -Επειδή ήθελε να την εξυψώσει πνευματικά και να την πείσει ότι μεταβαίνει στους ουρανούς. Το δε «Παρέρα μου και Πατέρα σας και Θεό μου και Θεόν σας» είναι λόγια που λέγονται κατ’ οικονομίαν. Υπό διαφορετική λοιπόν έννοια είναι Πατήρ Αυτού και υπό διαφορετική έννοια δικός μας.

Το δε «ειπέ εις τους αδελφούς μου» δεν φανερώνει ισότητα διότι Αυτός μεν επρόκειτο να καθίσει επί του πατρικού θρόνου, ενώ αυτοί θα στέκονταν πλησίον. Ώστε μολονότι κατά την σαρκική ουσία έγινε αδελφός μας, αλλά ως προς την τιμή  πολύ διέφερε και δεν είναι δυνατόν να πούμε πόσο.

 18 ἔρχεται Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἀπαγγέλλουσα τοῖς μαθηταῖς ὅτι ἑώρακε τὸν Κύριον, καὶ ταῦτα εἶπεν αὐτῇ.

Επειδή ήταν πολύ φυσικό να απιστήσουν οι μαθητές στα λόγια της γυναίκας και αφού όμως τους έβαλε την επιθυμία να τον δουν και αυτοί αναστημένο, δεν άφησε να περάσει ούτε μία μέρα, κι ενώ ήταν ακόμη εσπέρας παρουσιάσθηκε σ’ αυτούς κατά τρόπο πάρα πολύ θαυμαστό.

Και γιατί παρουσιάστηκε κατά την εσπέραν; Διότι τότε κυρίως ήταν φυσικό να είναι γεμάτοι φόβο. Αλλά άξιο θαυμασμού είναι, το πώς δεν τον νόμισαν για φάντασμα καθόσον εμφανίστηκε ενώ ήταν κλεισμένες οι θύρες και οι μαθητές ήταν συγκεντρωμένοι εκεί. –Αυτό συνέβη διότι η γυναίκα ήδη τους είχε αναγγείλει τα περι της αναστάσεως κι έτσι κατέστησε προηγουμένως μεγάλη την πίστη τους.

19 Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν ᾿Ιουδαίων, ἦλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν. 20 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν Κύριον.

Στάθηκε λοιπόν στο μέσον αυτών τελείως αθόρυβα και έδειξε τα χέρια και την πλευρά Του, συγχρόνως δε και με την φωνή Του καθησύχασε την ταλαντευόμενη σκέψη τους  λέγοντας:  21 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς πάλιν· εἰρήνη ὑμῖν. καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς.

Βλέπεις πως οι λόγοι γίνονται έργα; Διότι εκείνο που τους έλεγε προ του σταυρού ότι «πάλι θα σας δω και χαρεί η καρδιά σας και την χαρά σας κανείς δεν θα σας αφαιρέσει» αυτό τώρα το πραγματοποίησε. Όλα αυτά πλέον οδήγησαν τους μαθητές σε πλήρη πίστη. Και επειδή βρίσκονταν  σε άσπονδο πόλεμο με του Ιουδαίους , συνεχώς επαναλαμβάνει το «ειρήνη να έχετε» δίδοντας ως αντίβαρο του πολέμου την παρηγορία.

Και ποια είναι η ειρήνη που τους δίδει; -Κατήργησε απ’ αυτούς όλα τα λυπηρά προβάλλοντας τα κατορθώματα του Σταυρού.

Και δεν παρακαλεί πλέον τον Πατέρα, αλλά με αυθεντία δίδει σ’ αυτούς δύναμη διότι:  22 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα ῞Αγιον· 23 ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται.

Όπως δηλαδή κάποιος βασιλέας στέλνει  άρχοντες δίδοντας εξουσία σ’ αυτούς και να οδηγούν ανθ΄ρωπους στη φυλακή και να τους απολύουν, έτσι κι Αυτός αποστέλλοντας τους μαθητές τους περιβάλλει με αυτή την δύναμη.

Και πως λέγει «Εάν δεν φύγω από αυτόν τον κόσμο, εκείνος δεν θα έλθει» και τώρα δίδει σ’ αυτούς το Πνεύμα; - Ορισμένοι λέγουν ότι δεν έδωσε σ’ αυτούς Πνεύμα, αλλά κατέστησε αυτούς διά του εμφυσήματος κατάλληλους για να υποδεχτούν Αυτό. Δι ατούτο δεν είπε «Ελάβετε Πνεύμα Άγιον», αλλά «λάβετε Πνεύμα Άγιον». Και δεικνύει σ’ αυτούς ποια εξουσία του δίδει όχι τέτοια ώστε να ανασταίνουν νεκρούς και να κάνουν θαύματα, αλλά να συγχωρούν αμαρτήματα. Διότι είναι διάφοα τα χαρίσματα του Πνεύματος. Μετά δε σαράντα ημέρες έλαβαν την δύναμη να κάνουν θαύματα.

Όλα λοιπόν ας τα κάμνουμε, ώστε να μπορέσουμε να έχουμε πλησίον μας το Άγιο Πνεύμα και να τιμούμε πάρα πολύ εκείνους που ορίστηκαν να μεταδίδουν την ενέργεια Αυτού, διότι είναι μεγάλη η αξία των ιερέων. «Εκείνους που θα συγχωρήσετε» λέγει, «συγχωρούνται οι αμαρτίες τους». Δια τούτο και ο Παύλος έλεγε: «Να υπακούετε και να υποτάσσεσθε εις τους προισταμένους σας» και να τους τιμάτε πάρα πολύ. Διότι εσύ μεν φροντίζεις για τα δικά σου, και αν τα τακτοποιήσεις αυτά καλώς δεν είσαι καθόλου υπεύθυνος για τους άλλους, ο ιερέας όμως και αν ακόμη τακτοποιήσει καλώς τον δικό του βίο, δεν δείξει όμως την πρέπουσα φροντίδα για σένα ή για όλα τα μέλη του ποιμνίο του θα οδηγηθεί μαζί με τους πονηρούς εις την γέενναν. Γνωρίζοντας λοιπόν το μέγεθος του κινδύνου, να αποδίδεται σ’ αυτούς μεγάλη συμπάθεια, πράγμα που και ο Παύλος υπαινίχθη λέγοντας ότι: «αυτοί αγρυπνούν για τις ψυχές σας» και όχι απλώς αγρυπνούν, αλλά ως άνθρωποι που θα αποδώσουν λόγο για σας. Δια τούτο πρέπει αυτοί να απολαύσουν μεγάλης τιμής. Εάν όμως κι εσείς μαζί με τους άλλους ενεργείτε και σεις εναντίον τους, τότε ούτε κι εσείς θα βρίσκεστε σε καλή κατάσταση. Διότι όσο ο κυβερνήτης βρίσξεται σε κατάσταση ευθυμίας, θα βρίκσονται και οι επιβάτες σε ασφάλεια, αν όμως τον περιφρονούν εκείνοι και κρατούν στάση εχθρική εναντίον του και έτσι τον ταλαιπωρούν, τότε ούτε και να επαγρυπνήσει μπορεί καθ’ όμοιον τρόπο , ούτε να ασκήσει καλώς το έργο του και χωρίς να το θέλει περιβάλλει αυτούς με άπειρα κακά. Έτσι και ο ιερέας, αν μεν απολάυσει της τιμής εκ μέρους σας, θα μπορέσει να τακτοποιήσει και τα δικά σας θέματα καλώς, αν όμως τους στενοχωρείτε, εξασθενιύντες την δύναμή τους, θα τους καταστήσετε μαζί με σας ευκολοπροσβλήτους στα κύματα και αν κόμη είναι πολύ γενναίοι.

Μη ξεχνάτε αδελφοί ούτε ο καθαρός προσελκύει το Πνέυμα εξαιτίας της καθαριότητάς του, αλλά η Χάρις είναι εκείνη που επιτελεί το παν. Διότι εκείνα που έλαβε ο ιερεύς μόνον ο Θεός μπορεί να τα δωρίσει και όπου κι αν φθάσει η ανθ΄ρωπινη φιλοσοφία, θα φανεί κατώτερη από εκείνη την Χάρη.

Ούτε  άγγελος,ούτε αρχάγγελος μπορεί να κάνει κάτι σχετικά με εκείνα που δίδονται από τον Θεό, αλλά τα πάντα γίνονται από τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Ο δε ιερεύς δανείζει την γλώσσα του και δίδει το χέρι του καθ’ όσον δεν θα ήταν δίκαιο εξαιτίας της κακίας του άλλου να παραβλάπτονται εκείνοι που προσέρχονται με πίστη στα σύμβολα της σωτηρίας μας. Γνωρίζοντας λοιπόν όλα αυτά τον Θεό να φοβόμαστε και να τιμούμε τους ιερείς Αυτού. Αποδίδοντες σε όλους όλη την τιμή, για να λάβουμε πολλή αμοιβή.

24 Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Δίδυμος, οὐκ ἦν μετ' αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς. 25 ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθηταί· ἑωράκαμεν τὸν Κύριον. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω.

Όπως ακριβώς το πιστέυει κανείς απλώς και ως έτυχε είναι γνώρισμα επιπολαιότητας, έτσι και το να εξετάζει κανείς και να ερευνά πέραν του μέτρου είναι γνώρισμα χονδροειδούς διάνοιας. Για τούτο και ο Θωμάς κατηγορείται, διότι δεν πίστεψε στους Αποστόλους όταν του είπαν ότι «είδαμε τον Κύριο». Όχι τόσο γιατί επειδή δεν πίστεψε σε κείνους, όσο επειδή θεωρούσε αδύνατο αυτό να συμβεί. Και δεν είπε «δεν σας πιστεύω», αλλά «εάν δεν βάλω το χέρι μου στο σημάδι των καρφιών, δεν θα πιστέψω».

Πως όμως ενώ όλοι ήταν συγκεντρωμένοι , αυτό μόνον απουσίαζε; -Φυσικό ήταν να μην είχε ακόμη επιστρέψει από την διασπορά που είχε ήδη γίνει. Συ όμως όταν δεις τον μαθητή να μη πιστεύει, σκέψουν την φιλανθρωπία του Κυρίου, πως και χάριν μιας ψυχής δείχνει τον εαυτό Του να έχει τραύματα και έρχεται για να σώσει και τον ένα, αν και ήταν πνευματικά πιο ατελής από τους άλλους. Διότι δεν είπε «εάν δεν δω», αλλά «εάν δεν ψηλαφήσω», λέγει μη τυχόν και είναι φάντασμα αυτό που βλέπω. Και όμως οι μαθητές που ανήγγειλαν αυτά ήταν αξιόπιστοι όπως βέβαια και ο ίδιος ο Κύριος που υποσχέθηκε τα πάντα.

Και για ποιο λόγο δεν εμφανίζεται σ’ αυτόν αμέσως, αλλά μετά από οκτώ μέρες; -Για να κυριευθεί από πιο μεγάλη επιθυμία και να γίνει μελλοντικά πιστότερος κατηχούμενος υπό των μαθητών κατά το διάστημα που μεσολάβησε και ακούγοντας τα ίδια λόγια απ’ αυτούς. Άλλωστε από πού έμαθε ότι και η πλευρά Του ανοίχθει; -Το άκουσε από τους μαθητές. Πως λοιπόν το ένα το πίστεψε, ενώ το άλλο όχι; -Διότι αυτό ήταν πολύ παράδοξο και θαυμαστό.

Εσύ δε πρόσεχε και την φιλαλήθεια των μαθητών. Διότι δεν απόκρυψαν τα ελαττώματα ούτε τα δικά τους, ούτε των άλλων, αλλά περιγράφουν όλη την αλήθεια.

26 Καὶ μεθ' ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ' αὐτῶν. ἔρχεται ὁ ᾿Ιησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν· εἰρήνη ὑμῖν. 27 εἶτα λέγει τῷ Θωμᾷ· φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, Εμφανίζεται πάλι ο Ιησούς και δεν περιμένει να ζητηθεί από Αυτόν εκείνο, ούτε να ακούσει κάτι παρόμοιο, αλλά χωρίς να πει τίποτα, ο ίδιος τον προλαβαίνει και εκπληρώνει αυτό που επιθυμούσε, δεικνύοντας ότι και όταν έλεγε αυτά προς τους μαθητές, Εκείνος ήταν παρόν. Κι αυτό αποδεικνύεται επειδή τα λόγια που χρησιμοποίησε ήταν τα ίδια με του Θωμά.

καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός. Βλέπεις ότι η αμφιβολία ήταν αποτέλεσμα απιστίας;

28 καὶ ἀπεκρίθη Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου. 29 λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες.

Διότι αυτό είναι το γνώρισμα της πίστεως, το να αποδέχεται κανείς εκείνα που δεν βλέπονται. Διότι η πίστη κάνει πραγματικά εκείνα που ελπίζουμε και βέβαια που δεν βλέπουμε.

Όταν λοιπόν κανείς πει «ήθελα να ζήσω στα χρόνια του Χριστού και να Τον έβλεπα να θαυματουργεί», ας σκεφτεί ότι «μακάριοι είναι εκείνοι που δεν με είδαν και πίστεψαν».

Είναι δε άξιον απορία, πως Σώμα άφθαρτο εδείκνυε τα αποτυπώματα των καρφιών και μπορούσε αυτό να το αγγίξει χέρι. Αλλά μη θορυβηθείς.Διότι αυτό συνέβη από συγκατάβαση. Διότι το τόσο λεπτό και ελαφρό σώμα, που εισήλθε ενώ οι θύρες ήταν κλεισμένες, ήταν απαλλαγμένο από κάθε υλική σύσταση, αλλά συνέβη αυτό για να γίνει πιστευτή η Ανάσταση και για να φανερωθεί ότι Αυτός αναστήθηκε και όχι άλλος αντί αυτού.Δια τούτο αναστήθηκε έχοντας τα σημάδια του σταυρού και δια τούτο τρώγει. Πράγματι οι Απόστολοι αυτό πρόβαλλαν συνεχώς ως απόδειξη της αναστάσεως λέγοντας: «Εμείς οι οποίοι φάγαμε μαζί Του και ήπιαμε». (πραξ. 10,41)

30 Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ·

Επειδή αυτός ο Ευαγγελιστής ανέφερε τα λιγότερα θαύματα απ’ αυτά που ανέφεραν οι άλλοι, λέει ότι ούτε οι άλλοι τα ανέφερα όλα, αλλά όσα ήταν ικανά να προσελκύσουν τους ακροατές στην πίστη. Εάν όλα είχαν γραφεί δεν θα χωρούσε τα βιβλία ούτε ολόκληρος ο κόσμος.

Άρα είναι φανερό ότι δεν τα είπαν από φιλοδοξία εκείνα που έγραψαν, αλλά μόνο εξαιτίας της χρησιμότητας αυτών, διότι εκείνοι που παρέλειψαν τα περισσότερα, πως θα ήταν δυνατόν να τα έγραφαν αυτά από φιλοδοξία;

Πιθανόν λέει ο Χρυσόστομος, να εννοεί εδώ ο Ευαγγελιστής και τα θαύματα  που εκανε ο Χριστός μετά την Ανάσταση δια τούτο και λέγει «ενώπιον των μαθητών του», επειδή μόνον αυτούς συναναστρέφονταν μετά την ανάσταση. Δια τούτο και έλεγε «ο κόσμος δεν με βλέπει πλέον». Έπειτα για να μάθεις ότι όσα γίνονταν, γίνονταν μόνο εξαιτίας των μαθητών πρόσθεσε:  31 ταῦτα δὲ γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι ᾿Ιησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ. Μιλώντας γενικώς προς την δική μας φύση και για να δείξει ότι τα ανέφερε όχι προς χάριν του πιστευομένου, αλλά χάριν ημών των ιδίων. «Εν τω ονόματι αυτού»: Δηλαδή «δι αυτού» διότι αυτός είναι η ζωή.

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΡΩΤΟ (ΚΑ΄)

1 Μετά ταῦτα ἐφανέρωσεν ἑαυτὸν πάλιν ὁ ᾿Ιησοῦς τοῖς μαθηταῖς ἐπὶ τῆς θαλάσσης τῆς Τιβεριάδος·

Βλέπεις ότι δεν συναναστρέφεται συνεχώς αυτούς, ούτε ακριβώς όπως προηγουμένως; Εφανερώθη λοιπόν την εσπέραν και έφυγε, έπειτα μετά από οκτώ μέρες φανερώθηκε πάλι άλλη μία φορά και πάλι έφυγε, έπειτα μετά από αυτά φανερώθηκε στην λίμνη  και πάλι φοβήθηκαν οι μαθητες. Τι σημαίνει δε το «εφανέρωσεν»; - Από αυτό είναι φανερό ότι δεν ήταν ορατός, εάν δε έκανε παραχώρηση εξαιτίας της ανθρώπινης αδυναμίας, επειδή πλέον το σώμα Του ήταν άφθαρτο και επεδέχετο βλάβη. Διατί δε θυμήθηκε τον τόπο; -Για να δείξει ότι αφαίρεσε από τους μαθητές το μεγαλύτερο μέρος του φόβου, ώστε πλέον από την οικία να βγαίνουν και να πηγαίνουν παντού.

ἐφανέρωσε δὲ οὕτως. 2 ἦσαν ὁμοῦ Σίμων Πέτρος, καὶ Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος, καὶ Ναθαναὴλ ὁ ἀπὸ Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οἱ τοῦ Ζεβεδαίου, καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ δύο. 3 λέγει αὐτοῖς Σίμων Πέτρος· ὑπάγω ἁλιεύειν. λέγουσιν αὐτῷ· ἐρχόμεθα καὶ ἡμεῖς σὺν σοί. ἐξῆλθον καὶ ἐνέβησαν εἰς τὸ πλοῖον εὐθύς, καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ νυκτὶ ἐπίασαν οὐδέν.

Μη έχοντας λοιπόν τίποτα να κάνουν ασχολούνταν με την αλιεία και αυτό το έκαναν κατά τη νύχτα. Διότι ακόμη δεν είχε έρθει το Πνέυμα σ’ αυτούς και δεν είχαν αναλάβει επισήμως το έργο τους, γι’ αυτό και ασχολούνταν με την παλιά τους τέχνη. Και ψάρευαν κατά την νύχτα επειδή ακόμη είχαν τον φόβο των Ιουδαίων.

4 πρωΐας δὲ ἤδη γενομένης ἔστη ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς τὸν αἰγιαλόν· οὐ μέντοι ᾔδεισαν οἱ μαθηταὶ ὅτι ᾿Ιησοῦς ἐστι. 5 λέγει οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· παιδία, μή τι προσφάγιον ἔχετε; ἀπεκρίθησαν αὐτῷ· οὔ. 6 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· βάλετε εἰς τὰ δεξιὰ μέρη τοῦ πλοίου τὸ δίκτυον, καὶ εὑρήσετε. ἔβαλον οὖν, καὶ οὐκέτι αὐτὸ ἑλκύσαι ἴσχυσαν ἀπὸ τοῦ πλήθους τῶν ἰχθύων. 7 λέγει οὖν ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος, ὃν ἠγάπα ὁ ᾿Ιησοῦς, τῷ Πέτρῳ· ὁ Κύριός ἐστι. Σίμων οὖν Πέτρος ἀκούσας ὅτι ὁ Κύριός ἐστι, τὸν ἐπενδύτην διεζώσατο· ἦν γὰρ γυμνός· καὶ ἔβαλεν ἑαυτὸν εἰς τὴν θάλασσαν· 8 οἱ δὲ ἄλλοι μαθηταὶ τῷ πλοιαρίῳ ἦλθον· οὐ γὰρ ἦσαν μακρὰν ἀπὸ τῆς γῆς, ἀλλ' ὡς ἀπὸ πηχῶν διακοσίων, σύροντες τὸ δίκτυον τῶν ἰχθύων. 9 ὡς οὖν ἀπέβησαν εἰς τὴν γῆν, βλέπουσιν ἀνθρακιὰν κειμένην καὶ ὀψάριον ἐπικείμενον καὶ ἄρτον.

Κατ’ αρχήν συνομιλεί μαζί τους με πιο ανθρώπινο τρόπο, σαν να επρόκειτο να αγοράσει κάτι από αυτούς. Οι μαθητές δεν Τον αναγνώρισαν. Μόλις όμως κατάλαβαν ότι ο «Κύριος εστί» πάλι οι μαθητές Πέτρος και Ιωάννης δείχνουν τα ιδιαίτερα γνωρίσματα του χαρακτήρα τους. Διότι ο μεν Πέτρος ήταν θερμότερος, ενώ ο Ιωάννης πνευματικά ανώτερος. Και ο μεν πρώτος ήταν πιο ορμητικός, ενώ ο άλλος πιο διορατικός. Γι’ αυτό ο Ιωάννης πρώτος γνώρισε τον Ιησού, ενώ ο Πέτρος ήλθε προς αυτόν καθόσον δεν ήταν τυχαία τα θαύματ που έγιναν. Ποια δε ήταν τα όσα συνέβησαν; -Πρώτον μεν ότι πιάστηκαν πολλά ψάρια, έπειτα ότι δεν σχίστηκε το δίχτυ, ύστερα ότι βράθηκαν κάρβουνα αναμμένα πριν αποβιβαστούν από το πλοίο και το ψάρι επάνω στα κάρβουν και άρτος. Διότι δεν τα δημιούργησε όλα από προυπάρχουσα ύλη όπως έκανε προηγουμένως και προ του σταυρού. Μόλις λοιπόν τον γνώρισε ο Πέτρος τα έρριψε όλα κάτω και τα ψάρια και τα δίχτυα και φόρεσε τον χιτώνα του. Βλέπεις την ντροπή και τον πόθο του; και δεν περίμενε να φτάσει το πλοίο στην ακτή, αλλά έφτασε κολυμπώντας.

 10 λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐνέγκατε ἀπὸ τῶν ὀψαρίων ὧν ἐπιάσατε νῦν. 11 ἀνέβη Σίμων Πέτρος καὶ εἵλκυσε τὸ δίκτυον ἐπὶ τῆς γῆς, μεστὸν ἰχθύων μεγάλων ἑκατὸν πεντήκοντα τριῶν· καὶ τοσούτων ὄντων οὐκ ἐσχίσθη τὸ δίκτυον. 12 λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· δεῦτε ἀριστήσατε. οὐδεὶς δὲ ἐτόλμα τῶν μαθητῶν ἐξετάσαι αὐτὸν σὺ τίς εἶ, εἰδότες ὅτι ὁ Κύριός ἐστιν.

Κανείς λέει δεν τολμούσε πλέον να ρωτήσει διότι δεν είχαν πλέον την  ίδια παρρησία, ούτε το ίδιο θάρρος, ούτε τον πλησίαζαν πλέον ομιλούντες προς αυτόν, αλλά με σιωπή και πολύ φόβο και συνεσταλμένοι κάθονταν και τον πρόσεχαν διότι γνώριζαν ότι είναι ο Κύριος. Έβλεπαν όμως την μορφή Του ότι ήταν διαφορετική και τους προξενούσε αυτό μεγάλη κατάπληξη και ήθελαν να τον ρωτήσουν γι’ αυτήν, αλλά ο φόβος και το ότι γνώριζαν ότι δεν είναι κάποιος άλλος αλλά ο ίδιος, τους έκανε να αποφύγουν την ερώτηση και μόνο έτρωγαν τα όσα τους δημιούργησε με πολύ μεγάλη εξουσία.

 13 ἔρχεται οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ λαμβάνει τὸν ἄρτον καὶ δίδωσιν αὐτοῖς καὶ τὸ ὀψάριον ὁμοίως. 14 Τοῦτο ἤδη τρίτον ἐφανερώθη ὁ ᾿Ιησοῦς τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν.

Και αυτή τη φορά δεν στρέφει πλέον το βλέμμα Του στον ουρανό, ούτε κάνει εκείνα τα ανθρώπινα, δεικνύοντας ότι εκείνα έγιναν από συγκατάβαση. Επειδή δε δεν συνανατρέφονταν συνεχώς αυτούς λέει ο Ευαγγελιστής ότι αυτή ήταν η Τρίτη φανέρωσή Του από τότε που αναστήθηκε εκ νεκρών.

Εδώ ο Ιωάννης δεν αναφέρει ότι έφαγε μαζί τους, αλλά ο Λουκάς σε άλλη περίπτωση λέει «συνανεστρέφετο και συνέτρωγε μαζί τους» (πραξ. 1,6). Το πώς δε γίνονταν αυτό δεν μπορούμε εμείς να το πούμε. Διότι αυτά γίνονταν με κάποιο παραδοξότερο τρόπο, όχι επειδή είχε η φύση Του πλέον ανάγκη από τροφή, αλλά το έκανε από συγκατάβαση προς απόδειξη της αναστάσεώς Του.

15 ῞Οτε οὖν ἠρίστησαν, λέγει τῷ Σίμωνι Πέτρῳ ὁ ᾿Ιησοῦς· Σίμων ᾿Ιωνᾶ, ἀγαπᾷς με πλεῖον τούτων; λέγει αὐτῷ· ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε.

Πολλά είναι εκείνα που μπορούν να μας δώσουν παρρησία προς τον Θεό και να μας καταστήσουν λαμπρούς και διακεκριμένους, εκείνο όμως που κατ’ εξοχήν περισσότερο από όλα μας παρέχει την ουράνιο εύνοια είναι η φροντίδα για τον πλησίον. Πράγμα που βέβαια και ο Χριστός απαιτεί από τον Πέτρο. Και γιατί άραγε παραβλέποντας τους άλλου συνομιλεί ο Ιησούς με τον Πέτρο; - Ήταν ξεχωριστός μεταξύ των Αποστόλων και στόμα των μαθητών και κορυφαίος του χορού. Γι’ αυτό τον λόγο και ο Παύλος ανέβηκε τότε στα Ιεροσόλυμα για να εκθέσει τα γεγονότα σ’ αυτόν παρά στους άλλους.

Συγχρόνως δε δεικνύοντας ο Χριστός στον Πέτρο ότι πρέπει να έχει θάρρος εις το εξής, αφού η άρνησή του αποκαταστάθηκε, εμπιστεύεται σ’ αυτόν την προστασία των αδελφών. Και την μεν άρνηση δεν την αναφέρει, ούτε κατηγορεί το γεγονός, λέγει δε, «εάν με αγαπάς , γίνε προστάτης των αδελφών και την θερμή αγάπη που έδειχνες με κάθε τρόπο και για την οποία ένοιωθες αγαλλίαση, τώρα δείξε την, και την ψυχή που έλεγες ότι θα θυσιάσεις προς χάριν μου, αυτήν δώσε υπέρ των δικών μου προβάτων».

λέγει αὐτῷ· βόσκε τὰ ἀρνία μου. 16 λέγει αὐτῷ πάλιν δεύτερον· Σίμων ᾿Ιωνᾶ, ἀγαπᾷς με; λέγει αὐτῷ· ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ· ποίμαινε τὰ πρόβατά μου. 17 λέγει αὐτῷ τὸ τρίτον· Σίμων ᾿Ιωνᾶ, φιλεῖς με; ἐλυπήθη ὁ Πέτρος ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ τρίτον, φιλεῖς με, καὶ εἶπεν αὐτῷ· Κύριε, σὺ πάντα οἶδας, σὺ γινώσκεις ὅτι φιλῶ σε.

Αφού λοιπόν ρωτήθηκε μία και δεύτεη φορά και συνεταρ΄ζχθη, πάλι φοβούμενος τα προηγούμενα (καθ’ όσον τότε επιμένοντας στην γνώμη του αποδεικνύονταν στη συνέχεια μη ικανός να την πραγματοποιήσει) γι’ αυτό πάλι καταφεύγει σ’ Αυτόν διότι οι λόγοι του «Συ τα γνωρίζεις όλα» σημαίνει τα παρόντα και τα μέλλοντα.

Βλέπεις πως έγινε καλύτερος και σωφρονέστερος, χωρίς πλέον να αυθαδιάζει και να αντιλέγει; Διότι δια τούτο ταράχθηκε «μήπως εγώ νομίζω μεν πως σε αγαπώ όπως προηγουμένως το ίδιο νόμιζα και επέμενα στη γνώμη μου, αλλά αποδείχθηκε ότι τελικά δεν μπόρεσα αυτά που υποσχέθηκα να πραγματοποιήσω».

Για Τρίτη λοιπόν φορά ο Ιησούς τον ρωτά το ίδιο πράγμα και για Τρίτη φορά διατάσσει τα ίδια, δεικνύοντας πόση σημασία δίδει στην προστασία των προβάτων και ότι αυτό προ πάντων είναι δείγμα της αγάπης σ’ Αυτόν.

Αφού δε είπε περί της αγάπης σ΄Αυτόν, προλέγει και το μαρτύριο του Πέτρου.

 λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· βόσκε τὰ πρόβατά μου. 18 ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ὅτε ἦς νεώτερος, ἐζώννυες σεαυτὸν καὶ περιεπάτεις ὅπου ἤθελες· ὅταν δὲ γηράσῃς, ἐκτενεῖς τὰς χεῖράς σου, καὶ ἄλλος σε ζώσει, καὶ οἴσει ὅπου οὐ θέλεις.

Τι σημαίνει το «όπου ου θέλεις»; -Εννοεί την συμπάθεια της φύσεως και της σαρκός την ανάγκη και ότι η ψυχή αποχωρίζεται από το σώμα χωρίς να το θέλει. Ώστε αν και η θέλησή του ήταν ρωμαλέα, αλλά όμως και έτσι η φύση αποδεικνύεται ανίσχυρη. Διότι κανείς δεν εγκαταλείπει το σώμα με απάθεια. Καθ’ όσον ο Θεός το ρύθμισε σύμφωνα με τα συμφέροντά μας ,ώστε να μην συμβαίνουν πολλοί βίαιοι θάνατοι. Διότι αν ο διάβολος το κατόρθωνε αυτό και οδηγούσε άπειρους σεγκρεμούς και θάραθρα, εάν δεν ήταν τόσο μεγάλη η επιθυμία του σώματος προς την ψυχή, τότε από την τυχαία λύπη οι περισσότεροι θα ορμούσαν στην αυτοκτονία. Το «όπου ου θέλεις»  λοιπόν φανερώνει την φυσική συμπάθεια.

Πως όμως είπε «όταν ήσουν νεότερος», πάλι λέγει, «»όταν δε γηράσεις»; -Με αυτό βέβαια δείχνει ότι τότε δεν ήταν νέος και πράγματι δεν ήταν, όμως ούτε και γέρος ήταν, αλλά άνδρας τέλειος. Για ποιο λοιπόν υπενθύμισε σ’ αυτόν τον προηγούμενο βίο του; -Για να δείξει ότι αυτά είναι τα γνωρίσματα αυτής της ηλικίας. Διότι εις μεν τα βιωτικά πράγματα ο μεν νέος είναι χρήσιμος, ο δε γέρος άχρηστος, εις δε τα πράγματα που έχουν σχέση με εμένα δεν έχουν τα πράγματα έτσι, αλλά όταν έλθει το γήρας, τότε η ανδρεία είναι λαμπρότερη, τότε η ανδραγαθία περιφανεστέρα, μη εμποδιζόμενη ως προς τίποτα από την ηλικία.

19 τοῦτο δὲ εἶπε σημαίνων ποίῳ θανάτῳ δοξάσει τὸν Θεόν. Και δεν είπε «θα πεθάνει», αλλά «θα δοξάσει τον Θεό». Για να μάθεις ότι να πάθει κανείς υπέρ του Χριστού, αποτελεί δόξα και τιμή για εκείνον που πάσχει.

καὶ τοῦτο εἰπὼν λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει μοι. Εδώ πάλι υπαινίσσεται την φροντίδα και την πάρα πολύ μεγάλη οικειότητά του προς αυτόν. Θα μπορούσε κάποιος να πει: -Πως λοιπόν ο Ιάκωβος έλαβε τον θρόνο των Ιεροσολύμων και όχι ο Πέτρος; -Ναι, αλλά για τον Πέτρο όρισε ως θρόνο ολόκληρη την οικουμένη.

 

20 ἐπιστραφεὶς δὲ ὁ Πέτρος βλέπει τὸν μαθητὴν ὃν ἠγάπα ὁ ᾿Ιησοῦς ἀκολουθοῦντα, ὃς καὶ ἀνέπεσεν ἐν τῷ δείπνῳ ἐπὶ τὸ στῆθος αὐτοῦ καὶ εἶπε· Κύριε, τίς ἐστιν ὁ παραδιδούς σε; 21 τοῦτον ἰδὼν ὁ Πέτρος λέγει τῷ ᾿Ιησοῦ· Κύριε, οὗτος δὲ τί;

Για ποιο λόγο μας υπενθύμισε το γεγονός εκείνο κατά το οποίο έπεσε στο στήθος του Ιησού; -Όχι απλώς και ως έτυχε, αλλά για να δείξει πόση παρρησία είχε ο Πέτρος μετά την άρνηση. Διότι εκείνος ποτέ δεν τολμούσε να ρωτήσει, αλλά ανέθετε αυτό σε άλλον τα όσα τον αφορούν, αλλά και ο ίδιος πλέον ρωτά τον διδάσκαλο για άλλον και ο μεν Ιωάννης σιωπά, ενώ εκείνος συνομιλεί.

Παράλληλα εδώ διαφαίνεται η μεγάλη αγάπη του Πέτρου προς τον Ιωάννη. Κάτι που γίνεται επί πλέον φανερό στις Πράξεις των Αποστόλων με τον στενό δεσμό των δύο αυτών μαθητών.

Επειδή λοιπόν προείπε για τον Πέτρο μεγάλα πράγματα και του εμπιστεύθηκε την οικουμένη και προείπε το μαρτύριό του και έδειξε ότι η αγάπη του είναι μεγαλύτερη από την αγάπη των άλλων, θέλοντας και αυτόν να λάβει κοινωνό, λέγει: «Αυτός δε τι θα πάθει»; «Δεν θα ακολουιήσει την ίδια οδό με μένα»; Τι απαντά λοιπόν ο Χριστός;

22 λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ; σὺ ἀκολούθει μοι.

Επειδή τα έλεγε αυτά από πολύ ενδιαφέρον για τον Ιωάννη και δεν ήθελε να αποχωρισθεί απ’ αυτόν, για να δείξει ο Χριστός ότι όσο και να αγαπήσει ποτέ δεν θα φτάσει στην δική Του αγάπη λέγει: «Εάν θέλω αυτός να μείνει μέχρις ότου έλθω, τι σε ενδιαφέρει»; Διδάσκοντας έτσι κι εμάς να μην στενοχωριόμαστε, ούτε να ασχολούμαστε με τίποτα πέρα από εκείνα που αρέσουν σ’ Αυτόν. Επειδή δηλαδή ο Πέτρος πάντοτε ήταν θερμός σε παρόμοιες και τέτοιου είδους ερωτήσεις και βιάζοντας να κάνει αυτές, συγκρατώντας πάλι την θερμότητά του αυτή είπε αυτά τα λόγια.

 23 ἐξῆλθεν οὖν ὁ λόγος οὗτος εἰς τοὺς ἀδελφοὺς ὅτι ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος οὐκ ἀποθνήσκει· καὶ οὐκ εἶπεν αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι οὐκ ἀποθνήσκει, ἀλλ' ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ;

Μη δηλαδή νομίσεις, λέγει, ότι με ένα τρόπο ρυθμίζω τα σχετικά με εσάς. Ακατάλληλη λοιπόν ήταν η μεταξύ τους συμπάθεια επειδή επρόκειτο να  αναλάβουν την φροντίδα όλης της οικούμενης. Συ λοιπόν Πέτρε να σκέφτεσαι και να φροντίζεις για τα δικά σου και όχι των άλλων.

Εσύ επίσης δε και το άκαμπτον του μαθητού ο οποίος διορθώνει την εσφαλμένη εντύπωση και σκέψη των υπόλοιπων μαθητών για το πρόσωπό του.

24 Οὗτός ἐστιν ὁ μαθητὴς ὁ μαρτυρῶν περὶ τούτων καὶ γράψας ταῦτα, καὶ οἴδαμεν ὅτι ἀληθής ἐστιν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ.

Γιατί τέλος πάντων ενώ κανείς από τους άλλους δεν το κάνει αυτό, αυτός μόνος τα λέγει αυτά και κάνει αυτό για δεύτερη φορά, μαρτυρώντας για τον ευατό του, ενώ φαίνεται να θέλει να προσεγγίσει τους ακροατές του;

-Λέγεται ότι τελευταίος θέλησε να γράψει το Ευαγγέλιο, όταν ο Θεός τον παρακίνησε και τον διέγειρε προς τον σκοπό αυτόν. Για τούτο δείχνει συνεχώς την αγάπη του Χριστού, υπαινισσόμενος την αιτία, από την οποία πήρε την ορμή να γράψει. Και γι’ αυτό συνεχώς ενθυμείται αυτήν την αιτία, για να κάνει περισσότερο αξιόπιστο τον λόγο του.

 25 ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ' ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία. ἀμήν.

Επομένως είναι φανερό ότι δεν θα ήταν δυνατό να τα γράψω για να φανώ ευχάριστος, διότι εγώ που ενώ είναι τόσα πολλά, δεν είπα ούτε τόσα όσα είπαν οι άλλοι, αλλά από αυτά παρέλειψα τα περισσότερα και ανέφερα τις Ιουδαϊκές επιβουλές, τους λιθοβολισμούς, το μίσος, τις ύβρεις και τις λοιδορίες και φανέρωσα πως και δαιμονισμένο τον αποκαλούσαν και πλάνο, φανερό είναι ότι δεν ήταν δυνατό να το κλανω αυτό για να φανώ ευχάριστος. Διότι εκείνος που γράφει για να φανεί ευχάριστος έπρεπε να κάνει το αντίθετο. Δηλαδή τα μεν δυσάρεστα να αποκρύπτει, τα δε λαμπρά να τα αναφέρει.

Συνεπώς όπως σε μας είναι έυκολο να ομιλούμε, έτσι εύκολο ήταν στον Χριστό να πραγματοποιεί θαύματα, διότι ήταν αρκετό σ’Αυτόν μόνον να θελήσει και τα υπόλοιπα ακολουθούσαν.

 

 

 

Επαφή